← Κύπρος

Μιχάλη Λοίζου ν. Μαρίας Αναστάση κ.α., Αρ. Αγωγής: 279/08, 22 Νοεμβρίου, 2011

Μιχάλη Λοίζου ν. Μαρίας Αναστάση κ.α., Αρ. Αγωγής: 279/08, 22 Νοεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2011:A49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗ ΛΑΡΝΑΚΑ. ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Μουγή, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 279/08 Μεταξύ: Μιχάλη Λοίζου Ενάγοντα v.

  1. Μαρίας Αναστάση,
  2. Panayiotis Andreou Motor Agency Ltd. Εναγομένων 22 Νοεμβρίου,
  3. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον ενάγοντα: Η κα N.Πελεκάνου, για Χρ. Βασιλειάδη & Σία. Για τον εναγόμενο 2: Ο κ. Ν. Νικολάου. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας με την παρούσα αγωγή του εξαιτείται εναντίον της εναγομένης 2: Α. €7.415.33σ. ως ποσό καταβληθέν από εγγυητή για κάλυψη και/ή εξόφληση οφειλής πρωτοφειλέτη σε Συμφωνία Ενοικιαγοράς και/ή αποζημίωση και/ή άλλως πως. Β. Νόμιμο τόκο από 19/10/2006 μέχρι πλήρης εξόφλησης. Γ. Απόφαση κατά του εναγομένου αρ.2 για το ποσό των €7,415,33 σεντ, ομού μετά των σχετικών τόκων, αναλογία του κατά το ½ μερίδιο ως συνεγγυητής μετά του ενάγοντα, για τον πρωτοφειλέτη εναγόμενη αρ.
  4. Δ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία που το Δικαστήριο θα θεωρούσε δίκαια και ή ορθή κάτω υπό τας περιστάσεις. Ε. Εξοδα πλέον ΦΠΑ πλέον έξοδα επιδόσεως. Σύμφωνα με το κλητήριο ένταλμα ο ενάγων βασίζει την απαίτησή του στο γεγονός ότι ενώ ο ίδιος ήταν εγγυητής της Μαρίας Αναστάση (εναγόμενης 1 στην παρούσα αγωγή) η τελευταία παρέλειψε να εξοφλήσει το χρέος της προς τον Οργανισμό Χρηματοδοτήσεως της Τράπεζας Κύπρου Λτδ (Ο.Χ.Τ.Κ.) με αποτέλεσμα ο Ο.Χ.Τ.Κ. να στραφεί εναντίον του με την αγωγή υπ΄ αρ. 520/95 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου το οποίο στις 14/3/96 εξέδωσε απόφαση εναντίον του για το ποσό των ΛΚ2464,16 (€4,210,77) με τόκο 9% από 14/3/96 και για το ποσό των ΛΚ129,30 (€220,92) με τόκο 6% από 13/3/96 μέχρι εξοφλήσεως. Κατόπιν τούτου και μετά από διάταγμα μηνιαίων δόσεων που εκδόθηκε εναντίον του κατέβαλε 44 μηνιαίες δόσεις εκ ΛΚ60 (€102,52) εκάστη έναντι της πιο πάνω οφειλής. Το συνολικό ποσό των καταβληθέντων δόσεων ήταν ΛΚ2640 (€4,510,71). Περαιτέρω στις 25/10/06 κατέβαλε και το ποσό των ΛΚ1700 (€2,904,62). Μετά την καταβολή των πιο πάνω ποσών ο Ο.Χ.Τ.Κ. με γραπτή βεβαίωσή του απάλλαξε πλήρως τον ενάγοντα από τις υποχρεώσεις του που απόρρεαν από την εγγύησή του προς όφελος της Μαρίας Αναστάση και η οφειλή της εξοφλήθηκε. Η εναγομένη 2 εταιρεία ήταν συνεγγυήτρια του ενάγοντα στην ως άνω οφειλή της εναγόμενης 1 και δεδομένου του γεγονότος ότι η εναγόμενη 1 ουδέν ποσό κατέβαλε προς τον ενάγοντα, ο ενάγοντας εξαιτείται εναντίον της εναγομένης 2 την αναλογία του ως συνεγγυητής δια το ποσό των ΛΚ4340 (€7,415.33) που ο ενάγων κατέβαλε για πλήρη εξόφληση της οφειλής της εναγομένης
  5. Η εναγομένη 2 εταιρεία με την υπεράσπιση της ισχυρίζεται ότι ουδεμία σχέση έχει με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα αλλά ούτε και προκύπτει οιονδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της εναγομένης
  6. Ισχυρίζεται επίσης ότι ουδέποτε υπήρξε συνεγγυητής με τον ενάγοντα σε δάνειο της εναγομένης 1 στον Ο.Χ.Τ.Κ. και οποιαδήποτε εγγύηση της εναγομένης 2 για οφειλές της εναγομένης 1 αυτή τερματίστηκε και η εναγομένη 2 απαλλάχθηκε από οποιεσδήποτε υποχρεώσεις. Ισχυρίζεται τέλος ότι ουδέποτε ο Ο.Χ.Τ.Κ. ήγειρε οιανδήποτε απαίτηση εναντίον της εναγομένης 2 και απάλλαξε την τελευταία από οποιεσδήποτε υποχρεώσεις της. Για την πλευρά του ενάγοντα έδωσαν ένορκη μαρτυρία δύο μάρτυρες συμπεριλαμβανομένου και του ενάγοντα και από πλευράς εναγομένης 2 κατάθεσε ο διευθυντής της. Κατατέθηκαν δε συνολικά και 8 τεκμήρια στα οποία θα γίνεται αναφορά όπου κρίνεται αναγκαίο. Δεν θα προβώ σε εκτενή περίληψη της μαρτυρίας που δόθηκε εκατέρωθεν ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά μόνο εκεί που χρειάζεται και για σκοπούς αξιολόγησης. Ο Μ.Ε.1 Μιχάλης Λοίζου έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ηταν άμεσος και σαφής στις απαvτήσεις του και κατά το στάδιο της αντεξέτασης του δεν κλονίστηκε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο η αξιοπιστία του. Κατέθεσε γραπτή δήλωση, τεκ.1, στην οποία αναφέρει ουσιαστικά τα όσα περιέχονται και στην έκθεση απαίτησής του. Προέβηκε περαιτέρω στην κατάθεση αντιγράφου συμβολαίου ενοικιαγοράς ημερ. 7/10/92, τεκ.2, αντίγραφο αίτησης μηνιαίων δόσεων στην αγωγή υπ΄ αρ. 520/92, τεκ.3, αντίγραφο επιστολής ημερ. 19/10/2006, τεκ.4, αντίγραφο απόφασης στην παρούσα αγωγή εναντίον της εναγομένης 1, τεκ.5, και αντίγραφο απόδειξης κατάθεσης ημερ. 25/10/06, τεκ.
  7. Κατά την κυρίως εξέτασή του συμπλήρωσε ότι όταν κατάθετε τα χρήματα για την εξόφληση του χρέους στις αποδείξεις που του δόθηκαν από την τράπεζα στο χώρο της υπογραφής του καταθέτη είναι η υπογραφή του. Κατά την αντεξέτασή του εκείνο που θα πρέπει να σημειωθεί είναι ότι του υποβλήθηκε η θέση ότι δεν ήταν ο ίδιος που κατέβαλε τα ποσά στην τράπεζα αλλά του τα έδιδε η εναγομένη 1 Μαρία Αναστάση που ήταν και η πρωτοφειλέτιδα στο αρχικό χρέος, γεγονός στο οποίο θα αναφερθώ σε κατοπινό στάδιο και στα πλαίσια των δικογραφημένων ισχυρισμών της εναγομένης 2 εταιρείας και το ότι η αγωγή υπ΄ αρ. 520/95 δεν στρεφόταν εναντίον της εναγομένης 2 εταιρείας στην παρούσα αγωγή αλλά εναντίον του ίδιου του ενάγοντα ως εγγυητή και της Μαρίας Αναστάση ως πρωτοφειλέτιδας. Ο Χριστόδουλος Κληρίδης (Μ.Ε.2) ο οποίος είναι υπεύθυνος του Δικαστικού τμήματος στο δικηγορικό γραφείο Χριστόδουλος Γ. Βασιλειάδης & Σία δημιούργησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η ανάμειξή του στην υπόθεση είναι υπό την ιδιότητά του στο δικηγορικό γραφείο Βασιλειάδη και μετά τους ισχυρισμούς της εναγομένης 2 εταιρείας ότι δεν ήταν ο ενάγων που κατέθεσε τα χρήματα για αποπληρωμή του χρέους απέστειλε επιστολή προς την Τράπεζα Κύπρου αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως τεκμήριο 7 ζητώντας τους να επιβεβαιώσουν εάν πράγματι ο ενάγων στην υπό κρίση αγωγή κατέβαλε 44 δόσεις των ΛΚ60 και το ποσό των ΛΚ1700 σαν τελευταία δόση για να απαλλαγεί από την εγγύησή του στην αγωγή υπ΄ αρ. 520/95 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Απάντηση στην επιστολή, τεκ.7, ήταν η επιστολή της Τράπεζας Κύπρου ημερ. 19/9/11 την οποία ο Μ.Ε.2 κατέθεσε ως τεκμήριο
  8. Μοναδικός μάρτυρας για την πλευρά της εναγομένης 2 εταιρείας ήταν ο διευθυντής της Παναγιώτης Γεωργίου. Ο εν λόγω μάρτυρας θεωρώ ότι μοναδικό σκοπό είχε να επιτύχει τη μη επιβάρυνση της εναγομένης 2 με οποιοδήποτε ποσό. Θεωρώ ότι τα όσα ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε αυτό το σκοπό είχαν ενόψει και του γεγονότος ότι η τράπεζα ουδέποτε στράφηκε εναντίον του για το χρέος της εναγομένης 1 της οποίας η εταιρεία του ήταν εγγυήτρια. Ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι επικοινώνησε με τη Μαρία Αναστάση η οποία του είπε ότι το ποσό των €7415,33 το κατέβαλε εκείνη και η οποία όμως δεν κλητεύθηκε ως μάρτυρας. Εν πάση όμως περιπτώσει η θέση αυτή του διευθυντή της εναγομένης εταιρείας θα κριθεί σε συνδυασμό με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων η κάθε πλευρά υποστήριξε τις θέσεις της. Ουσιαστικά η πλευρά της εναγομένης 2 εταιρείας επικεντρώθηκε στην εισήγηση ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί καθ΄ ότι το χρηματικό ποσό που προνοεί η απόφαση ημερ. 14/3/96 στην Αγωγή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου υπ΄ αρ. 520/95 καταβλήθηκε από την Μαρία Αναστάση και όχι από τον ενάγοντα στην υπό κρίση αγωγή με αποτέλεσμα ο τελευταίος να μην δικαιούται με οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της εναγομένης 2 εταιρείας. Ηταν επίσης η εισήγησή της ότι δεν κατατέθηκε η δικαστική απόφαση την οποία εξασφάλισε η Τράπεζα εναντίον του ενάγοντα και δυνάμει αυτής της απόφασης κατέβαλε ποσά. Από την άλλη η πλευρά του ενάγοντα εισηγήθηκε ότι ο ενάγων με βάση την ενώπιον του δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία, απέδειξε πλήρως την αγωγή του με αποτέλεσμα να δικαιούται στις αιτούμενες θεραπείες. ΄Ηταν περαιτέρω η θέση του ενάγοντα ότι η πλευρά της εναγομένης 2 κατά την ακροαματική διαδικασία κινήθηκε σε επίπεδο ισχυρισμών εκτός από τις δικογραφημένες θέσεις του με αποτέλεσμα αυτοί οι ισχυρισμοί να πρέπει να αγνοηθούν. Ερχόμενος τώρα στην εξέταση της υπόθεσης και στο θέμα που εγέρθηκε από πλευράς εναγομένης 2, ότι δεν κατατέθηκε στο δικαστήριο η δικαστική απόφαση ημερ. 14.3.1996 στην αγωγή 520/95 και στην οποία ήταν εναγόμενος και ο ενάγοντας στην παρούσα αγωγή, ο ισχυρισμός αυτός αλλά και η όντως μη κατάθεση της εν λόγω απόφασης δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε επίδραση. Ο ενάγοντας στη γραπτή δήλωσή του, τεκμ.1, αναφέρει ρητώς για την πιο πάνω αγωγή και απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του χωρίς να αντεξεταστεί επί τούτου αλλά και ουδέποτε αμφισβητήθηκε από πλευράς εναγομένης
  9. Αντιθέτως, η υπεράσπιση ενήργησε έχοντας υπόψη ως δεδομένο το εν λόγω γεγονός. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς της υπεράσπισης, οι οποίοι τέθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και το κατά πόσο ήταν δικογραφημένοι, έχω να παρατηρήσω τα ακόλουθα: Ο ενάγοντας στις παρ. 6 και 7 της ΄Εκθεσης Απαίτησής του αναφέρει ότι εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα μηνιαίων δόσεων στην αγωγή 520/95 με αποτέλεσμα να καταβάλει 44 δόσεις ύψους €102,52 έκαστη, με συνολικό ποσό €4,510.71 ως επίσης και το ποσό των €2,904.62 με αποτέλεσμα το χρέος να πληρωθεί και ο ενάγοντας στην παρούσα αγωγή να απαλλαγεί από τις υποχρεώσεις του που προέκυπταν από την εγγύησή του. Η εναγομένη 2 στην Υπεράσπισή της αρνείται τους ισχυρισμούς αυτούς του ενάγοντα, λέγοντας ότι δεν έχουν σχέση με τα όσα ο ενάγοντας αναφέρει και ούτε προκύπτει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της εναγομένης 2 από τα γεγονότα των παραγράφων 1 - 8 της ΄Εκθεσης Απαίτησης. Περαιτέρω στην παρ.3 της Υπεράσπισής της αναφέρει ότι ουδέποτε υπήρξαν συνεγγυητές με τον ενάγοντα σε δάνειο της εναγομένης 1 στον Ο.Χ.Τ.Κ Λτδ. και ότι οποιαδήποτε εγγύηση της εναγομένης 2 για οφειλές της εναγομένης 1 τερματίστηκαν και η εναγόμενη 2 απαλλάχθηκε αλλά και ουδέποτε ο Ο.Χ.Τ.Κ. ήγειρε οποιαδήποτε απαίτηση εναντίον της εναγομένης
  10. Είναι νομολογημένο ότι η δικογραφία συνιστά το θεμέλιο της δίκης και αποτελεί αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. ΄Οπως αναφέρθηκε στην Μελάς ν. Κυριάκου

(2003)1Β Α.Α.Δ. 826, η ΄Εκθεση Υπεράσπισης αποτελεί δικόγραφο στο οποίο προσδιορίζονται οι θέσεις του εναγομένου έναντι των διεκδικήσεων του αντιδίκου του και το δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίζει ζητήματα που δεν αποτελούν μέρος της δικογραφίας. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα Πολ. Εφ. 314/05, ημερ. 18.7.2011 γίνεται αναφορά στο εν λόγω θέμα με παραπομπή στην υπόθεση Πουρίκκος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 507, όπου λέχθησαν τα εξής: «΄Εχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι για τους σκοπούς έκδοσης της απόφασής του το Δικαστήριο εξετάζει και λαμβάνει υπόψη μόνο μαρτυρία ενώπιον του η οποία καλύπτεται από τα δικόγραφα και αγνοεί μαρτυρία που δε συνάδει με αυτά. Τα επίδικα θέματα αναφορικά με τα οποία το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει την ετυμηγορία του καθορίζονται με αναφορά στο περιεχόμενο των δικογράφων και όχι με αναφορά σε μαρτυρία που έχει προσαχθεί αλλά δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα. Δέστε επί του προκειμένου Ομηρος Κούρτης & άλλοι ν. Πάνου Ιασωνίδη
(1970)1 Α.Α.Δ. 180, Τηλέμαχος Γεωργιάδης & άλλοι ν. Οδυσσέα Πατσαλίδη & άλλου (1959-1960) 24 Α.Α.Δ. 275, Χριστάκης Λουκαϊδης ν. C.D. Hay & Sons
(1971)1 A.A.Δ. 134, Nικος Ελληνας ν. Αθανασίας Γιαννή & άλλων
(1958)23 Α.Α.Δ. 22, και Α.D. Ηοtel & Catering Ltd ν. Τάκη Πηλαβά
(1982)1 A.A.Δ. 81.» Θεωρώ ότι η θέση η οποία προέβαλε η εναγόμενη 2 εταιρεία κατά την ακροαματική διαδικασία, ότι δηλαδή τα οποιαδήποτε ποσά προς εξόφληση της αγωγής 520/95 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου καταβλήθηκαν από τη Μαρία Αναστάση και όχι από τον ενάγοντα, είναι θέση η οποία θα έπρεπε να ήταν ξεκάθαρα διατυπωμένη στην Υπεράσπισή της. Είναι ισχυρισμοί οι οποίοι αν ήταν δικογραφημένοι θα υπήρχε και απάντηση από πλευράς ενάγοντα. Εν πάση περιπτώσει όμως, είναι τέτοιας υφής που άπτονται της απαίτησης του ενάγοντα εναντίον της εναγομένης 2 και ο πρώτος θα έπρεπε να είχε γνώση της ύπαρξής τους μέσα από τα δικόγραφα. Ως εκ τούτου κρίνω ότι τα τεθέντα επί του συγκεκριμένου σημείου είναι εκτός των δικογραφημένων ισχυρισμών και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Ακόμα, όμως, και αν το δικαστήριο κατέληγε διαφορετικά και λάμβανε υπόψη τη σχετική μαρτυρία και πάλι δεν θα μπορούσε να κριθεί ως αξιόπιστη. Ο ενάγοντας ανέφερε συγκεκριμένα ότι κατάθεσε το ποσό των €4,510.71 διά 44 ισόποσων μηνιαίων δόσεων και το ποσό των €2,904.62 (Λ.Κ.1,700) σε μία δόση και η Τράπεζα Κύπρου τον απάλλαξε από τις υποχρεώσεις του που απέρρεαν από την αγωγή υπ΄ αρ. 520/
  1. Προς τούτο κατατέθηκε αντίγραφο απόδειξης για την καταβολή του ποσού των Λ.Κ.1,700, τεκμ.6, ως επίσης και η επιστολή της Τράπεζας Κύπρου ημερ. 19.9.11, τεκμ.
  2. Το ότι το τεκμήριο 6 αναγράφει ως καταθέτη τη Μαρία Αναστάση δεν επηρεάζει τη θέση ότι το ποσό καταβλήθηκε από τον ενάγοντα, αφού ο ίδιος αναγνώρισε την υπογραφή του στη θέση «υπογραφή καταθέτη». Ούτε φυσικά και το γεγονός ότι το τεκμήριο 8 είναι μεταγενέστερο της έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας επιδρά αρνητικά στην υπόθεση του ενάγοντα. Στην ίδια την επιστολή, τεκμ.8, αναφέρεται από την Τράπεζα Κύπρου ότι εκ μέρους του ίδιου του ενάγοντα κατατέθηκε το συνολικό ποσό των Λ.Κ.4,
  3. Δεν έχει προσκομιστεί οιαδήποτε μαρτυρία από πλευράς εναγόμενης 2 πέραν των ισχυρισμών του διευθυντή της, η οποία να κλονίζει τις θέσεις του ενάγοντα ως προς αυτά τα ζητήματα. Θα ήθελα όμως να επισημάνω ακόμα ένα γεγονός, το οποίο αναφέρεται και από πλευράς συνηγόρου του ενάγοντα. Η παρούσα αγωγή προωθήθηκε και εναντίον της Μαρίας Αναστάση, η οποία δεν καταχώρισε εμφάνιση με αποτέλεσμα να εκδοθεί δικαστική απόφαση εναντίον της. Θεωρώ ότι αν ήταν η ίδια που κατάβαλε το εξ αποφάσεως χρέος της αγωγής 520/95 τότε το λογικό θα ήταν να εμφανιστεί και να υπερασπιστεί τον εαυτό της στην αγωγή εναντίον της και όχι να αφήσει να εκδοθεί απόφαση εναντίον της σε προγενέστερο στάδιο. Επίσης θα μπορούσε η εναγομένη 2 να κλητεύσει την εν λόγω Μαρία Αναστάση και να καταθέσει ως μάρτυρας υπεράσπισης, πράγμα το οποίο δεν έπραξε. Ως εκ τούτου κάτω από οιεσδήποτε περιστάσεις οι ισχυρισμοί της εναγόμενης 2 ακόμα και αν λαμβάνονταν υπόψη δεν θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτοί από το Δικαστήριο. Ενόψει των πιο πάνω και αφού το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τους δικογραφημένους ισχυρισμούς, τη μαρτυρία ενώπιόν του και τα κατατεθέντα τεκμήρια καταλήγει στα πιο κάτω ευρήματα: Ο ενάγοντας στις 7.10.92 εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της εναγομένης 1 σε συμφωνία ενοικιαγοράς μεταξύ της τελευταίας και του Ο.Χ.Τ.Κ. έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος εκ Λ.Κ.2,714.16 (€4.637,42). Η εναγομένη 1 στην παρούσα αγωγή δεν κατέβαλε τις οφειλόμενες δόσεις της με αποτέλεσμα ο Ο.Χ.Τ.Κ. στις 14.3.96 να εξασφαλίσει απόφαση εναντίον του ενάγοντα για το ποσό των €4,210.27 πλέον τόκους. Κατόπιν τούτου ο ενάγοντας κατέβαλε με 44 ισόποσες δόσεις για το συνολικό ποσό των €4,510.71 και μια δόση για το ποσό των €2,904.62, ήτοι το συνολικό ποσό εξ €7,415.33 και με το οποίο συνολικό ποσό εξόφλησε το χρέος της εναγομένης
  4. Η εναγόμενη 2 υπέγραψε εγγυήτρια για την ως άνω οφειλή της εναγόμενης 1, πλην όμως ο Ο.Χ.Τ.Κ. ουδέποτε κινήθηκε δικαστικά εναντίον της αλλά ούτε και εκδόθηκε δικαστική απόφαση εναντίον της. Ο ενάγοντας στις 25.6.08 στην παρούσα αγωγή εξασφάλισε απόφαση εναντίον της εναγόμενης
  5. Με την απαίτησή του ο ενάγοντας αξιοί απόφαση κατά της εναγόμενης 2 εταιρείας για το ½ μερίδιο που της αναλογεί στο ποσό των €7,415.33 με τόκους, ποσό που ο ίδιος ο ενάγοντας κατέβαλε στους πιστωτές της πρωτοφειλέτιδος προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους στην αγωγή 520/95 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου. Σχετική ανάλυση των διατάξεων που προβλέπονται στον περί Συμβάσεως Νόμο, Κεφ. 149 για το υπό εξέταση θέμα αλλά και σε σχετικά συγγράμματα, έγινε από την Επαρχιακή Δικαστή Φ. Καπετάνιου στην υπόθεση 2069/2006 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, στην απόφαση της ημερ. 11.6.2009 και από την οποία παραθέτω αυτούσια τα κάτωθι αποσπάσματα: Το άρθρο 96 προνοεί ότι : «όταν υπάρχουν συνεγγυητές, απαλλαγή του ενός από τον πιστωτή δεν συνεπάγεται απαλλαγή των υπολοίπων, ούτε ελευθερώνει αυτόν που απαλλάχτηκε από την ευθύνη του έναντι των υπόλοιπων εγγυητών» Σύμφωνα με το άρθρο 98: «Αν το χρέος, για το οποίο δόθηκε η εγγύηση, καταστεί απαιτητό ή ο πρωτοφειλέτης παραλείψει να εκπληρώσει υποχρέωση που καλύπτεται από την εγγύηση, ο εγγυητής, με την καταβολή ή την εκπλήρωση όλων για τα οποία ευθύνεται, υποκαθίσταται σε όλα τα δικαιώματα του πιστωτή έναντι του πρωτοφειλέτη.» Στο άρθρο 103 προνoείται ότι: «Σε κάθε σύμβαση εγγύησης περιέχεται σιωπηρή υπόσχεση του πρωτοφειλέτη για κάλυψη του εγγυητή, και ο εγγυητής δικαιούται να αναζητήσει από τον πρωτοφειλέτη κάθε ποσό καλώς καταβληθέν από αυτόν δυνάμει της εγγύησης, αλλά δεν δύναται να αναζητήσει ποσό κακώς καταβληθέν». Σύμφωνα με το άρθρο 104 : «Όταν δύο ή περισσότερα πρόσωπα είναι συνεγγυητές για το ίδιο χρέος ή υποχρέωση, είτε από κοινού είτε χωριστά, και είτε δυνάμει ίδιας είτε δυνάμει διαφόρων συμβάσεων, και είτε εν γνώσει των υπολοίπων είτε όχι, οι συνεγγυητές, αν δεν υπάρχει συμβατικός όρος για το αντίθετο, ευθύνονται μεταξύ τους, εξίσου για την καταβολή ολόκληρου του οφειλόμενου χρέους ή του μέρους αυτού που δεν καταβλήθηκε ακόμη από τον πρωτοφειλέτη.» Σύμφωνα με το άρθρο 105: «Συνεγγυητές οι οποίοι ευθύνονται για διαφορετικό ποσό, υποχρεούνται να καταβάλουν το οφειλόμενο εξίσου, εντός των ορίων των αντίστοιχων τους υποχρεώσεων.» Στο Ινδικό Δίκαιο των συμβάσεων το οποίο προσομοιάζει με το δίκαιο των συμβάσεων στην Κύπρο υπάρχει πανομοιότυπο άρθρο με το άρθρο 104 του Κεφ.149, το άρθρο
  6. Στην επεξήγηση και ανάλυση του πιο πάνω άρθρου στη σελίδα 648 του συγγράμματος Indian Contract Specific Relief Acts, 9η έκδοση του 1972, Pollock & Mulla, κάτω από τον τίτλο "συνεισφορά από συνεγγυητές" μεταξύ άλλων αναφέρονται τα ακόλουθα: « It must be observed that a "surety has no claim against his co-sureties until he has paid more than his share of the debt to the principal creditor", for only then does it become certain that there is ultimately any case for contribution at all. But a judgment against the surety at the suit of the creditor for the full amount of the guarantee (or an equivalent process, such as the allowance of a claim for the sum in the administration of the surety's estate) will have the same effect as payment for this purpose, and entitle the surety or his representatives to a declaration of the right to contribution; It seems that this is a matter of purely equitable jurisdiction. The like principles apply to contribution among co-trustees.» Στο σύγγραμμα Halsburys Laws of England, 3η έκδοση, στη σελίδα 484 αναφέρεται: « A surety who has paid more than his share of the common liability is entitled to compel contribution from his sureties, whether they are bound jointly and severally or severally, and by the same or different instruments, and whether the surety claiming contribution did or did not know when he became bound as such, that he was co-surety with others. The right to contribution is not founded on contract, but is the result of a general equity arising at the inception of the contract of guarantee on the ground of equality of burden and benefit. In determining whether a relationship is that of principal and surety, giving rise to contribution amongst co-sureties, the mere form of the instrument creating it may be disregarded. » Στο σύγγραμμα Chitty on contract - Specific Contract, 23η έκδοση αναφέρεται στην παράγραφο 1706 : « At common law, the amount of contribution to which a co-surety was entitled depended on the number of sureties originally liable. So that if there were three sureties and one of them paid the whole debt, he could not recover more than a third from a second surety even though the third surety was insolvent. But in equity the amount of contribution depends on the number of solvent sureties at the time when contribution is sought, so that in the above case contribution of half the debt could be ordered, and the equitable rule now prevails. » Στο σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacobs, Precedents of Pleadings, 12η έκδοση στις σελίδες 461 και 462 κάτω από τον τίτλο «δικαίωμα αγωγής από εγγυητή» σε ελεύθερη μετάφραση αναφέρεται ότι: « εγγυητής ο οποίος προέβηκε σε πληρωμές κάτω από σύμβαση εγγύησης έχει κατά κανόνα δικαίωμα να εισπράξει από τον πρωτοφειλέτη το ποσό που έχει πληρώσει. Το ίδιο επίσης ένας εγγυητής, ο οποίος ευθύνεται ως εγγυητής από κοινού (ή από κοινού ή ξεχωριστά) με άλλους, εάν πληρώσει την οφειλή που εγγυήθηκε, έχει δικαίωμα να εισπράξει από τους συνεγγυητές του το μερίδιο τους σε σχέση με την συγκεκριμένη οφειλή και κάθε ένας από τους εγγυητές μπορεί να εισπράξει την συνεισφορά από τους συνεγγυητές σε σχέση με κάθε πληρωμή που έχει κάνει η οποία είναι περισσότερο από το δικό του μερίδιο. (βλ. επίσης και τις σελίδες 466 και 467 του ίδιου συγγράμματος στην παράγραφο 242 «Claim by a surety against co - sureties » και « Right of action») Ενόψει των πιο πάνω, κατάληξη του δικαστηρίου είναι ότι ο ενάγοντας έχει το δικαίωμα δυνάμει των άρθρων 98, 104 και 105 του Κεφ. 149 να εγείρει αγωγή εναντίον της εναγόμενης 2 ως συνεγγυήτριας. Στην υπόθεση Γεωργιάδη ν. Γεωργιάδη
(1988)1 Α Α.Α.Δ. 1883, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε απόφαση του πρωτόδικου δικαστηρίου, το οποίο διέταξε συνεγγυήτρια να καταβάλει συνεισφορά κατά ίσο μερίδιο προς συνεγγυήτρια η οποία είχε προηγουμένως εξοφλήσει το χρέος προς την τράπεζα. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να εξεταστεί και η θέση της εναγόμενης 2 ως αναγράφεται στην υπεράσπισή της, ότι δηλαδή ο Ο.Χ.Τ.Κ. απάλλαξε την εναγόμενη 2 από οποιεσδήποτε υποχρεώσεις της σε σχέση με οφειλές της εναγόμενης 1. Σχετικό προς τον ισχυρισμό αυτό είναι το άρθρο 96 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, ως έχει παρατεθεί ανωτέρω, η πρόνοια του οποίου είναι σαφής. Ακόμα και αν κάποιος συνεγγυητής απαλλαγεί από τον πιστωτή δεν απαλλάσσεται της ευθύνης του έναντι των υπολοίπων συνεγγυητών. Το ίδιο εφαρμόζεται και στην παρούσα περίπτωση. Ακόμα και αν η εναγόμενη 2 απαλλάχθηκε των υποχρεώσεών της από τον Ο.Χ.Τ.Κ. δεν συνεπάγεται και την απαλλαγή της από την ευθύνη της έναντι του συνεγγυητή της που είναι ο ενάγοντας. Με τα πιο πάνω κρίνω ότι ο ενάγοντας έχει αποδείξει την υπόθεσή του εναντίον της εναγόμενης 2 και ως εκ τούτου εκδίδεται απόφαση εναντίον της για το ποσό των €3,707.66 με νόμιμο τόκο από 25.10.06, ημερομηνία αποπληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους. Νοείται ότι η απόφαση αυτή εκδίδεται αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα με την εναγόμενη 1 για την οποία έχει ήδη εκδοθεί απόφαση. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης 2 ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Λ. Μουγής, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.