ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. ΜΑΡΚΟΣ ΚΟΥΖΑΛΗΣ κ.α., Αρ. Αγωγής:940/09., 23 Νοεμβρίου 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2011:A50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:940/
- Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόντων και
- ΜΑΡΚΟΣ ΚΟΥΖΑΛΗΣ
- ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΥΖΑΛΗΣ
- ΑΙΜΙΛΙΑ ΚΟΥΖΑΛΗ
- ΑΝΝΑ ΚΟΥΖΑΛΗ
- ΤΖΙΟΒΑΝΗΣ ΚΟΥΖΑΛΗΣ Εναγομένων __________ Αίτηση ημερ. 27.9.11 για τροποποίηση της Υπεράσπισης και προσθήκη Ανταπαίτησης. Ημερομηνία: 23 Νοεμβρίου 2011 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Αιτητές/Εναγόμενους: κ. Μ. Χριστοδούλου για Ανδρέα Θ. Μαθηκολώνη &Σία Για τους Καθ' ων η Αίτηση/Ενάγοντες: κα Καμάρη για Χάρη Κυριακίδη Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η παρούσα υπόθεση αφορά απαίτηση των Εναγόντων η οποία στηρίζεται σε γραπτή Συμφωνία για παραχώρηση στον Εναγόμενο 1, πρωτοφειλέτη, δανείου με βάση συγκεκριμένους όρους όπως και σε τροποποιητική συμφωνία που συνήφθη μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγομένου
- Οι Εναγόμενοι 2, 3, 4 και 5 ενάγονται υπό την ιδιότητα τους ως εγγυητές οι οποίοι εγγυήθηκαν γραπτώς την πληρωμή όλων των υποχρεώσεων του Εναγομένου 1 αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως μέχρι του ποσού του παραχωρηθέντος δανείου πλέον τόκους και έξοδα. Περαιτέρω προς περαιτέρω και/ή καλύτερη εξασφάλιση όλων των υποχρεώσεων του Εναγομένου 1 προς τους Ενάγοντες ο Εναγόμενος προσέφερε υποθήκες σε ακίνητη περιουσία του. Στην Υπεράσπιση που είχαν καταχωρήσει οι Εναγόμενοι, αφού παραδέχονταν τη σύναψη της Συμφωνίας δανείου μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγομένου 1 ως και την τροποποιητική Συμφωνία αλλά και τη γραπτή εγγύηση των Εναγομένων 2, 3,4 και 5 και την παροχή υποθηκών σε ακίνητη περιουσία του Εναγομένου 1 προς το σκοπό εξασφάλισης των υποχρεώσεων του Εναγομένου 1 προς τους Ενάγοντες, αρνούνταν την αξίωση των Εναγόντων για το ποσό των €304.202,59 που, σύμφωνα με τους Ενάγοντες, ήταν το οφειλόμενο υπόλοιπο μετά που οι Ενάγοντες τερμάτισαν τις επίδικες συμφωνίες λόγω της παράλειψης του Εναγομένου 1 - ως είναι ο ισχυρισμός - να καταβάλλει ληξιπρόθεσμες και απαιτητές δόσεις. Στην παρούσα υπόθεση πριν να υποβληθεί η υπό κρίση Αίτηση τροποποίησης και, αφού μεσολάβησε ο ορισμός της υπόθεσης για ακρόαση, οι συνήγοροι των διαδίκων προέβησαν στην κατάθεση παραδεκτών εγγράφων οι οποίες αφορούσαν τη Συμφωνία Δανείου ημερ. 9.6.06, την τροποποιητική Συμφωνία ημερ. 9.6.08 το εγγυητήριο για περιορισμένο σκοπό ημερ. 9.6.06 και τις Συμβάσεις και Δηλώσεις Υποθήκευσης Ακινήτων όπως, επίσης, και κάποιες επιστολές προς τους Εναγομένους. Από το στάδιο της κατάθεσης παραδεκτών εγγράφων ο συνήγορος των Εναγομένων είχε αναφερθεί ρητά στο ενδεχόμενο να κριθεί αναγκαία από την πλευρά των Εναγομένων η καταχώρηση αίτησης τροποποίησης της Υπεράσπισης. ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Με την υπό κρίση Αίτηση οι Εναγόμενοι/Αιτητές επιδιώκουν την τροποποίηση της Υπεράσπισης τους με τον τρόπο που εξειδικεύουν στις παραγράφους (Α), (Β), (Γ), (Δ), (Ε), (ΣΤ), (Ζ), (Η), (Θ, )(Ι), (Κ), (Λ) και (Μ). Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στη Δ.25, θ.1 και Δ.48, θθ. 1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από την ένορκη δήλωση του Εναγομένου 1 στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα εξής: Ø Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 2.10.09 και όλοι οι Εναγόμενοι στην αγωγή αποφάσισαν να αναθέσουν στο γιο του ενόρκως δηλούντα, Εναγόμενο 5, που είναι δικηγόρος, την υπεράσπιση τους στην αγωγή ένεκα της συγγένειας που υπάρχει μεταξύ τους αφού οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 είναι, επίσης, παιδιά του ενόρκως δηλούντα. Πράγματι ο Εναγόμενος 4 ως δικηγόρος όλων των Εναγομένων, στις 9.12.09 καταχώρησε την Υπεράσπιση όλων των Εναγομένων που φαίνεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Ø Στην πορεία της υπόθεσης δημιουργήθηκαν έντονες διαφωνίες μεταξύ του ενόρκως δηλούντα και των Εναγομένων 2, 3 και 4 με τον Εναγόμενο 5 που ενεργούσε ως δικηγόρος τους που είχαν σχέση με τον τρόπο χειρισμού της υπόθεσης από μέρους του τελευταίου και από την Υπεράσπιση που είχε υποβάλει που κρίθηκε από τους υπόλοιπους Εναγόμενους ως μη ικανοποιητική για να υπερασπίσει αποτελεσματικά τα δικαιώματα και συμφέροντα τους. Τελικά, ο ίδιος ο Εναγόμενος 5 αποδέχθηκε το γεγονός αυτό και συμφώνησε με την ανάγκη διορισμού από όλους τους Εναγόμενους νέου δικηγόρου του κ. Ανδρέα Μαθηκολώνη τον οποίο συμβουλεύτηκαν οι Εναγόμενοι σχετικά με τα επίδικα θέματα στην παρούσα αγωγή. Ø Οι πιο πάνω διαφωνίες των υπολοίπων Εναγομένων με τον Εναγόμενο 5 προέκυψαν περί το τέλος Ιανουαρίου 2011 όταν πριν την ημερομηνία ακρόασης της αγωγής που ήταν 1.2.11 ενημερώθηκαν από τον Εναγόμενο 5 ότι, κατά τη γνώμη του, δεν υπήρχε υπεράσπιση και θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση εναντίον των Εναγομένων. Είναι κατόπιν αυτής της εξέλιξης που αποφάσισαν οι Εναγόμενοι να απευθυνθούν στο νέο τους δικηγόρο για να υπερασπίσουν τα δικαιώματα και τα συμφέροντα τους. Ø Μετά την πιο πάνω εξέλιξη διόρισαν αμέσως ως δικηγόρο τους τον κ. Μαθηκολώνη ο οποίος στις 16.2.11 κατέθεσε την εμφάνιση του για λογαριασμό των Εναγομένων. Ø Ο κ. Μαθηκολώνης μετά που ανέλαβε την υπεράσπιση των Εναγομένων τους ζήτησε να τον εφοδιάσουν με αντίγραφα των επίδικων συμφωνιών και υποθηκών και γενικά όλων των εγγράφων που αφορούσαν το επίδικο δάνειο, πλην όμως, παρά τις μεγάλες προσπάθειες του ενόρκως δηλούντα, δεν έγινε κατορθωτό να εξεύρει αντίγραφα των επιδίκων συμφωνιών πλην των υποθηκών σχετικά με τις οποίες ο κ. Μαθηκολώνης εξασφάλισε αντίγραφα μέσω του Επαρχιακού Κτηματολογίου Αμμοχώστου. Ο λόγος για τον οποίο δεν βρήκαν αντίγραφα των επιδίκων συμφωνιών οφείλεται στο ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν εφοδιάσει τους Εναγόμενους με τέτοια αντίγραφα με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να τα παραδώσουν στο νέο τους δικηγόρο. Ø Τελικά, ο κος Μαθηκολώνης εξασφάλισε αντίγραφα των εν λόγω εγγράφων στις 12.9.11 όταν αυτά κατατέθηκαν ως ΤΕΚΜΗΡΙΑ 1-9 ενώπιον του Δικαστηρίου από τους ίδιους τους Ενάγοντες και με τη σύμφωνη γνώμη του κ. Μαθηκολώνη. Κατόπιν που ο κ. Μαθηκολώνης μελέτησε όλα τα έγγραφα των επίδικων συμφωνιών σε συνδυασμό με τα έγγραφα και τις δηλώσεις των επίδικων υποθηκών, διαπίστωσε ότι όλοι οι Εναγόμενοι είχαν σοβαρή υπεράσπιση στην αγωγή και ότι, κατά συνέπεια, είναι αναγκαίο και επιβεβλημένο να επιτραπεί η τροποποίηση της Υπεράσπισης που καταχώρησε ο προηγούμενος δικηγόρος των Εναγομένων έτσι ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου με συγκεκριμένο και αναλυτικό τρόπο όλα τα επίδικα θέματα και οι υπερασπίσεις των Εναγομένων αλλά και για να προβληθεί και ανταπαίτηση. Ø Η παρούσα αίτηση τροποποίησης αν και υποβάλλεται, ομολογουμένως, με καθυστέρηση, εντούτοις από το περιεχόμενο των υπερασπίσεων που οι Εναγόμενοι επιδιώκουν να προβάλουν φαίνεται ξεκάθαρα ότι υποβάλλεται εντελώς καλόπιστα και όχι με πρόθεση για παρέλκυση της διαδικασίας ή για καθυστέρηση. Σε σχέση με την υπεράσπιση αυτή αφορά την τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας από την Ενάγουσα Τράπεζα, όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες των αιτουμένων τροποποιήσεων, και ιδιαίτερα στην κατάργηση της έννοιας του βασικού επιτοκίου, έννοιας που αποτελούσε ουσιώδη όρο και στοιχείο στην όλη συμφωνία και που επηρέαζε και επηρεάζει σημαντικά τα δικαιώματα και τα συμφέροντα των εγγυητών του ενόρκως δηλούντα αλλά και τα δικά του καθόσον αφορά τις ενυπόθηκες εξασφαλίσεις που παραχώρησε στους Ενάγοντες σε σχέση με το επίδικο δάνειο. Ø Είναι δίκαιο και επιβεβλημένο υπό τις συνθήκες να επιτραπούν σε όλους τους Εναγόμενους οι αιτούμενες τροποποιήσεις διότι διαφορετικά η Υπεράσπιση των Εναγομένων με την Υπεράσπιση που καταχωρήθηκε από τον προηγούμενο δικηγόρο τους θα είναι ουσιαστικά αδύνατη και/ή ανύπαρκτη. Με τις αιτούμενες θεραπείες οι Ενάγοντες δεν θα υποστούν οιανδήποτε ζημιά ούτε και θα προκληθεί αδικαιολόγητη καθυστέρηση και εν πάση περιπτώσει οι Ενάγοντες θα μπορούν να αποζημιωθούν αποτελεσματικά με σχετική διαταγή για τα έξοδα της παρούσας αίτησης αλλά και για τα απορριφθέντα έξοδα. Πέραν τούτου επισημαίνεται ότι η αξία των ενυπόθηκων εξασφαλίσεων που ο ενόρκως δηλών έχει παραχωρήσει στους Ενάγοντες ανέρχεται σε αρκετά εκατομμύρια ευρώ και εξασφαλίζει πλήρως την απαίτηση των Εναγόντων στην παρούσα αγωγή με αποτέλεσμα η παρούσα αίτηση να μην δημιουργεί οποιοδήποτε κίνδυνο για τους Ενάγοντες. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στην υπό κρίση Αίτηση κατεχωρήθη ένσταση η οποία βασίζεται στη Δ.25,Δ.48, θθ1-9 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης εξειδικεύονται οι εξής: § Με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται στην ουσία η εισαγωγή εκτεταμένων πραγματικών ισχυρισμών που θεμελιώνουν νέα βάση υπεράσπισης και/ή ανταπαίτησης και/ή επιδιώκεται ουσιαστικά η διεύρυνση των νομικών και πραγματικών πλαισίων της δίκης με αποτέλεσμα τον ουσιαστικό επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και των εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία. § Με την αιτούμενη τροποποίηση επιχειρείται απόσυρση παραδεκτών γεγονότων και/ή ζητημάτων κατά τρόπο δικονομικά απαράδεκτο και/ή παράτυπο. § Η αιτούμενη τροποποίηση θα έχει ως αποτέλεσμα το δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των Εναγόντων σε ανεπανόρθωτο βαθμό και/ή κατά τρόπο που η επιδίκαση των εξόδων δεν θα συνιστά επαρκή και/ή εύλογη αποζημίωση. § Η αιτούμενη τροποποίηση της Υπεράσπισης ζητείται σε πολύ προχωρημένο στάδιο της δίκης, ήτοι μετά πάροδο 24 σχεδόν μηνών από την καταχώρηση της αγωγής και πέραν των 22 σχεδόν μηνών από την καταχώρηση της Υπεράσπισης και αφού η υπόθεση ορίστηκε επανειλημμένα για οδηγίες και η ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης ήδη ξεκίνησε στις 12.9.11 για να δοθεί νέα δικάσιμος για συνέχιση στις 27.9.
- § Οι Εναγόμενοι δεν ενήργησαν με την αναγκαία ταχύτητα και σπουδή για την καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης αλλά αντίθετα επέδειξαν βραδύτητα, κωλυσιεργία και αδιαφορία. § Δεν δίδεται οποιαδήποτε δικαιολογία για την προβολή νέας γραμμής υπεράσπισης και ανταπαίτησης στο προχωρημένο αυτό στάδιο και/ή ουδεμία εξήγηση δίδεται, και τα φερόμενα ως νέα στοιχεία που κατ' ισχυρισμό επιτείνουν την ανάγκη για τροποποίηση δεν εξειδικεύονται και, ως εκ τούτου, ελλείπει το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης. § Τυχόν αποδοχή της αίτησης θα καταστήσει άνευ αντικειμένου την ήδη ορισθείσα ημερομηνία ακρόασης και θα καθυστερήσει ακόμη περισσότερο την τελική εκδίκαση της υπόθεσης κατά τρόπο που επηρεάζονται ανεπανόρθωτα τα συνταγματικά δικαιώματα των Εναγόντων για εκδίκαση της υπόθεσης εντός ευλόγου χρόνου. § Τυχόν αποδοχή της αίτησης θα καταστήσει άνευ αντικειμένου τα ήδη παραδεκτά γεγονότα και τεκμήρια που κατατέθηκαν εκ συμφώνου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Μιχάλη Στυλιανού, υπαλλήλου των Εναγόντων, στην οποία αναφέρονται, βασικά, τα εξής: o Διαφωνεί με τις αξιούμενες θεραπείες για τους λόγους που αναφέρονται στο σώμα της Ένστασης. o Διαφωνεί με τους ισχυρισμούς του ενόρκως δηλούντα στην Αίτηση και ισχυρίζεται ότι πρόκειται για αβάσιμες θέσεις. Οι Εναγόμενοι είχαν σε γνώση τους όλες τις συμφωνίες που έγιναν μεταξύ τους και των Εναγόντων. o Η αίτηση γίνεται για σκοπούς καθυστέρησης και/ή αλλότριους σκοπούς, κακόπιστα και καταχρηστικά καθώς η εξήγηση που έχει δοθεί δεν είναι ικανοποιητική, ή εν πάση περιπτώσει επιχειρείται να εισαχθούν ισχυρισμοί χωρίς να εξηγείται βάσιμα γιατί δεν μπορούσαν να εγερθούν ενωρίτερα. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προχωρώ να εξετάσω τη νομική πτυχή της Αίτησης η οποία έχει ως κύρια βάση της την Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που αναφέρει τα εξής: «Δ.25 θ.1 The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy, between the parties.» Οι αρχές που διέπουν τα της τροποποίησης δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Θα μπορούσαν, πιστεύω, να συνοψισθούν ως ακολούθως:
(1)Η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου η τροποποίηση δύναται να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.[1]
(2)Τροποποίηση δικογράφου θεωρείται ότι επιφέρει βλάβη στον αντίδικο όταν δεν μπορεί να αποζημιωθεί με χρήματα.[2] Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα.
(3)Επιτρέπεται η τροποποίηση δικογράφου στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήματα.
(4)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην κάθε υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.[3]
(5)Ο παράγοντας χρόνος στην υποβολή αίτησης τροποποίησης είναι σχετικός χωρίς να είναι εκ προοιμίου και απαραίτητα αποφασιστικής σημασίας.[4] ΄Ομως, όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα μεγαλύτερο είναι το βάρος το οποίο πρέπει να αποσεισθεί για να γίνει δεκτή η αίτηση για παροχή θεραπείας. Επιπρόσθετα, κάθε καθυστέρηση πρέπει να αιτιολογείται. Σχετική είναι η υπόθεση Φοινιώτης[5] (πιο πάνω).
(6)Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.[6]
(7)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης δικογράφου. Στο στάδιο αυτό όμως, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντίδικου.[7] Το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποιήσεις της δικογραφίας κατά τη δίκη.
(8)Όσο φιλελεύθερη και αν δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση στο θέμα τροποποίησης δικογράφων το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο.[8] Αναφορικά με τη φύση των ισχυρισμών που μπορούν να εισαχθούν με το τροποποιημένο δικόγραφο σχετική είναι η υπόθεση Alexandrou Rent a Car v. Δήμητρας Α. Νεάρχου
(1992)2 Α.Α.Δ. 111. Στην υπόθεση εκείνη με την προτεινόμενη τροποποίηση ουσιαστικά εδίδοντο περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες των ισχυρισμών που προβάλλονταν στην Έκθεση Απαίτησης. Αν και το Εφετείο αναφέρει στην εν λόγω υπόθεση ότι δεν ενθαρρύνει τις συνεχείς τροποποιήσεις των δικογράφων, δέχθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση η τροποποίηση θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή. Επίσης στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426, λέχθηκε ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη αίτησης για τροποποίηση. Το Δικαστήριο όμως θα απορρίψει την αίτηση αν με την προτεινόμενη τροποποίηση επιφέρεται ριζική μετατροπή της φύσης της αξίωσης. Αναφορικά με το τι αποτελεί νέα βάση αγωγής, παραπέμπω στο πιο κάτω απόσπασμα της Ετήσιας Πρακτικής του 1959 (Annual Practice), στην σελ. 627, το οποίο παρατέθηκε στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Α. Αζά (πιο κάτω): «The Court will not refuse to allow an amendment simply because it introduces a new case (Budding v. Mardoch 1 Ch.D.42, Habbuck v. Helm 56 L.J. Ch. P. 539). But it will do so where the amendment would change the action into one of a substantially different character which would more conveniently be the subject of a fresh action (Raleigh v. Gosley
(1898)1 Ch. 81).» ΕΞΕΤΑΣΗ ΘΕΜΑΤΩΝ ΠΟΥ ΕΓΕΙΡΟΝΤΑΙ Ενόψει των πιο πάνω και των όσων τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με βάση την Αίτηση και την Ένσταση αλλά και τις θέσεις των δύο πλευρών, όπως αναπτύχθηκαν με τις αγορεύσεις τους, προβάλλουν ενώπιον του Δικαστηρίου για απάντηση δύο ουσιαστικά ζητήματα: Πρώτον κατά πόσον οι προτεινόμενες τροποποιήσεις εισάγουν νέα επίδικα θέματα ή οδηγούν στον ουσιαστικό επαναπροσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων με αποτέλεσμα να επηρεάζονται δυσμενώς οι Ενάγοντες. Δεύτερον κατά πόσο δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος τροποποίησης λαμβάνοντας υπόψη το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται το αίτημα και τη σημειωθείσα στην υπόθεση καθυστέρηση. Σε σχέση με το πρώτο επισημαίνω ευθύς εξ αρχής ότι με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις επιχειρείται η εισαγωγή ισχυρισμών που διευρύνουν την Υπεράσπιση των Εναγομένων και αφορούν την εγκυρότητα των εγγυήσεων των Εναγομένων 2-5 και/ή την απαλλαγή τους από αυτές καθώς και την εγκυρότητα των υποθηκών που δόθηκαν ως εξασφαλίσεις. Ως συνακόλουθο δε αυτού, επιχειρείται η προσθήκη Ανταπαίτησης μέσω της οποίας επιζητείται ως θεραπεία η αναγνώριση της ακυρότητας των επιδίκων εγγυήσεων καθώς και των επιδίκων υποθηκών και η ακύρωση τους. Σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε ο συνήγορος των Εναγομένων, με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις οι Εναγόμενοι επιζητούν να προβάλουν ισχυρισμούς νομικής φύσεως που αφορούν την εγκυρότητα των εγγυήσεων και των επιδίκων υποθηκών. Δεν περιέχεται στις εν λόγω προτεινόμενες τροποποιήσεις άρνηση από μέρους των Εναγομένων ότι υπογράφηκαν τα επίδικα έγγραφα αλλά εκείνο το οποίο διαπιστώνεται ότι επιζητείται από τους Εναγόμενους είναι να διευρύνουν την Υπεράσπιση τους εισάγοντας ισχυρισμούς αναφορικά με την εγκυρότητα των εγγυήσεων και των υποθηκών. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω είναι ορθή η τοποθέτηση του συνηγόρου των Εναγομένων και θα συμφωνήσω με αυτή ότι με την επιδιωκόμενη τροποποίηση δεν καθίστανται αντικείμενο άρνησης ισχυρισμοί που έγιναν παραδεκτοί από αυτούς και που αφορούν, βασικά, το γεγονός της υπογραφής των επιδίκων εγγράφων. Με άλλα λόγια και, όπως τέθηκε στην αγόρευση των Εναγομένων, μέσω των αιτουμένων τροποποιήσεων εισάγονται ισχυρισμοί για τη νομική εγκυρότητα συμφωνιών η συνομολόγηση των οποίων δεν αμφισβητείται. Τούτου δοθέντος δεν τίθεται θέμα απόσυρσης ή ανάκλησης παραδεκτών γεγονότων. Επισημαίνεται, επομένως, ότι με τις αιτούμενες τροποποιήσεις δεν αμφισβητείται η ύπαρξη των επιδίκων συμφωνιών τα έγγραφα των οποίων κατατέθηκαν ως παραδεκτά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 12.9.
- Εκείνο που επιχειρείται, όπως διαπιστώνεται από τις προτεινόμενες τροποποιήσεις, είναι η εισαγωγή μιας νέας διευρυμένης βάσης Υπεράσπισης η οποία έχει να κάνει με τη νομική εγκυρότητα και/ή τα νομικά αποτελέσματα των εν λόγω εγγράφων και κυρίως σ' ό,τι αφορά τις νομικές συνέπειες που προκύπτουν στις νομικές υποχρεώσεις που ανέλαβαν οι Εναγόμενοι 2-5 ως εγγυητές αλλά και τις νομικές επιπτώσεις που προκύπτουν στις υποθήκες που ο Εναγόμενος 1 παραχώρησε, από την τροποποιητική συμφωνία που συνομολογήθηκε - και είναι αυτό παραδεκτό μεταξύ των Εναγόντων και του Εναγόμενου 1 - στις 9.6.
- Είναι σημαντικό δε να επισημάνουμε το στάδιο στο οποίο υποβάλλεται τέτοιας φύσεως αίτημα για διεύρυνση της βάσης της Υπεράσπισης και για προσθήκη Ανταπαίτησης. Στην προκείμενη περίπτωση βρισκόμαστε στα αρχικά στάδια της υπόθεσης πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και την προσκόμιση μαρτυρίας. Επί του σημείου αυτού παραπέμπω στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική (Annual Practice) του 1958 στη σελ. 624 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα κάτω από τον τίτλο "Amendment by Either Party of his own Pleading" "Before the Hearing. - Leave is readily granted, on payment of the costs occasioned, unless the opponent will be placed in a worse position that he would have been if the amended pleading had been delivered in the first instance (Steward v.North Metropolitan Tramways Co. 16 Q.B.D 556), or some injury caused to him for which he cannot be compensated by payment of costs (see (n.) "Costs no remedy", infra). Thus, a plaintiff will be allowed to amend by adding a claim for special damage when proof of special damage is essential to the cause of action (Weldon v. Neal, 19 Q.B.D., 394) or to add a new claim which is "so germance to, and so connected with the original cause of action, that it would be a denial of justice" if leave to add it where refused (Att. Gen. v. West Hame Corporation)
(1910), 74 J.P. 196, C.A.). A plaintiff may add a new cause of action, the defendant a new defence. There will be difficulty, however, where there is ground for believing that the application is not made in good faith. Thus, if either party seeks to amend his pleading, by introducing for the first time allegations of fraud, etc., the Court will ask why this new case was not presented originally; and may require to be satisfied as to the truth and substantiality of the proposed amendment (Lawrance v. Norreys, 39 Ch. D. 213; see judgment of Stirling, J., p. 221, and of Bowen, L. J. p. 235)". (οι υπογραμμίσεις είναι του Δικαστηρίου) Στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης καταλήγω, λοιπόν, ότι οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις πηγάζουν από το ίδιο πλέγμα σχέσεων των διαδίκων και επιδιώκεται από τους Εναγόμενους να παρουσιάσουν την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους σφαιρικά επί όλου του πλέγματος των μεταξύ των διαδίκων σχέσεων. Χωρίς αμφιβολία τα επίδικα θέματα διευρύνονται αλλά, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ακροαματική διαδικασία ακόμη δεν άρχισε, κρίνω ότι αυτό δεν πρέπει να επενεργήσει εναντίον των Αιτητών/Εναγομένων. Ως αποτέλεσμα δεν μπορεί να τίθεται θέμα εκτροχιασμού της πορείας της υπόθεσης όταν τροποποιήσεις αυτής της φύσεως επιζητούνται σ' ένα τέτοιο πρώιμο στάδιο. Να τονίσω στο σημείο αυτό ότι, ενώ το Δικαστήριο κατά την εξέταση αιτήματος τροποποίησης βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, κρίσιμος, τελικά, παράγοντας είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Μένει να εξετασθεί το αποδεικτικό βάρος που φέρουν οι Εναγόμενοι/Αιτητές ένεκα του καθυστερημένου σταδίου υποβολής του αιτήματος τους. Ως η αιτιολογία προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι Εναγόμενοι δεν είχαν στην κατοχή τους αντίγραφα των επιδίκων συμφωνιών και υποθηκών και ότι, όταν ανέθεσαν την υπόθεση σε νέο δικηγόρο εις αντικατάσταση του προηγούμενου δικηγόρου τους, ο νέος τους δικηγόρος, αφού εξασφάλισε τα σχετικά έγγραφα, διαπίστωσε ότι είχαν σοβαρή Υπεράσπιση στην υπόθεση που καθιστούσε επιβεβλημένη την τροποποίηση της Υπεράσπισης. Σ' ό,τι αφορά το χρόνο υποβολής μιας αίτησης για τροποποίηση έχει νομολογηθεί ότι ο παράγοντας χρόνος είναι μεν σχετικός αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα καθοριστικής σημασίας. Η δε διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης. Όπως έχει αναγνωρισθεί στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Ν.Σιακόλα
(1999)1 Α.Α.Δ. 44 δεν μπορεί να καταλογίζεται υπέρμετρη καθυστέρηση σε κάποιον ο οποίος είτε δεν είχε νωρίτερα γνώση των κενών ή δεν είχε, προηγουμένως, συνειδητοποιήσει ότι νομικά ή πραγματικά θα ήταν αναγκαίο να προβεί σε διάβημα για τροποποίηση ώστε να παρουσιάσει την υπόθεση του με τον πρέποντα τρόπο. ΄Εστω και αν ακόμα οι παραλείψεις ή ελλείψεις οφείλονταν καθαρά σε αμέλεια ή παραδρομή του ιδίου ή του δικηγόρου του. Με αυτή την έννοια και, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός της αντικατάστασης του προηγούμενου δικηγόρου των Εναγομένων και την καταχώρηση, μετά την αλλαγή δικηγόρου, της υπό κρίση Αίτησης, δεν μπορώ να διαγνώσω την ύπαρξη υπέρμετρης και/ή αναιτιολόγητης καθυστέρησης εκ μέρους των Εναγομένων, ούτε και πρόθεση πρόκλησης καθυστέρησης στη διαδικασία. Έχει δε κατ' επανάληψη τονιστεί ότι η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποίηση στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα[9]. Μια δε καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης[10]. Ο λόγος της καθυστέρησης, επομένως, δεν συνιστά πάντοτε αιτία απόρριψης της αίτησης. Το Δικαστήριο κρίνει και ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια ανάλογα με το υπάρχον υλικό ισοζυγίζοντας τις θέσεις της μιας ή της άλλης πλευράς. Το γεγονός της καθυστέρησης, διευκρινίζω, δεν εξισούται κατ΄ ανάγκη με κακή πίστη. Όμως η καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με το Άρθρο 30
(2)του Συντάγματος που προβλέπει το δικαίωμα διαδίκου να τύχει δίκης σε εύλογο χρόνο. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι ένας διάδικος αποκλείεται από του να εγείρει αίτημα τροποποίησης αν αυτό θεωρείται δικαιολογημένο διότι η γενικότερη αρχή είναι ότι το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει πάνω σε όλα τα επίδικα θέματα που νομότυπα εγείρονται ενώπιον του πριν την έκδοση της τελικής απόφασης. Ακόμη, διαπιστώνω ότι η ακροαματική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση δεν έχει καν ξεκινήσει και, άρα, βρισκόμαστε στα αρχικά στάδια και δεν βλέπω να δημιουργείται με την τροποποίηση οποιοδήποτε ανυπέρβλητο εμπόδιο ή ανεπανόρθωτη ζημιά στα συμφέροντα των Εναγομένων που να μην μπορεί να αντικατασταθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Δυσμενής επηρεασμός, αν δεν καταδειχθεί με στοιχεία, δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ασφαλές συμπέρασμα ύπαρξής του. Συγκεκριμένα, εφόσον η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει αρχίσει και η μόνη συνέπεια που υφίστανται σε αυτό το στάδιο οι Ενάγοντες, σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, είναι η μερική καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, αυτό είναι ένα αποτέλεσμα που μπορεί να αντιμετωπιστεί με κατάλληλες οδηγίες του Δικαστηρίου και είναι, επίσης, μια ζημιά που μπορεί να ικανοποιηθεί με καταβολή εξόδων. Από την άλλη, η έγκριση του αιτήματος τροποποίησης της Υπεράσπισης θα έχει ως αποτέλεσμα να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου την πλήρη εικόνα των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Υπό το φως όλων των ανωτέρω και συνεκτιμώντας όλα τα γεγονότα της υπόθεσης βρίσκω ότι έχουν τεθεί οι προϋποθέσεις ούτως ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία υπέρ των Εναγομένων/Αιτητών. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η Αίτηση, ήτοι ως οι παραγράφοι (Α), (Β), (Γ), (Δ), (Ε), (ΣΤ), (Ζ), (Η), (Θ), (Ι), (Κ), (Λ) και (Μ) αυτής. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωρηθούν σε 15 μέρες από της σύνταξης του παρόντος διατάγματος και Απάντηση και Υπεράσπιση στην Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση σε 15 ημέρες μετά την επίδοση της Τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Στη συνέχεια να ακολουθηθούν οι Θεσμοί. Δύο λόγια για τα έξοδα. Ο γενικός κανόνας είναι ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα εκτός αν υπάρχει άλλος λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής. Ωστόσο, ειδικά για αιτήσεις για τροποποίηση των εγγράφων προτάσεων, δεν φαίνεται να ισχύει ο κανόνας αυτός, αλλά αντίθετα ο κανόνας είναι ότι ο διάδικος που ζητά την τροποποίηση επωμίζεται τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και τα έξοδα που δημιουργούνται λόγω της τροποποίησης (costs thrown away). Τούτο προκύπτει από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και μέσα από την ανάγνωση της Δ.25 θ.θ.1 και 5 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Στην Αγγλία, να σημειώσω, υπάρχει ειδική πρόνοια ότι τα έξοδα τα επωμίζεται ο διάδικος που ζητά τροποποίηση. Στην παρούσα υπόθεση, εν όψει του αποτελέσματος της παρούσας Αίτησης και της έγκρισης της, και, έχοντας υπόψη τα πιο πάνω αναφορικά με τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση της κατάλληλης διαταγής για τα έξοδα, τα έξοδα της παρούσας Αίτησης καθώς, επίσης, και όσα έξοδα δημιουργηθούν ως αποτέλεσμα της τροποποίησης (costs thrown away) επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ων η Αίτηση/Εναγόντων και εναντίον των Αιτητών/Εναγομένων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και καταβληθούν μετά το πέρας της αγωγής. (Υπ.) Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Α.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /εκ [1] Σχετική είναι η αναφορά από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Σ. Νικήτα στη Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ 704, στη σελ. 707:- «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιστάσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμα εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» [2] Δέστε Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα
(1999)1(Α) Α.Α.Δ. 44. [3] Δέστε Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) AAΔ 33. [4] Δέστε Astor Manu-facturing & Exporting Co κ.α. v. A&G Leventis &Company (Nigeria) Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726. [5] «.... Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρηση στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.» Δέστε επίσης την υπόθεση Fereos Ltd v. Martin Bros Tobacco Co Inc
(1997)1 Α.Α.Δ. 378. [6] Δέστε SABA & Co. (T.M.B) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426. [7] Δέστε Φοινιώτης (πιο πάνω) και Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσημος Παραλήπτης
(1995)1 Α.Α.Δ.607. [8] Δέστε Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560. [9] Δέστε την αγγλική υπόθεση Associated Leisure Ltd v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All E.R. 754 στην οποία αναφέρονται τα εξής:- «I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it becomes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done therby can be compensated in money. That principles applies here." [10] Δέστε Saba & Co (T.M.P) v. T.M.P Agents
(1994)1 A.A.Δ 426 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο