Αναφορικά με την Εταιρεία KM (FAMAGUSTA) DEVELOPERS AND CONSTRUCTIONS LTD, Αρ. Αίτησης: 11/2011, 9/12/11 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2011:A54 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου - Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης: 11/2011 Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ.113, άρθρα 203, 209, 211(ε),(στ), 212(α),(β),(γ), 213, 214 και
- Αναφορικά με την Εταιρεία K&M (FAMAGUSTA) DEVELOPERS AND CONSTRUCTIONS LTD. Hμερομηνία: 9/12/11 Eμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κος. Σ.Ν. Ανδρέου Για την Καθ'ης η Αίτηση Εταιρεία: κος. Τ. Α. Κουμής ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση αίτηση, η αιτήτρια επιδιώκει την έκδοση διατάγματος διάλυσης της καθ'ης η αίτηση εταιρείας Κ&M (FAMAGUSTA) DEVELOPERS AND CONSTRUCTIONS LTD. Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 203, 209, 211(ε) 212 (α), (β), (γ) 213, 214 και 333 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της αιτήτριας Μαρίας Ξιναρή. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της αίτησης η Καθ΄ης η αίτηση εταιρεία συστάθηκε στις 5/9/02 και φέρει αριθμό εγγραφής ΗΕ
- Το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, σύμφωνα με το αρχείο του Εφόρου Εταιρειών βρίσκεται στο Παραλίμνι της Επαρχίας Αμμοχώστου στην οδό Κάππαρη 107, Γραφείο
- Το ονομαστικό της κεφάλαιο είναι €17.100 διηρημένο σε 10000 μετοχές αξίας €1.71 η κάθε μία. Σκοποί της εταιρείας είναι μεταξύ άλλων η διεξαγωγή πάσης φύσεως κτηματικών επιχειρήσεων, η ανάπτυξη ακίνητης περιουσίας καθώς και η ανέγερση, ανοικοδόμηση και εμπορία ακινήτων. Η αιτήτρια Μαρία Ξιναρή στις 6/12/10, εξασφάλισε Δικαστική απόφαση εναντίον της καθ'ης η αίτηση εταιρείας, σύμφωνα με την οποία οφείλει σε αυτή €30.750,00 πλέον το ποσό των €203,40 πλέον το ποσό των €1.248,52 πλέον το ποσό των €15.920,40 πλέον τόκο 5,5% το χρόνο από 6/10/10 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον το ποσό των €761,00 έξοδα της αγωγής με τόκο 5,5% το χρόνο από 6/10/10 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον €23,00 έξοδα επίδοσης, πλέον 15% ΦΠΑ. Η αιτήτρια επέδωσε στις 14/2/11 προς την καθ'ης η αίτηση ειδοποίηση δυνάμει των άρθρων 211 και 212 με την οποία απαίτησε πληρωμή του εξ' αποφάσεως χρέους της εντός τριών εβδομάδων από της επίδοσης. Η καθ΄ης η αίτηση παρέλειψε να ανταποκριθεί στην αναφερόμενη απαίτηση. Η αίτηση προσέκρουσε στην ειδοποίηση ένστασης της καθ' ης η αίτηση εταιρείας ημερομηνίας 9/6/11, όπου προβάλλονται 13 λόγοι ένστασης οι οποίοι συνοψίζονται ως εξής:
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν επιβεβαιώνει την αίτηση διότι φέρει ημερομηνία προγενέστερη της αίτησης.
- Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που προβλέπει ο νόμος και οι κανονισμοί για τη διάλυση της καθ' ης η αίτηση εταιρείας
- Η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση και δεν εξειδικεύει σε ποια από τις επί μέρους πρόνοιες του 212 βασίζεται
- Η αιτήτρια δεν επέδωσε νομότυπα την απαίτηση πληρωμής προς την καθ' ης η αίτηση εταιρεία
- Η καθ' ης η αίτηση εταιρεία δεν είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της και δεν στερείται κινητής περιουσίας, εργάζεται και έχει εισοδήματα.
- Η αίτηση είναι καταχρηστική, κακόπιστη και καταπιεστική και αποσκοπεί αποκλειστικά και μόνο στη καταπίεση της να πληρώσει στην αιτήτρια το εξ' αποφάσεως χρέος.
- Η αίτηση είναι αστήριχτη ουσιαστικά και νομικά. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ειδοποίηση ένστασης, o διευθυντής της καθ'ης η αίτηση εταιρείας, Κύπρος Κυπριανού, επαναλαμβάνει τους λόγους που περιλαμβάνονται στην ειδοποίηση της ένστασης και ζητά απόρριψη της αίτησης. Κατά την ακροαματική διαδικασία της αίτησης κατέθεσαν ενόρκως εκ μέρους της αιτήτριας η ίδια και δύο άλλοι μάρτυρες, η Αλίκη Κετώνη λειτουργός του Εφόρου Εταιρειών και ο δικαστικός επιδότης Παναγιώτης Παναγιώτου. Η αιτήτρια (Μ.Αιτ.1) ως μέρος της κυρίως εξέτασης της κατέθεσε γραπτή δήλωση (τεκμήριο Α). Στη γραπτή δήλωση της η μάρτυρας επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης που την συνοδεύει. Αναφέρθηκε επίσης στην έκδοση της πιο πάνω αναφερόμενης απόφασης εναντίον της καθ' ης η αίτηση εταιρείας καθώς και στην απαίτηση πληρωμής που επέδωσε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας στις 14/2/
- Περαιτέρω η ΜΑιτ1 ανέφερε ότι κατ' εφαρμογή των οδηγιών του Δικαστηρίου, ειδοποίηση της παρούσας αίτησης, δημοσιεύθηκε στην επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας και στην καθημερινή εφημερίδα Φιλελεύθερος. Τέλος ανέφερε ότι μέχρι σήμερα η καθ' ης η αίτηση εταιρεία παρέλειψε να προβεί στην ικανοποίηση της απόφασης ημερομηνίας 6/12/10 και/ή στην εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους της. Η ΜΑιτ1 κατέθεσε τα ακόλουθα τεκμήρια: · Τεκμήριο 1 - την Δικαστική απόφαση ημερομηνίας 6/12/
- · Τεκμήριο 2 - Αντίγραφο της ένορκης δήλωσης επίδοσης της επιστολής απαίτησης πληρωμής και την επιστολή ημερομηνίας 23/12/10 (το πρωτότυπο της ένορκης δήλωσης επίδοσης βρίσκεται στο φάκελλο του Δικαστηρίου). · Τεκμήριο 3 - την εφημερίδα Φιλελεύθερος ημερομηνίας 17/5/
- · Τεκμήριο 4 - Την επίσημη εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερομηνίας 20/5/
- Αντεξεταζόμενη η ΜΑιτ1, απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας βρίσκεται στην οδό Κάππαρη στο Παραλίμνι και ότι η ίδια δεν είναι σε θέση να γνωρίζει κατά πόσο σήμερα η καθ'ής η αίτηση εταιρεία δραστηριοποιείται και εάν έχει περιουσία. Την αίτηση υπέγραψε με δικές της οδηγίες ο δικηγόρος της και η γραπτή απαίτηση πληρωμής υπογράφεται από την ίδια. Τέλος ανέφερε ότι η καθ'ης η αίτηση εταιρεία παρέλειψε να ανταποκριθεί στην επιστολή της με οποιονδήποτε τρόπο. Η Αλίκη Κετώνη (ΜΑιτ2) λειτουργός στο Γραφείο Εφόρου Εταιρειών ανέφερε ότι με βάση τα καταχωρημένα στοιχεία στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών, η καθ'ης η αίτηση εταιρεία έχει συσταθεί στις 5/9/2002 με διευθυντή την Μαρία Αντωνίου, γραμματέα τον Φαίδων Βαλιαντή και μετόχους την Μαρία Αντωνίου και Χρυστάλλα Κυπριανού. Το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας ήταν και παραμένει μέχρι σήμερα η οδός Κάππαρη 107, γραφείο 21 στο Παραλίμνι. Κατέθεσε πιστοποιητικό εγγραφής της καθ'ής η αίτηση εταιρείας ως τεκμήριο 5 και πιστοποιητικό του εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας ως τεκμήριο
- Η μάρτυρας ανέφερε ότι στις 22/1/2010 έγινε αλλαγή του διευθυντή με νέο διευθυντή τον Κύπρο Κυπριανού, ο οποίος παραμένει μέχρι σήμερα. Προς τούτο κατέθεσε πιστοποιητικό διευθυντών και γραμματέως της εταιρείας ως τεκμήριο
- Αφού αναγνώρισε τα τεκμήρια Α1 και Α2 (προς αναγνώριση), λέγοντας πως αυτά αποτελούν πιστοποιητικά έρευνας αναφορικά με τα στοιχεία της καθ'ης η αίτηση εταιρείας σύμφωνα με το μηχανογραφημένο σύστημα που τηρείται από το γραφείο του Εφόρου Εταιρειών, τα κατέθεσε στο Δικαστήριο ως τεκμήρια 8 και
- Απαντώντας σε σχετική ερώτηση αναφορικά με το γεγονός ότι στο τεκμήριο 6, δηλαδή το πιστοποιητικό εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας αναφέρεται στη διεύθυνση ο αριθμός γραφείου 21 ενώ στο τεκμήριο 8 στη δεύτερη σελίδα αναφέρεται ο αριθμός γραφείου 21Γ, η μάρτυρας διευκρίνισε, ότι, στο τεκμήριο 6 αναφέρεται η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας ενώ στη σελίδα 2 του τεκμηρίου 8 αναφέρεται η διεύθυνση του διευθυντή της. Μαρτυρία δόθηκε και από τον δικαστικό επιδότη Παναγιώτη Παναγιώτου (ΜΑιτ3). Ανέφερε ότι του είχε ανατεθεί να επιδώσει στην καθ'ής η αίτηση εταιρεία στην οδό Κάππαρης 107, στο Παραλίμνι την επιστολή ημερομηνίας 23/12/
- Τη συγκεκριμένη επιστολή την επέδωσε στον διευθυντή της εταιρείας Κύπρο Κυπριανού στην πιο πάνω διεύθυνση όπου βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Τη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας την πληροφορήθηκε από το δικηγόρο της αιτήτριας. Του υποδείχθηκε και αναγνώρισε το πρωτότυπο της ένορκης δήλωσης του αναφορικά με την επίδοση καθώς και το αντίγραφο της επιστολής που επέδωσε τα οποία βρίσκονται στο φάκελλο του Δικαστηρίου ως τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Αντεξεταζόμενος ο ΜΑιτ.3 απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις, ανέφερε ότι τον Κύπρο Κυπριανού τον βρήκε στο γραφείο του στην οδό Κάππαρη 107 στο Παραλίμνι όπου και του επέδωσε την επιστολή ηεμρομηνίας 23/12/
- Ερωτηθείς σχετικά, ανέφερε ότι δυνάμει του νόμου διατηρεί βιβλίο στο οποίο καταχωρεί όλες τις επιδόσεις που διενεργεί. Όταν ρωτήθηκε από το δικηγόρο της καθ'ης η αίτηση γιατί στην ένορκη δήλωση της επίδοσης (η οποία σημειωτέον είναι τυποποιημένο έντυπο που χρησιμοποιείται από τους επιδότες) δεν διέγραψε τη φράση «δεν βρήκα στο σπίτι ή στη συνηθισμένο τόπο εργασίας του» ο μάρτυρας ανέφερε ότι τούτο έγινε από λάθος ή εκ παραδρομής, εξήγησε όμως, ότι, αναφέρει ρητά στην ένορκη του δήλωση ότι η επίδοση έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας στην οδό Κάππαρη 107 και συγκεκριμένα στον διευθυντή Κύπρο Κυπριανού. Ανέφερε επίσης, ότι, εκτός από την ενημέρωση που είχε από το δικηγόρο της αιτήτριας, ότι εκεί βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, στο μέρος όπου διενήργησε την επίδοση της επιστολής υπήρχαν πινακίδες στις οποίες αναγραφόταν το όνομα της εταιρείας. Η καθ' ης η αίτηση εταιρεία δεν προσκόμισε οποιανδήποτε προφορική μαρτυρία. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι των δύο πλευρών με γραπτές αγορεύσεις υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Κατά την ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία και παρακολούθησε με προσοχή όλους τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν ενώπιον του. Με γνώμονα και κριτήρια την όλη στάση και συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, καθώς επίσης και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο των τεκμηρίων της υπόθεσης το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση τους. Η ΜΑιτ 1 μου άφησε πολύ καλή εντύπωση σαν μάρτυρας και αποδέχομαι τη μαρτυρία της. Υπήρξε ειλικρινής και αληθινή και η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Αποδέχομαι επίσης στην ολότητα της τη μαρτυρία της ΜΑιτ2 η οποία κλήθηκε για να καταθέσει για τα στοιχεία της καθ'ης η αίτηση εταιρείας όπως αυτά τηρούνται στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών. Έδωσε εξηγήσεις σε όλα τα θέματα που αφορούσαν τη μαρτυρία της η οποία ουσιαστικά παρέμεινε αναντίλεκτη. Ο ΜΑιτ3 επίσης μου άφησε καλή εντύπωση σαν μάρτυρας. Αυτός κλήθηκε για να καταθέσει για το γεγονός της επίδοσης της γραπτής απαίτησης πληρωμής προς την καθ'ης η αίτηση εταιρεία. Υπήρξε σταθερός κατά τη μαρτυρία του δίνοντας όλες τις απαιτούμενες εξηγήσεις αναφορικά με την επίδοση που διενήργησε. Η θέση του ότι η επίδοση έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας συνάδει και με την υπόλοιπη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και κυρίως με στοιχεία που έθεσε κατά την ένορκη κατάθεση της η ΜΑιτ
- Η αξιοπιστία του δεν κατέστη δυνατό να κλονιστεί κατά την αντεξέταση, ως εκ τούτου κρίνεται αξιόπιστος και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Σημειώνεται περαιτέρω ότι το εξ' αποφάσεως χρέος δεν αμφισβητήθηκε με την ένσταση της καθ'ης η αίτηση εταιρείας αλλά ούτε και υποβλήθηκε τέτοια αμφισβήτηση κατά την αντεξέταση της αιτήτριας. Αντίθετα ο Κύπρος Κυπριανού, διευθυντής της εταιρείας, στην ένορκη του δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, αναφέρεται στο χρέος, λέγοντας ότι, η αίτηση καταχωρήθηκε με μόνο σκοπό την είσπραξη του. Αναφορικά με τον ισχυρισμό που προέβαλε ο συνήγορος της καθ'ης η αίτηση, ότι, στην γραπτή απαίτηση πληρωμής ημερομηνίας 23.12.10 δεν αναφέρεται ο αριθμός της υπόθεσης στην οποία εκδόθηκε η απόφαση, θα πρέπει να σημειωθεί, ότι, στην επιστολή ημερομηνίας 23.12.10 επισυνάπτεται αντίγραφο της εν λόγω δικαστικής απόφασης. Σε ότι αφορά τη θέση του συνηγόρου της καθ'ης η αίτηση ότι η ένορκη δήλωση επίδοσης της γραπτής απαίτησης πληρωμής δεν έχει τεθεί ως μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου σημειώνονται τα ακόλουθα: Αντίγραφο της ένορκης δήλωσης της επίδοσης μαζί με την γραπτή απαίτηση κατατέθηκαν από την αιτήτρια κατά την ένορκη κατάθεση της ως τεκμήριο 2 χωρίς ένσταση από την άλλη πλευρά. Κατά την ένορκη προφορική μαρτυρία του ΜΑιτ3 του υποδείχθηκε από το φάκελλο του Δικαστηρίου το πρωτότυπο έγγραφο της ένορκης δήλωσης του και αφού το αναγνώρισε ανέφερε ρητά στο Δικαστήριο ότι πρόκειται για την ένορκη δήλωση που υπέγραψε σε σχέση με την επίδοση της επισυνημμένης επιστολής ημερομηνίας 23/12/
- Επιπρόσθετα κατά την αντεξέταση του ΜΑιτ3 υποβλήθηκαν σε αυτόν σχετικές ερωτήσεις επί του περιεχομένου του εν λόγω τεκμηρίου. Κρίνεται συνεπώς ότι η ένορκη δήλωση του ΜΑιτ3 σε σχέση με την επίδοση της γραπτής απαίτησης της αιτήτριας έχει συνδεθεί απόλυτα με την υπόλοιπη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεδομένων των πιο πάνω υπάρχει μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι στις 6/12/10 εκδόθηκε εναντίον της καθ' ής η αίτηση εταιρείας η πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση (τεκμήριο 1) και ότι στις 14/2/11 επιδόθηκε στον Κύπρο Κυπριανού, διευθυντή της καθ' ης η αίτηση εταιρείας, στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, γραπτή απαίτηση πληρωμής των ποσών της απόφασης εντός της περιόδου τριών εβδομάδων. Περαιτέρω προκύπτει από την μαρτυρία ότι η καθ'ης η αίτηση ουδέν ποσό επλήρωσε έναντι της απόφασης, εντός της περιόδου των τριών εβδομάδων και ούτε υπήρξε οποιαδήποτε προσπάθεια για εξασφάλιση ή διευθέτηση του εν λόγω ποσού. Με βάση τα πιο πάνω καθώς και την υπόλοιπη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου θα προχωρήσω να εξετάσω, σε συνάρτηση με τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης, κατά πόσο η υπό εξέταση αίτηση πληροί τις απαιτούμενες από το Κεφ.113 προϋποθέσεις. Κρίνω σκόπιμο να εξετάσω, ως πρώτο θέμα, τη θέση του συνήγορου της καθ΄ης η αίτηση εταιρείας, σύμφωνα με την οποία, η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί ως εξ υπαρχής άκυρη για το λόγο ότι η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει υπογράφτηκε προγενέστερα της καταχώρησης της αίτησης. Ήταν η θέση του κ. Κουμή ότι με βάση το σκεπτικό της υπόθεσης αναφορικά με την Stavros Hotel Apartments Ltd
(2)
(1994)2 Α.Α.Δ. 863 η ένορκη δήλωση θα πρέπει να αγνοηθεί και η καταχώριση της αίτησης να θεωρηθεί ως άκυρη από την αρχή. Στην υπόθεση Stavros Hotel στη σελ.839 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Στους Halsbury´s Laws of England 4η έκδοση, Τόμος 24, παράγραφος 1059 (βλ. επίσης Annual Practice
(1958)Τόμος 1, σελ.922) αναφέρεται νομολογία σύμφωνα με την οποία, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει παρεμπίπτον διάταγμα παρά το ότι ο όρκος δόθηκε πριν από την έκδοση του κλητηρίου, με την προσθήκη όμως πως το Δικαστήριο, σε τέτοια περίπτωση, απαιτεί ανάληψη υποχρέωσης για επανόρκιση και κατάθεση νέας ένορκης δήλωσης. Και εφόσον αναγνωριζόταν τέτοια δυνατότητα εδώ, δεν υπήρχε το υπόβαθρο, δεν ασκήθηκε διακριτική εξουσία από το πρωτόδικο Δικαστήριο, και δεν διασφαλίστηκε η εν καιρώ ένταξη της απαραίτητης μαρτυρίας στο πλαίσιο της αγωγή.» Το πιο πάνω σκεπτικό υιοθετήθηκε και στην υπόθεση αναφορικά με την ΒΑΒΕΛ ΜΠΟΥΤΙΚ ΛΙΜΙΤΕΔ
(1995)1 Α.Α.Δ. 947 όπου καταγράφονται τα ακόλουθα: «Στην υπόθεση Stavros Hotel Apartments Ltd. και Άλλοι (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ.836, που επικαλέστηκε ο κ. Ν. Γεωργιάδης, κρίθηκε ουσιαστικά ότι μαρτυρία, υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που προηγείται χρονικά της καταχώρησης της αγωγής δεν μπορεί να αποτελέσει το πραγματικό υπόβαθρο για τη χορήγηση θεραπείας. Απλούστατα γιατί το περιεχόμενο της συναρτάται με ανύπαρκτη αγωγή. Στην ίδια όμως απόφαση τονίστηκε πως είναι δυνατή η λήψη υπόψη τέτοιας μαρτυρίας εφόσον ακολουθήσει ο απαραίτητος συσχετισμός της με την αγωγή και η ενσωμάτωση του περιεχομένου στα δεδομένα της. ................................................................................ Έτσι η παρούσα περίπτωση διαφοροποιείται. Με νέα ένορκη δήλωση του ημερ.30/10/95 (δηλαδή μετά την άσκηση της αγωγής) ο ίδιος ο μάρτυς υιοθέτησε και επανέλαβε το περιεχόμενο της δήλωσης του ημερ. 21/9/
- Πέραν τούτου υπάρχει και άλλο αποδεικτικό υλικό: ένορκη δήλωση ......» Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης είναι διαφορετικά από αυτά της υπόθεσης Stavros Hotel (πιο πάνω) και προσομοιάζουν περισσότερο με αυτά της υπόθεσης ΒΑΒΕΛ (πιο πάνω). Είναι εμφανές από τα έγγραφα που βρίσκονται στο φάκελλο της υπόθεσης ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση φέρει ημερομηνία προγενέστερη και συγκεκριμένα είχε υπογραφτεί στις 22/3/11 ενώ η αίτηση καταχωρίστηκε στις 23/3/
- Όμως στη περίπτωση που εξετάζομε έχει προσκομιστεί προφορική ένορκη μαρτυρία από την Αιτήτρια, η οποία επιβεβαίωσε και επανέλαβε τόσο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της ημερομηνίας 22/3/11 όσο και της αίτησης. Κρίνεται συνεπώς ότι στα πλαίσια της Αίτησης έχει ενταχθεί η απαραίτητη μαρτυρία προς απόδειξη των θέσεων που καταγράφονται στο σώμα της αίτησης, ούτως ώστε, το Δικαστήριο να μπορεί να προχωρήσει και να εξετάσει αυτή επί της ουσίας. Ως εκ τούτου η θέση της καθ'ης η αίτηση εταιρείας ότι η αίτηση είναι άκυρη εξ' υπαρχής απορρίπτεται. Ως δεύτερο θέμα θα εξετάσω τη θέση του δικηγόρου της καθ'ής η αίτηση, σύμφωνα με την οποία, η αίτηση είναι αντικανονική γιατί υπογράφεται από τον δικηγόρο της αιτήτριας εταιρείας, ο οποίος, δεν είναι εξουσιοδοτημένος να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση όπως προνοείται στους περί Πτωχεύσεως Κανονισμούς. Ήταν εισήγηση του κ. Κουμή ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 92 των Περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμών σε αιτήσεις για διάλυση εταιρείας έχουν επιτακτική εφαρμογή οι πτωχευτικοί κανονισμοί όπου ο Κ.46 προνοεί ότι η αίτηση υπογράφεται ενώπιον του Πρωτοκολλητή από τον Πιστωτή. Το άρθρο 92 των περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμών προνοεί πως όταν δεν υπάρχει οποιαδήποτε πρόνοια στους εν λόγω Κανονισμούς, τότε, σε περιπτώσεις αιτήσεων διάλυσης, ισχύουν οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας συμπεριλαμβανομένων και των Πτωχευτικών Κανονισμών. Η πιο πάνω θέση του συνήγορου της καθ' ης η αίτηση εταιρείας δεν με βρίσκει σύμφωνη. Το θέμα αποτέλεσε αντικείμενο της απόφασης στην υπόθεση K.M.C Motors Limited v. Jorephano Trading and Contracting Company
(1984)1 C.L.R 390 όπου αποφασίστηκε ότι σε αιτήσεις διάλυσης εταιρείας εφαρμογή έχουν οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και ελέχθηκε ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο στην προκειμένη περίπτωση λανθασμένα εφάρμοσε τους Πτωχευτικούς Κανονισμούς αντί τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας (βλ. επίσης Karaoglanian & Son Ltd v. Hagop Karaoglanian & Another
(1976)J.S.C 1875). Παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Κ.Μ.C. Motors πιο πάνω: "We find nothing in rule 92 of the Companies Winding-up Rules tending to establish that the Bankruptcy Rules should be preferred to the Civil Procedure Rules. If such was the intention we see no reason why any reference to the Civil Procedure Rules should have been made first in rule; 92 instead of reference to the Bankruptcy Rules with a proviso that the Civil Procedure Rules would come into play if there was no provision in the Bankruptcy Rules". Η Δ2 Θ3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι διέπουν τη διαδικασία των Winding up Proceedings διαλαμβάνει ότι «The writ shall be signed by the Plaintiff or his advocate at the foot of such statement». Δηλαδή το Δικόγραφο, και στη παρούσα περίπτωση η Αίτηση, μπορεί να υπογράφεται είτε από το Δικηγόρο είτε από τον Ενάγοντα-Αιτητή. Στη βάση της πιο πάνω κατάληξης, απορρίπτεται και η πιο πάνω θέση της καθ'ης η αίτηση εταιρείας. Άλλο ένα θέμα που ηγέρθηκε από τον συνήγορο της εταιρείας, είναι η ύπαρξη παρατυπίας της αίτησης επειδή δεν στηρίζεται στους περί Εταιρειών Κανονισμούς και στους περί Εταιρειών (Διάλυση) Κανονισμούς 1933-1938 οι οποίοι όπως υποστήριξε καθορίζουν την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδώσει το αιτούμενο Διάταγμα. Προς υποστήριξη της θέσης αυτής αναφέρθηκε στη Δ.48 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στην οποία προνοείται ότι κάθε αίτηση στο Δικαστήριο πρέπει να αναφέρει τα άρθρα και τους θεσμούς στους οποίους στηρίζεται η αιτούμενη θεραπεία. Θα πρέπει να διέλαθε της προσοχής του ευπαίδευτου σηνήγορου ότι η Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αναφέρεται σε ενδιάμεσες αιτήσεις. Στην υπόθεση Ανδρέας Τρύφωνος v. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ
(1993)1 Α.Α.Δ. 706, που αφορούσε βέβαια αίτηση Πτώχευσης αλλά πιστεύω τυγχάνει απόλυτης εφαρμογής στο θέμα που εξετάζομε, τονίστηκε πως αίτηση για την έκδοση διατάγματος παραλαβής δεν συνιστά ενδιάμεση αίτηση που, σύμφωνα με τις επιτακτικές πρόνοιες της Δ.48 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αποτελεί προϋπόθεση της εγκυρότητας της η αναφορά στο άρθρο και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης. Η υπό εξέταση αίτηση αποτελεί πρωτογενή διαδικασία στο σώμα της οποίας προσδιορίζονται τα επίδικα θέματα που τίθενται προς εξέταση. Ο τίτλος και το περιεχόμενο της αίτησης καθώς και τα άρθρα του Νόμου στα οποία αυτή στηρίζεται προσδιορίζουν πλήρως τη φύση της διαδικασίας καθώς και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. Μάριος Μαχλουζαρίδης v. Χρίστου Ιωαννίδη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, Χαράλαμπου Μεττή
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1909). Επιπρόσθετα σημειώνεται ότι, οι κανονισμοί, στους οποίους έκανε αναφορά ο ευπαίδευτος συνήγορος, δεν πραγματεύονται τη διαδικασία και το δικαιοδοτικό πλαίσιο αιτήσεων όπως η παρούσα. Έχοντας συνεπώς κατά νου τα πιο πάνω, αλλά και το ότι καμία αδικία δεν υποστηρίκτηκε ή αποδείχθηκε ότι υπέστη η καθ'ης η αίτηση εταιρεία από την ισχυριζόμενη παράλειψη η συγκεκριμένη θέση της εταιρείας απορρίπτεται. Θα προχωρήσω στη συνέχεια να εξετάσω την ουσία της αίτησης, η νομική βάση της οποίας είναι το εδάφιο (ε) του άρθρου 211 και το άρθρο 212 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113 τα οποία κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια πιο κάτω.
- Εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο αν - (α) ......................................... (β) ......................................... (γ) ......................................... (δ) ......................................... (ε) η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. (στ) ......................................... (ζ) .........................................
- Εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της- (α) αν πιστωτής με εκχώρηση ή διαφορετικά, που του χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες, επέδωσε στην εταιρεία παραδίνοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας απαίτηση υπογραμμένη από αυτόν η οποία απαιτεί από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό και η εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή ή (β) αν εκτέλεση ή άλλη διαδικασία που λήφθηκε με δικαστική απόφαση, εντολή ή διάταγμα οποιουδήποτε Δικαστηρίου προς όφελος πιστωτή της εταιρείας επιστρέφεται ολικά η μερικά ανικανοποίητη ή (γ) αν αποδειχθεί προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της και, για απόφαση κατά πόσο εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις ενδεχόμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις της εταιρείας. Στην υπόθεση Pan-Aman Hotels Limited v. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης αξίας
(2002)1 (Δ) Α.Α.Δ. 1796 λέχθηκε ότι το άρθρο 212 δεν είναι αυτοτελές αλλά εξειδικεύει το άρθρο 211(ε) και δεν παρέχει «άλλους τρεις» λόγους για έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης. Στην απόφαση στην υπόθεση C.I.P. Constructions Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 Α.Α.Δ. 14, στη σελ.19 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η διαφορά μεταξύ της γενικότερης εξέτασης του θέματος και των εξειδικευμένων περιπτώσεων του 212(α) και 212(β) είναι η εξής. Στις εξειδικευμένες περιπτώσεις, η εκπλήρωση των προϋποθέσεων που τίθενται οδηγούν από μόνες τους και στην κατάληξη. Εγείρεται δηλαδή το νομοθετικό τεκμήριο περί αδυναμίας πληρωμής χρεών. Αντίθετα, στην περίπτωση της γενικότερης εξέτασης του θέματος, το θέμα κρίνεται ανάλογα με το πώς θα αξιολογηθούν τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου περιλαμβανομένων και εκείνων στην άλλη πλευρά της πλάστιγγας που θα ήθελε προβάλει η εταιρεία». Πιστωτής εταιρείας, του οποίου το χρέος κατέστη πληρωτέο και που δεν μπορεί να εξασφαλίσει πληρωμή, δικαιούται να ζητήσει διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας. Η οφειλή προς τον Πιστωτή θα πρέπει να είναι συγκεκριμένη και αδιαμφισβήτητη (βλ. in re Loukos Manufactures Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 2226). Οι πρόνοιες του άρθρου 211(ε) του Κεφ.113 δίνουν το δικαίωμα σε πιστωτή να ζητήσει την διάλυση της εταιρείας στην περίπτωση που η εταιρεία είναι ανίκανη να εξοφλήσει τα χρέη της. Συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου τεκμαίρεται αφερεγγυότητα καθορίζονται στο άρθρο
- Στην υπόθεση C.I.P. Constructions Ltd (πιο πάνω) το σκεπτικό της οποίας υιοθετήθηκε και σε άλλες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφέρθηκε ότι η αδυναμία πληρωμής χρεών δεν εξαντλείται στις περιπτώσεις του άρθρου 212, το οποίο δεν περιορίζει τη γενικότητα του άρθρου 211(ε). Το Δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη μαρτυρία και να εκδώσει διάταγμα διάλυσης όταν διαπιστώνεται αφερεγγυότητα της εταιρείας δυνάμει του άρθρου 211(ε) και χωρίς να συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο
- Όπως έχει λεχθεί στην εν λόγω απόφαση: «Η εξειδίκευση των περιστάσεων στο άρθρο 212 δεν περιορίζει τη γενικότητα του άρθρου 211 αναφορικά με την αδυναμία πληρωμής των χρεών της από μια εταιρεία. Δηλαδή, οι εξειδικευμένοι λόγοι συνιστούν ορισμένες περιστάσεις που εγείρουν νομοθετικό τεκμήριο ύπαρξης της αδυναμίας πληρωμής χρεών αλλά δεν εξαντλούν το πεδίο για προσέγγιση οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας που θα μπορούσε να κατατείνει στο ίδιο αποτέλεσμα». Στην παρούσα περίπτωση εξετάζοντας τα γεγονότα όπως προκύπτουν από την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία, κρίνω ότι, δεν τίθεται θέμα διαπίστωσης αφερεγγυότητας της καθ' ης η αίτηση εταιρείας εξετάζοντας το θέμα κάτω από την γενική πρόνοια του άρθρου 211(ε). Δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία τέτοια που αξιολογούμενα θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε συμπέρασμα αφερεγγυότητας της εταιρείας κάτω από τη γενική πρόνοια του άρθρου 211(ε). Στην υπόθεση Pan-Aman Hotels Ltd (πιο πάνω) ελέχθηκε ότι «αν επιδιώκεται όπως η αίτηση βασισθεί γενικά στην ανικανότητα εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της, τούτο μόνο σε συνάρτηση με το άρθρο 212 (γ) μπορεί να γίνει, οπότε βέβαια δεν αρκεί αναφορά στην παράλειψη της εταιρείας να πληρώσει χρέος της, αλλά επιβάλλεται, στα πλαίσια στάθμισης της γενικότερης φερεγγυότητας της, αναφορά στην συνολική κατάσταση της εταιρείας λαμβανομένων υπόψη όλων των υποχρεώσεων της περιλαμβανομένων ενδεχομένων και μελλοντικών». Εκείνο συνεπώς που παραμένει προς εξέταση είναι κατά πόσο στη βάση του άρθρου 211(ε) οι προϋποθέσεις του άρθρου 212 μπορούν να εφαρμοσθούν στα γεγονότα όπως αυτά παρουσιάσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Πριν όμως προχωρήσω, ανοίγω μια παρένθεση στο σημείο αυτό, για να πω ότι, η θέση της καθ'ης η αίτηση εταιρείας, σύμφωνα με την οποία η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί επειδή η αιτήτρια δεν εξειδικεύει σε ποια από τις επί μέρους πρόνοιες του άρθρου 212 βασίζεται δεν με βρίσκει σύμφωνη. Από το περιεχόμενο της αίτησης και την μαρτυρία που την υποστήριξε αλλά και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι, εξειδικεύεται με απόλυτη σαφήνεια πως η ανικανότητα αποπληρωμής χρεών που αποδίδεται στην καθ'ης η αίτηση βάση του άρθρου 211(ε) είναι οι προϋποθέσεις που προβλέπονται στο εδάφιο (α) του άρθρου
- Με βάση τις νομολογημένες αρχές και την μαρτυρία που έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο κρίνεται ότι αποδείχθηκαν όλες οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις που απαιτούνται από τη νομοθεσία, άρθρο 211(ε) και 212(α) του Κεφ.113 και ειδικότερα τα ακόλουθα: α) Η ύπαρξη χρέους από την καθ'ης η αίτηση εταιρεία πέραν των €854.30 (ΛΚ500) (Τεκμήριο 1). β) Επίδοση στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας απαίτησης πληρωμής του χρέους υπογεγραμμένη από την αιτήτρια (Τεκμήριο 2). γ) Πάροδος τριών εβδομάδων οπότε επιδόθηκε η απαίτηση πληρωμής χωρίς η καθ'ής η αίτηση εταιρεία να εξοφλήσει το οφειλόμενο ποσό ή να εξασφαλίσει αυτό ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση της αιτήτριας. δ) Δημοσίευση της αίτησης στην επίσημη εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας και σε μία ημερήσια εφημερίδα (Τεκμήρια 3 και 4) ε) Επίδοση της αίτησης στους καθ'ων η αίτηση και στον Επίσημο Παραλήπτη (οι επιδόσεις βρίσκονται στο φάκελλο του Δικαστηρίου). Συνεπώς με βάση τα πιο πάνω, καταλήγω ότι έχει αποδειχεθεί, ότι, η καθ'ης η αίτηση εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της σύμφωνα με το άρθρο 211(ε) για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 212(α). Συνακόλουθα και λαμβάνοντας υπόψη ότι υπό τις περιστάσεις δημιουργείται νομοθετικό τεκμήριο ύπαρξης αδυναμίας πληρωμής χρεών (βλ. C.I.P. Constructions Ltd (πιο πάνω) το Δικαστήριο οφείλει να διατάξει την εκκαθάριση της εταιρείας (βλ. M. Moulettaris Machinery Co. Ltd v. Ζήνωνος
(2001)1 Α.Α.Δ. 1649). Έρχομαι τώρα στο ζήτημα που καλύπτει το λόγο ένστασης 9 σύμφωνα με τον οποίο η αίτηση είναι καταχρηστική και καταπιεστική. Η θέση αυτή, στο στάδιο των αγορεύσεων, στηρίχθηκε στο γεγονός ότι ενώ η εταιρεία δραστηριοποιείται η αιτήτρια πριν την καταχώρηση της αίτησης δεν έλαβε οποιαδήποτε άλλα μέτρα για την εκτέλεση της απόφασης. Έχει αποφασισθεί ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα Αγγλικά Δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της Δικαστικής δικαιοδοσίας. Αποφασίσθηκε επίσης ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (βλ. Διευθυντή των Φυλακών v. Περέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 CLR 348). Στην υπόθεση RE Αρχιεπίσκοπος Κύπρου
(1993)1 CLR 248 αποφασίσθηκε ότι: «Η επίκληση των δικαιοδοσιών του Ανωτάτου Δικαστηρίου ελέγχεται προς αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών. Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου». Το γεγονός ότι η αιτήτρια επέλεξε να μην χρησιμοποιήσει για την ικανοποίηση της υπέρ της εκδοθείσας απόφασης οποιαδήποτε διαδικασία εκτέλεσης, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη σε βάρος της, αφ' ης στιγμής τέτοιες διαδικασίες δεν προβλέπονται από το Κεφ.113 ως προϋποθέσεις για την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Κάτι ανάλογο ελέχθηκε και στην απόφαση Πέτρος Πετράκη v. Πέτρου Κίμωνος
(2006)1 Α.Α.Δ.1311 που παρόλο που αυτά ελέχθησαν σε διαδικασία πτώχευσης, κρίνεται ότι έχουν εφαρμογή και στην παρούσα διαδικασία αφού όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Μ. Χαραλαμπίδης v. Ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522 το ζήτημα της κατάχρησης της διαδικασίας δεν συνιστά ιδιαιτερότητα της διαδικασίας πτώχευσης, αλλά κανόνα καθολικής εφαρμογής προς περιφρούρηση των διαδικαστικών διαδικασιών. Σε ότι αφορά την ισχυριζόμενη καταπίεση σε βάρος της καθ'ης η αίτηση, παρατηρώ ότι δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία ικανά για να αποδείξουν τέτοιο θέμα. Στην υπόθεση Πετράκης (πιο πάνω) τονίστηκε ότι το όλο θέμα είναι θέμα γεγονότων και ελέχθησαν τα ακόλουθα: «Εκεί όπου δεν υπάρχουν στοιχεία δόλου ή αθέμιτης εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος συγκεκριμένου αιτητή-πιστωτή και εις βάρος του χρεώστη και των άλλων πιστωτών του, αίτηση εκδόσεως διατάγματος παραλαβής δεν θεωρείται ότι γίνεται για παράλληλο και αθέμιτο σκοπό ή κατά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, έστω και εάν έχει σαν συνεπαγόμενο αποτέλεσμα κάποιο πλεονέκτημα για τον πιστωτή. Στην παρούσα περίπτωση δεν συντρέχουν γεγονότα που να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η αίτηση είναι καταχρηστική ή καταπιεστική και συνεπώς κρίνεται ότι δεν υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω καταλήγω ότι συντρέχουν οι από το νόμο και την νομολογία τασσόμενες προϋποθέσεις για την έγκριση της αίτησης. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας K&M (FAMAGUSTA) DEVELOPERS AND CONSTRUCTIONS LTD. Αντίγραφο του παρόντος Διατάγματος να επιδοθεί από την Αιτήτρια στον Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη, ο οποίος διορίζεται προσωρινός εκκαθαριστής της περιουσίας της Εταιρείας. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της καθ' ής η αίτηση εταιρείας. (Υπ.) ............ Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο