Love Lips Boutique Ltd ν. Φρύνης Κωνσταντίνου, που συνεδριάζει στη Λάρνακα, 22 Δεκεμβρίου, 2011 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρε
υνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDAMM:2011:A57 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ (που συνεδριάζει στη Λάρνακα) Ενώπιον: Ε. Γεωργίου Αντωνίου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1208/2008 Μεταξύ: Love Lips Boutique Ltd Ενάγουσας -και- Φρύνης Κωνσταντίνου Εναγομένης ------------------- Ημερομηνία: 22 Δεκεμβρίου, 2011 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Μ. Χ"Κωνσταντή Για Εναγομένη: κ. Θ. Θωμά Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα Εταιρεία με την αγωγή της αξιώνει από την Εναγομένη την πληρωμή του ποσού των €20.274,26 ως το συμφωνημένο ή/και εκκαθαρισμένο χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού της. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα Εταιρεία είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και διατηρεί κατάστημα με την εμπορική επωνυμία «Love Lips Boutique» στο Παραλίμνι. Ασχολείται με την εμπορία, την εισαγωγή και την πώληση ειδών ένδυσης και υπόδησης, καθώς και άλλων συναφών εμπορευμάτων. Η Εναγόμενη, η οποία είναι κάτοικος Λεμεσού, είναι η καταγραφείσα θέση της Ενάγουσας, κατά τον ουσιώδη χρόνο ασχολείτο με την αγορά και πώληση ειδών ένδυσης και συναφών προϊόντων και χρησιμοποιούσε την επωνυμία «Ex Animo Boutique». Ήταν συνεργάτιδα της Ενάγουσας Εταιρείας και πωλούσε τα είδη ή και τα προϊόντα που αγόραζε από την Ενάγουσα Εταιρεία. Από το 2002 μέχρι το 2004, σε διάφορες ημερομηνίες, η Ενάγουσα Εταιρεία πώλησε και παρέδωσε στην Εναγομένη προϊόντα του είδους που εμπορευόταν, με ρητό ή και εξυπακουόμενο όρο ότι η Εναγομένη θα τα πλήρωνε το συντομότερο δυνατό. Εκδίδονταν τιμολόγια για τα πωληθέντα προϊόντα, τα οποία η Εναγομένη αποδεχόταν ή/και τα υπέγραφε. Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας, η Εναγομένη κατέβαλλε περιοδικά κάποια ποσά έναντι του χρέους, αλλά παρέμεινε υπόλοιπο ύψους €20.274,26 το οποίο η ίδια είχε υποσχεθεί ότι θα πληρώσει, πλην όμως δεν το έπραξε. Η Εναγομένη καταχώρησε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, στην οποία κατέγραψε προδικαστική ένσταση αναφορικά με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και ισχυρίστηκε ότι αρμόδιο Δικαστήριο για την εκδίκαση της αγωγής, είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Επιπρόσθετα, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι δεν αγόραζε οτιδήποτε από την Ενάγουσα Εταιρεία και ότι το κατάστημά της δεν λειτουργούσε κατά τη συγκεκριμένη περίοδο. Ήταν περαιτέρω η θέση της ότι η συμφωνία η οποία είχε επιτευχθεί, μεταξύ της Εναγομένης και της Ενάγουσας Εταιρείας, αφορούσε την παράδοση εμπορευμάτων από την Ενάγουσα Εταιρεία στην Εναγομένη, τα οποία εμπορεύματα θα πληρώνονταν μόνο όταν τα πωλούσε η Εναγομένη. Στην περίπτωση που τα εμπορεύματα δεν πωλούνταν, η Εναγομένη θα τα επέστρεφε στην Ενάγουσα Εταιρεία (on consignment). Ήταν περαιτέρω η θέση της ότι όταν θα έκλεινε το κατάστημα είχε συμφωνήσει με την Ενάγουσα Εταιρεία για το οφειλόμενο υπόλοιπο, το οποίο ανερχόταν στα €4.015,
- Από το ποσό αυτό η Εναγομένη πλήρωσε το ποσό των €2.562,90 και παρέμεινε υπόλοιπο το ποσό των €1.451,31 το οποίο θεωρήθηκε ότι είχε εξοφληθεί, λόγω του ότι η Εναγομένη είχε δώσει στην Ενάγουσα Εταιρεία ένα πίνακα μεγάλης συναισθηματικής και πραγματικής αξίας. Επιπρόσθετα, η Εναγομένη ισχυρίζεται ότι είχε συμφωνήσει με την Ενάγουσα Εταιρεία όπως της παραδώσει το εμπόρευμα της προηγούμενης χρονιάς, δηλαδή 2003-2004, πράγμα το οποίο δεν έγινε. Κατά τον ισχυρισμό της, είχε ξοδέψει για την ανακαίνιση και διακόσμηση του συγκεκριμένου καταστήματος, το ποσό των €6.834,40, το οποίο απώλεσε λόγω του ότι η Ενάγουσα Εταιρεία παραβίασε τη μεταξύ τους συμφωνία και εξαναγκάστηκε όπως κλείσει το κατάστημα. Το συγκεκριμένο ποσό το ανταπαιτεί και επιπρόσθετα επιζητεί και γενικές αποζημιώσεις. Για την Ενάγουσα Εταιρεία μαρτυρία έδωσε η κα Σωτηρούλλα Παπαγεωργίου, διευθύντρια και κύρια μέτοχος της Ενάγουσας Εταιρείας. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, η Ενάγουσα Εταιρεία ασχολείται με εισαγωγές ενδυμάτων από την Ιταλία και με λιανικές και χοντρικές πωλήσεις των ενδυμάτων αυτών. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, το πιστοποιητικό εγγραφής της εταιρείας. Ήταν η θέση της ότι η ίδια διατηρούσε φιλικές οικογενειακές σχέσεις με την Εναγομένη από το 1985 μέχρι που παρεξηγήθηκαν για τη συνεργασία τους στη δουλειά. Ήταν ο ισχυρισμός της ότι το 2002 είχαν συμφωνήσει με την Εναγομένη να ανοίξει κατάστημα στη Λεμεσό, στο οποίο να τοποθετεί το παλιό εμπόρευμα της Ενάγουσας Εταιρείας. Λόγω του ότι τα εμπορεύματα ήταν επώνυμα, είχε συμφωνηθεί να είναι «on consignment», δηλαδή να πληρώνει η Εναγομένη το εμπόρευμα που πωλούσε. Όσον αφορά τις τιμές, της παραχωρείτο έκπτωση της τάξης του 60%-70%. Η τελική έκπτωση αποφασιζόταν ξεχωριστά για κάθε κομμάτι. Μέρος της συμφωνίας ήταν ότι έπρεπε να καταβάλλεται το αντίστοιχο ποσό των πωληθέντων εμπορευμάτων κάθε τέλος του μηνός. Χρεωνόταν τα προϊόντα που παραλάμβανε η Εναγομένη σε τιμολόγιο, «waybill». Η συγκεκριμένη συμφωνία είχε γίνει τον Οκτώβρη του 2002 στο κατάστημα «Love Lips», στο Παραλίμνι. Κατά διαστήματα, η Εναγομένη επισκεπτόταν το συγκεκριμένο κατάστημα και έπαιρνε εμπορεύματα. Λόγω του ότι η συγκεκριμένη εργασία γινόταν σε ώρες μη εργάσιμες, γιατί χρειάζονταν αρκετές ώρες, επειδή η Εναγομένη διάλεγε η ίδια το εμπόρευμα, το οποίο στη συνέχεια καταγραφόταν στα «waybills», συνήθως έμενε στο σπίτι της κας Παπαγεωργίου. Όσον αφορά τις επιστροφές, ήταν ο ισχυρισμός της ότι η δουλειά ήταν πιο δύσκολη, γιατί το εμπόρευμα έπρεπε να επιστραφεί στις ίδιες τιμές που είχε χρεωθεί. Λόγω της παραχώρησης της έκπτωσης, μεταξύ 60%-70%, έπρεπε να γίνεται αναφορά στο τιμολόγιο-waybill προτού καταγραφεί η τιμή των επιστρεφόμενων προϊόντων. Από τον Οκτώβρη του 2002, μέχρι τις αρχές του 2003, είχε εισπραχθεί από την Εναγομένη το ποσό των Λ.Κ.1.500-. Ζητήθηκε από την Εναγομένη να ετοιμάσει μια κατάσταση για τις πωλήσεις που είχε κάνει, όμως το απόφευγε. Της είχε παραχωρηθεί από την Ενάγουσα Εταιρεία εμπόρευμα αξίας Λ.Κ.34.000-, πλην όμως, στον ενάμιση χρόνο συνεργασίας είχε καταβάλει στην Ενάγουσα Εταιρεία το ποσό των Λ.Κ.1.500-, χωρίς να επιστρέψει οποιοδήποτε εμπόρευμα. Αρχές του 2004 αναγκάστηκε η Ενάγουσα Εταιρεία να της ζητήσει την επιστροφή όλων των εμπορευμάτων, λόγω του ότι δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό, αλλά ούτε και επέστρεφε ενδιάμεσα εμπόρευμα. Η Εναγομένη επέστρεψε κάποια εμπορεύματα, αλλά όχι όλα. Τον ίδιο καιρό ζητήθηκαν και τα οφειλόμενα, λόγω του ότι η κα Παπαγεωργίου είχε αρρωστήσει και θα μετέβαινε στο Ισραήλ για εγχείρηση. Παρά την υπόσχεση της Εναγομένης να εμβάσει το οφειλόμενο ποσό σε λογαριασμό της Ενάγουσας Εταιρείας, ουδέποτε το έπραξε. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, ο τρόπος συνεργασίας ήταν η έκδοση τιμολογίων, στα πλείστα από τα οποία καταγραφόταν η λέξη «waybill». Τα συγκεκριμένα τιμολόγια τα συμπλήρωνε η Εναγομένη. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 2, πέντε τιμολόγια τα οποία αφορούσαν εμπορεύματα που είχε πάρει αρχικά. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 3, μπλοκ τιμολογίων, τα οποία, κατά τον ισχυρισμό της, είχαν καταγραφεί στην παρουσία της Εναγομένης. Στο συγκεκριμένο μπλοκ τιμολογίων καταγράφονταν τα εμπορεύματα που έπαιρνε η Εναγομένη και υπήρχε ακόμα ένα μπλοκ. Εξήγησε ότι στο τιμολόγιο με αρ.101 είναι καταγραμμένο το λεγόμενο «barcode», με το οποίο μπορούσε να διαπιστωθεί κατά πόσο ήταν φόρεμα ή t-shirt και το χρώμα. Εξήγησε ότι τα τιμολόγια με αρ.101, 102 και 103 αφορούσαν προσωπικά την Εναγομένη και θα τα πλήρωνε μαζί με τα υπόλοιπα εμπορεύματα που θα έπαιρνε για το κατάστημα. Με αναφορά στο waybill «00104» (Τεκμήριο 2), εξήγησε ότι λόγω του ότι είναι waybill-τιμολόγιο δεν κατατίθεται το Φ.Π.Α. μέχρι να πληρωθεί το τιμολόγιο. Όμως, ο πωλητής είναι υποχρεωμένος να το γράψει. Όλα τα waybills του Τεκμηρίου 2, ήταν η θέση της, φέρουν την υπογραφή της Εναγομένης. Εξήγησε ότι η ίδια θα πλήρωνε Φ.Π.Α. όταν εκδιδόταν τιμολόγιο με τις πωλήσεις της κας Κωνσταντίνου, τις οποίες όφειλε να δηλώνει κάθε μήνα και δεν το έπραττε. Εξήγησε σχετικά με το τιμολόγιο αρ.104, Τεκμήριο 2, ότι επειδή ήταν τιμολόγιο/waybill, δεν κατατίθεται στο φόρο, αλλά εκδίδεται νέο τιμολόγιο με τις πωλήσεις που θα χρεώνονταν στην κα Κωνσταντίνου. Επίσης, ανάφερε ότι η στήλη που σηματοδοτείται με το σήμα «@» αφορά την τιμή λιανικής πώλησης και από τη συγκεκριμένη τιμή αφαιρείτο το 60%-70%. Για το τιμολόγιο 106, ανάφερε ότι η υπογραφή του παραλήπτη είναι αυτή της κας Κωνσταντίνου. Για τα τιμολόγια 00106-00115, ήταν η θέση της ότι αφορούσαν την πρώτη παραλαβή που είχε δοθεί στην Εναγομένη για το κατάστημα και λόγω του ότι είχε πάρει πολύ εμπόρευμα, γέμισαν τα αντίτυπα μέχρι το
- Υπέδειξε και στο τιμολόγιο 108, 109 και 110 την υπογραφή της Εναγομένης και επιπρόσθετα ανάφερε ότι ελέγχθηκαν τα εμπορεύματα από την Εναγομένη και ήταν ορθά. Εξήγησε ότι και οι δύο μαζί κατέληγαν στην τιμή των εμπορευμάτων, την οποία τιμή μερικές φορές στρογγύλευαν. Ήταν η θέση της ότι κατά την επίσκεψη της κας Φρύνης Κωνσταντίνου, την 01/12/2002, εκδόθηκαν τα τιμολόγια 00116-00122, Τεκμήριο
- Στις 15/12/2002 είχαν σταλεί τέσσερα κομμάτια ένδυσης με ταξί στην κα Κωνσταντίνου. Το τιμολόγιο 00123, της είχε σταλεί και το είχε υπογράψει. Τα τιμολόγια 00124-00126, Τεκμήριο 3, ήταν τιμολόγια που αφορούσαν εμπορεύματα τα οποία πήρε στις 12/01/2003, τα τιμολόγια 00128-00137 αφορούσαν εμπορεύματα που παρέλαβε στις 20/03/2003, τα τιμολόγια 00138-00140 αφορούσαν την παραλαβή στις 20/04/
- Εξήγησε ότι το τιμολόγιο 00127 είχε περαστεί από λάθος και δεν χρεώθηκε στο λογαριασμό της κας Κωνσταντίνου καθώς επίσης και τα τιμολόγια 00140-00147, τα οποία αφορούσαν πωλήσεις και ήταν από λάθος χρεωμένα, αφού ήταν αυτά τα οποία είχαν πληρωθεί με την καταβολή του ποσού των Λ.Κ.1.500-. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 4, τα τιμολόγια με αριθμούς 220725-
- Επανέλαβε ότι τα είχε υπογράψει η Εναγομένη. Εξήγησε ότι ήταν τόσο φίλες που δεν θεώρησε αναγκαίο να γράψει το όνομα της κας Φρύνης μαζί με το «Ex-Animo» στα waybills. Ως Τεκμήριο 5 κατέθεσε τα τιμολόγια 00301-
- Ήταν η θέση της ότι η κα Φρύνη την επισκεπτόταν Τετάρτη και επειδή ήταν πολύ δουλειά για να ολοκληρωθεί σε ένα απόγευμα, έμενε το βράδυ μαζί της και τελείωναν την καταγραφή την επόμενη μέρα, γι' αυτό και το τιμολόγιο 00301 καταγράφει 19/10/2003 ενώ το τιμολόγιο 00305 καταγράφει 20/10/
- Ήταν περαιτέρω η θέση της ότι είχε αντιληφθεί ότι η ίδια είχε γεμίσει το κατάστημά της κας Φρύνης Κωνταντίνου με εμπόρευμα, πλην όμως τις πιο πολλές μέρες τις εβδομάδας δεν το άνοιγε. Ενώ κρατούσε το εμπόρευμα για ένα χρόνο, η ίδια είχε εισπράξει μόνο Λ.Κ.1.500-. Ισχυρίστηκε, ότι αν το συγκεκριμένο εμπόρευμα το κρατούσε στο δικό της μαγαζί, θα μπορούσε να το είχε πωλήσει στις εκπτώσεις του Γενάρη. Όσον αφορά τις επιστροφές των ρούχων, ήταν η θέση της ότι είχαν μιλήσει τηλεφωνικά με την Εναγομένη και της είχε αναφέρει ότι θα πήγαινε να παραλάβει τα εμπορεύματα. Τελικά είχε στείλει υπάλληλό της για να της τα παραδώσει. Καταγράφηκαν τα εμπορεύματα ιδιοχείρως στα τιμολόγια επιστροφής, στα οποία καταγράφονταν τα bar codes, ο αριθμός της Εταιρείας, το χρώμα και η ποσότητα. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 τα τιμολόγια 00151-00176 και ως Τεκμήριο 7 τα τιμολόγια 00251-00256 που αφορούσαν τις επιστροφές. Εξήγησε ότι στα συγκεκριμένα τιμολόγια καταγραφόταν η τιμή της λιανικής, στη στήλη «@», για να υπολογιστεί η χοντρική τιμή πώλησης καθώς επίσης και η ποσότητα των κομματιών που επιστρεφόταν, τα bar-codes της κάθε εταιρείας και το ολικό ποσό και το Φ.Π.Α. που έπρεπε να αφαιρεθεί. Λόγω του ότι το ποσοστό έκπτωσης δεν ήταν το ίδιο για το κάθε είδος εμπορεύματος, έπρεπε να αντιπαραβάλλεται το waybill με τα τιμολόγια της επιστροφής και αυτό είχε γίνει για όλες τις επιστροφές. Επειδή δεν γινόταν χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή, η συγκεκριμένη εργασία χρειάστηκε αρκετό καιρό για να ολοκληρωθεί. Επίσης, λόγω του ότι η ίδια είχε απουσιάσει για έξι μήνες λόγω της ασθένειάς της, χρειάστηκε αρκετός χρόνος. Με αναφορά στο waybill 00105, Τεκμήριο 2, εξήγησε ότι τα τρία κομμάτια με κωδικό AF764506072/01/S,M,L προς Λ.Κ.26- λιανική τιμή, Λ.Κ.80- χοντρική τιμή, επιστράφηκε στο τιμολόγιο αρ.
- Όταν έγιναν οι επιστροφές, η ίδια μπόρεσε να διαπιστώσει ότι γίνονταν πωλήσεις αλλά η ίδια δεν πληρωνόταν για τις πωλήσεις αυτών των προϊόντων. Σε επικοινωνία που είχε η ίδια με την Εναγομένη, η ίδια η Εναγομένη της ανάφερε ότι θεωρούσε ότι της χρωστούσε μόνο Λ.Κ.4.000-. Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 9, κατάσταση επιστροφών. Εξήγησε, αναφορικά με την κατάσταση των επιστροφών, ότι στη δεύτερη στήλη καταγράφονται οι ημερομηνίες των επιστροφών, στην τρίτη οι αριθμοί των τιμολογίων των επιστροφών και στο ποσό καταγράφεται το τελικό ποσό του κάθε τιμολογίου σε λίρες (£). Οι επιστροφές αφαιρέθηκαν από το ποσό πίστωσης, Λ.Κ.31.850,22 και παρέμεινε υπόλοιπο Λ.Κ.7.201,12, δηλαδή €12.303,
- Κατέθεσε, ως Τεκμήριο 8, κατάσταση λογαριασμού που είχε ετοιμαστεί από τους λογιστές, από την οποία αφαιρέθηκε ένα ποσό το οποίο δεν αφορούσε τιμολόγιο της κας Κωνσταντίνου καθώς επίσης και ένα τιμολόγιο στο οποίο είχε γραμμένες πωλήσεις, αλλά περάστηκε ως οφειλόμενο ποσό. Εξήγησε τη συγκεκριμένη κατάσταση λογαριασμού. Συγκεκριμένα ανάφερε ότι η πρώτη στήλη αφορούσε τις αγορές (credit sales) και η ημερομηνία που καταγράφεται είναι η ημερομηνία έκδοσης των τιμολογίων. Υπέδειξε τα τιμολόγια των Τεκμηρίων 2, 3, 4 και 5, στο Τεκμήριο 8, καθώς και την πίστωση των Λ.Κ.1.500-. Τελικό ποσό της πίστωσης ήταν Λ.Κ.31.850,
- Κατέληξε, ότι η ίδια δεν γνώριζε ότι η ίδια η Εναγομένη θεωρούσε ότι το υπόλοιπό της ήταν €850-, ούτε γνώριζε τον ισχυρισμό της για τον πίνακα. Ισχυρίστηκε ότι της είχε δώσει, η Εναγομένη, ένα καθρέφτη ως δώρο, ο οποίος δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τις εμπορικές συναλλαγές τους, τον οποίο καθρέφτη μπορούσε να της επιστρέψει. Αντεξεταζόμενη, ισχυρίστηκε ότι η ίδια είχε συμφωνήσει με την ίδια την κα Φρύνη Κωνσταντίνου γιατί η ονομασία «Ex-Animo» δεν υπήρχε και την ίδια δεν την αφορούσε πώς θα ονόμαζε το κατάστημα της η κα Κωνσταντίνου. Η συγκεκριμένη συμφωνία, ήταν η δική της θέση, είχε γίνει στο δικό της κατάστημα στο Παραλίμνι. Υποστήριξε ότι η Εναγομένη ήταν αυτή που ήθελε και είχε πρόθεση να ανοίξει κατάστημα για να πωλεί «feaux-bijou» και γι' αυτό είχε ζητήσει και εμπόρευμα από την ίδια «on consignment», της προηγούμενης κολεξιόν. Ερωτηθείσα, επέμενε στη θέση της ότι δεν είχε αναμειχθεί στην ανεύρεση του καταστήματος στη Λεμεσό. Η ίδια δεν γνώριζε καθόλου τη Λεμεσό και για να πάει στο σπίτι της Εναγομένης, έπρεπε να την καθοδηγεί η ίδια, οπόταν δεν θα μπορούσε να τη βοηθήσει με οποιοδήποτε τρόπο στην εξεύρεση καταστήματος. Την είχε βοηθήσει μόνο στην τοποθέτηση του εμπορεύματος και στα εγκαίνια. Εξήγησε ότι ο όρος «on consignment» σημαίνει να δίνεις εμπόρευμα σε κάποιον, το οποίο δεν θα σου πληρώσει μέχρι να το πωλήσει. Αυτό το κάνεις μόνο για ανθρώπους στους οποίους έχεις εμπιστοσύνη. Είχε δώσει στην Εναγομένη εμπόρευμα, το οποίο είχε απομείνει μετά από τις πωλήσεις των εκπτώσεων. Η συμφωνία ήταν ότι θα πλήρωνε για το εμπόρευμα που πωλούσε και θα επέστρεφε αυτό που δεν θα πωλούσε. Όμως, για ενάμιση χρόνο είχε πληρώσει Λ.Κ.1.500- ενώ δεν είχε επιστρέψει οποιοδήποτε εμπόρευμα. Θα μπορούσε, ήταν ο ισχυρισμός της, να επιστρέψει ότι δεν πωλούσε. Η ίδια της είχε ζητήσει τον Ιανουάριο να επιστρέψει εμπόρευμα το οποίο δεν είχε πωληθεί, για να το διοχετεύσει στις εκπτώσεις, αλλά η Εναγομένη δεν το έπραξε. Λόγω αυτής της συμπεριφοράς, δεν της έδωσε άλλο εμπόρευμα και της είχε αναφέρει και το λόγο. Κρατούσε εμπόρευμα αξίας Λ.Κ.32.000- και είχε περάσει ένας χρόνος χωρίς να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, οπόταν δεν τίθετο θέμα να παραχωρηθεί και άλλο εμπόρευμα στην Εναγομένη. Όσον αφορά τις επιστροφές, ερωτηθείσα υποστήριξε ότι είχε γράψει και η Εναγομένη μερικές επιστροφές μόνη της, τις οποίες είχε υπογράψει κιόλας. Της υποδείχθηκε ένα έγγραφο το οποίο αναγνώρισε ως επιστροφές και κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Εξήγησε ότι περιείχε τους ίδιους αριθμούς με τα δικά της τιμολόγια, του Τεκμηρίου 6 και ότι υπήρχε πάνω και η υπογραφή της Εναγομένης. Της υποδείχθηκαν κάποια τιμολόγια τα οποία η ίδια αναγνώρισε να είναι τα ίδια με αυτά του Τεκμηρίου 7 και της ζητήθηκε να τα καταθέσει. Σημειώθηκαν ως Τεκμήριο
- Εξήγησε ότι έβγαιναν τιμολόγια για το εμπόρευμα που παραλάμβανε η Εναγομένη, στα οποία τιμολόγια η Εναγομένη έγραφε «waybill». Παραδέχθηκε όμως ότι όταν δίνεις εμπόρευμα «on consignment» πρέπει να εκδίδεται «waybill». Ερωτηθείσα, υποστήριξε ότι κάποια «waybills» υπογράφτηκαν και κάποια όχι και το ίδιο έγινε και με τις επιστροφές, όμως η ίδια δεν είχε πρόθεση να ξεγελάσει την Εναγομένη και να μην αφαιρέσει τις επιστροφές, επειδή δεν είχαν υπογραφτεί. Όταν της υποβλήθηκε ότι η Εναγομένη δεν είχε παραλάβει εμπόρευμα, ήταν η δική της θέση ότι δεν θα μπορούσε να επιστρέψει εμπόρευμα το οποίο δεν είχε παραλάβει. Επέμενε, ότι όταν σταμάτησε η συμφωνία, το 2003, η ίδια η Εναγομένη της είχε αναφέρει ότι της χρωστούσε Λ.Κ.4.000- και ότι θα τα κατέθετε στο λογαριασμό της, λόγω του ότι η ίδια θα μετέβαινε στο εξωτερικό για επέμβαση. Υπήρχαν και το 2004 επιστροφές, τις οποίες είχε καταγράψει η ίδια η Εναγομένη γιατί η ίδια απουσίαζε στο Ισραήλ για λόγους υγείας. Όσον αφορά το Φ.Π.Α., ήταν η δική της θέση ότι στα waybills δεν χρεώνεται Φ.Π.Α. και υποστήριξε ότι όπως είχαν χρεωθεί τα εμπορεύματα, με τον ίδιο λογιστικό τρόπο είχαν επιστραφεί. Όμως, ήταν η δική της θέση, ότι όταν η ίδια η Εναγομένη προέβαινε σε πωλήσεις, θα έπρεπε να χρεώνει το Φ.Π.Α. Υποστήριξε ότι η ίδια δεν είχε οποιαδήποτε ανάμειξη στην εξεύρεση ή στον τρόπο λειτουργίας του καταστήματος της Εναγομένης και ότι η ίδια η Εναγομένη καθόριζε τις τιμές στις οποίες θα πωλούσε το εμπόρευμα. Κατέληξε ότι η ίδια προσπάθησε να διατηρήσει τη φιλία που υπήρχε μεταξύ της και της Εναγομένης, πλην όμως, παρά τις δικές της προσπάθειες, μέσω τηλεφώνου, η Εναγομένη εξαφανίστηκε από τη ζωή της όταν αρρώστησε και δεν απαντούσε το τηλέφωνο. Παραδέχθηκε ότι η Εναγομένη της είχε δώσει ένα καθρέφτη και ένα χαλί, αλλά θεώρησε ότι ήταν στα πλαίσια της φιλίας τους και δήλωσε έτοιμη να τα επιστρέψει. Μαρτυρία δόθηκε και από την Εναγομένη Φρύνη Κωνσταντίνου, η οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ότι είχε γνωριστεί με την Σωτηρούλα Παπαγεωργίου, τη διευθύντρια της Ενάγουσας Εταιρείας από το 1981 και παρέμειναν φίλες ακόμα και μετά τη μετακόμιση της ίδιας στη Λεμεσό. Είχαν συζητήσει μεταξύ τους, περί το τέλος του 2002 αρχές του 2003, την πιθανότητα να διαθέσουν το παλαιό εμπόρευμα το οποίο υπήρχε στην αποθήκη της Ενάγουσας Εταιρείας, ανοίγοντας ένα μαγαζί ως «Stock House», στη Λεμεσό. Ήταν η δική της θέση ότι είχαν συμφωνήσει να βρουν ένα χώρο, τον οποίο η ίδια θα διαχειριζόταν ως «Stock House», αφού η κα Παπαγεωργίου θα παραχωρούσε είδη ενδύσεως «on consignment». Με τη βοήθεια της κας Παπαγεωργίου, ήταν η δική της εκδοχή, βρέθηκε κατάστημα, πλην όμως ήταν σε άσχημη κατάσταση. Ανέλαβε η ίδια να το ανακαινίσει, τα πολύ απαραίτητα, λαμβάνοντας δάνειο από εμπορική τράπεζα. Της στοίχησαν οι ανακαινίσεις Λ.Κ.4.000- και το ονόμασε «EX ANIMO». Όσον αφορά τη μεταξύ τους συμφωνία, ήταν η δική της θέση ότι είχαν γίνει διάφορες συζητήσεις στο σπίτι της στη Λεμεσό. Κατέληξαν ότι θα παραλάμβανε προϊόντα, τα οποία θα καταγράφονταν σε waybills, τα οποία προϊόντα η ίδια θα πωλούσε στη μισή τιμή από αυτή που αναγραφόταν στην ετικέτα του προϊόντος. Η κα Παπαγεωργίου, από την τιμή που υπήρχε στην ετικέτα, έκανε μία έκπτωση της τάξεως του 60%-70%. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ τους, ότι επί της τιμής που θα αναλογούσε στην ίδια δεν θα υπήρχε Φ.Π.Α. ή θα το απορροφούσε η κα Παπαγεωργίου. Όταν της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 2, ισχυρίστηκε ότι η ίδια είχε επισκεφθεί το κατάστημα στο Παραλίμνι, είχε επιλέξει τα προϊόντα και μαζί με την κα Παπαγεωργίου κατέγραψαν τους κωδικούς και τις ποσότητες. Στα προϊόντα υπήρχε η αρχική τιμή και η ίδια γνώριζε την τιμή πώλησης στο δικό της κατάστημα, αφού πωλούσε στη μισή τιμή από αυτή που αναγραφόταν στην ετικέτα. Αναγνώρισε στο Τεκμήριο 2, στη θέση του παραλήπτη, τη δική της υπογραφή. Όμως, ήταν ο ισχυρισμός της, ότι οι τιμές μπήκαν εκ των υστέρων καθώς επίσης και το τελικό ποσό και το Φ.Π.Α.. Η ίδια είχε συμφωνήσει να μην πληρώνει Φ.Π.Α. για οποιαδήποτε συναλλαγή. Αναγνώρισε ότι ενόψει του γεγονότος ότι η ίδια επισκεπτόταν τις απογευματινές ώρες το κατάστημα στο Παραλίμνι ή κατά τα Σαββατοκυρίακα, δεν παρεχόταν η ευχέρεια καταγραφής της τιμής και του αθροίσματος. Ήταν κοινή αντίληψη ότι το οφειλόμενο ποσό θα προέκυπτε από τη διαφορά μεταξύ των waybills και των επιστροφών. Όσον αφορά το Τεκμήριο 10, εξήγησε ότι το είχε ετοιμάσει η ίδια και περιλάμβανε ποσότητες και κωδικούς των προϊόντων τα οποία βρίσκονταν στο μαγαζί της στη Λεμεσό. Συμπληρώθηκε από την κα Παπαγεωργίου, ήταν ο ισχυρισμός της, γιατί για την ίδια το σύνολο του τιμολογίου και το Φ.Π.Α., της ήταν εντελώς άγνωστα. Στο δικό της μυαλό ο τελικός διακανονισμός θα γινόταν συγκρίνοντας τα waybills με τις επιστροφές και θα τιμολογείτο ότι απέμεινε. Παραδέχθηκε ότι είχε ενσωματωθεί Φ.Π.Α., τόσο στα waybills καθώς και στις επιστροφές. Όσον αφορά το Τεκμήριο 3, ήταν η δική της θέση ότι τα τιμολόγια με αριθμούς 101, 102 και 103 δεν τα είχε ξαναδεί και δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση μαζί της. Η ίδια δεν μπορούσε να αντιληφθεί κατά πόσο αφορούσαν προϊόντα που είχε παραλάβει. Κατά τη δική της άποψη, δεν την αφορούσαν ούτε προσωπικά αλλά ούτε και είχαν οποιαδήποτε σχέση με τη συνεργασία. Εξετάζοντας το Τεκμήριο 5, τα τιμολόγια 00301-00305, υποστήριξε ότι δεν τα είχε ξαναδεί και δεν είχαν καμία σχέση μαζί της, ούτε και έφεραν τη δική της υπογραφή. Ισχυρίστηκε ότι όταν η ίδια παραλάμβανε προϊόντα από το κατάστημα της κας Παπαγεωργίου, το waybill ετοιμαζόταν είτε από την ίδια, οπόταν ήταν με το δικό της γραφικό χαρακτήρα ή από την κα Παπαγεωργίου και στην περίπτωση αυτή έφεραν την υπογραφή της ως παραλήπτη. Ήταν η δική της θέση ότι δεν είχαν συναντηθεί ποτέ με την κα Παπαγεωργίου για να λογαριαστούν. Είχε μεσολαβήσει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα από την αρχή της συνεργασίας τους μέχρι και τη λήξη της, στο οποίο είχαν διαδραματιστεί πολλά γεγονότα. Στην πορεία, η κα Παπαγεωργίου είχε αθετήσει την προφορική συμφωνία, ήταν η δική της θέση, και η ίδια είχε επικοινωνήσει επανειλημμένα μαζί της, έτσι ώστε να της παραδοθούν καινούρια προϊόντα, όπως ήταν η συμφωνία, πέραν των αρχικών προϊόντων που της είχαν παραδοθεί. Όμως, η κα Παπαγεωργίου δεν απέστειλε καινούριο εμπόρευμα με τη δικαιολογία ότι διαφωνούσε η αντιπροσωπεία στη Λευκωσία. Ήταν ο ισχυρισμός της ότι ο λόγος που δεν επέστρεφε το εμπόρευμα ήταν γιατί δεν είχε παραλάβει νέο εμπόρευμα και αν το επέστρεφε θα έμενε το δικό της μαγαζί άδειο. Η ίδια είχε υποστεί έξοδα για την ανακαίνιση και τη λειτουργία του μαγαζιού και έπρεπε να το δουλέψει περιμένοντας από την κα Παπαγεωργίου να της παραδώσει καινούριο εμπόρευμα της προηγούμενης σεζόν και μετά να επιστρέψει το άλλο εμπόρευμα της προηγούμενης παραλαβής. Ήταν η δική της θέση ότι όταν αντιλήφθηκε ότι δεν υπήρχαν άλλα περιθώρια να επωμίζεται έξοδα, ενοίκια και λειτουργικά έξοδα, τότε αποφάσισε να διαλύσει το μαγαζί. Είχαν γίνει μόνο ελάχιστες πωλήσεις για τις οποίες η ίδια είχε στείλει επιταγή στην κα Παπαγεωργίου, ύψους Λ.Κ.1.500-, παρόλο που δεν είχαν λογαριαστεί, λόγω του ότι είχε μεταβεί στο εξωτερικό για εγχείριση. Προσπάθησε να επικοινωνήσει με την κα Παπαγεωργίου, αλλά είχε το κινητό της κλειστό. Η ίδια μιλούσε με τη Μαργαρίτα, την υπάλληλο της κας Παπαγεωργίου, στην οποία παρέδωσε και το εμπόρευμα. Όσον αφορά το υπόλοιπο, ήταν η δική της άποψη ότι για να καταλήξουν σε κάποιο ποσό και να γίνει τελικός διακανονισμός, έπρεπε να συναντηθούν για να διαπιστώσουν τη διαφορά μεταξύ waybill και επιστροφών, να τιμολογηθούν και μετά να βρεθεί το υπόλοιπο. Η ίδια είχε αναφέρει ότι είχε παραμείνει ένα υπόλοιπο Λ.Κ.800-, λόγω του ότι είχαν γίνει πωλήσεις ύψους Λ.Κ.2.350-. Πλήρωσε Λ.Κ.1.500- και παρέμεινε υπόλοιπο Λ.Κ.800- με Λ.Κ.850-, το οποίο η ίδια δεν ήταν διατεθειμένη να καταβάλει στην κα Παπαγεωργίου, γιατί είχε στην κατοχή της δύο πράγματα δικά της, μεγάλης αξίας, τα οποία της είχε δώσει στα πλαίσια της συνεργασίας και της φιλίας τους, για να διακοσμήσει το μαγαζί της. Ισχυρίστηκε περαιτέρω, ότι είχε κάνει τους δικούς της υπολογισμούς με βάση τις δικές της πωλήσεις. Η ίδια, μετά τη λήξη της συμφωνίας, όταν είχε συμπληρωμένα τα waybills και τις επιστροφές, έλεγξε ένα προς ένα τα waybills και τις επιστροφές και κατέληξε στα δικά της συμπεράσματα. Το υπόλοιπο ήταν λίγο μεγαλύτερο από αυτό που η ίδια είχε υπολογίσει στην αρχή. Η ίδια είχε υπολογίσει τα ποσά όπως τα είχαν συμφωνήσει, χωρίς Φ.Π.Α. και δεν συμπεριέλαβε το Φ.Π.Α. στους υπολογισμούς της. Η ίδια είχε καταλήξει στο ποσό των Λ.Κ.4.160-. Λόγω του ότι είχε καταβάλει Λ.Κ.1.500- όφειλε το ποσό των Λ.Κ.2.100-, σύμφωνα με τους δικούς της υπολογισμούς. Όμως, πρώτον, λόγω της ζημιάς που είχε υποστεί και δεύτερο, λόγω του ότι η κα Παπαγεωργίου κρατούσε ένα χαλί δικό της από δέρμα λιονταριού ανεκτίμητης αξίας και ένα καθρέφτη χειροποίητο επίχρυσο, κατά τη δική της άποψη, δεν όφειλε οτιδήποτε. Υποστήριξε ότι είχε προσπαθήσει να γραφτεί στο Φ.Π.Α., αλλά ένας Λειτουργός της είχε αναφέρει ότι δεν χρειαζόταν λόγω του ότι ήταν ο πρώτος χρόνος της λειτουργίας του καταστήματος. Αντεξεταζόμενη, παραδέχθηκε ότι όλες οι παραλαβές των προϊόντων είχαν γίνει από το κατάστημα της Ενάγουσας Εταιρείας και ήταν παρούσα σε όλες τις παραλαβές. Γινόταν η επιλογή των ρούχων και καταγράφονταν. Η ίδια, λόγω της φιλίας που είχε με την κα Παπαγεωργίου, έμενε μαζί της για το βράδυ. Παραδέχθηκε ότι είχε στην κατοχή της τα πρωτότυπα των Τεκμηρίων 2, 3, 4 και 5, αλλά τα απώλεσε λόγω μετακόμισης και ότι η κα Παπαγεωργίου είχε κρατήσει τα αντίτυπα. Ήταν ο δικός της ισχυρισμός ότι είχε προκύψει μεταξύ της και της κας Παπαγεωργίου μια διαφορά, αλλά δεν ήταν αυτή που παρουσιάζεται σήμερα. Είχαν μιλήσει στο τηλέφωνο με την κα Παπαγεωργίου, αλλά δεν είχαν συναντηθεί για να δουν τα αριθμητικά δεδομένα. Είχε γίνει το 2003 αναφορά σε κάποιο υπόλοιπο, όμως λόγω των ζημιών της η ίδια θεώρησε ότι το θέμα του υπολοίπου είχε λήξει. Υποστήριξε ότι μετά το τελευταίο τηλεφώνημα, λόγω του ότι η κα Παπαγεωργίου είχε κάμει μια επέμβαση, είχε το τηλέφωνό της κλειστό, δεν την επισκέφθηκε γιατί η συμπεριφορά της ήταν προσβλητική, για να αναφέρει στη συνέχεια ότι το τελευταίο τηλεφώνημα που έγινε ήταν σε φιλικό επίπεδο. Εξήγησε ότι ο λόγος που δεν είχε προβεί σε κατάθεση προς την Ενάγουσα Εταιρεία, όταν της ζητήθηκε να το πράξει στο τηλέφωνο, ήταν γιατί δεν υπήρχε διακανονισμός μεταξύ τους ή υπόλοιπο. Ερωτηθείσα για το Τεκμήριο 3, ισχυρίστηκε αρχικά ότι δεν ήταν τα δικά της γράμματα και ότι δεν έφεραν την υπογραφή της. Στη συνέχεια όμως, όταν της υποδείχθηκε ένα προς ένα τα waybills/τιμολόγια, ανάφερε ότι είναι τα δικά της γράμματα. Αναγνώρισε τα γράμματά της στα τιμολόγια 128-
- Όσον αφορά τη συμφωνία, ήταν η θέση της ότι η συνεργασία είχε αρχίσει τον Δεκέμβριο 2002 με αρχές του 2003 και είχε συμφωνηθεί ότι θα τιμολογούνταν και θα πληρώνονταν οι πωλήσεις. Μιλούσαν τηλεφωνικά με την κα Παπαγεωργίου και αν ήταν πολύ λίγες οι πωλήσεις, μόνο 2-3 πωλήσεις για το μήνα, δεν έστελνε τα λεφτά. Συνέχιζε να παραλαμβάνει εμπορεύματα για περίπου ενάμιση χρόνο, παρόλο που οι πωλήσεις είχαν γίνει τους πρώτους μήνες, γιατί η ίδια είχε ξοδέψει λεφτά στη δημιουργία του καταστήματος. Δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε είχε τελειώσει η συνεργασία, αυτό που θυμόταν ήταν ότι διήρκεσε μέχρι τα μέσα του
- Ήταν η δική της άποψη ότι η κα Παπαγεωργίου είχε αθετήσει τη μεταξύ τους συμφωνία από τους πρώτους τρεις με τέσσερις μήνες, παρουσιάζοντας ως λόγο ότι ο αντιπρόσωπος της Λευκωσίας δημιούργησε πρόβλημα. Αρνήθηκε ότι η ίδια είχε αθετήσει τη συμφωνία και ισχυρίστηκε ότι η έλλειψη γραπτής αναφοράς των πωλήσεων βασίστηκε στο ότι η κα Παπαγεωργίου ενημερωνόταν τηλεφωνικός για τις πωλήσεις, οπόταν αυτό δεν συνιστούσε αθέτηση της συμφωνίας εκ μέρους της. Παραδέχθηκε ότι η ίδια διάλεγε τα προϊόντα στο Παραλίμνι, αλλά ισχυρίστηκε ότι ήταν πολύ παλαιό εμπόρευμα και συνιστούσαν συσσωρευμένο στοκ παλαιών χρόνων. Η συμφωνία, κατά τη δική της άποψη, αφορούσε τη δημιουργία ενός «Stock House», το οποίο θα πωλούσε επώνυμα είδη ένδυσης σε πολύ χαμηλή τιμή, στη μισή τιμή από αυτή που αναγραφόταν στο καρτελάκι. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν αναγραφόταν η τιμή κόστους στα waybills, γιατί υπήρχαν οι τιμές στις ετικέτες. Αυτή η μισή τιμή θα περιλάμβανε και το Φ.Π.Α., αλλιώς, ήταν η θέση της, δεν θα υπήρχε λόγος να αρχίσει η συνεργασία γιατί θα ήταν ασύμφορο για την ίδια. Υποστήριξε ότι με την απόφαση για ενοικίαση του καταστήματος, είχε συμφωνήσει και η κα Παπαγεωργίου, η οποία είχε συμβάλει και στην ανεύρεσή του. Ερωτηθείσα όμως, παραδέχθηκε ότι η συμφωνία ενοικίασης του συγκεκριμένου καταστήματος ήταν επ' ονόματί της και ότι λόγω του ότι το κατάστημα έπρεπε να φέρει μια επωνυμία, το ονόμασε «Ex-Animo». Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας, ήταν η δική της θέση, ότι η αξία του εμπορεύματος που είχε πωληθεί ήταν Λ.Κ.4.600-. Όμως, δεν είχε ταμειακή μηχανή στο κατάστημα και έδινε μικρές χειρόγραφες αποδείξεις, τις οποίες δεν γνώριζε κατά πόσο είχε στην κατοχή της. Το συγκεκριμένο ποσό προέκυψε από τη διαφορά των waybills Λ.Κ.25.567- και των επιστροφών Λ.Κ.21.428-. Όταν της υποβλήθηκε ότι το πραγματικό ποσό που οφειλόταν ήταν Λ.Κ.7.201- ήτοι €12.203,84 ισχυρίστηκε ότι οι δικοί της αριθμοί δεν οδηγούν στο συγκεκριμένο ποσό. Η ίδια είχε οδηγηθεί στο συγκεκριμένο ποσό αθροίζοντας τα waybills και αφαιρώντας τις επιστροφές. Ισχυρίστηκε ότι για να καταλήξουν και οι δύο σε κάποιο ποσό έπρεπε να ελεγχτούν τα waybills και οι επιστροφές για να διαφανεί το υπόλοιπο. Κατά τη δική της άποψη, έπρεπε να μπουν ποσά στα waybills ή να αφαιρεθεί το εμπόρευμα που επιστράφηκε και να τιμολογηθούν τα υπόλοιπα. Επειδή δεν έγινε αυτό, η ίδια είχε αναφέρει στην κα Παπαγεωργίου κατά προσέγγιση το ποσό που της όφειλε. Η ίδια, ήταν η δική της θέση, είχε μόνο τις επιστροφές και κάποια τιμολόγια τα οποία είχε ετοιμάσει μετά από παράκληση της κας Παπαγεωργίου, τα οποία όμως δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα γιατί έγιναν όταν το λογιστικό της γραφείο της κας Παπαγεωργίου της είχε πει ότι αντιμετώπιζε πρόβλημα με το Φ.Π.Α. και έπρεπε να παρουσιάσει κάποια τιμολόγια. Απαντώντας σε ερώτηση που της είχε υποβληθεί, ισχυρίστηκε ότι οι δικές της επιστροφές ήταν λευκές και η κα Παπαγεωργίου είχε συμπληρώσει τις τιμές στα δικά της αντίγραφα, οι οποίες τιμές ήταν οι ίδιες με αυτές που είχαν καταγραφεί στα waybills. Ερωτηθείσα για το Τεκμήριο 6, παραδέχθηκε ότι η ίδια είχε γράψει τη λέξη «επιστροφή», το είδος και την ποσότητα των εμπορευμάτων και ότι η κα Παπαγεωργίου είχε γράψει τα ποσά. Οπόταν, ήταν η δική της εισήγηση, ότι η συνολική αξία των εμπορευμάτων που είχε στο κατάστημά της ήταν Λ.Κ.25.567- χωρίς Φ.Π.Α., αφού αυτή ήταν η συμφωνία να μην καταβάλει Φ.Π.Α., γιατί θα το απορροφούσε η κα Παπαγεωργίου. Όταν της υποβλήθηκε ότι δεν συνέφερε την κα Παπαγεωργίου να κάνει μια τέτοια συμφωνία, γιατί ήταν εγγεγραμμένη στο Φ.Π.Α., ήταν η δική της θέση ότι το γνώριζε η ίδια ότι η συγκεκριμένη συμφωνία δεν τη συνέφερε, αλλά επειδή ένα κέρδος σε στοκ εμπορεύματος δεν είναι κέρδος, αποδέχθηκε να μειώσει το κέρδος της με αυτό τον τρόπο. Κατέληξε, ότι η ίδια πωλούσε χωρίς Φ.Π.Α. γιατί είχε συμβουλευτεί την Υπηρεσία Φ.Π.Α. και της είχε αναφερθεί ότι ενόψει του γεγονότος ότι ήταν ο πρώτος χρόνος που λειτουργούσε, είχε δικαίωμα χάριτος. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας και οι δύο πλευρές προχώρησαν με αγορεύσεις. Ο κ. Θωμάς εισηγήθηκε ότι η συμφωνία είχε γίνει στη Λεμεσό και όχι στο Παραλίμνι, όπως καταγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι η Εναγομένη δεν αγόραζε προϊόντα από την Ενάγουσα Εταιρεία. Εισηγήθηκε ότι η διαφορά στο ποσό προκύπτει λόγω του Φ.Π.Α. και ότι η Ενάγουσα Εταιρεία δεν μπορούσε να ξεφύγει από την αξίωσή της και να απαιτήσει πιο μικρό ποσό. Κατέληξε, ότι η καταπάτηση της συμφωνίας είχε γίνει από την Ενάγουσα Εταιρεία και ότι αυτός που οφείλει δεν είναι η Εναγομένη αλλά η κα Παπαγεωργίου της Εναγομένης Λ.Κ.4.000-. Η κα Χατζηκωσταντή εισηγήθηκε ότι τα waybills/τιμολόγια είχαν συμπληρωθεί στην παρουσία και των δύο εμπλεκομένων, οπόταν δεν μπορεί να αρνείται παραλαβή των εμπορευμάτων ιδιαίτερα ενόψει του ότι αναγνώρισε τα Τεκμήρια 3, 4 και 5 κατά την αντεξέταση. Όσον αφορά τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, ήταν η θέση της ότι η σύναψη της συμφωνίας είχε γίνει στο Παραλίμνι και η Εναγομένη παραλάμβανε τα εμπορεύματα από το Παραλίμνι. Κατέληξε ότι η Υπεράσπιση της Εναγομένης είναι αντιφατική γιατί παραδέχθηκε το υπόλοιπο και ενώ ισχυρίστηκε ειδικές αποζημιώσεις, δεν τις απέδειξε. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.α.
(2002)1 (Α) Α.Α.Δ. 165). Παρακολούθησα με ιδιαίτερη προσοχή και τις δύο μάρτυρες ενόσω αυτές κατέθεταν κατά την ακροαματική διαδικασία και είχα την ευκαιρία να δω τον τρόπο που απαντούσαν τις διάφορες ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, το καλό ή το κακό μνημονικό τους και την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχω επίσης θέσει ενώπιόν μου το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια. Στην Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, έχει υποδειχθεί ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Η κα Παπαγεωργίου, διευθύντρια της Ενάγουσας Εταιρείας, άφησε στο Δικαστήριο πολύ καλή εντύπωση. Σταθερή στη μαρτυρία της, ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Υποστήριξε τα λεχθέντα της με τιμολόγια και από μόνη της έκανε αναφορά στο λογιστικό λάθος, μειώνοντας την απαίτησή της. Για κάθε ένα από τα εκδοθέντα και κατατεθέντα τιμολόγια είχε εξηγήσει το περιεχόμενό του, καθώς και τον τρόπο κατάρτισής του. Επίσης, γνώριζε πλήρως κάθε μία χρέωση ή πίστωση που περιλήφθηκε στα Τεκμήρια 8 και 9 και μπόρεσε να τα επεξηγήσει πλήρως. Η όλη μαρτυρία της διακατεχόταν από πληρότητα και σαφήνεια. Δεν άφησε καμιά αμφιβολία στο Δικαστήριο για την αλήθεια των λεχθέντων. Ήταν ειλικρινής και ήταν λυπημένη γιατί μια φιλία πολλών χρόνων είχε χαλάσει λόγω αυτής της συνεργασίας. Αντίθετη είναι η άποψή μου για την Εναγομένη, η οποία με κάθε τρόπο προσπαθούσε να παραπλανήσει το Δικαστήριο και να ρίξει την ευθύνη στην κα Παπαγεωργίου για ότι είχε συμβεί. Δηλαδή, ενώ παραδέχθηκε ότι είχε πάρει όλα τα προϊόντα που καταγράφονται στα waybills, εκτός από τα τιμολόγια 00101, 00102 και 00103, του Τεκμηρίου 3, και ότι αυτή κατέγραφε τις πλείστες φορές τα προϊόντα που παραλάμβανε, στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι σε μερικά από αυτά τα waybills δεν υπήρχε η υπογραφή της. Υπήρχε επίσης αντίφαση στη μαρτυρία της, αφού ισχυρίστηκε ότι είχε συμφωνήσει με την κα Παπαγεωργίου να μην καταβάλλει Φ.Π.Α., ενώ στη συνέχεια υποστήριξε ότι είχε προβεί σε έρευνα στο Γραφείο Φ.Π.Α. και της αναφέρθηκε ότι ενόψει του ότι ήταν ο πρώτος χρόνος λειτουργίας του καταστήματος, τίθετο θέμα χάριτος και δεν ήταν αναγκαίο να εγγραφεί στο Φ.Π.Α.. Παραδέχθηκε ότι οφείλει κάποιο ποσό, αλλά, κατά τη δική της άποψη, ήταν μικρότερο από αυτό που αξιώνεται και το οποίο ποσό η ίδια θεωρεί ότι δεν το οφείλει γιατί παραχώρησε στην κα Παπαγεωργίου ένα καθρέφτη και ένα χαλί από δέρμα λεοπάρδαλης. Σημειώνω εδώ ότι η πλείστη μαρτυρία της ήταν αντίθετη με την καταγραφείσα Υπεράσπισή της. Και ενώ ισχυριζόταν ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6 της ήταν άγνωστο και ότι ο τελικός διακανονισμός θα γινόταν συγκρίνοντας τα waybills με τις επιστροφές και ότι παρέμεινε θα τιμολογείτο, στη συνέχεια υποστήριξε ότι διαφωνούσε με το ποσό και ισχυρίστηκε ότι η ίδια είχε καταλήξει στο δικό της ποσό, συγκρίνοντας το ποσό των waybills και αφαιρώντας της επιστροφές. Πώς προέβηκε στη συγκεκριμένη μαθηματική πράξη χωρίς να γνωρίζει το άθροισμα των waybills, δηλαδή το τελικό ποσό, καθώς και το τελικό ποσό που αναλογούσε στις επιστροφές, είναι άξιο απορίας. Αρχικά ισχυρίστηκε ότι χρωστούσε μόνο Λ.Κ.800- γιατί είχε προβεί σε πωλήσεις αξίας Λ.Κ.2.350- και είχε καταβάλει Λ.Κ.1.500-, ενώ στην πορεία της αντεξέτασης ισχυρίστηκε ότι η αξία του εμπορεύματος που είχε πωλήσει ήταν Λ.Κ.4.600-. Το ποσό αυτό το υπολόγισε, κατά τη δική της θέση, αθροίζοντας τα waybills και αφαιρώντας τις επιστροφές. Εγείρεται το εύλογο ερώτημα, πώς μπορούσε να προβεί στη συγκεκριμένη μαθηματική πράξη, αφού στα δικά της waybills και επιστροφές δεν υπήρχαν τιμές, σύμφωνα πάντοτε με το δικό της ισχυρισμό; Προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι η κα Παπαγεωργίου αντιμετώπιζε πρόβλημα με την Υπηρεσία Φ.Π.Α., γι' αυτό και της είχε χρεώσει το Φ.Π.Α., ενώ η συμφωνία ήταν διαφορετική και η ίδια είχε εκδώσει κάποια τιμολόγια μετά από παράκληση της κας Παπαγεωργίου. Η θέση της αυτή απορρίφθηκε από αυτή τούτη την πραγματική μαρτυρία, δηλαδή τα Τεκμήρια 2, 3, 4, 5, 10 και
- Επίσης, ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι το μοναδικό τηλεφώνημα για να καταβάλει κάποιο ποσό, από την κα Παπαγεωργίου, ήταν σε φιλικό τόνο, στη συνέχεια υποστήριξε ότι η κα Παπαγεωργίου την πήρε μια μόνο φορά τηλέφωνο και απλά απαίτησε να πληρωθεί και η συμπεριφορά της αυτή ήταν προσβλητική. Τόσο αντιφατική ήταν η μαρτυρία της, που δεν μπορεί να εξαχθεί από αυτήν οποιοδήποτε συμπέρασμα, αλλά ούτε και ενδείκνυται να της αποδοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Ενόψει της πιο πάνω αξιολόγησης, καταλήγω ότι τα γεγονότα εξελίχθηκαν ως ακολούθως: Η κα Παπαγεωργίου, διευθύντρια της Ενάγουσας Εταιρείας, ήταν φίλη από παλαιά με την κα Φρύνη Κωνσταντίνου. Συμφωνήθηκε μεταξύ τους, στο Παραλίμνι, τέλος 2002 αρχές 2003, όπως η Ενάγουσα Εταιρεία παραχωρεί το εμπόρευμα της προηγούμενης σεζόν, το οποίο δεν είχε πωληθεί, στην κα Φρύνη Κωνσταντίνου, η οποία θα το πουλούσε στη Λεμεσό σε μειωμένες τιμές. Στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας, η κα Φρύνη Κωνσταντίνου ενοικίασε κατάστημα και προέβηκε στις απαραίτητες ρυθμίσεις για να το λειτουργήσει ως κατάστημα πώλησης ειδών ένδυσης με την ονομασία «Ex-Animo Boutique». Για την παραλαβή των εμπορευμάτων, η κα Φρύνη Κωνσταντίνου επισκεπτόταν το κατάστημα της Ενάγουσας Εταιρείας στο Παραλίμνι. Εκεί ετοίμαζε η ίδια, τις πλείστες φορές, τα waybills, στα οποία καταγραφόταν η ποσότητα των εμπορευμάτων, το είδος, η λιανική τιμή πώλησης, η χονδρική τιμή πώλησης, καθώς και το σύνολο του κάθε waybill/τιμολογίου. Στα πλαίσια της συγκεκριμένης συμφωνίας είχε παραδοθεί εμπόρευμα αξίας Λ.Κ.31.850-. Λόγω του ότι η Εναγομένη δεν γνωστοποιούσε στην Ενάγουσα τις πωλήσεις που έκαμνε κάθε μήνα, όπως ήταν η μεταξύ τους συμφωνία, μετά την παρέλευση ενός και πλέον χρόνου συνεργασίας, η Ενάγουσα Εταιρεία ζήτησε την πληρωμή κάποιου ποσού για τις πωλήσεις που είχαν διεκπεραιωθεί. Στάλθηκε από την Εναγομένη, τον Μάιο 2003, το ποσό των Λ.Κ.1.500-. Η συνεργασία παρέμεινε στάσιμη μέχρι που η Ενάγουσα Εταιρεία ζήτησε την επιστροφή των παραδοθέντων εμπορευμάτων για να μπορέσουν οι δύο πλευρές να λογαριαστούν, λόγω του ότι δεν έβρισκαν οι δύο πλευρές άλλο τρόπο για να καταλήξουν στο οφειλόμενο ποσό. Λόγω του ότι η διευθύντρια της Ενάγουσας Εταιρείας απουσίαζε για αρκετούς μήνες, για λόγους υγείας στο Ισραήλ, η επιστροφή των εμπορευμάτων είχε διαμειφθεί μεταξύ της Εναγομένης αυτοπροσώπως και της υπαλλήλου της Ενάγουσας Εταιρείας. Η Εναγομένη ιδιοχείρως κατέγραψε όλο το εμπόρευμα που επέστρεφε στην Ενάγουσα Εταιρεία, στα Τεκμήρια 10 και
- Όταν επέστρεψε η κα Παπαγεωργίου, αντιπαράβαλε τα waybills με τις επιστροφές και έβαλε τις τιμές με βάση την τιμή χονδρικής πώλησης που καταγραφόταν στα waybills. Αυτή η λογιστική εργασία οδήγησε τους λογιστές της Ενάγουσας Εταιρείας στην κατάληξη ότι η Εναγομένη όφειλε στην Ενάγουσα Εταιρεία το ποσό των Λ.Κ.7.201,23 δηλαδή €12.303,84, Τεκμήρια 8 και
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Προτού εξεταστεί η ουσία της διαφοράς, θα πρέπει το Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει τη συγκεκριμένη διαφορά. Έχει εγερθεί από την Εναγομένη προδικαστική ένσταση στην οποία ισχυρίζεται ότι το αρμόδιο Δικαστήριο για να εκδικάσει τη διαφορά είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Δεν καταγράφεται στην Υπεράσπιση η νομική βάση της συγκεκριμένης προδικαστικής ένστασης. Διαφάνηκε από τη μαρτυρία ότι η συγκεκριμένη προδικαστική ένσταση βασίστηκε στη θέση της Εναγομένης ότι η συμφωνία είχε επιτευχθεί στη Λεμεσό. Η συγκεκριμένη θέση της Εναγομένης έχει απορριφθεί από το Δικαστήριο, αφού δεν αποδέχθηκε τη μαρτυρία της. Παρά την απόρριψη της θέσης της Εναγομένης, το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει την ουσία της προδικαστικής ένστασης. Σύμφωνα με το άρθρο 21
(1)(α) του περί Δικαστηρίων Νόμου: «21.-
(1)Το Επαρχιακόν Δικαστήριον, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 19, θα έχη πρωτόδικον δικαιοδοσίαν ίνα ακούη και αποφασίζη οιανδήποτε αγωγήν συμφώνως προς τα διατάξεις του άρθρου 22 οσάκις- (α) η βάσις της αγωγής έχη προκύψει είτε καθ' ολοκληρίαν είτε εν μέρει εντός των ορίων της επαρχίας δι' ην το δικαστήριον καθιδρύθη» Στην Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα Εταιρεία διευκρινίζει ότι η έδρα της είναι στο Παραλίμνι, χωρίς όμως να διευκρινίζει πού θα κατέβαλλε η Εναγομένη το οφειλόμενο ποσό κάθε τέλος του μηνός. Εφόσον, σύμφωνα με τη νομολογία, ο χρεώστης έχει υποχρέωση να αναζητήσει τον πιστωτή στο χώρο εργασίας του ή διαμονής του για να πληρώσει το χρέος του, η Εναγομένη όφειλε να αναζητήσει την Ενάγουσα Εταιρεία στο Παραλίμνι για να της αποπληρώσει το οφειλόμενο ποσό (βλ. Πούγιουκα v. Θρασυβούλου
(1998)1 (Δ) Α.Α.Δ. 2014, Πίττης v. Progress Electronics Co Ltd
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 50 και American Life Insurance Company Ltd v. Τζβέτα Μιχαήλ Μιχαήλ
(2007)1 (Α) Α.Α.Δ. 593). Προκύπτει από τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, πρώτον, ότι δεν υπήρχε μεταξύ των μερών οποιαδήποτε ρητή συμφωνία αναφορικά με τον τρόπο πληρωμής του εκάστοτε οφειλόμενου ποσού και δεύτερον, ότι η αξίωση της Ενάγουσας Εταιρείας είναι για την καταβολή, σύμφωνα με την ίδια, οφειλόμενου ποσού. Κατά συνέπεια, ήταν καθήκον της Εναγομένης να αναζητήσει για σκοπούς πληρωμής την Ενάγουσα Εταιρεία στον τόπο της επιχειρηματικής της δραστηριότητας, στο Παραλίμνι. Ενόψει αυτού, καταλήγω ότι ορθά η αγωγή καταχωρίστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Αμμοχώστου που συνεδριάζει στη Λάρνακα. Έχοντας καταλήξει επί του θέματος της δικαιοδοσίας, θα πρέπει σε αυτό το σημείο να αναφερθεί ότι προβλήθηκαν πολλές και αντιφατικές υπερασπίσεις. Ενώ κατά τη διαδικασία προβλήθηκαν υπερασπίσεις που δεν καταγράφηκαν στην Έκθεση Υπεράσπισης. Δηλαδή, κατά τη διάρκεια της δίκης προβλήθηκε η Υπεράσπιση ότι η Εναγομένη δεν γνώριζε τις τιμές γιατί δεν γνώριζε τι χρεωνόταν από την κα Παπαγεωργίου. Επίσης, προβλήθηκε ότι υπήρχε όρος στην προφορική συμφωνία να μην χρεώνεται με Φ.Π.Α. η Εναγομένη. Όλα αυτά για πρώτη φορά προβλήθηκαν κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Πανίκου Νεοφύτου, Έλενα Νεοφύτου v. Ανδρέα Γερακιώτη, Πολ. Έφ.79/08, ημερ.22/01/2010, καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αναφέρθηκε στην υπόθεση Βραχίμη v. Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 836, ως αυθεντία για την αρχή ότι ένα Δικαστήριο δεν μπορεί να επεκτείνεται στην εξέταση άλλων θεμάτων έξω από και σε διάσταση με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς. Η απόφαση αυτή, επιβεβαιωτική της θέσης ότι «Η δικογραφία αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων», (σελ.839), έχει ακολουθηθεί πλειστάκις και μπορούν απλώς να αναφερθούν οι υποθέσεις Awake Security Services Ltd v. Μαυρομμάτη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1257, Α.Μ. Statis Estates Ltd v. G.M.P. Katsambas Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 860 και Exalco S.A. v. Αλουμινέξ Λτδ
(2007)1 Α.Α.Δ. 991. Παλαιότερες αυθεντίες είχαν την αυτή νομολογιακή κατεύθυνση (δέστε Eleni Panayiotou Iordanous v. Polycarpos Neophytou Aniftos (1959-1960) 24 C.L.R.97 και Hjipavlou v. Jinaro Terra Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 433). Η απόφαση Νεόφυτος Γεωργίου v. Ακίνητα Χρίστου Μ. Ψάλτη Λτδ, Πολ. Έφ. αρ.173/06, ημερ.24/10/2008, στην οποία αναφέρθηκε ο κ. Χριστοφή, ως κατά την άποψη του βοηθητική στην υπόθεση του εφεσείοντα, ότι το περιεχόμενο της συμφωνίας αποτελεί θέμα μαρτυρίας και όχι δικογράφου, δεν έχει καθορίσει οποιοδήποτε διαφορετικό κανόνα, αλλά απλώς υπέδειξε το διαχρονικά αυτονόητο, σε επίρρωση των δικογραφικών κανόνων, ότι εφόσον υπάρχει ισχυρισμός ενός γεγονότος σε ένα δικόγραφο, γίνεται δεκτή μαρτυρία προς απόδειξή του. Στο βαθμό που ο συνήγορος προσπάθησε να εισηγηθεί ότι το περιεχόμενο της συμφωνίας δεν ήταν ανάγκη να καταγραφεί στο δικόγραφο και επομένως δεν υπήρχε αναντιστοιχία μεταξύ δικογράφου και μαρτυρίας, η απόφαση Νεόφυτος Γεωργίου - ανωτέρω - έχει παρερμηνευθεί. Ως ο ίδιος ο συνήγορος αναφέρει στο περίγραμμα του, η ύπαρξη της συμφωνίας και το περιεχόμενο της ήταν ο ακρογωνιαίος λίθος της Υπεράσπισης του εφεσείοντα, αλλά για να καθίστατο εξεταστέα τέτοια συμφωνία έπρεπε να είχε σαφώς και περιεκτικώς δικογραφηθεί κατ' επιταγή της Δ.19 θ.4, αλλά και της Δ.19 θ.22 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Όπως λέχθηκε και στη Μαυρομιχάλη v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1996)1 Α.Α.Δ. 530, "Η Υπεράσπιση συνιστά δικόγραφο, στο οποίο προσδιορίζονται οι θέσεις του εναγόμενου έναντι των διεκδικήσεων του ενάγοντα. Η δικογραφία επενεργεί στον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων. Δεν συνιστά μαρτυρία ούτε αποδεικτικό υλικό για την απόδειξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών"». Όσον αφορά τις αντιφατικές θέσεις/υπερασπίσεις, ζητήθηκε από το συνήγορο της Εναγομένης κατά τη διάρκεια της διαδικασίας να καθορίσει τη θέση του και δήλωσε προς το Δικαστήριο ότι ήθελε να προωθήσει όλες τις υπερασπίσεις που κατέγραψε. Με αυτό ως δεδομένο πλέον και έχοντας υπόψη τη μαρτυρία που προσκομίστηκε εκ μέρους της Εναγομένης, η οποία μαρτυρία ήταν αντίθετη με την καταγραφείσα υπεράσπιση, θεωρώ ότι δεν μπορεί να της αποδοθεί καμιά βαρύτητα. Και εξηγώ: Η Υπεράσπιση της Εναγομένης ήταν ότι δεν προέβαινε σε οποιεσδήποτε αγορές από την Ενάγουσα Εταιρεία και ότι κατά τον επίδικο χρόνο δεν λειτουργούσε το κατάστημά της. Η ίδια η Εναγομένη έδωσε μαρτυρία ότι έπαιρνε εμπόρευμα από την Ενάγουσα Εταιρεία, το οποίο διοχέτευε από το κατάστημα που είχε ανοίξει στη Λεμεσό. Επίσης, καταγράφει ότι είχε δώσει στη διευθύντρια της Ενάγουσας Εταιρείας ένα πίνακα μεγάλης αξίας. Από τη μαρτυρία της Εναγομένης προέκυψε ότι είχε δώσει ένα χαλί και ένα καθρέφτη στην κα Παπαγεωργίου. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις αφήνουν την Υπεράσπιση κενή από περιεχόμενο και οδηγούν το Δικαστήριο στο να την αγνοήσει. Το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας, όπως καταγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης, είναι το «εκκαθαρισμένο χρεωστικό υπόλοιπο». Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης v. Ρέϊνμποου Πλήτσιηγκ και Νταϊγκ Κο. Λτδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 610, στη σελ.615: «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τι συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση.» (Βλ. Demil Co Ltd v. A. Panayides Contracting Ltd
(2008)1 Α.Α.Δ.661 και Ηρακλής Μιχαηλίδης v. Φάνος Επιφανείου Λτδ
(2009)1 Α.Α.Δ.494.) Η Εναγομένη αρνήθηκε την αγορά εμπορευμάτων, καθώς και την ύπαρξη της οποιασδήποτε μεταξύ των μερών συμφωνίας στην Υπεράσπισή της. Με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, το ποσό που ζητείτο από την Ενάγουσα Εταιρεία ήταν στην ουσία υπόλοιπο λογαριασμού και όχι εκκαθαρισμένο χρεωστικό υπόλοιπο. Η Ενάγουσα Εταιρεία είχε το βάρος να αποδείξει, πρώτον, ότι τα προϊόντα που καταγράφονται στα Τεκμήρια 4-6 είχαν παραδοθεί στην Εναγομένη, δεύτερον, ότι είχαν πιστωθεί όλες οι επιστροφές και τρίτον ότι είχε πιστωθεί το ποσό των Λ.Κ.1.500- που είχε καταβληθεί από την Εναγομένη στην Ενάγουσα Εταιρεία. Η Εναγομένη είχε παραδεχθεί την παραλαβή όλων των εμπορευμάτων, πλην αυτών που καταγράφονται στα τιμολόγια 101, 102 και 103, που αποτελούν μέρος του Τεκμηρίου 3. Επίσης, είχε αποδεχθεί την επιστροφή των εμπορευμάτων που καταγράφονται στα Τεκμήρια 10 και 11, τα οποία ήταν τα τιμολόγια των επιστροφών που η ίδια η Εναγομένη είχε καταγράψει και ήταν στην κατοχή της. Τα τιμολόγια των επιστροφών που η Εναγομένη είχε στην κατοχή της ταιριάζουν πλήρως όσον αφορά την ποσότητα και το είδος των εμπορευμάτων με τα Τεκμήρια 6 και 7, που κατατέθηκαν από την κα Παπαγεωργίου, μάρτυρα της Ενάγουσας Εταιρείας. Όσον αφορά τις επιστροφές, Τεκμήρια 6 και 7, η ίδια η κα Παπαγεωργίου είχε εξηγήσει τον τρόπο τιμολόγησης. Δηλαδή, ότι στη στήλη που τιτλοφορείται «Ποσότης», είχε γραφτεί η τιμή της λιανικής πώλησης, έτσι ώστε να μπορεί να καθοριστεί το ποσό της χοντρικής τιμής. Κάτω από την ένδειξη «@» καταγράφηκαν οι τιμές που είχαν χρεωθεί στα τιμολόγια που είχε παραλάβει η Εναγομένη και στη στήλη «£» καταγράφηκε το τελικό κόστος του κάθε εμπορεύματος, ανάλογα με την ποσότητα. Είχε χρεωθεί Φ.Π.Α., οπόταν και έπρεπε να αφαιρεθεί το Φ.Π.Α. κατά τις επιστροφές. Έχει νομολογηθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι τα τιμολόγια από μόνα τους δεν έχουν «αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία», αλλά πρέπει να συνεκτιμούνται με την υπόλοιπη μαρτυρία που προσάγεται (βλ. Palatino Development Ltd v. Telectronics Com Ltd
(2002)1 B Α.Α.Δ. 962, Παναγιώτης Μαστρής Λτδ v. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ
(2006)1 (Α) Α.Α.Δ. 728 και A. L. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156). Δεν διαπιστώθηκε καμία διαφοροποίηση όσον αφορά τα προαναφερθέντα στα waybills και στις επιστροφές, σε σχέση με την ποσότητα καθώς και τις τιμές. Τα τιμολόγια/waybills καθώς και οι επιστροφές, αντικατοπτρίζουν πλήρως τη συνολική εικόνα των συναλλαγών που έγιναν μεταξύ των μερών αλλά και των χρεοπιστώσεων. Όλα αυτά, εν πάση περιπτώσει, έγιναν αποδεκτά από την Εναγομένη στη μαρτυρία της και καταρρίφθηκε με αυτή τούτη τη μαρτυρία της η Υπεράσπισή της, ότι η ίδια δεν προέβαινε σε οποιεσδήποτε αγορές από την Ενάγουσα Εταιρεία καθώς και ο ισχυρισμός της ότι το κατάστημά της δεν λειτουργούσε κατά τον επίδικο χρόνο. Αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο η Εναγομένη οφείλει το ποσό των €12.303,84 ή το ποσό των €1.451,31 που η ίδια ισχυρίζεται. Η Εναγομένη ισχυρίστηκε ότι προέβη σε πωλήσεις εμπορευμάτων συνολικής αξίας Λ.Κ.4.600-, όμως στο κατάστημα δεν είχε ταμειακή μηχανή και ούτε υπήρχε κάποια ένδειξη του εμπορεύματος που πώλησε. Ο μόνος τρόπος να εξαχθεί η αξία των πωληθέντων εμπορευμάτων ήταν να καταγραφούν οι επιστροφές και να συγκριθούν με τα waybills/τιμολόγια. Αυτή ήταν και η θέση της, της Εναγομένης. Το ποσό που προκύπτει από αυτή τη σύγκριση ανέρχεται στα €12.303,84 σύμφωνα με το Τεκμήριο
- Το μόνο ποσό που θεωρώ ότι δεν μπορεί να αποδοθεί στην Ενάγουσα Εταιρεία είναι το ποσό που αφορά τα τιμολόγια 00101, 00102 και 00103, το οποίο ανέρχεται στις Λ.Κ.289-. Τα συγκεκριμένα τιμολόγια δεν αναγνωρίστηκαν από την Εναγομένη, δεν έχουν συνδεθεί με οποιοδήποτε τρόπο με τη συμφωνία και είναι επίσης ανυπόγραφα. Δεν μπορώ να τα αποδεχθώ ως αποδεικτικά των όσων καταγράφουν. Συνεπακόλουθα, με βάση την προσαχθείσα από την Ενάγουσα Εταιρεία μαρτυρία, έχει αποδειχθεί η αξίωσή της για το ποσό των Λ.Κ6.912,23, το αντίστοιχο σε €11.810,
- Η Εναγομένη αξίωσε από την Ενάγουσα Εταιρεία ποσό ύψους Λ.Κ.4.000- ήτοι €6.834,40 ως απώλεια κέρδους ή ζημιάς καθώς και γενικές αποζημιώσεις. Σύμφωνα με τη νομολογία, η ανταπαίτηση πρέπει να αποδεικνύεται όπως και κάθε άλλη αξίωση. Η Εναγομένη δεν προσκόμισε ίχνος μαρτυρίας που να αφορά την ανταπαίτησή της. Αναφέρθηκε γενικά και αόριστα στα έξοδα που υπέστη για να ανοίξει το κατάστημα πώλησης των συγκεκριμένων εμπορευμάτων. Η μαρτυρία αυτή, η γενική και σκόρπια, δεν είναι ικανή για να αποδειχθεί η ανταπαίτησή της. Συνεπακόλουθο της πιο πάνω κατάληξης είναι η απόρριψη της ανταπαίτησης με έξοδα σε βάρος της Εναγομένης. Ενόψει όλων των πιο πάνω καταγραφέντων, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας Εταιρείας και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των Λ.Κ.6.912,23, το ισόποσο σε ευρώ €11.810,25, με νόμιμο τόκο από 13/11/
- Επιδικάζονται επίσης υπέρ της Ενάγουσας τόσο τα έξοδα της αγωγής καθώς και τα έξοδα της ανταπαίτησης, όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ε. Γεωργίου-Αντωνίου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο