← Κύπρος

Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Παναγιώτης Χαραλαμπίδης, Αρ. Αγωγής 5074/2011, 9ην Απριλίου, 2012

Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Παναγιώτης Χαραλαμπίδης, Αρ. Αγωγής 5074/2011, 9ην Απριλίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A3 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5074/2011 ΜΕΤΑΞΥ: Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου Εναγόντων -και- Παναγιώτης Χαραλαμπίδης Εναγομένου 9ην Απριλίου, 2012 Αίτηση για παραμερισμό υπεράσπισης, ημερομηνίας 06.10.2011 Για τους Ενάγοντες: κα Χατζηιωάννου Για τον Εναγόμενο: καμία εμφάνιση Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Αίτηση των εναγόντων (στη συνέχεια οι αιτητές), ημερομηνίας 06.10.2011, αιτείται∙ "Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απορρίπτει και/ή ακυρώνει και/ή να παραμερίζει την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης της εναγομένης." Η αίτηση εδράζεται στη Δ.19 κκ 15 και 16, Δ.27 κ.3 και Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου και όπως αναφέρει στο πρόσωπό της τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται εμπεριέχονται στο φάκελο της διαδικασίας, ενώ συνοψίζονται και στην αίτηση ως ακολούθως∙ "

  1. Δεν δικογραφήθηκε καμιά υπεράσπιση.
  2. Γενική άρνηση των ισχυρισμών των εναγόντων χωρίς λεπτομέρειες γιατί γίνεται άρνηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο.
  3. Το δικόγραφο είναι άνευ νομικού ή πραγματικού ερείσματος." Ο εναγόμενος (στη συνέχεια ο καθ' ου η αίτηση) καταχώρισε ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης στην οποία αναφέρει ότι∙ "(α) Το Αιτητικό των Αιτητών είναι Νόμω και ουσία αβάσιμο. (β) Δεν στοιχειοθετούνται οι αναγκαίες και/ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις για έγκριση του αιτήματος των Αιτητών. (γ) Η Αίτηση ως είναι διατυπωμένη δεν αναγνωρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. (δ) Έγκριση της Αίτησης παραβιάζει ουσιωδώς το Συνταγματικό Δικαίωμα του Εναγομένου να ακουσθεί. (ε) Τα στοιχεία γεγονότων αριθ. 2 και 3 αποτελούν ευρήματα του Σεβαστού Δικαστηρίου τα οποία θα πρέπει να υποστηρίζονται με μαρτυρία." Ως νομική βάση της ένστασης αναφέρονται οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί Δ.19 κκ15, 16, 18 και 26, Δ.27 κκ1 έως 3 και Δ.48 κκ1 έως 9 και οι συμφυείς εξουσίες του δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση στην οποία επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης (α) μέχρι και (ε) και αναφέρεται ότι η υπεράσπιση καταχωρίστηκε την 20.09.
  4. Επίσης αναφέρει ότι το επίδικο αίτημα δεν πλαισιώνεται από γεγονότα και ότι τα στοιχεία γεγονότων στο πρόσωπο της αίτησης με διακριτικά 2 και 3 έπρεπε να υποστηρίζονται από μαρτυρία. Τέλος, είναι η θέση του καθ' ου η αίτηση πως τυχόν παραμερισμός της υπεράσπισης που καταχώρισε θα παραβιάσει ουσιωδώς το δικαίωμά του για να ακουσθεί. Παρεμβάλλω εδώ ότι η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση την 06.02.
  5. Την εν λόγω ημερομηνία οι συνήγοροι των δυο πλευρών προσκόμισαν στο δικαστήριο γραπτή αγόρευση (έγγραφο Α για τον αιτητή και έγγραφο Β για τον καθ' ου η αίτηση), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησαν. Το δικαστήριο όμως όρισε την αίτηση σε νέα ημερομηνία, 23.02.2012, ώστε να μελετήσει το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεων και να υποβάλει τυχόν ερωτήσεις. Την τελευταία δικάσιμο, 23.02.2012, οι συνήγοροι αιτήθηκαν αναβολής καθ' ότι συζητούσαν συνολική διευθέτηση της αγωγής. Δόθηκε ο χρόνος και η αίτηση ορίστηκε την 06.03.
  6. Την εν λόγω ημερομηνία ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση ζήτησε άδεια να αποσυρθεί από συνήγορος τούτου λόγω ελλείψεως επικοινωνίας. Λόγω του ότι δεν είχε ενημερωθεί ο καθ' ου η αίτηση, αφενός για την ημερομηνία ορισμού της αίτησης και αφετέρου για την πρόθεση του συνηγόρου, το αίτημα απορρίφθηκε και η αίτηση ορίστηκε την 21.03.2012, ημερομηνία που ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση υπέβαλε εκ νέου το αίτημα του και προσκόμισε σχετική επιστολή που απέστειλε στον πελάτη του αναφορικά με την πρόθεσή του και την ημερομηνία ορισμού της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, δόθηκε η άδεια στο συνήγορο του καθ' ου η αίτηση να αποχωρήσει. Εν τούτοις η απόφαση του δικαστηρίου για την τύχη του αιτήματος επιφυλάχθηκε εφόσον η γραπτή αγόρευση του καθ' ου η αίτηση, η ένσταση στο αίτημα, καθώς και η υπεράσπιση, ούτως ή άλλως βρίσκονται στο φάκελο της διαδικασίας και χρίζουν απόφασης. Δεν κρίνω αναγκαίο να επαναλάβω εδώ καθετί που οι δυο πλευρές ανέφεραν στις αγορεύσεις τους. Πιο κάτω, όπου κρίνεται σκόπιμο, οι εκατέρωθεν θέσεις σχολιάζονται. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι το επίδικο αίτημα διέπεται από τα διαλαμβανόμενα στη Δ.27 κ.3 και στη Δ.19 κ.
  7. Εφόσον βέβαια οι αιτητές περιόρισαν το αίτημα τους στη Δ.27 κ.3 σε αυτήν είναι που περιορίζεται και η εξέταση του δικαστηρίου. Η Δ.27 κ.3 αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης αριθμού αποφάσεων του ανωτάτου δικαστηρίου. Όπως έχει επεξηγηθεί αντικείμενο τούτης είναι ο έλεγχος των δικογράφων με κριτήριο καλή βάση αγωγής ή απάντησης και περιεχόμενο που δεν είναι επιπόλαιο ή παρενοχλητικό (βλ. Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon

(1998)1Γ Α.Α.Δ.1338, 1344). Κατ' επέκταση επιτρέπει καταστολή τυχόν παρατυπίας δια διαγραφής του δικογράφου που αντιβαίνει των σχετικών κανονισμών (βλ. Καλλικάς v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, Πολ. Έφ. 21/08, ημερομηνίας 14.07.2010). Αξίζει εν τούτοις να σημειωθεί ότι όπως έχει νομολογηθεί 'η επίκληση της συμφυούς δικαιοδοσίας του δικαστηρίου για τη διαγραφή δικογράφου, ασκείται με εξαιρετική φειδώ και μόνο εφόσο διαπιστώνεται ότι το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου δηλαδή, χρήση των μέσων του δικαίου για αλλότριους σκοπούς' (βλ. In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 A.A.Δ. 246, 253). Όπως έχει ήδη υποδειχθεί ο καθ' ου η αίτηση διατείνεται ότι η επίδικη αίτηση δεν αναγνωρίζεται στους θεσμούς πολιτικής δικονομίας. Εξ αρχής αναφέρω ότι ο σχετικός λόγος ένστασης δεν ευσταθεί. Τα διαλαμβανόμενα στον κ.9 της Δ.48 αποκαλύπτουν ότι αίτημα εδραζόμενο στον κ.3 της Δ.27 υποβάλλεται με αίτηση δια κλήσεως και δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Περαιτέρω, ο κ.1 της Δ.48 ρητά αναφέρει ότι η υποστήριξη αίτησης από ένορκη δήλωση επιβάλλεται όταν τα πραγματικά γεγονότα στα οποία εδράζεται δεν αποκαλύπτονται από το φάκελο της διαδικασίας. Στην προκείμενη περίπτωση είναι ηλίου φαεινότερο ότι η αίτηση προάγει τη δικανική αντίληψη των αιτητών για το περιεχόμενο της υπεράσπισης που καταχωρίστηκε από τον καθ' ου η αίτηση και δεν εδράζεται σε γεγονότα άλλα από εκείνα που μπορούν να διαπιστωθούν από εξέταση του φακέλου. Σύμφωνα λοιπόν με το περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του δικαστηρίου την 20.09.2011 ο καθ' ου η αίτηση καταχώρισε υπεράσπιση στην έκθεση απαιτήσεως των αιτητών. Αντικείμενο της αγωγής είναι η αξίωση των αιτητών για οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει σύμβασης παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών. Όπως αναφέρεται στην έκθεση απαιτήσεως, οι αιτητές εγκατέστησαν τηλεφωνικές συνδέσεις με αριθμούς κλήσεων σύμφωνα με τις αιτηθείσες - νοείται από τον καθ' ου η αίτηση - τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες. Παρ' ότι ο καθ' ου η αίτηση χρησιμοποίησε τούτες τις υπηρεσίες εν τούτοις παρέλειψε να καταβάλει τη χρέωση που αντιστοιχεί σε συνδρομή τέλους παροχής και κλήσης. Στον αντίποδα η υπεράσπιση του καθ' ου η αίτηση συνίσταται στο ότι αγνοεί και συνεπώς αρνείται τη νομική υπόσταση των αιτητών, όπως επίσης την ισχυριζόμενη σύμβαση και παραχώρηση των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών. Άγνοια και συνακόλουθη άρνηση δηλώνει και για τη θέση των αιτητών ότι σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας διέκοψαν την παροχή υπηρεσιών και τον κάλεσαν να εξοφλήσει το αναφερόμενο ποσό. Παρόλα αυτά η δεύτερη παράγραφος της υπεράσπισης αναφέρει ότι∙ "Ο Εναγόμενος αγνοεί τους ισχυρισμούς των Εναγόντων που περιέχονται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων και ισχυρίζονται ότι δεν οφείλουν οποιονδήποτε ποσό προς τους Ενάγοντες". (η υπογράμμιση δική μου). Είναι η θέση των αιτητών ότι η υπεράσπιση του καθ' ου η αίτηση δεν αποκαλύπτει απάντηση. Επικαλούνται συναφώς τα αναφερόμενα στους κκ15 και 16 της Δ.19 και υποστηρίζουν ότι∙ 'Η Έκθεση Υπεράσπισης του εναγομένου, είναι καθαρά περίπτωση αναντίλεκτα ανυπόστατου δικογράφου με κύριο στόχο την περιπλοκή της υπόθεσης και την πρόκληση σημαντικής καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής'. Από την άλλη ο καθ' ου η αίτηση υποστηρίζει ότι με την υπεράσπιση του καλεί τους αιτητές σε αυστηρή απόδειξη της υπόθεσής τους, θέση την οποία εδράζει στα λεχθέντα της υπόθεσης Μαρσελ κ.α. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1Γ Α.Α.Δ.
  1. Το πρώτο που πρέπει να σημειωθεί είναι πως η υπεράσπιση του καθ' ου η αίτηση, παρ' ότι λιτή, δεν στερείται ενός τουλάχιστον ισχυρισμού. Στη δεύτερη παράγραφο της υπεράσπισης ρητά αναφέρεται ότι ο καθ' ου η αίτηση δεν οφείλει οποιονδήποτε ποσό. Η σχετική αναφορά δεν είναι απλώς άρνηση, είναι εν προκειμένω και ισχυρισμός, η θέση δηλαδή του καθ' ου η αίτηση ότι όχι μόνο δεν οφείλει το επίδικο ποσό αλλά οιονδήποτε ποσό. Τέτοια άρνηση δεν απάδει των διατάξεων του κ.16 της Δ.19 και ιδιαίτερα της αναφοράς 'but he must deny that he received that sum or any part thereof, or else set out how much he received'. Εδώ ο καθ' ου η αίτηση δεν αρνείται απλώς την ισχυριζόμενη οφειλή, η άρνησή του εξελίσσεται και σε ισχυρισμό εφόσον διατείνεται ότι 'δεν οφείλει οποιονδήποτε ποσό'. Σχετική είναι όντως η υπόθεση Μαρσελ πιο πάνω, στην οποία αναφέρθηκε ότι∙ "Και αυτός ο λόγος ευσταθεί. Σύμφωνα με τη Δ.21 θ.2 «σε αγωγές για χρέος ή για εκκαθαρισμένη χρηματική απαίτηση σύμφωνα με τη Διαταγή 2, θεσμός 6, απλή άρνηση του χρέους δεν είναι παραδεκτή». Στην προκείμενη περίπτωση, η αξίωση της εφεσίβλητης ήταν (α) για υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού, (β) για υπόλοιπο δανείου και (γ) για υπόλοιπο προεξόφλησης συναλλαγματικών προς όφελος της πρωτοφειλέτιδας. Οι εφεσείοντες ήσαν εγγυητές και, εφόσον δεν τους αποστέλλονταν οι καταστάσεις λογαριασμού της πρωτοφειλέτιδας, δεν είχαν γνώση της πραγματικής εικόνας των υπολοίπων των οφειλών της προς την εφεσίβλητη. Δεδομένου ότι οι λογαριασμοί της πρωτοφειλέτιδας λειτούργησαν για δέκα περίπου χρόνια, η πρωτοφειλέτιδα διαλύθηκε και ο Διευθυντής της έφυγε στο εξωτερικό, με την υπεράσπισή τους οι εφεσείοντες (α) αρνήθηκαν ότι η πρωτοφειλέτιδα όφειλε οποιοδήποτε υπόλοιπο ποσό στην εφεσίβλητη και (β) διαζευκτικά, ισχυρίστηκαν ότι, εάν όντως η πρωτοφειλέτιδα εμφανιζόταν στους λογαριασμούς ότι όφειλε οποιοδήποτε υπόλοιπο ποσό στην εφεσίβλητη, αυτό αναγόταν στο ότι η εφεσίβλητη χρέωνε την πρωτοφειλέτιδα με δικαιώματα και ή τόκους κατά παράβαση του περί Τόκου Νόμου 2/
  2. Με αυτά τα δεδομένα, δεν θεωρούμε ότι η υπεράσπιση των εφεσειόντων αντέβαινε προς τη Δ.21 θ.
  3. Σκοπό είχε να αναγκάσει την εφεσίβλητη να αποδείξει την υπόθεσή της αυστηρά". Στη δοσμένη περίπτωση η ισχυριζόμενη οφειλή είναι όντως εκκαθαρισμένη. Παρόλα αυτά η θέση του καθ' ου η αίτηση ότι δεν οφείλει οιονδήποτε ποσό, και δη ορώμενη ως απάντηση στην παράγραφο 4 της έκθεσης απαιτήσεως, παράγραφος στην οποία αναφέρονται λεπτομέρειες οφειλής, καταδεικνύει ότι αμφισβητεί το σύνολο των οφειλών καθώς και τη διαπίστωση τούτων από τους αιτητές. Εν πάση όμως περιπτώσει, στο πλαίσιο της επίδικης αίτησης ζητούμενο δεν είναι η εγκυρότητα ή η εξονυχιστική εξέταση της υπεράσπισης. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη
(2004)1Γ Α.Α.Δ.1852, 1860∙ 'Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασισθεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του (Αnnual Practice 1960, σελ. 575). Στην προκείμενη περίπτωση ό,τι αναμένεται πλέον να αποδειχθεί είναι κατά πόσο ο καθ' ου η αίτηση οφείλει το ισχυριζόμενο ποσό τη στιγμή που ο ίδιος δηλώνει ότι δεν οφείλει οιονδήποτε ποσό. Για δε τη θέση των αιτητών ότι με την υπεράσπιση ο καθ' ου η αίτηση αμφισβητά και αυτή ακόμη την οντότητα ή ύπαρξη τους, σχετικός είναι ο λόγος των αποφάσεων στις υποθέσεις Lioufis and Co Ltd v. Ανδρονίκου
(1996)1Β Α.Α.Δ.773 και Sartas Importers - Distributors Ltd v. Μαρουλλή
(2003)1Γ Α.Α.Δ.1446. Ότι συνάγεται από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι πως η ύπαρξη ή μη ενός διαδίκου δεν αποτελεί αντικείμενο των δικογράφων όπως ούτε της ακρόασης. Τονίζεται εκεί ότι η διεξαγωγή ακρόασης προϋποθέτει ότι οι διάδικοι υφίστανται ενώ τυχόν αμφισβήτηση της υπόστασης διαδίκου επιτυγχάνεται μόνο με αίτηση που προηγείται της ακρόασης. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω καταλήγω ότι η αίτηση δεν ευσταθεί και συνεπώς απορρίπτεται. Παρ' ότι τα έξοδα είθισται να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, κρίνω ότι στη δοσμένη περίπτωση η διαταγή μπορεί και πρέπει να διαφοροποιηθεί και τούτο λόγω αδιαφορίας και έλλειψης ενδιαφέροντος από μέρους του καθ' ου η αίτηση για προώθηση των θέσεών του. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα. (Υπ)...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ε.χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.