← Κύπρος

Ιορδάνης Ιορδάνους ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Αρ. Aγωγής: 7318/2006, 30ην Απριλίου,  2012

Ιορδάνης Ιορδάνους ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Αρ. Aγωγής: 7318/2006, 30ην Απριλίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A37 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Aγωγής: 7318/2006 Ιορδάνης Ιορδάνους Και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας 30ην Απριλίου, 2012 Για τον ενάγοντα: κος Πόλεος Για τον εναγόμενο: κα Συμεωνίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγων αξιώνει από την πολιτεία, μέσω του γενικού εισαγγελέα, καταβολή γενικών, παραδειγματικών και τιμωρητικών αποζημιώσεων, λόγω ψυχικής οδύνης και απάνθρωπης και ταπεινωτικής μεταχείρισης, συνεπεία άδικης πράξης και/ή παράλειψης από υπαίτια συμπεριφορά οργάνων της αστυνομίας. Από την έκθεση απαιτήσεως προκύπτει ότι την 13.07.2005 ο ενάγων κλήθηκε και μετέβη στον κεντρικό αστυνομικό σταθμό Λεμεσού. Αιτία της εκεί μετάβασής του ήτο σχετική απαίτηση της αστυνομίας για διερεύνηση κάποιου περιστατικού. Ενόσω βρίσκετο εκεί δέχθηκε παράνομη επίθεση από όργανα της αστυνομίας τα οποία του επιτέθηκαν και τον υπέβαλαν σε απάνθρωπη και ταπεινωτική μεταχείριση, με αποτέλεσμα να απωλέσει τις αισθήσεις του, ώστε να του αποσπασθεί δια της βίας γενετικό υλικό (DNA). Η υπεράσπιση απορρίπτει τους ισχυρισμούς του ενάγοντα και διατείνεται ότι την 08.07.2005 ο ενάγων συνελήφθη δυνάμει εντάλματος σύλληψης για διευκόλυνση εξετάσεων αναφορικά με υπόθεση εμπρησμού που επεσυνέβη την 06.07.2005 στο όχημα με αριθμό εγγραφής ΗΖΝ979, ιδιοκτησία του Δημήτρη Δημητρίου. Γι' αυτή την υπόθεση ο ενάγων παρέμεινε υπο κράτηση δυνάμει διατάγματος δικαστηρίου μέχρι την 12.07.2005, ημερομηνία που αφέθηκε ελεύθερος. Επιπλέον η υπεράσπιση διατείνεται ότι για την αναφερόμενη υπόθεση ο ενάγων συνδέθηκε επιστημονικά με γενετικό υλικό που εντοπίστηκε σε τεκμήρια που αφέθηκαν στη σκηνή του εμπρησμού. Ακολούθως, μεταξύ 12 και 13.07.2005 διαρρήχθηκε χρυσοχοείο που επίσης ανήκει στο Δημήτρη Δημητρίου. Ως εκ τούτου, την 13.07.2005 ο ενάγων κλήθηκε στα γραφεία του ΤΑΕ Λεμεσού και ανακρίθηκε γι' αυτή την τελευταία υπόθεση. Δυνάμει γραπτής συγκατάθεσης που έδωσε στον αστυφύλακα 2643 Α. Φωτίου παρουσία και του αστυφύλακα 649 Μ. Βακανά, μεταξύ 14.35 με 14.50 του λήφθηκε δείγμα παρειακού επιχρίσματος ώστε να συγκριθεί με τεκμήρια που εντοπίστηκαν στη σκηνή της διάρρηξης. Από τις εξετάσεις που διενεργήθηκαν ο ενάγων δεν συνδέθηκε με τα τεκμήρια που βρέθηκαν στη σκηνή της διάρρηξης. Εν κατακλείδι, η υπεράσπιση απορρίπτει τους ισχυρισμούς του ενάγοντα και διατείνεται ότι είναι δυνάμει γραπτής συγκατάθεσης που έλαβε τα παρειακά επιχρίσματα του ενάγοντα. Η υπόθεση του ενάγοντα υποστηρίχθηκε από τη μαρτυρία που ο ίδιος έδωσε στο δικαστήριο. Από την άλλη η υπεράσπιση κάλεσε στο δικαστήριο τέσσερις μάρτυρες. Με τη σειρά που παρήλασαν ενώπιον του δικαστηρίου τούτοι είναι∙ ο λοχίας 1901 Κώστας Μιχαήλ (στη συνέχεια ο λοχίας), ο αστυφύλακας 2643 Ανδρόνικος Φωτίου (στη συνέχεια ο Φωτίου), ο ιατρός Γιαννάκης Καφκαλιάς (στη συνέχεια ο ιατρός) και ο λοχίας 649 Μιχάλης Βακανάς (στη συνέχεια ο Βακανάς). Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω με λεπτομέρεια ό,τι αναφέρθηκε από τους μάρτυρες των δυο πλευρών, άλλωστε το σύνολο του μαρτυρικού υλικού έχει καταγραφεί και βρίσκεται στο φάκελο του δικαστηρίου, ενώ εκτενής αναφορά στις θέσεις που αναπτύχθηκαν από τους μάρτυρες διενεργείται πιο κάτω κατά την αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού. Σε αυτό το στάδιο ό,τι αξίζει να αναφερθεί είναι πως ο ενάγων υποστήριξε τη δικογραφημένη εκδοχή του και κατέθεσε ως τεκμήριο έκθεση που έλαβε από την επίτροπο διοικήσεως εις απάντηση παραπόνου που υπέβαλε αναφορικά με τη στάση και συμπεριφορά των οργάνων της αστυνομίας (βλ. τεκμήριο 1). Ας σημειωθεί ότι η αναφερόμενη έκθεση (τεκμήριο 1) κατατέθηκε για περιορισμένο σκοπό, δηλαδή ότι αυτή είναι η απάντηση που έλαβε από την επίτροπο διοικήσεως. Από την άλλη οι μάρτυρες της υπεράσπισης, δηλαδή οι τρεις αστυφύλακες, υποστήριξαν ότι έλαβαν το DNA του ενάγοντα δυνάμει γραπτής συγκατάθεσης που έδωσε. Το εν λόγω έγγραφο παρουσιάστηκε στο δικαστήριο και κατατέθηκε ως τεκμήριο (βλ. τεκμήριο 2). Θέση των τριών οργάνων της αστυνομίας είναι ότι την 13.07.2005 ο λοχίας έδωσε εντολές στους Φωτίου και Βακανά να ανακρίνουν τον ενάγοντα και να λάβουν από αυτόν δαχτυλικά αποτυπώματα και παρειακά επιχρίσματα. Σε καμία περίπτωση συνέλαβαν τον ενάγοντα ή του έθεσαν χειροπέδες ή του επιτέθηκαν. Σύμφωνα με τους Βακανά και Φωτίου τα παρειακά επιχρίσματα του ενάγοντα λήφθηκαν δυνάμει γραπτής συγκατάθεσης που έδωσε μετά που του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του. Ο ιατρός ανέφερε στο δικαστήριο ότι την 13.07.2005 και ώρα 16.10 εξέτασε τον ενάγοντα στο χώρο πρώτων βοηθειών του γενικού νοσοκομείου Λεμεσού. Η κλινική εξέταση που διενήργησε απεκάλυψε ότι δεν είχε εξωτερικές κακώσεις και ότι ο φάρυγγας ήταν απαλλαγμένος παθολογικών ευρημάτων. Οι δικογραφημένες θέσεις και η μαρτυρία των δυο πλευρών, στην έκταση που δεν αμφισβητείται, αποκαλύπτουν ότι είναι κοινός για τις δυο πλευρές τόπος ότι την 13.07.2005 η αστυνομία έλαβε το γενετικό υλικό του ενάγοντα όταν ο τελευταίος μετέβη στο Τ.Α.Ε Λεμεσού για ανάκριση σχετικά με διερευνώμενη υπόθεση. Επίδικο θέμα καθίσταται εν προκειμένω κατά πόσο αυτό το γενετικό υλικό λήφθηκε ως ο ενάγων διατείνεται ή δυνάμει γραπτής συγκατάθεσης, ως η υπεράσπιση ισχυρίζεται. Για δε τη γραπτή συγκατάθεση το δικαστήριο καλείται να αποφασίσει, αφενός εάν υπογράφτηκε από τον ενάγοντα, και αφετέρου ποιο ήτο το περιεχόμενο τούτης καθ' ον χρόνο υπογράφετο. Εν κατακλείδι, νοουμένου ότι διαπιστώνεται πως ο ενάγων δέχθηκε επίθεση, επίδικες καθίστανται και οι τυχόν συνέπειες που τούτη επέφερε στον ενάγοντα. Παρακολούθησα τους μάρτυρες κατά τη διάρκεια της ζωντανής ατμόσφαιρας της διαδικασίας και αποτίμησα τη συνολική τους παρουσία κατά την εξιστόρηση των γεγονότων στη βάση των εγγενών της μαρτυρίας τους χαρακτηριστικών (πηγή γνώσεων, ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, ακεραιτότητα και προκατάληψη, ανιδιοτέλεια, αληθοφάνεια βλ. Phipson on Evidence, 16th edition, σελ. 333). Περαιτέρω, δεν διέλαθε την προσοχή μου ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός εκάστου των μαρτύρων δεν περιορίζεται στην ατομική κρίση του καθενός ξεχωριστά αλλά επεκτείνεται και στα συμπεράσματα που προκύπτουν από συσχετισμό, αντιπαραβολή και διερεύνηση της αντικειμενικής υπόστασης των εκατέρωθεν θέσεων (βλ. Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας

(1992)1 Α.Α.Δ. 1056), καθώς ότι η αποτίμηση της αξιοπιστίας μάρτυρα είναι έργο διακριτό και εντελώς αποσυναρτημένο από οποιοδήποτε βάρος απόδειξης (βλ. Αγαθοκλέους κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 316 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Ο ενάγων δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Η παρουσίαση των θέσεών του, το περιεχόμενο των οποίων είναι σαθρό, ταυτίστηκε με αοριστίες, γενικολογίες και αντιφάσεις. Περαιτέρω, έχω τη γνώμη ότι η μαρτυρία του, ως περιεχόμενο, δεν έχει λογικό έρεισμα. Συνολική θεώρηση τούτης αποκαλύπτει ουσιώδεις αντιφάσεις, αοριστίες και ανακρίβειες. Βασικοί ισχυρισμοί του ενάγοντα κρίνονται σαθροί και ανίκανοι να αντέξουν τη βάσανο της λογικής. Από την άλλη η μαρτυρία του ιατρού παρέμεινε αναμφισβήτητη και ο ίδιος άφησε θετικές εντυπώσεις εφόσον αυθόρμητα και εμπεριστατωμένα απάντησε κάθε ερώτηση που του υποβλήθηκε. Η δε εμπλοκή του στην όλη υπόθεση οφείλεται στην ιδιότητά του, ιατρός στο γενικό νοσοκομείο Λεμεσού, και δεν έχει οιονδήποτε συμφέρον να εξυπηρετήσει. Και οι τρεις αστυφύλακες άφησαν θετικές εντυπώσεις. Ας λεχθεί εδώ ότι σε κανένα στάδιο της διαδικασίας διέλαθε την προσοχή μου ότι οι ισχυρισμοί του ενάγοντα στοχοποιούν τις ενέργειες των οργάνων της αστυνομίας και συνεπώς η μαρτυρία τούτων εξυπηρετεί και προσωπικά τους συμφέροντα. Εν τούτοις η παρουσία τους στο δικαστήριο, ο αυθορμητισμός στις απαντήσεις τους, καθώς και το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους, δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ότι είπαν στο δικαστήριο την αλήθεια. Οι αιτιάσεις του ενάγοντα περί αντιφάσεων στους ισχυρισμούς των μαρτύρων της υπεράσπισης δεν βρίσκει έρεισμα στο πρακτικό του δικαστηρίου. Η πλευρά του ενάγοντα διερεύνησε κατά πόσο τα δαχτυλικά αποτυπώματα τούτου λήφθηκαν σε διαφορετικό χώρο από ότι το DNA του. Οι απαντήσεις των τριών αστυνομικών αποκαλύπτουν τη φιλαλήθεια καθώς και το απροσχεδίαστο της μαρτυρίας τους. Η θέση του λοχία, ο οποίος ούτως ή άλλως δεν έλαβε μέρος στην επίδικη διαδικασία, ότι τα δαχτυλικά αποτυπώματα λαμβάνονται σε διαφορετικό χώρο από ότι το DNA, επεξηγήθηκε από τους Φωτίου και Βακανά. Ο μεν τελευταίος δεν θυμάτο, λόγω χρόνου, που λήφθηκαν τα δαχτυλικά αποτυπώματα του ενάγοντα, επεξήγησε όμως τη διαδικασία όπως και ο Φωτίου. Σύμφωνα με το Φωτίου κατά τον επίδικο χρόνο τα δαχτυλικά αποτυπώματα ελαμβάνοντο με τη βοήθεια πλακέτας η οποία ήτο χειροκίνητη. Λίγο μετά το συμβάν η διαδικασία λήψης δαχτυλικών αποτυπωμάτων άλλαξε και πλέον γίνεται με τη χρήση ηλεκτρονικού υπολογιστή ο οποίος είναι εγκατεστημένος σε συγκεκριμένο δωμάτιο. Αυτές οι επεξηγήσεις δεν αφήνουν αμφιβολία ότι τα δαχτυλικά αποτυπώματα του ενάγοντα λήφθηκαν στον ίδιο χώρο με εκείνο που λήφθηκε και το DNA του, όπως οι δυο άμεσα εμπλεκόμενοι αστυφύλακες ανέφεραν. Η θέση των τριών αστυνομικών ταυτίζεται και για τον ακριβή χώρο στον οποίο λήφθηκαν τα παρειακά επιχρίσματα του ενάγοντα, δηλαδή το δεύτερο γραφείο των ανακριτών του κλιμακίου διαρρήξεων. Όπως επεξηγήθηκε από τους τρείς αστυφύλακες, το εν λόγω γραφείο βρίσκεται στο μέσο δυο άλλων γραφείων. Τα δε τρία γραφεία συγκοινωνούν μεταξύ τους με εσωτερικές πόρτες. Εν τούτοις καμία προσπάθεια έγινε από οιονδήποτε των τριών αστυνομικών να υποστηρίξει κατά τρόπο απόλυτο ή δογματικό τη θέση ότι δεν επιτέθηκαν στον ενάγοντα. Επικαλούμενοι εν προκειμένω το μεγάλο χρονικό διάστημα που παρήλθε από το επίδικο συμβάν ανέφεραν ότι δεν είναι σίγουροι κατά πόσο όταν λαμβάνονταν τα παρειακά επιχρίσματα του ενάγοντα η εσωτερική πόρτα του γραφείου στο οποίο λήφθηκαν ήταν ανοικτή ή κλειστή. Εν ολίγοις, το σύνολο της μαρτυρίας των τριών αστυνομικών καταδεικνύει ότι πρόθεση τους δεν ήτο να απαλλαγούν οιασδήποτε ευθύνης αλλά να καταθέσουν ότι πραγματικά ενθυμούντο. Εφόσον το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2-γραπτή συγκατάθεση- τίθεται εν αμφιβόλω αξίζει να αναφερθεί ότι πρόκειται για αντίγραφο τυποποιημένου εγγράφου που τιτλοφορείται γραπτή συγκατάθεση για λήψη αποτυπωμάτων και φέρεται να αφορά τον ενάγοντα, τα στοιχεία του οποίου προστέθηκαν με το χέρι, και ότι υπογράφηκε από τον ίδιο. Πέραν του τυποποιημένου μέρους του εγγράφου, με το χέρι προστέθηκε και η δήλωση 'επίσης δίδω τη συγκατάθεσή μου όπως ληφθούν τα παρειακά μου επιχρίσματα για την ίδια υπόθεση'. Δοθέντος ότι πρόκειται για αντίγραφο η πλευρά του ενάγοντα υποστήριξε ότι το δικαστήριο πρέπει να αγνοήσει το περιεχόμενο τούτου. Επί του προκειμένου υποδεικνύεται ότι πριν την κατάθεση του εγγράφου ως τεκμηρίου η υπεράσπιση διερεύνησε αυτό το ζήτημα με το μάρτυρα Φωτίου. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι το πρωτότυπο τοποθετήθηκε στο φάκελο της ποινικής υπόθεσης ο οποίος -φάκελος- δεν βρίσκεται στην κατοχή του αλλά στη νομική υπηρεσία. Κρίνω πως η επεξήγηση που έδωσε ο μάρτυρας ικανοποιεί τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 34
(1)(β) του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9 και καθιστά το εν λόγω αντίγραφο την καλύτερη δυνατή μαρτυρία που η αστυνομία είχε στην κατοχή της και ως εκ τούτου η σχετική εισήγηση της υπεράσπισης καθίσταται ασύστατη πραγματικού και νομικού υποβάθρου. Ο ενάγων υποστήριξε ότι καθ' ον χρόνο βρισκόταν στο ΤΑΕ δεν υπέγραψε οτιδήποτε. Αυτό υποστήριξε αρχικά και στην αντεξέτασή του από τη συνήγορο υπεράσπισης. Ερωτηθείς στη συνέχεια κατά πόσο υπέγραψε συγκατάθεση για λήψη δαχτυλικών αποτυπωμάτων διαφοροποίησε την άκαμπτη, προηγουμένως, θέση του και απάντησε∙ 'για δαχτυλικά αποτυπώματα δεν θυμούμαι'. Όταν μάλιστα του υπεδείχθη το τεκμήριο 2, τότε τεκμήριο Α προς αναγνώριση, και ερωτήθηκε κατά πόσο το αναγνωρίζει, απάντησε καταφατικά. Ερωτηθείς δε κατά πόσο είναι συγκατάθεση για λήψη αποτυπώματος, και πάλιν απάντησε καταφατικά και πρόσθεσε∙ 'μόνο αποτυπώματος, αυτόν εσυμπληρώθηκε φαίνεται μετά' - νοείται η χειρόγραφη σημείωση επί του τεκμηρίου
  1. Παρά τις πιο πάνω απαντήσεις, ερωτηθείς κατά πόσο το τεκμήριο 2 φέρει την υπογραφή του, απάντησε∙ 'όχι δεν το αναγνωρίζω το έγγραφο'. Όταν στη συνέχεια του υπεβλήθη ότι έδωσε γραπτή συγκατάθεση για δαχτυλικά αποτυπώματα και DNA και ότι αυτή είναι το τεκμήριο 2 (τότε τεκμήριο Α για αναγνώριση), απάντησε∙ 'όχι, για DNA είπα τους εν υπογράφω'. Σε επιμονή της συνηγόρου υπεράσπισης κατά πόσο έδωσε γραπτή συγκατάθεση για δαχτυλικά αποτυπώματα, απάντησε∙ 'δεν θυμάμαι'. Οι πιο πάνω απαντήσεις του ενάγοντα είναι αποκαλυπτικές αντίφασης και αμφιταλάντευσης για ένα ουσιαστικό ζήτημα όπως η γραπτή συγκατάθεση για λήψη δαχτυλικών αποτυπωμάτων και ο τυχόν συσχετισμός τέτοιου εγγράφου με το τεκμήριο
  2. Ενώ αρχικά δήλωνε ότι δεν υπέγραψε οτιδήποτε στη συνέχεια αναγνώρισε το τεκμήριο 2 για να διαφοροποιηθεί όμως αργότερα και αυτό παρ' ότι σχολίασε το έγγραφο. Η αντικειμενική υπόσταση των απαντήσεων του ενάγοντα δεν ερμηνεύεται ποικιλοτρόπως. Μοναδική ερμηνεία που μπορεί να δώσει κανείς στην απάντηση 'αυτόν εσυμπληρώθηκε φαίνεται μετά' είναι πως κατά το χρόνο που ο ίδιος υπέγραφε το έγγραφο - τεκμήριο 2, η συγκατάθεση για λήψη DNA δεν αναγράφετο. Διαφορετικά, αν ο ενάγων ουδεμία σχέση είχε με το τεκμήριο 2 και ουδέποτε έθεσε σε αυτό την υπογραφή του, θα ανέφερνε τούτο αμέσως μόλις το τεκμήριο του υπεδείχθη από την υπεράσπιση και δεν θα το αναγνώριζε και σχολίαζε. Δεν παραγνωρίζω ότι ερωτηθείς εάν η υπογραφή στο τεκμήριο 2 είναι δική του απάντησε ότι δεν αναγνωρίζει το έγγραφο. Έχω τη γνώμη ότι αυτή η απάντηση είναι επιτηδευμένη ως μια ύστατη προσπάθεια αποσύνδεσής του από το τεκμήριο, εφόσον ενωρίτερα αναγνώρισε το έγγραφο και μάλιστα το σχολίασε, ενώ στη συνέχεια, όταν του υπεβλήθη ότι το τεκμήριο 2 είναι η γραπτή συγκατάθεση που έδωσε για τα δύο θέματα που εκεί αναφέρονται, η όποια επιφύλαξή του περιορίστηκε στη συγκατάθεση για DNA, αφήνοντας έτσι να νοηθεί ότι η υπογραφή στη γραπτή συγκατάθεση είναι δική του αλλά όταν την έθεσε το έγγραφο δεν έκανε αναφορά σε DNA. Πώς όμως συνάδει τούτο με τον αρχικό ισχυρισμό ότι δεν υπέγραψε οτιδήποτε; Είναι ηλίου φαεινότερο ότι οι δυο θέσεις είναι εκ διαμέτρου αντίθετες, διαπίστωση που καθιστά τη μαρτυρία του ενάγοντα αντιφατική και αδύνατη να υποστηρίξει τους σχετικούς ισχυρισμούς. Από την άλλη, επί τη υποθέσει ότι ο ενάγων υπέγραψε το τεκμήριο 2 σε χρόνο που δεν έκανε αναφορά σε DNA, εύλογα διερωτάται κανείς, γιατί απέκρυψε αυτό το γεγονός; Έχω τη γνώμη πως τούτη δεν είναι η περίπτωση προσπάθειας ισχυροποίησης της θέσης του, φοβούμενος δηλαδή ότι τυχόν παραδοχή ότι υπέγραψε το τεκμήριο 2 θα εξασθένιζε τον ισχυρισμό πως η χειρόγραφη σημείωση για DNA τέθηκε εκ των υστέρων. Οι προηγούμενες επισημάνσεις αλλά και το σύνολο της μαρτυρίας του ενάγοντα σχετικά με ό,τι προηγήθηκε και ό,τι ακολούθησε του επίδικου επεισοδίου αποκαλύπτουν ότι ο ισχυρισμός περί επίθεσης που δέχθηκε ώστε να αποσπασθεί το DNA του είναι επίπλαστος και υστερόβουλος. Διατείνεται ο ενάγων ότι η επίθεση που δέχθηκε, πέραν του ότι τον οδήγησε σε λιποθυμία, ήταν τόσο σφοδρή που έθεσε σε κίνδυνο ακόμη και τη ζωή του, ενώ τρείς ημέρες μετά το συμβάν δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Το ελάχιστο που μπορεί να ειπωθεί είναι πως ο σχετικός ισχυρισμός δεν επικουρείται από τη μαρτυρία του ιατρού που εξέτασε τον ενάγοντα λίγες ώρες μετά το ισχυριζόμενο επεισόδιο. Σύμφωνα με την αναμφισβήτητη και αξιόπιστη μαρτυρία του ιατρού ο ενάγων δεν παρουσίαζε εξωτερικές κακώσεις και ο φάρυγγάς του ήταν απαλλαγμένος παθολογικών ευρημάτων. Περαιτέρω, ο ιατρός απέρριψε ενδεχόμενο εξάλειψης των κακώσεων μετά από πάροδο μιας με δυο ώρες, παρ' ότι όμως ανέφερε ότι αυτή η θέση του εδράζεται στην εμπειρία του και όχι στην εμπειρογνωμοσύνη του, εφόσον αυτό το θέμα εμπίπτει στον κλάδο της ιατροδικαστικής και όχι της ιατρικής. Ζητούμενο εν τούτοις δεν είναι η ειδικότητα στην οποία εμπίπτει αυτή η τελευταία θέση του ιατρού. Η κοινή λογική και η καθημερινή εμπειρία παρέχουν στερεό υπόβαθρο επί του οποίου μπορεί να εδραστεί ο ακόλουθος συλλογισμός. Σε περιπτώσεις όπου η επίθεση είναι τόσο έντονη, όπως ο ενάγων περιέγραψε, ερεθισμός της περιοχής, αμυχές, εκδορές ή εντυπώματα, είναι φυσιολογικές επιπτώσεις. Ως εκ τούτου η αξιόπιστη θέση του ιατρού ότι δεν είχε εξωτερικές κακώσεις και ο φάρυγγάς του ήταν απαλλαγμένος παθολογικών ευρημάτων, και αυτό σε χρόνο λίγο περισσότερο από μια ώρα μετά το ισχυριζόμενο συμβάν, καθιστά το σχετικό ισχυρισμό του ενάγοντα, αν όχι αβάσιμο τουλάχιστον αμφιβόλου ποιότητος και επισφαλή. Εξωπραγματική κρίνεται και η ισχυριζόμενη αντίδραση του ενάγοντα μετά την ολοκλήρωση της επίθεσης. Επί του προκειμένου είναι η θέση του ενάγοντα ότι μετά το συμβάν προέβη σε διαμαρτυρία. Δεν είναι βέβαια αυτός ο ισχυρισμός που ξενίζει. Ό,τι κρίνεται αβάσιμο και διακριτό της κοινής λογικής είναι το σε ποιους διαμαρτυρήθηκε. Όπως ισχυρίστηκε, απευθύνθηκε στους ίδιους αστυφύλακες και υπό μορφή ερωτήσεως τους είπε 'να μου σπάσεις το λαιμό μου'. Εύλογα διερωτάται κανείς πως είναι δυνατό το θύμα να συνομιλεί με το θύτη μετά την επίθεση και προς τί η ερώτηση. Αναμένεται μήπως απάντηση ή κατανόηση από το θύτη; Από την άλλη, πως αίφνης εξανεμίστηκε ο φόβος που ένιωθε για τη ζωή του και προέβη σε διαβήματα διαμαρτυρίας στους ίδιους τους θύτες του. Εν κατακλείδι εξωπραγματικός είναι και ο άλλος ισχυρισμός του ενάγοντα, δηλαδή ότι μετά την επίθεση οι αστυφύλακες τον κάλεσαν να υπογράψει το φάκελο στον οποίο τοποθέτησαν τα παρειακά επιχρίσματα που έλαβαν, κάτι που ο ίδιος αρνήθηκε να πράξει. Ας σημειωθεί ότι οι αστυφύλακες δεν ήταν εις θέση, λόγω του χρόνου που παρήλθε, να απαντήσουν κατά πόσο ο ενάγων υπέγραψε το σχετικό φάκελο. Όπως υποδείχθηκε ενωρίτερα η ξαφνική διαφοροποίηση των συναισθημάτων του ενάγοντα για τις ενέργειες των αστυνομικών δεν επεξηγείται από τις περιβάλλουσες περιστάσεις - κατά την επίθεση ένιωθε φόβο, στη συνέχεια ανέμενε κατανόηση και γι' αυτό εξέφρασε το παράπονο και τη διαμαρτυρία του, και εν τέλει βρήκε το σθένος και τη δύναμη να αρνηθεί να συμμορφωθεί στις οδηγίες τους, έστω και αν ενωρίτερα τον κτύπησαν βάναυσα. Δοθέντος ότι σύμφωνα με τον ενάγοντα οι αστυφύλακες του επιτέθηκαν ώστε να αποσπάσουν το DNA του είναι άξιο απορίας γιατί δεν ολοκλήρωσαν τις προθέσεις τους, εξαναγκάζοντας τον δηλαδή να υπογράψει το σχετικό φάκελο. Περαιτέρω, δυσκολεύομαι να συλλάβω τη λογική πίσω από τον ισχυρισμό ότι αμέσως μετά την ολοκλήρωση της επίθεσης, δηλαδή σε χρόνο κατά τον οποίο η αδρεναλίνη και τα συναισθήματα βρίσκονταν σε έξαρση και συνεπώς ο φόβος κυριαρχούσε στην ατμόσφαιρα δίδοντας την εντύπωση ότι η ζωή του ενάγοντα ήτο έρμαιο των ορέξεων των τριών αστυνομικών, ο ενάγων απαλλαγμένος όλων των πιο πάνω αντιστέκεται στους αστυφύλακες και δεν υπογράφει το φάκελο στον οποίο τοποθέτησαν το DNA του, δηλαδή τη νομιμοποίηση των ενεργειών της αστυνομίας. Για όλους σωρευτικά τους πιο πάνω λόγους και για κάθε ένα ξεχωριστά καταλήγω ότι η μαρτυρία του ενάγοντα δεν ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα και αποτελεί υστερόβουλο κατασκεύασμα τούτου ώστε να αξιώσει αποζημιώσεις. Διαπιστώνω εν προκειμένω ότι καθ' ον χρόνο ο ενάγων βρίσκετο στο ΤΑΕ του ζητήθηκε να δώσει δαχτυλικά αποτυπώματα και γενετικό υλικό. Αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματά του συναίνεσε στο αίτημα της αστυνομίας. Ως εκ τούτου υπέγραψε το τεκμήριο 2 και στη συνέχεια, ως επεξηγήθηκε από τους Φωτίου και Βακανά, του λήφθηκαν δαχτυλικά αποτυπώματα και DNA. Καθ' όν χρόνο ο ενάγων υπέγραφε το τεκμήριο 2 η χειρόγραφη σημείωση αναφορικά με λήψη παρειακών επιχρισμάτων αναγράφετο στο έγγραφο. Ο ενάγων δεν δέχθηκε επίθεση στο ΤΑΕ και ούτε τέθηκε υπό σύλληψη ή έτυχε περιορισμού της προσωπικής του ελευθερίας. Ως εκ των πιο πάνω διαπιστώσεων καθίσταται αντιληπτό ότι η αξίωση του ενάγοντα είναι μετέωρη πραγματικού υποβάθρου. Κατ' επέκταση η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του ενάγοντα και υπέρ του εναγομένου ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ)...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ε.χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.