← Κύπρος

Πάνου Παπαναστασίου ν. Πέτρου Κωμοδρόμου κ.α., Αρ. Αγωγής: 76/10, 13 Ιανουαρίου 2012

Πάνου Παπαναστασίου ν. Πέτρου Κωμοδρόμου κ.α., Αρ. Αγωγής: 76/10, 13 Ιανουαρίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A10 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 76/10 Μεταξύ: Πάνου Παπαναστασίου Ενάγοντα -και-

  1. Πέτρου Κωμοδρόμου
  2. Telegraphos Publishing company Limited
  3. Hellenic Distribution Agency Limited Εναγομένων 13 Ιανουαρίου 2012 Αίτηση Ημερ.: 29.8.2011 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο-Αιτητή: κ. Επ. Κορακίδης Για τους Ενάγοντες-Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Αλ.Μαρκίδης Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση ο εναγόμενος 1 ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την παροχή από τον ενάγοντα, «εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος ορθών, περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών για τα θέματα για τα οποία έχει ήδη εκδοθεί διάταγμα ημερ. 8.6.2011, και με το οποίο να προνοείται η απόρριψη ή η διακοπή της διαδικασίας της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με το διάταγμα». Περαιτέρω ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να παραμερίζεται το έγγραφο λεπτομερειών, ημερομηνίας 8.7.
  4. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19, θθ 6, 9 και 26 και τη Δ.48 θθ 1-13 και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του εναγομένου 1, στην οποία γίνεται εκτενής αναφορά στο ιστορικό της διαδικασίας. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων ότι ο ενάγοντας «έμμεσα επιχειρεί τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης του χωρίς άδεια του Δικαστηρίου, προσθέτοντας νέους αόριστους ισχυρισμούς». Ο ενάγοντας κατεχώρησε ένσταση στην οποία ισχυρίζεται ότι η αίτηση είναι καταχρηστική, καταπιεστική και ουσία αβάσιμη. Με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο ενάγοντας, που κατά τον κρίσιμο χρόνο εργαζόταν στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, αξιώνει από τους εναγομένους αποζημιώσεις για δυσφήμιση του, η οποία περιέχεται σε δημοσίευμα που συντάχθηκε από το συνάδελφο του, εναγόμενο 1 και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Χαραυγή, τη 13.12.
  5. Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Περί ελεφάντων και άλλων χορτοφάγων θηλαστικών της Πανεπιστημιακής Ζούγκλας». Στο επίδικο δημοσίευμα ο εναγόμενος 1 υποστηρίζει ότι έχουν δοθεί στο Πρύτανη του Πανεπιστημίου Κύπρου λεπτομερείς καταγγελίες, «αποδεικνύοντας σωρεία παρανοιών και παρατυπιών, αναξιοκρατικές και παράνομες ανελίξεις, συστηματικές καταχρήσεις και υπερβάσεις εξουσίας .». Στο ίδιο άρθρο γίνεται ρητή αναφορά στο πρόσωπο του ενάγοντα και συγκεκριμένα στις συνθήκες ανέλιξης του. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσια τη σχετική αναφορά, καθότι συνδέεται άμεσα με τις θεραπείες που αξιώνει στην υπό κρίση αίτηση. «-Αληθεύει, κ. Πρύτανη, ότι ο κ. Παπαναστασίου προσλήφθηκε στη βαθμίδα του Αναπληρωτή Καθηγητή στο Τμήμα ΠΜΜΠ χωρίς να έχει ούτε μια μέρα πανεπιστημιακής εμπειρίας (μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του) και προτού συμπληρώσει (ούτε καν συνολικά) 4 χρόνια (που κατ΄ ελάχιστον απαιτεί ο Νόμος) σε εκείνη τη βαθμίδα, ξεκίνησε η διαδικασία ανέλιξης του στη βαθμίδα του Καθηγητή, χωρίς ποτέ να υποβληθεί σχετική αίτηση ανέλιξής του στο Συμβούλιο του Τμήματος; -Αληθεύει, κ. Πρύτανη, ότι το Συμβούλιο του Τμήματος ΠΜΜΠ, το οποίο, βάσει του Νόμου, είναι αποκλειστικά αρμόδιο για αυτό, ποτέ δεν συνεδρίασε για να προτείνει τα μέλη της Ειδικής Επιτροπής για την αξιολόγηση του κ. Παπαναστασίου; -Αληθεύει, κ. Πρύτανη, ότι το Συμβούλιο της Πολυτεχνικής Σχολής ποτέ δεν συνεδρίασε για να εγκρίνει (όπως απαιτεί ο Νόμος και οι σχετικοί Κανόνες) την πρόταση του Τμήματος ΠΜΜΠ για τα μέλη της Ειδικής Επιτροπής για την αξιολόγηση του κ Παπαναστασίου; -Αληθεύει, κ. Πρύτανη, ότι ο κ. Παπαναστασίου ισχυρίστηκε ότι ήταν επιβλέπων ή συνεπιβλέπων δύο επιτυχώς ολοκληρωθεισών διδακτορικών διατριβών (που αποτελεί ένα από τα απαραίτητα ελάχιστα προσόντα για την ανώτατη βαθμίδα του Καθηγητή), ενώ δεν ήταν ούτε επιβλέπων ή συνεπιβλέπων, αλλά ούτε καν μέλος της εξεταστικής ή συμβουλευτικής επιτροπής των συγκεκριμένων διατριβών; -Αληθεύει, κ. Πρύτανη, ότι ο κ. Παπαναστασίου δεν έχει επιβλέψει επιτυχώς ολοκληρωθείσες διδακτορικές διατριβές, ούτε καν επιτυχώς ολοκληρωθείσες μεταπτυχιακές διατριβές (M.Sc.), και ακόμη ούτε και επιτυχώς ολοκληρωθείσες διατριβές προπτυχιακού επιπέδου; -Αληθεύει κ. Πρύτανη, ότι για όλα τα πιο πάνω, παρά το ότι σας έχουν υποβληθεί ενυπόγραφες καταγγελίες και σας έχουν δοθεί λεπτομερέστατα στοιχεία, κρίνατε ότι δεν υπήρχε ούτε καν εκ πρώτης όψεως υπόθεση για διερεύνηση ενδεχόμενων πειθαρχικών παραπτωμάτων; -Αληθεύει κ. Πρύτανη, ότι με σχετική έκθεσή του ο Εσωτερικός Ελεγκτής έχει ήδη δώσει σαφείς απαντήσεις σε κάποια από τα πιο πάνω ερωτήματα; .». Ο εναγόμενος 1 κατεχώρησε υπεράσπιση, δεν κρίνω ορθό να σχολιάσω τον τρόπο σύνταξης της, στα πλαίσια της υπό κρίση αίτηση, περιορίζομαι να αναφέρω ότι αυτή είναι πολυσέλιδη, πρόκειται για έγγραφο 54 σελίδων, το οποίο περιλαμβάνει εκτενή αναφορά σε μαρτυρία. Στην υπεράσπιση περιέχεται, μεταξύ άλλων, ο ισχυρισμός ότι ο ενάγοντας, το 2001, επιλέγηκε στη θέση του αναπληρωτή καθηγητή στο τότε Τμήμα Πολιτικών Μηχανικών και Μηχανικών Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Κύπρου. Ο ενάγοντας δεν είχε οποιαδήποτε προηγουμένη πανεπιστημιακή εμπειρία, γεγονός που δημιουργούσε κώλυμα, τόσο πραγματικό όσο και νομικό, για την επιλογή του ως αναπληρωτή καθηγητή, εφόσον η ικανότητα διδασκαλίας και τετραετής τουλάχιστο πανεπιστημιακή εμπειρία ήταν απαραίτητα προσόντα για την εν λόγω θέση. Περαιτέρω, ο ενάγοντας δεν πληρούσε ούτε το απαραίτητο προσόν της τρίχρονης αυτοδύναμης ερευνητικής εργασίας σε αναγνωρισμένο ερευνητικό κέντρο. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο ενάγοντας δεν είχε οποιαδήποτε συμβολή στην προώθηση διδακτικού και διοικητικού έργου σε οποιοδήποτε πανεπιστήμιο, και στερείτο της ικανότητας ανάπτυξης εκπαιδευτικών προγραμμάτων υψηλού επιπέδου σε προπτυχιακό και μεταπτυχιακό επίπεδο. Η διαδικασία ανέλιξης δε του ενάγοντα ξεκίνησε χωρίς αυτός να είχε υποβάλει, ως όφειλε, αίτημα για ανέλιξη στο Συμβούλιο του οικείου Τμήματος, δηλαδή του Τμήματος Πολιτικών Μηχανικών και Μηχανικών Περιβάλλοντος. Ο εναγόμενος 1 κατεχώρησε, τη 2.5.2011, αίτηση με την οποία ζητούσε περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες σε σχέση με την πανεπιστημιακή εμπειρία του ενάγοντα, το χρόνο έναρξης της διαδικασίας ανέλιξης του στη βαθμίδα του καθηγητή, κατά πόσο είχε υποβάλει αίτηση στο Συμβούλιο του τμήματος «για την ανέλιξη του», το θέμα της συνεδρίασης του Συμβουλίου του τμήματος, της συνεδρίασης του Συμβουλίου της Πολυτεχνικής Σχολής και την ερμηνεία του Νόμου που διέπει το θέμα. Περαιτέρω ζήτησε λεπτομέρειες σε σχέση με το θέμα επίβλεψης διατριβών, ήτοι κατά πόσο ο ενάγοντας είχε επιβλέψει διατριβές και λεπτομέρειες αυτών. Τέλος ζητά τα ονόματα των ατόμων που, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, τον περιφρόνησαν και ή χλεύασαν μετά τη δημοσίευση του επιδίκου άρθρου. Εκδόθηκε δικαστικό διάταγμα και ο ενάγοντας, συμμορφούμενος με το ως άνω διάταγμα, καταχώρησε έγγραφο στο οποίο δίδει λεπτομερή αναφορά της διαδικασίας που ακολουθήθηκε πριν την ανέλιξη του, της πείρας του και των προσόντων του. Η Διάταξη 19 θθ 6 προνοεί ότι το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει την παροχή περισσοτέρων και καλυτέρων λεπτομερειών οιουδήποτε ζητήματος που αναφέρεται σε οποιοδήποτε δικόγραφο. Η πιο πάνω διάταξη αντιστοιχεί με τη Δ.19 θ.7 των παλιών Αγγλικών Θεσμών. Στο Annual Practice του 1959[1] διαβάζουμε τα πιο κάτω σε σχέση με τις περιπτώσεις όπου δικαιολογείται η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. «. Particulars are necessary in order that a party may know the case he has to meet and to prevent surprise (Spedding v. Fitgpatric, 38 CBD 413; Thompson v. Birkley, 31 W.R. 230). They are sometimes allowed as limitations of the claim or of the evidence (Milbank v. Milbank [1900] 1 Ch. P. 385)». Ο θεσμός 26, της ίδιας Διάταξης προβλέπει ότι το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί καθοιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οιουδήποτε ζητήματος σε οιανδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο η οποία μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή που θα τείνει να προκαταλάβει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής. Ο πιο πάνω θεσμός πρέπει να αντικρισθεί υπό το πρίσμα της Δ.19 Θ.4, η οποία προνοεί ότι: «
  6. Every pleading shall contain, and contain only, a statement in a summary form or the material facts on which the party pleading relies for this claim or defence, as the case may be, but not the evidence by which they are to be proved .». Από το συνδυασμένο αποτέλεσμα των πιο πάνω προνοιών προκύπτει και η αρχή ότι καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η απαίτηση ή η υπεράσπιση και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία η οποία θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Σκοπός της παροχής των καλύτερων και περισσοτέρων λεπτομερειών είναι για να γνωρίζει η άλλη πλευρά τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που θα αντιμετωπίσει, έτσι ώστε να μην βρεθεί προ εκπλήξεως. Οι λεπτομέρειες σκοπό έχουν να διευκρινίσουν και ή να εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ΄ ουδένα λόγο να εκμαιεύσουν ή να αποκαλύψουν την ίδια τη μαρτυρία με την οποία αυτά θ΄ αποδειχθούν[2]. Πέραν των πιο πάνω πρέπει να επισημανθεί ότι τα δικόγραφα δεν πρέπει να περιλαμβάνουν το νόμο ούτε τα νομικά συμπεράσματα που μπορούν να συναχθούν από τα γεγονότα. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά στο Annual Practice του 1952: «Pleadings now are to be merely concise statements of the facts which the party pleading deems material to his case" (per Brett, J., in Lord Hammer v. Flight

(1876), 24 W.R., at p. 347), not law, nor evidence to prove the facts (N.W. Salt Co., Ltd. V. Electrolytic Alkali Co., Ltd.,
(1913)3 K.B. 425). The inferences of law to be drawn from those facts need not be stated in the pleading. A plaintiff should not merely aver that he is entitled to certain property, or that it was the duty of the defendant to do so and so; for these are conclusions of mixed fact and law. He must set out in his pleading the facts which in his opinion give him that title, or which impose on the defendant that liability or that duty (see the judgment of Willes, J., in Gautret v. Egerton
(1967)L.R. 2 C.P. 371, cited with approval by Lord Alverstone, C. J., in West Rand Central Gold Mining Co. v. Rex,
(1905), 2 K. B. p. 400, and see Odgers on Pleading, 9th ed., pp. 86-92). Similarly a defendant must allege the facts upon which he relies as a defence (O. 21, rr. 1, 2, 3, ), and deal explicitly with the facts alleged by the plaintiff.» Στην υπό κρίση υπόθεση παρατηρούμε ότι εκείνο που στην ουσία ζητά οι εναγόμενος 1 αιτητής είναι την αποκάλυψη μαρτυρίας για στήριξη των δικών του ισχυρισμών. Ενώ τόσο στο δημοσίευμα που συνέταξε και στη συνέχεια στην υπεράσπιση που καταχώρησε, ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας δεν κατείχε τα απαιτούμενα προσόντα και πείρα και η ανέλιξη του στη συγκεκριμένη θέση ήταν παράνομη, τόσο με την αίτηση που κατεχώρησε στο παρελθόν, όσο και με την υπό κρίση ζητά επιτακτικά στοιχεία σε σχέση με τα θέματα αυτά. Ως αναφέρω και ανωτέρω οι καλύτερες λεπτομέρειες δίδονται για να γνωρίζει η μια πλευρά την υπόθεση της άλλης και να μην βρεθεί προ εκπλήξεως, αλλά κατ΄ ουδένα λόγο να εκμαιεύσουν ή ν΄ αποκαλύψουν την ίδια τη μαρτυρία με την οποία αυτά θ΄ αποδειχθούν. Στην ουσία ζητά λεπτομέρειες για θέματα τα οποία κανονικά θα έπρεπε να γνωρίζει, εφόσον επί αυτών στήριξε το επίδικο δημοσίευμα και αργότερα την υπεράσπιση του. Ο εναγόμενος 1 εγείρει την υπεράσπιση της αλήθειας και του έντιμου σχολίου και συνεπώς το βάρος είναι στους ώμους του ν΄ αποδείξει ότι όσα αναφέρει ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Σχετική επί του θέματος είναι η πρόσφατη απόφαση Ελευθέριος Γαληνιώτης και 1. Εκδοτικού Οίκου Δίας Λτδ[3], από την οποία παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα. «Όσον αφορά την υπεράσπιση της αλήθειας («justification») της οποίας το βάρος απόδειξης φέρει ο εναγόμενος, εφόσον δεν εναπόκειται στον ενάγοντα να αποδείξει το ψεύδος του κειμένου (Beevis ν. Dawson
(1957)1 QBD 195), αυτή όπως το θέτει και το σύγγραμμα Salmond on the Law of Torts, -ανωτέρω - σελ. 160, . Όπως εξηγείται και στον Street on Torts - ανωτέρω - σελ. 502-503, οι δυσκολίες απόδειξης της υπεράσπισης της αλήθειας υπάρχουν για να εμποδίζεται η κατάχρηση της. Ο έντιμος σχολιασμός, από την άλλη, το βάρος του οποίου επίσης είναι στους ώμους του εναγομένου, περιλαμβάνει τρία στοιχεία υπεράσπισης: (
  1. i)ότι οι επίδικες λέξεις αποτελούν σχόλιο και όχι δήλωση γεγονότων, (
  2. ii)ότι αποτελούν έντιμο ή εύλογο («fair») σχολιασμό επί γεγονότων ορθώς διατυπωμένων και (iii) ότι αποτελούν σχολιασμό επί θέματος δημοσίου συμφέροντος. Εάν το σχόλιο αλλοιώνει ή παραποιεί τα γεγονότα η υπεράσπιση του εντίμου σχολιασμού εκπίπτει. Το σχόλιο επίσης πρέπει να γίνεται έντιμα και να μην έχει ως πηγή του κακόβουλο κίνητρο, ενώ γενικώς πρέπει να αποδειχθεί ότι τα γεγονότα επί των οποίων το σχόλιο γίνεται, είναι αληθή, το δε σχόλιο δικαιολογείται και από την άποψη ότι είναι της φύσεως που θα μπορούσε να γίνει από ένα έντιμο άνθρωπο ...». Χρήσιμη είναι και η αναφορά από το σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander[4], στο οποίο μας παρέπεμψε και ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων στην αγόρευση του. «SECTION 3. PROOF OF JUSTIFICATION. 1389. Onus or proof. Where the defendant pleads justification simpliciter the burden lies on him to prove the truth or the words in their natural and ordinary meaning. A plea or justification means that all the words were true and covers not only the bare statements of fact in the alleged libel but also any imputation with the words in their context may be taken to convey ..The defendant has to prove not only that the facts are truly stated, but also that any comments upon them are correct». Σε σχέση δε με την αποκάλυψη ονομάτων προσώπων, επισημαίνω ότι η αποκάλυψη μπορεί να προκύψει μόνο σε περιπτώσεις που αυτή είναι αναγκαία για να μπορέσει η άλλη πλευρά να ετοιμάσει την υπόθεση της[5]. Το θέμα αυτό απασχόλησε το Εφετείο στην υπόθεση Χρ. Θεμιστοκλέους v. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ[6] από την οποία παραθέτω και το σχετικό απόσπασμα. «.Σε υποθέσεις δυσφήμισης το δικαστήριο είναι διατεθειμένο να διατάξει λεπτομέρειες των ονομάτων προσώπων τα οποία εμπλέκονται από τον εναγόμενο σε αναφορά με την υπεράσπιση της αλήθειας της αναφοράς (ίδε Zierenberg v. Laboudnere [1893] 2 QB 183, Wootton v. Sievier [1913] 3 KB 499). Αυτό φαίνεται να συνδέεται όχι μόνο προς την ιδιαίτερη υφή, δικογραφική και άλλη της δυσφήμισης αλλά και προς την αρχή ότι αν οι λεπτομέρειες είναι αναγκαίες για σκοπούς διευκρίνισης της θέσης του αντιδίκου, δεν μπορεί να υπάρξει άρνηση στην παραχώρηση τους μόνο και μόνο διότι θα έχουν ως επακόλουθο την αποκάλυψη των ονομάτων ενδεχόμενων μαρτύρων .». Στην απόφαση Bishop v. Bishop[7], η οποία υιοθετείται και στην πιο πάνω απόφαση του Εφετείου, διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: ". . when one comes to look at the principles of common law, they lay down very fairly, as I have said, that no one is bound to disclose the names of witnesses, generally speaking, for the obvious reason that people might tamper with them, and there is no reason why persons making out their defence should be entitled to know the actual names of witnesses who are to appear against them; but the common law appears to me to have laid down with equal clearness that everything material to the case intended to be set up must be stated. That is the principle applied in cases of slander, because in those cases it may be essential for the purpose of making out special damage that the slander should be known to, or uttered to, particular persons, and the publication to particular persons constitutes, in that case, the gist of the charge. Slander uttered to one person might not be actionable if uttered to another person, in that sense, therefore, it becomes essential to see to whom it is uttered, and that is part of the case which has to be stated, and which the other side is entitled to know for he purpose of meeting the charge. The test appears to me to be: Are the names of these persons which are sought to be disclosed essential to the case, and part of the gist of the case? If, for example, the statement in this petition had merely been that the husband used violent language in the 165 presence of the other persons, it not mattering who they were, it might well be contended that the names of the persons should not be disclosed, though they might be material witnesses. But that is not the case in this instance, because the charge is - and it is the gist of the charge - that the language of the husband was used in the presence of the servants, and also in the presence of guests, both to specific guests and in the presence of servants for the purpose of humbling and degrading the petitioner. The gist of the matter is that it was said in the presence of servants, and obviously it is so, because a more degrading thing than using language of that sort for the purpose of humbling and degrading a mistress in the presence of the servants one can hardly imagine; and I do think in cases of this kind that the names of the servants and guests form a distinct element in considering the nature of the language used and its effect in regard to the petitioner. As a matter of principle, it appears to me that the slander cases apply, because it is felt there, as I ought to feel here, that it is essential that the other side should know what is the material character and the gist of the case alleged in the petition." Στην υπό εξέταση υπόθεση τα πρόσωπα, που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα τον χλεύασαν και τον περιφρόνησαν δεν αποτελούν την ουσία της υπόθεσης. Επισημαίνω ότι το δημοσίευμα δημοσιεύθηκε σε εφημερίδα και συνεπώς κρίνω ότι οι λεπτομέρειες αυτές, ήτοι η αποκάλυψη των ονομάτων των συγκεκριμένων προσώπων δεν είναι αναγκαίες για την προετοιμασία της υπεράσπισης. Ενόψει των πιο πάνω κρίνω ότι η αίτηση του εναγομένου 1 δεν μπορεί να πετύχει. Ανεξαρτήτως τούτου όμως παρατηρώ ότι ο ενάγοντας είχε ήδη δώσει στην άλλη πλευρά όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες με το έγγραφο του ημερ. 8.7.2011. Η θέση δε του εναγομένου 1 ότι με το έγγραφο αυτό επιχειρείται η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης χωρίς άδεια του Δικαστηρίου, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και απορρίπτεται ως ανυπόστατη. Η αίτηση απορρίπτεται μ΄ έξοδα υπέρ του καθ΄ ου η αίτηση - ενάγοντα και εναντίον του αιτητή - εναγομένου 1, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Vol.1 p. 460-461 [2] Χριστόδουλος Κ. Θεμιστοκλέους v. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ
  1. [3] Πολ. Έφ. 116/2008, 15.3.
  2. [4] 8η έκδοση, παρ.
  3. [5] Annual Practice 1952, σελ. 461, υπό τον τίτλο «Disclosing names of Witnesses etc. [6] [2000] 1 (Α) Α.Α.Δ., σελ. 157, 163,
  4. [7] [1901] P.
  5. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.