← Κύπρος

Αντώνη Χαμπή Φανιέρου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αγ. Αρ. 8261/11, 13  Ιανουαρίου 2012

Αντώνη Χαμπή Φανιέρου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αγ. Αρ. 8261/11, 13 Ιανουαρίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Παρπαρίνου, Π.Ε.Δ. Αγ. Αρ. 8261/11 ΜΕΤΑΞΥ:- Αντώνη Χαμπή Φανιέρου ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ - και -

  1. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
  2. Μιχάλη Παπαγεωργίου (Αρχηγού Αστυνομίας)
  3. Μιχάλη Κατσουνωτού (Εκπροσώπου Τύπου της Αστυνομίας) ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ---------------------------- Ημερομηνία: 13 Ιανουαρίου 2012 Αίτηση ημερ. 19.12.11 δι΄ έκδοση Ενδιάμεσου Απαγορευτικού Διατάγματος Για τον Ενάγοντα-Αιτητή: κ. Λουκαίδης (κ. Καμπούρης για ν΄ ακούσει απόφαση) Για τους Εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Μαππουρίδης ------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή με την οποία αξιοί εναντίον των τριών εναγομένων (α) Ειδικές και Γενικές Αποζημιώσεις δια παράβαση των δικαιωμάτων του ενάγοντα «για δίκαιη δίκη, του να θεωρείται αθώος μέχρι την καταδίκη του και του δικαιώματος σεβασμού της υπόληψης/ιδιωτικής ζωής του» και (β) Διάταγμα που ν' απαγορεύει στον Εναγόμενο 2 και τα μέλη της Αστυνομίας να συνεχίζουν να προβαίνουν στις εν λόγω δηλώσεις και ενέργειες. Την ίδια ημέρα καταχώρησης της αγωγής ο ενάγοντας καταχώρησε και μονομερή αίτηση με την οποία αιτείτο Διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους, Αρχηγό, εκπρόσωπο και μέλη της Αστυνομίας από του να προβαίνουν σε δηλώσεις με τις οποίες να υποδηλώνεται ότι ο ενάγοντας είναι εγκληματίας και/ή ένοχος ποινικών αδικημάτων. Η αίτηση απεσύρθη για λόγους τυπικούς την ημέρα που ήταν ορισμένη. Ακολούθησε αμέσως δεύτερη, η υπό εξέταση με την οποία αξιοί το ακόλουθο Διάταγμα. "Διάταγμα που να απαγορεύει στον Αρχηγό της Αστυνομίας κ. Μιχάλη Παπαγεωργίου, στον εκπρόσωπο τύπου της Αστυνομίας κ. Μιχάλη Κατσουνωτό και στα μέλη της αστυνομίας μέχρι την αποπεράτωση της δίκης στην εν λόγω αγωγή να προβαίνουν σε δηλώσεις και ενέργειες που να αποδίδουν ή υποδηλούν άμεσα ή έμμεσα ότι ο ενάγων/αιτητής είναι εγκληματίας και ένοχος για ποινικά αδικήματα για τα οποία δεν καταδικάστηκε ποτέ και ειδικά για εκείνα για τα οποία εκκρεμούν κατηγορίες εναντίον του ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας και σε σχέση με τα οποία θεωρείται αθώος ελλείψει καταδίκης σύμφωνα με τον Νόμο ή να προβαίνουν σε δηλώσεις και ενέργειες που δημιουργούν αρνητικές εντυπώσεις εις βάρος του ενάγοντα ή και ενθαρρύνουν το κοινό να πιστεύει ότι ο ενάγων/αιτητής είναι εγκληματίας και ένοχος για ποινικά αδικήματα για τα οποία δεν καταδικάστηκε ποτέ και ειδικά για εκείνα για τα οποία εκκρεμούν κατηγορίες εναντίον του ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας και σε σχέση με τα οποία θεωρείται αθώος ελλείψει καταδίκης σύμφωνα με τον Νόμο." Η αίτηση στηρίζεται επί ενόρκου δηλώσεως του δικηγόρου κ. Ανδρέα Γιαλελή. Εις αυτήν αναφέρεται ότι είναι δικηγόρος ενός των συγκατηγορουμένων του αιτητή, γνωρίζει καλά την ποινική δίωξη εναντίον των και τις εξελίξεις της υπόθεσης τόσο στο Επαρχιακό όσο και στο Ανώτατο Δικαστήριο. Ο Ενάγοντας, 66 ετών, επιχειρηματίας στη Λάρνακα συνελήφθη από την Αστυνομία το βράδυ της 22.9.11 και έκτοτε τελεί υπό κράτηση ενώ την 2.12.11 καταχωρήθηκε εναντίον του κατηγορητήριο με 21 κατηγορίες στο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας. Παρόλο ότι η επιχείρηση σύλληψης του άνω έγινε τις βραδινές ώρες με πάσα μυστικότητα, εντούτοις οι λεπτομέρειες της διοχετεύθησαν από την Αστυνομία στα Μ.Μ.Ε. Η δημοσιότητα αυτή αποσκοπούσε να δημιουργήσει την εικόνα του Ενάγοντα ως ενός επικίνδυνου εγκληματία μεγάλων διαστάσεων. Οι εναγόμενοι συνέχισαν να διοχετεύουν στον Τύπο πληροφορίες που μόνο εκείνοι γνώριζαν όπως στοιχεία της ανακρίσεως και των μαρτύρων κατηγορίας, προβαίνοντας σε δηλώσεις και ενέργειες που είχαν στόχο να στιγματίσουν τον Ενάγοντα ως επικίνδυνο εγκληματία και ως ένοχο ποινικών αδικημάτων γενικά και ειδικά εκείνων για τα οποία εκκρεμούσαν και εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Αναφέρεται δε αριθμός των δηλώσεων των εναγομένων που έγιναν μέχρι και την 4.12.
  4. Πρόσθετα αναφέρει ότι μέλη της ανακριτικής ομάδας της υπόθεσης εν γνώσει του Αρχηγού της Αστυνομίας προκαλούν τη συνεχή δημοσίευση φωτογραφιών του ενάγοντα στα Μ.Μ.Ε συνοδευόμενο από υπερβολική φρουρά αστυνομικών των ΜΑΑΔ με χειροπέδες κατά παράβαση της Νομοθεσία [Ν.14/60άρθρα 44(θ) (αα)(γγ)(ι)] ενέργειες που συνιστούν ποινικά αδικήματα και δια τα οποία ουδεμία δίωξης έγινε. Η επανειλημμένη δημοσίευση των φωτογραφιών συνοδευόμενη πολλές φορές με λεπτομέρειες των καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας δημιούργησε την εντύπωση ότι ο ενάγοντας είναι ένοχος των κατηγοριών τις οποίες αντιμετωπίζει. Γίνεται δε αναφορά σ΄ άλλη υπόθεση ιατρού της Λάρνακας όπου η Αστυνομία απέφυγε τη δημοσιότητα του ονόματος του κατηγορουμένου ή φωτογραφία του. Οι δημοσιεύσεις που προκαλούντο από την Αστυνομία και αφορούσαν τον Αιτητή καλύπτει την περίοδο 22.9.11 - 8.12.
  5. Η υπόθεση του Ενάγοντα είναι ορισμένη δι΄ εκδίκαση ενώπιον του Κακουργιοδικείου στις 23-27.1.12 ενώ έφεση που κατεχωρήθη εκ μέρους του ενάγοντα στην απόφαση δια κράτηση του αναμένεται να ορισθεί σύντομα. Σε τέτοια περίπτωση ο ενάγοντας αναμένεται να μεταφερθεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου με χειροπέδες με συνοδεία μεγάλης ομάδας Αστυνομικών οπόταν υπάρχει ορατός κίνδυνος οι εναγόμενοι 2 και 3 ή κατώτεροι τους να επιτρέψουν τη φωτογράφιση του κατά παράβαση της νομοθεσίας και να γίνουν δηλώσεις και σχόλια εκ μέρους τους εις βάρος του τεκμηρίου αθωότητας του ενάγοντα ή και τη δημιουργία αρνητικών εντυπώσεων εις βάρος του ενάγοντα. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η αίτηση θα έπρεπε να επιδοθεί εις την άλλη πλευρά και ούτω διέταξε. Οι καθ΄ ων η αίτηση κατεχώρησαν ένσταση με την οποία προβάλλονται συνολικά 13 λόγοι ένστασης. Μεταξύ άλλων προβάλλεται ότι υπάρχει αλλαγή αιτίας αγωγής, από της οπισθογράφησης του κλητηρίου στην αίτηση για έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος ήτοι από παραβίαση συνταγματικών δικαιωμάτων σε δυσφήμιση σύμφωνα με το άρθρο 17 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο ΚΕΦ. 148, η αίτηση είναι και εναντίον μελών της Αστυνομίας που δεν είναι διάδικοι, δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που τίθενται εις το άρθρο 32 του Ν.14/60, υπό το πρίσμα του ισοζυγίου της ευχέρειας (balance of convenience) δεν είναι δίκαιο ή εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα λαμβάνοντας υπόψη το δικαίωμα έκφρασης των εναγομένων, η έκδοση του διατάγματος θα ισοδυναμούσε με προληπτική λογοκρισία με διακύβευση του δικαιώματος στην ελευθερία της άποψης, τα δημοσιεύματα δεν είναι δυσφημιστικά δεν έγιναν κακόβουλα και δεν παραβιάζουν τα δικαιώματα του ενάγοντα, δεν προβάλλεται πειστικότητα ή καθόλου μαρτυρία δια πρόθεση επανάληψης των κατ΄ ισχυρισμό τελεσθέντων ενεργειών, δεν συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις εγέρσεως αγωγής με βάση λίβελλο, οι εναγόμενοι θα προβάλουν με τις υπερασπίσεις τους ότι τα δημοσιεύματα δεν είναι δυσφημιστικά και πρόκειται περί έντιμου σχολίου επί θέματος δημοσίου συμφέροντος το οποίο έγινε καλόπιστα, ο ενάγοντας δεν προσήλθε με καθαρά χέρια, η αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη και ότι στην ένορκη δήλωση δεν προβάλλεται ισχυρισμός ότι τα δημοσιεύματα είναι ένα στυγερό δυσφημιστικό κείμενο τελείως αδικαιολόγητο επιφέροντας οποιαδήποτε σοβαρή βλάβη στον ενάγοντα ώστε να επιτρέπεται η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του τρίτου εναγόμενου. Μεταξύ άλλων εις αυτήν γίνεται άρνηση των ισχυριζομένων παραβιάσεων από τους εναγόμενους. Ειδικώτερα δια την φωτογράφηση του κατηγορούμενου ισχυρίζεται ότι αυτή έγινε χωρίς την άδεια των ανακριτικών αρχών και ούτε έγινε διαρροή καταθέσεων από αυτές. Η φωτογράφηση έγινε υπό συνθήκες που δεν έγινε αντιληπτή από τους αστυνομικούς που συνόδευαν τον ενάγοντα με πρωτοβουλία δημοσιογράφων. Τέλος, αναφέρεται ότι είναι υποχρέωση των εναγομένων να διαφυλάξουν το δικαίωμα του αιτητή για δίκαιη δίκη, δεν υπάρχει ορατό ενδεχόμενο με συγκατάθεση τους ή από αυτούς να επιτραπεί η φωτογράφηση του ενάγοντα ή να προβούν σε δηλώσεις ώστε να παραβιάσουν τα δικαιώματα του ενάγοντα. Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίου Ν.14/60 του άρθρου 9

(1)του ΚΕΦ. 6 και επί των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.θ. 1-4, 7-9, στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων όπως είναι η απόφαση στην υπόθεση Allenet de Ribemont v. France application no. 15175/89 και στην υπόθεση Adam WLOCH against Poland application no. 27785/95 ως και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γιάλλουρου ν. Νικολάου Π.Ε. 9931 και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Tα κριτήρια και προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σε αίτηση για διάταγμα στη βάση του άρθρου 32, του Νόμου 14/1960, μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα:
  1. Πρέπει να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά τη δίκη.
  2. Να υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία.
  3. Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. (βλ., μεταξύ άλλων, Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1976)1 C.L.R. 38, Karydas Taxi v. Komodikis
(1975)1 C.L.R 38, Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, Α/φοί Μυλωνά Α.Ε. κ.ά. ν. Μ. Abraamides & Co Ltd,
(1998)1 Α.Α.Δ 1513, Nemitsas Industries Ltd v. S. & S. Maritime Lines Ltd and Others
(1976)1 C.L.R. 302, Constantinides v. Makriyiorghou & Another
(1978)1 C.L.R. 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, M & M Transport v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 C.L.R. 605, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Απαιτείται από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία πρέπει να καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. (βλ. Eurocypria Airlines Ltd v.
  1. Κυπριακή Δημοκρατία κ.α. Π.Ε. 170/11 ημερ. 20.10.11). Ο συνήγορος του αιτητή ανάλωσε μεγάλο χρόνο στην αγόρευση του αναλύοντας αποφάσεις του ΕΔΑΔ στις οποίες εξετάστηκαν περιπτώσεις που αφορούσαν παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας. Αυτές είναι οι Μinelli v. Suisse, Αιτ. 8660/79 ημερ. 25.3.83, Alenet De Ribemont v. France Αιτ. 15175/89 ημερ. 10.2.95, Lavents v. Lettonie Αιτ. 58442/00 ημερ. 28.2.03, Butkevieios v. Lithuania Αιτ. 48297, ημερ. 26.6.02 και Konstas v. Greece Αίτ. 53466/07 ημερ. 28.11.
  2. Με αναφορά δε στα δημοσιεύματα, τεκμήρια στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν αντίστοιχα την αίτηση και ένσταση, εισηγήθηκε ότι στην εξεταζόμενη υπόθεση υπάρχει τέτοια παραβίαση. Περαιτέρω ήταν η θέση του ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 και ότι η υπόθεση του ενάγοντα-αιτητή δεν αφορά δυσφήμιση ή λίβελλο όπως η άλλη πλευρά την παρουσιάζει εν μέρει εις την ένσταση της. Ο συνήγορος δια τους Καθ΄ ων η αίτηση εις την γραπτή αγόρευση του με αναφορά εις κυπριακή νομολογία και απόφαση του ΕΔΑΔ εισηγήθηκε ότι δεν μπορεί να λεχθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με την προβολή υπό τον αιτητή παραβίασης συνταγματικών του δικαιωμάτων μέσα από παραποίηση, δική του ερμηνεία και προέκταση των δηλώσεων των εναγομένων 2 και
  3. Περαιτέρω, ήταν η θέση του ότι εάν αποδειχθεί η υπόθεση του αιτητή τότε οι αποζημιώσεις είναι η μόνη φυσική συνέπεια της παραβίασης των συνταγματικών του δικαιωμάτων. Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα θέσει τους εναγόμενους σε δυσχερέστερη θέση συγκριτικά με αυτή του ενάγοντα αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα και επίσης επηρεάζονται δυσμενώς τα συμφέροντα της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επίσης ο συνήγορος αναφέρθη και σ΄ άλλα όπως η μη πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60, η αλλαγή της αιτίας αγωγής που έχει εξηγηθεί πιο πάνω και σ΄ άλλα που δεν είναι επί της παρούσης. Όπως ήδη έχει αναφερθεί η αγωγή αφορά και η αίτηση προωθήθηκε επί τη βάσει παραβίασης τριών συνταγματικών δικαιωμάτων του αιτητή που είναι: (α) Δικαίωμα σε δίκαιη δίκη (βλ. Άρθρο 30.2 του Συντάγματος) (β) Το τεκμήριο της Αθωότητας σε ποινικές υποθέσεις κάθε ατόμου κατηγορούμενου για ποινικό αδίκημα μέχρι απόδειξης της ενοχής του (βλ. άρθρο 12.4 του Συντάγματος) (γ) Δικαίωμα σεβασμού της Ιδιωτικής ζωής (βλ. Άρθρο 15 του Συντάγματος) Στα πιο πάνω θα πρέπει να προστεθεί προκειμένου να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα ότι τα άρθρα 30.2, 12.4 και 15 του Συντάγματος αντιστοιχούν με τα άρθρα 6.1, 6.2 και 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δια την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ. Κυρωτικός Νόμος Ν.39/62). Εις την υπόθεση Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ 558 στη σελ. 567 αναφέρονται τα ακόλουθα:- "Παραβίαση Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών - Αγώγιμο δικαίωμα. Το Σύνταγμα της Κύπρου κατοχυρώνει σε ιδιαίτερο κεφάλαιο - Μέρος ΙΙ - τα Θεμελιώδη Δικαιώματα και Ελευθερίες του Ανθρώπου και επιβάλλει το σεβασμό τους. Τα δικαιώματα και οι ελευθερίες του ατόμου έχουν καθολικό χαρακτήρα. Δεσμεύονται οι πάντες να τα σέβονται και να αφίστανται από κάθε πράξη προσβολής τους. Η υπόσταση και το πεδίο εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων διαγνώστηκαν και δόθηκε έκφραση σ' αυτά στη θεμελιακή απόφαση Georghiades και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Περιορισμοί στα δικαιώματα του ανθρώπου, άλλοι από εκείνους που θέτει το Σύνταγμα, δεν χωρούν - Άρθρο 33.1 του Συντάγματος. Τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου δεν προσδιορίζονται με αναφορά στα αστικά δικαιώματα του ατόμου κατά το δίκαιο της χώρας. Προσιδιάζουν στο άτομο, έχουν καθολικό χαρακτήρα ταυτίζονται δε με τη φύση και την αυτονομία του ανθρώπου στον κοινωνικό και πολιτειακό χώρο. Το Σύνταγμα καθιστά την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και την αποτελεσματική εφαρμογή τους πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας σ' όλες τις λειτουργίες της. Το Άρθρο 35 του Συντάγματος (το τελευταίο άρθρο του Μέρους ΙΙ) προβλέπει: «Αι νομοθετικαί, εκτελεστικαί και δικαστικαί αρχαί της Δημοκρατίας υποχρεούνται να διασφαλίζωσι την αποτελεσματικήν εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος μέρους, εκάστη εντός των ορίων της αρμοδιότητος αυτής.» Το Άρθρο 35 επιβάλλει υποχρέωση σε κάθε μια από τις τρεις λειτουργίες της Πολιτείας να διασφαλίσει, μέσα στα όρια των αρμοδιοτήτων της, την αποτελεσματική εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η διαπίστωση παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η παροχή θεραπείας εμπίπτουν, ως εκ της φύσεως τους, στη σφαίρα της δικαστικής λειτουργίας. Οι θεραπείες που μπορεί να παρασχεθούν είναι εκείνες που προβλέπει το δίκαιο της χώρας, οι οργανικοί νόμοι που διέπουν τα της απονομής της δικαιοσύνης. (Βλ. Μεταξύ άλλων τον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960, (Ν.14/60)και τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6.) Η πρόσβαση στο Δικαστήριο ρυθμίζεται από τους Θεσμούς που διέπουν την απονομή της δικαιοσύνης. (Βλ. επίσης Άρθρο 30.1 του Συντάγματος.) Οι θεραπείες που μπορεί να χορηγηθούν στο πεδίο της αστικής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων περιλαμβάνουν αποζημιώσεις προς αποκατάσταση τρωθέντων δικαιωμάτων, επανόρθωση προκληθείσας βλάβης, απαγορευτικά και προστακτικά διατάγματα και θεραπείες παρεμφερείς προς αυτές. Καμμιά εξασφάλιση δικαιωμάτων δεν είναι αποτελεσματική εάν δεν παρέχει τα μέσα για δικαστική προστασία με τις καθιερωμένες θεραπείες του δικαίου. Τοσούτω μάλλον η προστασία των θεμελιωδών και αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων του ανθρώπου. Χωρίς την προστασία αυτή τα δικαιώματα θα απέβαλλαν όχι μόνο το θεμελιώδη, αλλά και αυτό τούτο το χαρακτήρα τους ως δικαιώματα· μετατρεπόμενα σε διακηρύξεις καλής συμπεριφοράς." Ο αιτητής προκειμένου να στοιχειοθετήσει την υπόθεση του παρουσίασε στο Δικαστήριο 77 δημοσιεύσεις και φωτογραφίες (βλ. Τεκμ. 1 Ε/Δ Γιαλελή). Με τον ίδιο τρόπο και οι Καθ΄ ων η αίτηση παρουσίασαν στο Δικαστήριο αντίγραφα των δηλώσεων τους όπως δημοσιεύτηκαν αυτούσιες και των ανακοινώσεων του Κυπριακού Πρακτορείου Ειδήσεων (ΚΥΠΕ). Το ακριβές περιεχόμενο των δηλώσεων τους όπως αναφέρεται, τοποθετείται εντός εισαγωγικών και φαίνονται εις το Τεκμ. Γ (βλ. Ε/Δ εναγόμενου 3). Ο συνήγορος του αιτητή εις την αγόρευση του στηρίχθηκε στο τεκμ. Γ 2, 3, 5, 6, 10, 11, 15 και 18 της ένορκης δήλωσης του εναγομένου 3, στις 40 φωτογραφίες του αιτητή όπως φαίνεται από τα τεκμήρια, στο τεκμ. 1 σελ. 33, 64, 67, 74 της ένορκης δήλωσης Γιαλελή, σε συνάρτηση με τις παραγρ. 6, 9, 10 της ένορκης δήλωσης του. Χωρίς ν' αποφασίζω οτιδήποτε και τονίζοντας ότι όλα παραμένουν ανοικτά μέχρι την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης, παρατηρώ τ΄ ακόλουθα αναφορικά με τα κάτωθι τεκμήρια ενδεικτικά και μόνο και χωρίς να αγνοώ τα υπόλοιπα:-
  1. Εις το τεκμ. Γ1 που είναι γραπτή δήλωση του εναγομένου 3 ημερ. 23.9.11 αναφέρονται μεταξύ άλλων «Συνελήφθηκαν ... Πρόκειται δια 67χρονο από τη Λάρνακα ..» «Η επιχείρηση απετέλεσε συνέχεια των προηγούμενων αλλά και υλοποίηση των προειδοποιήσεων της Ηγεσίας της Αστυνομίας για στοχοποίηση συγκεκριμένων προσώπων που είχαν την εντύπωση ότι μπορούν να συμπεριφέρονται και να ενεργούν υπεράνω του Νόμου.»
  2. Εις το τεκμ. Γ10 ημερ. 29.9.11 αναφέρεται «Την ανανέωση του διατάγματος προσωποκράτησης του Αντώνη Φανιέρου»
  3. Εις το τεκμ. Γ 18 ημερ. 4.12.11 αναφέρεται "Για την υπόθεση Φανιέρου, ο Αρχηγός είπε ότι αγωνίζονται «με νύχια και με δόντια να αποδείξουμε την υπόθεση.» Θεώρησαν, είπε, ότι εξασφαλίστηκε επαρκής μαρτυρία και γι΄ αυτό προσήγαγαν ενώπιον της δικαιοσύνης το συγκεκριμένο πρόσωπο. Στην πορεία, ανάφερε φαίνεται ότι κάποιοι, για διάφορους λόγους διαφοροποίησαν τις καταθέσεις τους. «Ωστόσο θα αγωνιστούμε μέχρι το τέλος.»"
  4. Εις το δημοσίευμα της εφημερίδας «Χαραυγή» ημερ. 1.10.11 (βλ. σελ. 44 τεκμ. 1 ένορκη δήλωση Γιαλελή) αναφέρεται «Σε δηλώσεις του στη «Χ» ο εκπρόσωπος Τύπου της Αστυνομίας Μιχάλης Κατσουνωτός ανέφερε πως συνεχώς φθάνουν στα χέρια της Αστυνομίας νέες καταγγελίες και παράπονα σε βάρος του Α. Φανιέρου. Ωστόσο ο Μιχάλης Κατσουνωτός επανέλαβε την έκκληση του Αρχηγού της Αστυνομίας προς όλους όσοι έπεσαν θύματα εκβιασμού ή έχουν οποιεσδήποτε πληροφορίες, να το καταγγείλουν στην Αστυνομία για διευκόλυνση των ερευνών»
  5. Εις το δημοσίευμα της εφημερίδας «Αλήθεια» ημερ. 26.9.11 αναφέρονται: «Παράλληλα ο Εκπρόσωπος της Ασυνομίας επιβεβαίωσε ότι όντως ο Αρχηγός Αστυνομίας Μιχάλης Παπαγεωργίου, την επομένη της επιχείρησης, δηλαδή την Παρασκευή το πρωί, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τους πολιτικούς αρχηγούς των κοινοβουλευτικών κομμάτων ώστε να τους ενημερώσει για την επιχείρηση. Αυτό έγινε, όπως είπε ο κ Κατσουνωτός, για δύο λόγους. Ο πρώτος είναι ότι σε προηγούμενες συναντήσεις του Αρχηγού με τους Αρχηγούς των κομμάτων ανέλαβε δέσμευση στις περιπτώσεις επιχειρήσεων της Αστυνομίας που απασχολούν έντονα την κοινή γνώμη να τους ενημερώνει ο ίδιος προσωπικά και να μην τις πληροφορούνται από τα ΜΜΕ και δεύτερο να ζητήσει τη στήριξη και περαιτέρω θωράκιση της Αστυνομίας στην προσπάθεια πρόληψης και πάταξης της εγκληματικότητας, για περαιτέρω εμπέδωση του αισθήματος ασφάλειας των πολιτών. Διευκρίνισε ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που ενημερώθηκαν οι αρχηγοί των κομμάτων για την επιχείρηση της Αστυνομίας.» (βλ. τεκμ. 1 σελ. 55 όπως και σελ. 59 στο ίδιο τεκμήριο). Εις το ίδιο πάνω τεκμήριο σελ. 64 αναφέρεται δημοσίευμα της εφημερίδα «Πολίτης» ημερ. 25.9.11 που έχει ως ακολούθως: «Σε δηλώσεις του του στο ΚΥΠΕ, ο εκπρόσωπος Τύπου της Αστυνομίας, Μιχάλης Κατσουνωτός, είπε ότι ο αρχηγός της Αστυνομίας Μιχάλης Παπαγεωργίου, με αφορμή την επιχείρηση της Πέμπτης, «απευθύνει θερμή έκκληση προς όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες, ιδιαίτερα σε αυτούς που έπεσαν θύματα εγκληματικών ενεργειών ή είναι μάρτυρες στη διάπραξη εγκλημάτων ή έχει περιπέσει στην αντίληψη τους οποιαδήποτε πληροφορία, να αδράξουν την ευκαιρία αυτή, ώστε να συμβάλουν ουσιαστικά στην περαιτέρω δημιουργία συνθηκών ασφάλειας και ευνομίας». «Τώρα είναι η ώρα και η χρυσή ευκαιρία, με τη στήριξη, υποστήριξη, συμπαράσταση, παροχή πληροφοριών ή και υποβολή καταγγελιών στην αστυνομία, μακριά από ενδοιασμούς και επιφυλάξεις, να συμβάλουν προς αυτή την κατεύθυνση», πρόσθεσε"»
  6. Σχετική επίσης η σελ. 67 του ιδίου τεκμ. 1 που αναφέρεται σε δημοσίευμα της «Cyprus Mail" ημερ. 24.9.
  7. Εις το τεκμ. 1 της ένορκης δήλωσης Γιαλελή υπάρχει σωρεία από φωτογραφίες του αιτητή όπου φαίνεται δεμένος με χειροπέδες και συνοδεύεται από αριθμό αστυνομικών. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω είναι η κρίση μου ότι ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση που τίθεται από το άρθρο
  8. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση και λαμβάνοντας υπόψη ότι στο παρόν στάδιο το επίπεδο δεν είναι ψηλό, απαιτώντας μόνο πιθανότητα επιτυχίας είμαι της γνώμης ότι ικανοποιείται. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση παρατηρώ τα ακόλουθα: όπως υποδεικνύεται από την πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η ικανοποίηση αυτής της προϋπόθεσης εξετάζεται κυρίως υπο το φως του ερωτήματος κατά πόσον η απονομή αποζημιώσεων θα προσφερόταν σαν ικανοποιητική και επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Εις την M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ 1799 αποφασίστηκε όμως ότι η έννοια της απονομής της δικαιοσύνης δεν μπορεί να συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία. Σ αυτό ακριβώς υπάρχει διάσταση στην προβληθείσα εισήγηση του συνήγορου των εναγομένων ότι η απονομή αποζημιώσεων συνιστά μια ευχερή θεραπεία στο τέλος εις τον αιτητή. Η σπίλωση του ονόματος ενός ανθρώπου είναι φυσιολογικά αναμενόμενο ότι θα προκαλέσει εις αυτόν ζημιά η οποία θα είναι πολύ δύσκολο ν΄ αποτιμηθεί ως προς την έκταση και ως προς τη διάρκεια της ιδιαιτέρα όταν πρόκειται περί ανθρώπου επιχειρηματία όπως αναφέρεται στην παράγρ. 3 της ένορκης δήλωσης Γιαλελή της οποίας δεν γίνεται ρητή άρνηση όπως οι άλλοι παράγραφοι της ένορκης δήλωσης Γιαλελή. Εις αυτή την περίπτωση καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)του Ν.14/60. Τέλος θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το αιτούμενο Διάταγμα. Εις το Σύγγραμμα «Commercial Injunctions» του Steven Gee, Q.C., 5η Έκδοση, σελ. 59, παρ. 2.029, αναφέρονται: «
(7)Quia timet injunctions A quia timet (since he fears) injunction is an injunction granted where no actionable wrong has been committed, to prevent the occurrence of an actionable wrong, or to prevent repetition of an actionable wrong. Before the Judicature Acts it was the sole preserve of the old High Court of Chancery to grant such an injunction where there had been no prior wrong. Sir George Jessel M.R. said no jurisdiction of the old Court of Chancery was more valuable and no subject more frequently the cause for bills for injunction than to restrain threatened injury. But the jurisdiction involves proof that unless the court intervenes by injunction there is a real risk that an actionable wrong will be committed; that an injunction would do no harm is not a justification for granting it. Usually this will be by evidence that the defendant has threatened to do the particular wrongful act "no-one can obtain a quia timet order by merely saying "Timeo" (literally "I fear")» Εις την Α. G. for the Dominion of Canada v. Richie Contracting and Supply Co. Ltd
(1919)A.C. 999, 1005, λέχθηκαν από τον Lord Dunein τα ακόλουθα: «.... no one can obtain a Quia Timet Order by merely saying «Τimeo»; he must aver and prove that what is going on is calculated to infringe his rights.» Εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης δικαιολογείται το αίτημα εις την παράγρ. 16 της ένορκης δήλωσης Γιαλελή η οποία έχει ως ακολούθως:- «
  1. Στις 6 Δεκεμβρίου 2011 το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας διέταξε την κράτηση του ενάγοντα μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης του η οποία είναι ορισμένη για εκδίκαση στο Κακουργιοδικείο Λευκωσίας για τις 23-27 Ιανουαρίου
  2. Στις 15 Δεκεμβρίου 2011 ο ενάγων καταχώρησε μέσω των δικηγόρων του έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο εναντίον της εν λόγω απόφασης κράτησης του. Η έφεση αναμένεται να οριστεί σύντομα οπότε ο ενάγων θα παρουσιαστεί ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου μεταφερόμενος από τις κεντρικές φυλακές με χειροπέδες και με τη συνοδεία μεγάλης ομάδας αστυνομικών οπόταν υπάρχει ορατός κίνδυνος οι εναγόμενοι 2 και 3 ή ιεραρχικά κατώτεροι τους αστυνομικοί α) να επιτρέψουν την φωτογράφηση του από δημοσιογράφους όπως και προηγουμένως σύμφωνα με τα πιο πάνω κατά παράβαση του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 και β) να γίνουν πάλι δηλώσεις και σχόλια από μέρους των εναγομένων 2 και 3 ή των ιεραρχικά κατωτέρων τους Αστυνομικών εις βάρος του τεκμηρίου αθωότητας του ενάγοντα ή και για δημιουργία αρνητικών εντυπώσεων σε βάρος του ενάγοντα σύμφωνα με τα πιο πάνω.» Ο συνήγορος του αιτητή πληροφόρησε το Δικαστήριο ότι η έφεση ως άνω ορίσθηκε την 16.1.
  3. Εξέτασα με προσοχή τα όσα προβάλλονται εις την παράγραφο αυτή και είμαι της γνώμης ότι με αυτή εκφράζονται φόβοι και εικασίες μη στερεωμένα σε οποιαδήποτε απειλή περί τούτου από τους εναγόμενους ή άλλη ενέργεια της ίδιας φύσεως προς την κατεύθυνση αυτή. Επίσης δεν αποκαλύπτεται η πηγή πληροφόρησης του ομνύοντος ή πού στηρίζει αυτά. Εις τη Cyprus Sulphur κ.ά. ν. Pararlama Ltd
(1990)1 A.A.Δ 1051, στη σελ. 1063 κ.ε., αφού προηγουμένως λέχθηκε ότι η πολιτεία της Κύπρου είναι δημοκρατική κοινωνία, εν συνεχεία αναφέρονται τα ακόλουθα: «Το Άρθρο 19 του Συντάγματος εγγυάται και διασφαλίζει το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και έκφρασης, που περιλαμβάνει την ελευθερία της λήψης και μετάδοσης πληροφοριών και ιδεών. Αντιστοιχεί το Άρθρο τούτο με το Άρθρο 10 της Σύμβασης. Η Δημοκρατία της Κύπρου, με το Άρθρο 5 της Συνθήκης Εγκαθιδρύσεως, ανέλαβε να διασφαλίσει στον καθένα εντός της δικαιοδοσίας της ανθρώπινα δικαιώματα και βασικές ελευθερίες, όμοια με εκείνα που εκτίθενται στο Μέρος Ι της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, που υπογράφτηκε στη Ρώμη στις 4 Νοεμβρίου, 1950, και του Πρωτόκολλου στη Σύμβαση, που υπογράφτηκε στο Παρίσι στις 20 Μαρτίου, 1952. Σύμφωνα με την πιο πάνω ανάληψη, οι συντάκτες του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο Μέρος ΙΙ - "Περί των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών" - αντίγραψαν, σχεδόν, τη Σύμβαση. Έχει νομολογηθεί στις υποθέσεις Fourri & Others v. Republic
(1980)2 C.L.R. 152, Costa v. Republic
(1982)2 C.L.R. 120 και στην Cypriot Shipowners Union and Another v. The Registrar of Trade Unions and Others
(1988)3 C.L.R. 457, ότι συνταγματικές διατάξεις που προήλθαν από Διεθνείς Συμβάσεις ερμηνεύονται σύμφωνα με τις ερμηνείες που δίδονται στις ίδιες πρόνοιες από Διεθνή Σώματα, τα οποία έχουν καθήκον ερμηνείας και εφαρμογής των ιδίων διατάξεων. Στις υποθέσεις Handyside, Series A, Τόμος 24, Τhe Sunday Times, Series A, Tόμος 30, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ερμήνευσε και εφάρμοσε το Άρθρο 10 της Σύμβασης και αναφέρθηκε στο δικαίωμα των μέσων μαζικής επικοινωνίας να μεταδίδουν πληροφορίες και ιδέες και το δικαίωμα του κοινού να λαμβάνει τις πληροφορίες αυτές. Οι όροι και περιορισμοί στην άσκηση του δικαιώματος αυτού μπορεί να επιβάλλονται με νόμο, αν είναι αναγκαίοι για τους σκοπούς που, περιοριστικά και ρητά, αναφέρονται στην δεύτερη παράγραφο του Άρθρου 10 της Σύμβασης. Η ελευθερία της γνώμης και της λήψης και μετάδοσης πληροφοριών και ιδεών χωρίς επέμβαση είναι η λυδία λίθος της σύγχρονης δημοκρατικής πολιτείας.» Τα Κυπριακά Δικαστήρια ενσωμάτωσαν αμέσως τα όσα λέχθησαν εις την υπόθεση «The Sunday Times», άνω, με αποτέλεσμα εις την υπόθεση Cosmos Press v. Police
(1984)2 C.L.R. 121, να λεχθούν τα ακόλουθα: «In the light of the modern trend in interpreting and applying provisions relating to human rights, such as Article 19 of our Constitution and the corresponding Article 10 of the European Convention on Human Rights, which forms part of our own Law as well, and in the light, also, of weighty dicta such as those of the European Court of Human Rights in the judgment of "The Sunday Times case", some of which we have quoted in the present judgment, section 122(b) of Cap. 154, which is a restriction of the right of expression, must be applied in each particular case in a manner as favourable as possible for the freedom of the press.» Στην υπόθεση Police v. Ekdodiki Eteria
(1982)2 Α.Α.Δ. 63 εις Νομικό Ερώτημα «Κατά πόσο το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της καθ΄ οιονδήποτε τρόπο έκφρασης, όπως κατοχυρώνεται από τα εδάφια 1 και 2 του άρθρου 19 του Συντάγματος επεκτείνεται και στη δημοσίευση ψευδών ειδήσεων και πληροφοριών», το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε: «That the right safeguarded by Article 19
(1)
(2)of the Constitution is not limited by reference to the truth or falsity of a statement made in the exercise of such right, therefore, it extends to false as well as to the true statements». Στο Σύγγραμμα «The European Convention for the Protection of Human Rights. "International Protection versus National Restrictions"», που εκδόθηκε από την Mireile Delmas - Marty, σελ. 76-77: «The presumption of innocence. Article 6 § 2 does not merely lay down a procedural guarantee. It also protects everybody against being treated by public officials as being guilty of an offence before this is established according to law by a competent court. But "this does not mean (..) that the authorities may not inform the public about criminal investigations. They do not violate Article 6 § 2 if they state that a suspicion exists, that people have been arrested, that they have confessed, etc. What is excluded, however, is a formal declaration that somebody is guilty." Consequently, "public authorities, in particular those involved in criminal investigations and proceedings, should be most careful when making statements in public, if at all, about matters under investigation and on the persons concerned thereby, in order to avoid as much as possible that these statements could be misinterpreted by the public and possibly lead to the applicant´s innocence being called into question even before being tried." In fact, as is emphasized by the decision in Petra Krause v. Switzerland, the assessment of the violation depends mainly on the wording of the declarations and the context in which they were made. In that case, the federal Minister of Justice stated on television that the applicant could not "be considered simply as a Palestinian fighter for freedom. She is a person who has committed (..) offences (...) and she must accept responsibility for this. In autumn she will have to stand trial as a prisoner on remand. One cannot fight against terrorism by releasing terrorists". In a second interview he added that Petra Krause "who is responsible for several bombings with plastic explosive must stand trial - I do not know what the verdict will be. One cannot fight against terrorism by renouncing the rule of law." On the basis of those two pieces of evidence the Commission considered that there had been no infringement of Article 6 § 2. In the first place, although the Federal Minister had stated that the applicant was "responsible for criminal acts" he had added immediately that she would have to stand trial and it was therefore "quite clear that the minister wanted to inform the public about a criminal investigation against the applicant". Secondly, although the Commission considered that the statement could have been worded more carefully, it pointed out that the declarations had been made at time when the liberation of the applicant had been asked for by terrorists who had hijacked an aeroplane (an Air France aeroplane to Entebbe). Consequently, those statements had to be understood "as information by the Government as to the basis of suspicion against the applicant and the announcement of the trial which have to take place." So far it would seem that the Commission has never held such a complaint to be admissible.» Θα πρέπει να λεχθεί ότι το συνταγματικά προστατευόμενο «δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της καθ΄ οιονδήποτε τρόπο εκφράσεως» (άρθρο 19), όπως έχει αναλυθεί πιο πάνω, φαίνεται από τις υποθέσεις The Sunday Times (άνω), R. v. Taylor
(1993)98 Cr. App. R. 361 CA και Worm Austria
(1998)25 EHRR 454 (Bλ. και Wloch v. Polland
(2002)34 EHRR 9) που αφορούν το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης (αντίστοιχο του άρθρου 19 άνω), ότι προστατεύεται ακόμα και σε περιπτώσεις που δικαιώματα τρίτων πιθανόν να πληγούν (άρθρο 6 της Σύμβασης). Η ίδια σειρά αποφάσεων του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Βλ. Worm (πιο πάνω), Ribemont (πιο πάνω), The Sunday Times (πιο πάνω) και News Verlags v. Austria
(2001)31 EHRR 8;
(2000)9 BHRC 625) έθεσε παράλληλα και την ορθή διάσταση του θέματος που ενδιαφέρει, με βάση την οποία θα πρέπει να προστατεύεται το δικαίωμα σε δίκαιη και ανεπηρέαστη δίκη, όπου, γνήσια φαίνεται ότι κινδυνεύει από δημοσιεύματα των ΜΜΕ. Όπου όμως η απειλή είναι συγχυσμένη και η αξία της ελευθερίας εκφράσεως είναι υψηλή, τότε στη συγκεκριμένη περίπτωση απαγόρευση των ΜΜΕ δεν δικαιολογείται. Σε σχέση με το παράπονο ότι δεν διώχθη κανένας δια τη φωτογράφηση του αυτή υπενθυμίζεται ότι ο Γενικός Εισαγγελέας είναι ανεξάρτητος αξιωματούχος του κράτους και είναι αυτός που σύμφωνα με το Σύνταγμα άρθρο 113 έχει την εξουσία, κατά την κρίση του, προς το δημόσιο συμφέρον να κινεί διαδικασία ή διατάσσει τη δίωξη καθ΄ οιουδήποτε προσώπου εν τη Δημοκρατία δι΄οιονδήποτε αδίκημα. Η άσκηση της εξουσίας από τον Γενικό Εισαγγελέα να διατάσσει τη δίωξη εναντίον οποιουδήποτε δι΄ οποιοδήποτε αδίκημα δεν υπόκειται σε έλεγχο. (Βλ. «Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας» του Α. Λοίζου, σελ. 288). Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω και σταθμίζοντας κάθε σχετικό παράγοντα όπως τον έχω αναλύσει πιο πάνω και ιδιαίτερα από τη μία την προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή με την αδυναμία του αποδεικτικού υλικού που παρουσίασε δια ενδεχόμενη μελλοντική επανάληψη δηλώσεων ή ενεργειών των εναγομένων προς την ίδια κατεύθυνση και αφετέρου του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος της ελευθερίας του λόγου και έκφρασης με τις δυνατότητες της Αστυνομίας δια πληροφόρηση του κοινού όπως έχει αναλυθεί πιο πάνω είμαι της γνώμης ότι η πλάστιγγα κλίνει υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση. Δι΄ όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται χωρίς έξοδα, εφόσον δεν ζητήθησαν. (Υπ) Λ. Παρπαρίνος Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c:\my documents\parparinos 2010-11/interim decisions cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.