← Κύπρος

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΚΑΣΑΠΗΣ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΣΑΠΗΣ κ.α., Αγωγή αρ.: 8377/11., 13 Ιανουαρίου 2012

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΚΑΣΑΠΗΣ ν. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΣΑΠΗΣ κ.α., Αγωγή αρ.: 8377/11., 13 Ιανουαρίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΥ, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 8377/

  1. METAΞΥ : ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΚΑΣΑΠΗΣ, Ενάγοντος, - και -
  2. ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΣΑΠΗΣ,
  3. ΚΕΡΑΜΟΠΟΙΕΙΑ ΠΑΛΑΙΚΥΘΡΟΥ «Ο ΓΙΓΑΣ» ΛΙΜΙΤΕΔ, Εναγομένων. ----------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 13 Ιανουαρίου 2012 Αίτηση ημερ. 3.1.2012 Για Αιτητή-Ενάγοντα : κα Γ. Ζαχαρίου. Για Εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Κ. Αιμιλιανίδης με κ. Α. Αιμιλιανίδη. ----------------- Το Δικαστήριο την 13.1.2012 εξεδίκασε την άνω αίτηση και εξέδωσε ex-tempore αμέσως μετά την απόφαση του αναφέροντας τα κύρια σημεία αυτής. Σήμερα, 18.1.12 το Δικαστήριο, αφού ετοίμασε την απόφαση του, παραδίδει αυτήν σε πλήρες γραπτό κείμενο. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ex-tempore) Με την υπό τον ως άνω τίτλο αγωγή ο ενάγων αξιοί εναντίον των εναγομένων: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίον να αναστέλλεται η ισχύς του ψηφίσματος που λήφθηκε στην συνεδρία που έλαβε χώρα την 23.12.2011 με την οποία παύθηκε ο ενάγοντας από διευθυντής των εναγομένων 2 και αντικαταστάθηκε από τον υιό του εναγόμενου 1 μέχρι ακροάσεως της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίον να απαγορεύεται στους εναγομένους 2 και/ή μέσω των διευθυντών και/ή υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων αυτών να αποξενωθούν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να δεσμευτούν και/ή παγοποιηθούν όλοι οι τραπεζικοί λογαριασμοί των εναγομένων 2 σε οιονδήποτε τραπεζικό και/ή πιστωτικό ίδρυμα και/ή συνεργατική πιστωτική εταιρεία, οπουδήποτε κι αν αυτοί ευρίσκονται μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου με εξαίρεση των ποσών που απαιτούνται για την κάλυψη των τρεχόντων εξόδων. Δ. Διάταγμα Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους εναγόμενους και/ή στους διευθυντές και/ή υπαλλήλους και/ή εκπροσώπους αυτών από το να παρεμποδίζουν την απρόσκοπτη πρόσβαση του ενάγοντα στο χώρο και τα γραφεία των εναγομένων 2 και χρήση τους από τον ενάγοντα μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου. Ε. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει ορθή και δίκαιη.» Την ίδια ημέρα καταχώρισης της αγωγής που ήταν 20.12.11 ο ενάγοντας κατεχώρισε και μονομερή αίτηση με την οποία αξιούσε τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίον να ανασταλεί και/ή ακυρωθεί και/ή αναβληθεί η Έκτακτη Γενική Συνέλευση ημερ. 23.12.2011 μέχρι ακροάσεως της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίον να απαγορεύεται στους εναγομένους 2 και/ή μέσω των διευθυντών και/ή υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων αυτών να αποξενωθούν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο της κινητής κα ακίνητης περιουσίας τους μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να δεσμευτούν και/ή παγοποιηθούν όλοι οι τραπεζικοί λογαριασμοί των εναγομένων 2 σε οιονδήποτε τραπεζικό και/ή πιστωτικό ίδρυμα και/ή συνεργατική πιστωτική εταιρεία, οπουδήποτε κι αν αυτοί ευρίσκονται μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου με εξαίρεση των ποσών που απαιτούνται για την κάλυψη των τρέχοντων εξόδων.» Η αίτηση ως κατεπείγουσα ορίσθηκε αυθημερόν ενώπιον μου, πλην όμως, κατόπιν αιτήματος του δικηγόρου που εμφανίσθηκε διά τον αιτητή ορίσθηκε την επομένη, 21.12.
  4. Την 21.12.2011 το Δικαστήριο έκρινε ότι η αίτηση έπρεπε να επιδοθεί και εις τους καθ΄ ων η αίτηση και ούτω διέταξε. Την όρισε ως αποτέλεσμα την 23.12.2011 διά επίδοση. Αυτή δεν επεδόθη, με αποτέλεσμα να ορισθεί εκ νέου διά επίδοση, την 29.12.
  5. Στις 29.12.11 η αίτηση παρουσιάσθηκε ενώπιον άλλου Δικαστηρίου, λόγω των εορτών των Χριστουγέννων, το οποίο και πάλι λόγω μη επίδοσης την όρισε διά επίδοση την 9.1.
  6. Στις 9.1.2012 ενώπιον μου η συνήγορος του αιτητή ζήτησε την απόσυρση της αίτησης ημερ. 20.12.2011 με το αιτιολογικό της μη επίδοσης της. Το Δικαστήριο ως αποτέλεσμα την απέρριψε. Ο αιτητής παράλληλα με την άνω αίτηση κατεχώρισε δεύτερη μονομερή αίτηση στις 3.1.2012, με την οποία αιτείτο: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίον να αναστέλλεται η ισχύς του ψηφίσματος που λήφθηκε στην συνεδρία που έλαβε χώρα την 23.12.2011 με την οποία παύθηκε ο ενάγοντας από διευθυντής των εναγομένων 2 και αντικαταστάθηκε από τον υιό του εναγόμενου 1 μέχρι ακροάσεως της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίον να απαγορεύεται στους εναγομένους 2 και/ή μέσω των διευθυντών και/ή υπαλλήλων και/ή αντιπροσώπων αυτών να αποξενωθούν καθ οιονδήποτε τρόπο της κινητής και ακίνητης περιουσίας τους μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να δεσμευτούν και/ή παγοποιηθούν όλοι οι τραπεζικοί λογαριασμοί των εναγομένων 2 σε οιονδήποτε τραπεζικό και/ή πιστωτικό ίδρυφμα και/ή συνεργατική πιστωτική εταιρεία, οπουδήποτε κι αν αυτοί ευρίσκονται μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου με εξαίρεση των ποσών που απαιτούνται για την κάλυψη των τρεχόντων εξόδων. Δ. Διάταγμα Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους εναγόμενους και/ή στους διευθυντές και/ή υπαλλήλους και/ή εκπροσώπους αυτών από το να παρεμποδίζουν την απρόσκοπτη πρόσβαση του ενάγοντα στο χώρο και τα γραφεία των εναγομένων 2 και χρήση τους από τον ενάγοντα μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου.» Η αίτηση, λόγω των εορτών των Χριστουγέννων, τέθηκε ενώπιον Επαρχιακού Δικαστή, ο οποίος την εξέτασε και ενέκρινε αυτή ως οι παρ. (Β), (Γ) ανωτέρω. Αυτό έγινε διότι από ό,τι φαίνεται από το πρακτικό η συνήγορος του αιτητή ζήτησε μόνο «τα διατάγματα κάτω από τις παρ. (Β) και (Γ), ενώ διά τα υπόλοιπα υπό (Α) και (Δ) ζήτησε όπως η αίτηση επιδοθεί». Η αίτηση και τα διατάγματα ορίσθηκαν διά επίδοση και επιστρεπτέα αντίστοιχα την 10.1.
  7. Στις 10.1.2012 ενεφανίσθη δικηγόρος διά τους καθ΄ ων η αίτηση, αφού εν τω μεταξύ κατεχώρισε την προηγούμενη μέρα, στις 9.1.2012, ένσταση και ζήτησε ακρόαση της αίτησης. Το Δικαστήριο την όρισε διά ακρόαση την 13.1.2012 και αμέσως μετά το Δικαστήριο, αφού άκουσε τους δικηγόρους, εξέδωσε την απόφαση του. Η αίτηση του ενάγοντα-αιτητή, ημερ. 3.1.2012, στηρίζεται σε ένορκη δήλωση του αιτητή της αυτής ημερομηνίας. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται σε αυτήν, ο καθ΄ ου η αίτηση 1 είναι αδελφός του και αμφότεροι είναι μέτοχοι της εναγομένης 2, όπως και σε διάφορες άλλες εταιρείες με ίση συμμετοχή, όπως π.χ. στην Τουβλοποιεία Παλαικύθρου «Ο ΓΙΓΑΣ» ΛΤΔ. Σε σχέση με την εναγόμενη 2, γνώριζε ο αιτητής ότι η συμμετοχή τους ήταν ίση και λόγω των σχέσεων και εμπιστοσύνης που είχε με τον αδελφό του-καθ΄ ου η αίτηση 1, δεν είχε λόγο να ελέγξει. Προ δύο-τριών μηνών ο καθ΄ ου η αίτηση 1 του εισηγήθηκε όπως μεταβιβάσουν κατ΄ ίσα μερίδια τις μετοχές τους εις την καθ΄ ης η αίτηση 2 στα προσωπικά τους ονόματα αντί στα Τουβλοποιεία Παλαικύθρου «Ο ΓΙΓΑΣ» ΛΤΔ που ήταν μέχρι τότε. Ο ίδιος υπέγραψε. Προ ολίγων ημερών από την αίτηση διεπίστωσε μέσω των δικηγόρων του ότι ο εναγόμενος 1 διατηρούσε εν αγνοία του μία μετοχή καθιστώντας τον ίδιο μειοψηφία. Αυτό ουδέποτε το γνώριζε προηγουμένως και η συναντίληψη που είχε με τον αδελφό του ήταν ότι όλες οι εργασίες, επιχειρήσεις και επενδύσεις θα γίνονταν πάνω σε ίση βάση. Η εταιρεία είναι ιδιοκτήτρια οκτώ ακινήτων και διατηρεί επιχείρηση παραγωγής κεραμιδιών. Αναφέρεται επίσης σε μία εταιρεία των δύο με την επωνυμία «Α & Ρ ΚΑΣΑΠΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΛΤΔ», η οποία ήταν περιουσία τους εξίσου, και όπου παρά τη συμφωνία τους με τον καθ΄ ου η αίτηση 1 να μεταβιβάσει εξίσου ίσα μερίδια εις τους υιούς αμφοτέρων κατά 50%, ο καθ΄ ου η αίτηση μεταβίβασε τα 2/3 μερίδια εις τους δύο υιούς του. Άλλη εταιρεία τους με την επωνυμία «ΑΚΙΝΗΤΑ Λ.Α.Κ. ΛΤΔ» συστάθηκε με συμφωνία τους διά ίση συμμετοχή και με μετόχους τα παιδιά τους, πλην όμως ο καθ΄ ου η αίτηση 1 τη σύστησε με μοναδικό μέτοχο της τον υιό του, παρόλο που ακίνητα της αγοράσθησαν από χρήματα κατά ½ δικά του. Επίσης, σε οικόπεδο του καθ΄ ου η αίτηση 1 έγιναν εργασίες διά αξιοποίηση του με κοινή συνεισφορά. Προ εξαμήνου και αφού έγινε η μεταβίβαση των μετοχών της καθ΄ ης η αίτηση 2 εις τους δύο προσωπικά, ο καθ΄ ου η αίτηση 1 του ζήτησε όπως ανευρεθεί τρόπος διαμοιρασμού της περιουσίας τους. Δεν επετεύχθη συμφωνία και την ίδια τύχη είχε και η μεταγενέστερη συνάντηση του με τον κοινό δικηγόρο τους. Διευθέτηση του καθ΄ ου η αίτηση 1 περί τον Ιούλιο-Αύγουστο 2011 διά μεταβίβαση ακινήτων επ΄ ονόματι του αιτητή, του ιδίου και υιού του δεν τελεσφόρησε διότι δεν συνεργάσθηκε ο αιτητής και δεν μετέβη στο Κτηματολόγιο διά τον σκοπό αυτό. Νέα συνάντηση του αιτητή και του υιού του καθ΄ ου η αίτηση 1 με άλλο δικηγόρο τον Οκτώβρη 2011 δεν κατέληξε σε συμφωνία. Στις 3.10.2011 ο δικηγόρος του καθ΄ ου η αίτηση 1 απέστειλε επιστολή προς τον δικηγόρο του αιτητή, πλην ο ίδιος την πληροφορήθηκε προ ολίγων ημερών. Στην επιστολή αυτή, η οποία επισυνάπτεται της ενόρκου δηλώσεως ως τεκμήριο Δ, προβάλλεται τροχιοδρόμηση διαδικασίας διά φιλικό διακανονισμό. Ο αιτητής διεφώνησε με τον δικηγόρο του λόγω του ότι δεν τον πληροφόρησε έγκαιρα περί της άνω επιστολής, αλλά και διά τον τρόπο αντίδρασης του και τερμάτισε τη συνεργασία μαζί του. Ο καθ΄ ου η αίτηση 1 και υιός του απέστειλαν εν συνεχεία επιστολές διά συγκλήσεις συνεδριάσεων των εταιρειών τους, κάτι που δεν γινόταν τα προηγούμενα 15 χρόνια και ο ίδιος τους ανέφερε «ότι θα έπρεπε να συζητήσουν για να διευθετήσουν τα θέματά τους». Αρχές Νοεμβρίου 2011 αποτάθηκε σε νέους δικηγόρους και διεπίστωσαν τότε ότι ο καθ΄ ου η αίτηση 1 κατέχει από παλαιά μία περισσότερη μετοχή από ό,τι ο ίδιος στην καθ΄ ης η αίτηση
  8. Επίσης, ότι ο υιός του καθ΄ ου η αίτηση 1, με οδηγίες του τελευταίου, μεταβίβασε δόλια, χωρίς τη γνώση και συγκατάθεση του αιτητή, 999 από τις 1000 μετοχές που κατείχε στα ΑΚΙΝΗΤΑ Λ.Α.Κ. Λτδ στη μητέρα του. Ως αποτέλεσμα, ο ίδιος κίνησε την αγωγή 7472/11 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, όπου εκκρεμεί η έκδοση απόφασης που επεφυλάχθη την 14.12.11 σε αίτημα του για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Εν τω μεταξύ, στις 2.12.11 έλαβε επιστολή μέσω επιδότη διά σύγκληση συνέλευσης της εναγομένης 2, με την οποία θα αποφασισθεί η παύση του από διευθυντής με άμεση ισχύ και αντικατάσταση του από τον υιό του καθ΄ ου η αίτηση 1 Λεόντιο. Η επιστολή αυτή δόθηκε στους δικηγόρους του στις 9.12.2011, μόλις επέστρεψαν από το εξωτερικό και κατεχωρήθη αγωγή και αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος, μεταξύ άλλων, για αναστολή της συνεδρίας ημερ. 23.12.
  9. Το Δικαστήριο αρνήθηκε να αποδώσει τη θεραπεία μονομερώς και η αίτηση είναι ορισμένη για επίδοση τον Ιανουάριο. Η συνεδρίαση ως άνω έγινε και απεφασίσθη η παύση του αιτητή και διορισμός του Λεόντιου στη θέση του. Οι δικηγόροι του πληροφορήθηκαν τα πιο πάνω στις 29.12.2011 διότι ο ίδιος, λόγω εντάσεως στη συνεδρία απεχώρησε πριν το πέρας της. Διά τον λόγο αυτό είναι επείγον όπως εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα μονομερώς. Μετά τη συνεδρία ο ίδιος μετέβη στα γραφεία της εναγομένης 2, όπου όμως το ένα γραφείο ήταν κλειδωμένο. Επίσης του δημιούργησαν δυσκολίες, αφού τον έβαλαν να υπογράψει στο βιβλίο επισκεπτών. Το κατεπείγον, σύμφωνα με τον αιτητή, συνίσταται στην κατάσταση των πραγμάτων που έχουν τώρα δημιουργηθεί, που επιτρέπει στον καθ΄ ου η αίτηση 1 να διαχειρίζεται την εναγόμενη 2 εταιρεία κατά το δοκούν, παραβλάπτοντας τα συμφέροντα του. Η έγκριση της αίτησης δεν θα προκαλέσει καμία ζημιά στους εναγομένους, καθότι θα διατηρηθεί η κατάσταση των πραγμάτων. Περαιτέρω, αφού προβάλλει ότι ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που τίθενται από τον Νόμο, εν συνεχεία θέτει ότι είναι κατεπείγον να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα διά μη αποξένωση της περιουσίας της εναγομένης 2, καθότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος ο καθ΄ ου η αίτηση 1 να πράξει αυτό και καταστήσει την αγωγή άνευ αντικειμένου και τυχόν απόφαση υπέρ του να μην δύναται να ικανοποιηθεί λόγω μη διάθεσης ρευστότητος από τον πιο πάνω. Οι καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 κατεχώρισαν ένσταση, όπου προβάλλονται 13 λόγοι. Μεταξύ άλλων, αυτοί αφορούν κατάχρηση της διαδικασίας λόγω της ύπαρξης της πρώτης αίτησης, ημερ. 20.12.11, μη υπάρξεως μαρτυρίας που να δικαιολογεί το κατεπείγον της έκδοσης των διαταγμάτων, ύπαρξη καθυστέρησης εις την καταχώριση της αίτησης, οι αιτούμενες θεραπείες με την αγωγή μπορούν να επιδιωχθούν μόνο ως αντικείμενο διαδικασίας βάσει του Κεφ. 113, το εκδοθέν διάταγμα υπό (Β) οδηγεί τους εναγομένους σε αδυναμία λειτουργίας, ενώ το διάταγμα υπό (Γ) είναι γενικό και αόριστο, δεν πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, δεν δίδονται λεπτομέρειες δόλου ή απάτης, δεν υπάρχει γραπτή συμφωνία ότι το 50% της εναγομένης 2 αποτελεί περιουσία του ενάγοντα και συνεπώς δεν μπορεί να τύχει ειδικής εκτέλεσης, δεν αποδείχθηκε ότι ο αιτητής θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης, και τέλος ότι ο αιτητής απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και συγκεκριμένα ότι από τις 8.11.2011 γνώριζε ότι σε έκτακτη γενική συνέλευση τι θα αποφασιζόταν, έλαβε μέρος σ΄ αυτήν, παρέδωσε γραπτή δήλωση στον Πρόεδρο της συνέλευσης και απεχώρησε απ΄ αυτήν μετά την ψηφοφορία στην οποία έλαβε μέρος και ο ίδιος. Η ένσταση στηρίζεται στην ένορκο δήλωση του καθ΄ ου η αίτηση 1 και σ΄ αυτήν, πλην ορισμένων παραδοχών, προβάλλεται μία εντελώς διαφορετική εικόνα απ΄ αυτήν που προώθησε ο αιτητής και πρόσθετα προβάλλει ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις διά έκδοση και οριστικοποίηση των διαταγμάτων υπό εξέταση. Δεν θα καταγράψω όλο το περιεχόμενο της, καθότι κατά τη γνώμη μου δεν εξυπηρετεί οτιδήποτε στο παρόν στάδιο. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32

(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στα άρθρα 4, 5, 6, 7 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48 θ.1, 2, 4, 8 και 9 και στις Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου. Tα κριτήρια και προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σε αίτηση για διάταγμα στη βάση του άρθρου 32, του Νόμου 14/1960, μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα:
  1. Πρέπει να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά τη δίκη.
  2. Να υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία.
  3. Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. (βλ., μεταξύ άλλων, Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1976)1 C.L.R. 38, Karydas Taxi v. Komodikis
(1975)1 C.L.R 38, Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, Α/φοί Μυλωνά Α.Ε. κ.ά. ν. Μ. Abraamides & Co Ltd,
(1998)1 Α.Α.Δ 1513, Nemitsas Industries Ltd v. S. & S. Maritime Lines Ltd and Others
(1976)1 C.L.R. 302, Constantinides v. Makriyiorghou & Another
(1978)1 C.L.R. 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, M & M Transport v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 C.L.R. 605, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Απαιτείται από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία πρέπει να καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. (βλ. Eurocypria Airlines Ltd v.
  1. Κυπριακή Δημοκρατία κ.α. Π.Ε. 170/11 ημερ. 20.10.11). Η παρούσα υπόθεση παρουσιάζει δύο θέματα, εκ των οποίων πιστεύω το ένα είναι υψίστης σημασίας και έχει σχέση με τη λειτουργία των Δικαστηρίων και έλεγχο των διαδικασιών του ώστε να αποφεύγεται η κατάχρηση της διαδικασίας. Το άλλο είναι αυτό της μη αποκάλυψης, το οποίο έχει καταλυτικές συνέπειες σε αίτηση η οποία καταχωρείται μονομερώς. Και στις δύο περιπτώσεις, όταν το Δικαστήριο οδηγηθεί ότι διάδικος παρέβη τα καθήκοντα του ή με τις ενέργειες του καταχράται τη διαδικασία, τότε το Δικαστήριο δεν προχωρεί σε εξέταση της υπόθεσης του ή άλλων θεμάτων ανάλογα. Στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως ήδη έχει αναφερθεί, ο αιτητής στις 20.12.11 κατεχώρησε στο Δικαστήριο μονομερή αίτηση, με την οποία αιτείτο τρία διατάγματα, τα οποία ήδη έχουν αναφερθεί. Το ιστορικό της έχει ήδη αναφερθεί. Στις 3.1.2012 ο αιτητής καταχώρισε εκ νέου αίτηση άνευ κλήσεως, με την οποία αιτείτο τα ίδια δύο διατάγματα, τα οποία ζητούσε με την αρχική του αίτηση ημερ. 20.2.2011, βλ. τις παρ. (Β) και (Γ), και πρόσθετα άλλα δύο διατάγματα που αφορούσαν την αναστολή ισχύος του ψηφίσματος που ψηφίστηκε στη συνεδρία που έλαβε χώρα στις 23.12.2011, και με το οποίο παύθηκε ο αιτητής από τη θέση του ως Διευθυντής των εναγομένων 2 και αντικαταστάθηκε από τον υιό του εναγομένου
  2. Το έτερο αιτούμενο διάταγμα αφορούσε απαγόρευση στους εναγόμενους και/ή στους διευθυντές και/ή υπαλλήλους και/ή εκπροσώπους τους από του να παρεμποδίζουν την απρόσκοπτη πρόσβαση του ενάγοντα στο χώρο και τα γραφεία των εναγομένων 2 και χρήση τους από τον ενάγοντα μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής (τα αιτούμενα διατάγματα κατεγράφησαν ήδη νωρίτερα). Η δεύτερη αίτηση που κατεχωρήθη στις 3.1.2012 συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντα, όπως και στην πρώτη αίτηση. Το περιεχόμενο της αναφέρθηκε ήδη. Ειδικότερα, διά την πρώτη καταχωρηθείσα αίτηση (ημερ. 20.12.2011), ο αιτητής στη δεύτερη ένορκη δήλωση του, ημερ. 3.1.2012, διά υποστήριξη της αίτησης αναφέρει μόνο τα ακόλουθα: «
  3. Πήρα την επιστολή στους δικηγόρους μου, όταν επέστρεψαν από το εξωτερικό ήτοι την 9.12.2011 και αμέσως μόλις λάβαμε και την έρευνα σε σχέση με την εναγόμενη 2 εταιρεία για να έχουμε περισσότερα στοιχεία και να μπορέσει να ετοιμαστεί η παρούσα αγωγή, καταχωρήθηκε η αγωγή και αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος μεταξύ άλλων για αναστολή της συνεδρίας ημερ. 23/12/
  4. Λόγω του μικρού χρονικού διαστήματος που υπήρχε, το Δικαστήριο αρνήθηκε να αποδώσει την εν λόγω θεραπεία μονομερώς και η αίτηση είναι ορισμένη για επίδοση τον Ιανουάριο.» Προκειμένου να υπάρχει πλήρης εικόνα αναφέρεται ότι από τον φάκελο του Δικαστηρίου φαίνεται: (α) Στις 4.1.2012 τα διατάγματα ημερ. 3.1.2012 επεδόθησαν στην Περιφερειακή Σ.Π.Ε Λευκωσίας. (β) Στις 5.1.2012 η αγωγή επεδόθη στους δύο εναγόμενους. (γ) Στις 5.1.2012 τα εκδοθέντα διατάγματα ημερ. 3.1.2012 επεδόθησαν στους καθ΄ ων η αίτηση 1 και
  5. Ως αποτέλεσμα αυτού ήταν στις 3.1.2012 να εκκρεμούν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο αιτήσεις, με τις οποίες επιζητούντο, μεταξύ άλλων, και δύο πανομοιότυπα διατάγματα. Η συνήγορος του αιτητή, αφού της επισημάνθηκε από το Δικαστήριο η ενέργεια αυτή του αιτητή, ήτοι να καταχωρίσει δεύτερη αίτηση ενώ εκκρεμούσε η πρώτη και ακόμα αν με αυτά τα οποία αναφέρει στις δύο παραγράφους 23 και 24 της ενόρκου δηλώσεως του ημερ. 3.1.2012 ικανοποιείτο το καθήκον που τον βάρυνε σε τέτοιου είδους αίτηση για πλήρη αποκάλυψη, απήντησε ότι ικανοποιείται και ότι ο φάκελος ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου, οπότε όφειλε ή είχε την ευχέρεια το Δικαστήριο να εξετάσει το θέμα, και δη το αναγκαίο υλικό. Το άρθρο 9
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 προβλέπει: Το άρθρο 9
(1)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, προβλέπει ως ακολούθως: «9.
(1)Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδόσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.» Στην Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 203, 207, αναφέρεται: «.. Το άρθρο 9, του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, ορίζει και η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βεβαιώνει, ότι μόνο όπου συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου καθιστούν αδύνατη τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο, μπορεί να δικαιολογηθεί η παρέκβαση από τα θέσμια της δικαίας δίκης και να χορηγηθεί θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά. ............................................ ............................................ Λόγοι συνυφασμένοι με την πεμπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλουν την παροχή ευκαιρίας ακρόασης στον αντίδικο, πριν το δικαστήριο επιληφθεί θέματος που επηρεάζει τα δικαιώματα ή τα κατά νόμο συμφέροντά του. Η παροχή θεραπείας ερήμην του αντιδίκου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο μπορεί να αναζητηθεί μόνον, εφόσον εξ αντικειμένου δεν παρέχεται άλλο μέσο προστασίας των δικαιωμάτων του αιτούντος.» Εις την Quantum Telecommunications Ltd για Certiorari
(2005)1 A.A.Δ. 901, λέχθηκε ότι: «Η έκδοση διατάγματος ex parte δεν πρέπει να είναι ο Κανόνας ούτε καν το σύνηθες, αλλά ούτε και η εξαίρεση, παρά μόνο η σπάνια εξαίρεση. Και τούτο διότι όχι μόνο, στο επίπεδο αρχών, συνιστά παρέκκλιση (αναγκαία όντως σε πολύ ειδικές περιπτώσεις), από τον κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης, αλλά και διότι, στο επίπεδο της εύρυθμης απονομής της δικαιοσύνης, δημιουργεί περιπλοκές και καθυστερήσεις στη διαδικασία, ιδιαίτερα αν το εκδιδόμενο διάταγμα δεν ορίζεται πολύ σύντομα για ακρόαση.» Στη Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598, λέχθησαν τα ακόλουθα: «Στην πρόσφατη απόφασή μας M & CH Mitsingas Trading Ltd. και άλλοι v. The Timberland Co of USA
(1997)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1791 είχαμε υποδείξει ότι, σε μονομερείς αιτήσεις, ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το κατεπείγον του αιτήματος για τη χορήγηση θεραπείας. Το Άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, το οποίο παρέχει εξουσία για τη χορήγηση μονομερούς θεραπείας, προβλέπει:- «9. -
(1)Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.» Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Όπως διαπιστώνει ο Κωνσταντινίδης, Δ., σε δύο αποφάσεις του - (In Re Stavros Hotel Appartments Ltd.
(1994)1 A.A.Δ. 836 In Re B.P. CYPRUS LTD.
(1996)1(b) A.A.Δ 836 το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6. Στη Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, σελ. 1462, τονίστηκε ότι:- «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσο παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί.» Εις το Σύγγραμμα Injunctions του D. Bean Q.C. 8η Έκδοση, στη σελ. 34, παρ. 3.31, αναφέρονται σχετικά: «3.31 Τhe general criteria for interim injunctions, such as the balance of convenience, cannot favour the grant of a without notice injunction unless the case is one of great urgency, e.g. where a sale of property, or the demolition of a building, or the publication of libelous or obscene matter is about to take place. The applicant must, in other words, need the court΄s protection immediately.» Η πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου καταδεικνύει ότι ένα διάταγμα υπόκειται σε ακύρωση όταν ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος αποστερώντας έτσι από το Δικαστήριο την εξουσία έκδοσης του σε μονομερή βάση (Stavros Hotel Apartments Ltd (No.2)
(1994)1 A.A.Δ. 836 και Babel Boutique Ltd
(1995)1 A.A.Δ. 947, 954). Σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία βαρύνει τον αιτητή σε μονομερείς αιτήσεις η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων που είναι γνωστά εις αυτόν αλλά και εκείνα που θα μπορούσε ν' αποκαλύψει με εύλογη έρευνα ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια. (ίδε Γενικός Εισαγγελέας (Νο.2) ν. Γεώργιου Σαββίδη
(1979)1 C.L.R 349.) Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248 λέχθηκε περαιτέρω ότι ο Δικαστής κρίνει αν το γεγονός που παραλήφθηκε είναι ουσιαστικό, αν δεν ήταν γνωστό στον Αιτητή και δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό και αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης. Αυτά ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι και οι μόνοι παράγοντες. Τελικά το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια παρ' όλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στην μονομερή αίτηση, να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους. Εις την Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α
(1996)1 Α.Α.Δ 597 λέχθηκε ότι «το στοιχείο εξαπάτησης (deceit) δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής» (ίδε επίσης Govelfret Ro-Ro Services N.V κ.α. ν. The Cyprus Potato Marketing Board
(1996)1 Α.Α.Δ 733. Εις την Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. - υπό εκκαθάριση κλπ ν. Daventree Resources Ltd κ.ά.,
(2008)1(Β) Α.Α.Δ 801, λέχθησαν τα ακόλουθα: «(α) Η μη αποκάλυψη των ουσιωδών στοιχείων. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι ένα πρόσωπο που εμφανίζεται ως διάδικος και επιζητεί την έκδοση ενός διατάγματος, έχει την υποχρέωση να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Σε μονομερείς αιτήσεις (ex parte applications) το Δικαστήριο πρέπει να βρίσκεται σε θέση να αξιολογεί όλα τα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν τη λήψη μιας απόφασης και μέσα σε αυτά τα πλαίσια δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασίζεται στο περιεχόμενο των δηλώσεων του δικηγόρου και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων (Attorney-General and another (No. 2) v. Savvides [1979]1 C.L.R. 349). Όπως έχει τονιστεί από το Δικαστή Καλλή στην υπόθεση Cobelfret Ro-Ro Services κ.ά. ν. Τhe Cyprus Potato Marketing Board
(1996)1 A.A.Δ. 733, "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58, Abdu Ali ASltobeiqui v. M/V Nada G. and another
(1985)1 C.L.R. 543, Sekavin S.A. v. Ship "Platon Ch"
(1987)1 C.L.R. 297, Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030 και Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597." Στην υπόθεση The King v. The General Commisioners fo the Purposes of the Income Tax Acts for the District of Kensington, Ex parte Princess Edmond De Polignac [1917] 1 K.B. 486) όπου το θέμα της μη αποκάλυψης όλων των ουσιωδών στοιχείων εξετάστηκε σε έκταση, το Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινό διάταγμα με το οποίο ο Διευθυντής του Φόρου Εισοδήματος κλήθηκε να απαντήσει γιατί να μην εκδοθεί ένταλμα Prohibition το οποίο θα απαγόρευε τον καθορισμό καταβολής φόρου εισοδήματος που θα έπρεπε να καταβληθεί από την αιτήτρια (Πριγκίπισσα Edmond De Polignac). Η τελευταία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που περιέχονταν σε ένορκη δήλωση της, δεν ήταν Αγγλίδα υπήκοος, δεν ήταν κάτοικος Αγγλίας εκτός μόνο για προσωρινούς λόγους και δεν είχε συμπληρώσει ποτέ συνολική διαμονή έξι μηνών στην Αγγλία σε ένα οποιοδήποτε χρόνο. Αντίθετα η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ήταν Γαλλίδα υπήκοος και μόνιμη κάτοικος Γαλλίας. Από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν εκ μέρους των καθ΄ ων η αίτηση και της αιτήτριας ως απάντηση, διεφάνη ότι η αιτήτρια είχε πληρώσει για την ενοικίαση και επίπλωση ενός διαμερίσματος στην περιοχή Chelsea του Λονδίνου και ότι τα έξοδα συντήρησης του διαμερίσματος τα κατέβαλλε από κοινού μαζί με τον αδελφό της. Το Δικαστήριο ακύρωσε το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης, αφού η αιτήτρια απέκρυψε ή παρουσίασε ψευδώς γεγονότα, που ήταν ουσιώδη με την αίτηση που καταχώρισε. Όπως έθεσε τα θέμα ο Δικαστής Scrutton L.J., "It has been for many years the rule of the Court, and one which it is of the greatest importance to maintain, that when an applicant comes to the Court to obtain relief on an ex parte statement he should make a full and fair disclosure of all the material facts - facts, not law. He must not misstate the law if he can help it - the Court is supposed to know the law. But it knows nothing about the facts, and the penalty by which the Court enforces that obligation is that if it finds out that the facts have not been fully and fairly stated to it, the Court will set aside any action which it has taken on the faith of the imperfect statement." Σε μετάφραση, "Έχει καθιερωθεί για πολλά χρόνια ως κανόνας του Δικαστηρίου και ένας κανόνας μεγάλης σπουδαιότητας που θα πρέπει να διατηρηθεί, ότι όταν ένας αιτητής έρχεται στο δικαστήριο επιζητώντας ανακούφιση με μονομερή αίτηση θα πρέπει να προβαίνει σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων, όχι του νόμου Δεν πρέπει αν μπορεί να παραθέτει λανθασμένα το νόμο αφού το δικαστήριο θεωρείται ότι γνωρίζει το νόμο. Το Δικαστήριο όμως δεν γνωρίζει τίποτε για τα γεγονότα και ο αιτητής θα πρέπει να παραθέτει πλήρως και δικαίως τα γεγονότα, και η τιμωρία με την οποία το δικαστήριο εφαρμόζει αυτή την υποχρέωση, είναι ότι όταν διαπιστώνει ότι τα γεγονότα δεν έχουν παρουσιαστεί πλήρως και δικαίως, το δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει με βάση την ατελή έκθεση." H υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο εκείνα τα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά επεκτείνεται και σε εκείνα τα γεγονότα τα οποία ο αιτητής θα μπορούσε να αποκαλύψει με μια εύλογη έρευνα. (Βλ. Χριστοφόρου ν. Γρηγορίου
(1995)1 Α.Α.Δ 248). Αν ο αιτητής παραλείψει να συμμορφωθεί με την πιο πάνω υποχρέωση τότε το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να προβεί στην έκδοση του διατάγματος, ανεξάρτητα αν η παράλειψη ήταν αθώα ή σκόπιμη. (Βλ. Lloyds Bowmaker Ltd v. Britannia Arrow Holdings plc (Lavens, third party)
(1983)3 All E.R. 178). To θέμα της υποχρέωσης αποκάλυψης των γεγονότων εξετάστηκε στην αγγλική υπόθεση Brink´s - MAT Ltd v. Elcombe and others [1988]3 All E.R. 188) στην οποία τονίστηκαν τα ακόλουθα:
(1)Ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβαίνει σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων.
(2)Τα ουσιώδη στοιχεία είναι εκείνα τα οποία θα πρέπει να γνωρίζει ο Δικαστής όπως αυτά καθορίζονται από το Δικαστή και όχι από τους δικηγόρους των διαδίκων.
(3)Η υποχρέωση της αποκάλυψης δεν περιορίζεται στα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά και σε εκείνα που μπορούσαν να αποκαλυφθούν με μια εύλογη έρευνα.
(4)Η έκταση της έρευνας που πρέπει να γίνει εξαρτάται από τα περιστατικά της υπόθεσης που περιλαμβάνει τη (
  1. i)φύση της υπόθεσης και (
  2. ii)το επιζητούμενο διάταγμα και τα επακόλουθα της έκδοσης του για τον εναγόμενο.
(5)Το Δικαστήριο που διαπιστώνει τη μη αποκάλυψη θα πρέπει να αποστερήσει από τον αιτητή οποιοδήποτε πλεονέκτημα που έχει αποκομίσει.
(6)Η μη αποκάλυψη που οφείλεται σε αθώα συμπεριφορά ή σε μη ορθή εκτίμηση της σχετικότητας της είναι μια σημαντική πτυχή, αλλά όχι αποφασιστική στην εξέταση της μη αποκάλυψης, και
(7)Κάθε παράλειψη δεν εξυπακούει την άμεση ακύρωση του διατάγματος. Το θέμα της μη αποκάλυψης απασχόλησε την κυπριακή δικαιοσύνη στην υπόθεση Demstar Ltd ν. Ζim Israel Navigation Co Ltd κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, στην οποία οι ενάγοντες, στην ένορκη δήλωση που καταχώρισαν προς υποστήριξη του αιτήματος του για την παροχή άδειας για επίδοση της αγωγής στο εξωτερικό, παρέλειψαν να αναφέρουν ότι στη σχετική φορτωτική που είχε επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση, υπήρχε όρος για παραπομπή της διαφοράς σε αλλοδαπή δικαιοδοσία. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η μη αποκάλυψη της διαφοράς σε Δικαστήριο της αλλοδαπής αποτελούσε εκτροπή από την υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και προέβη στην ακύρωση του σχετικού διατάγματος. (Βλέπε επίσης Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168). Η ίδια γραμμή με τα ίδια ακριβώς γεγονότα ακολουθήθηκε στην υπόθεση Caspi Shipping Ltd κ.ά. ν. Πλοίου Saphire Seas (Aρ.2)
(1997)1 Α.Α.Δ. 833, στην οποία τονίστηκε ότι: "Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι ένας διάδικος που ζητά τη χορήγηση θεραπείας με μονομερή αίτηση (ex parte), πρέπει να προβαίνει σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία μπορεί να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία. (Altobeiqui v. M/V Nada G. and Another
(1985)1 C.L.R. 543. Ειδικότερα στην υπόθεση Zachariades Ltd v. Economides
(1989)1 C.L.R. 437, τονίστηκε ότι η μη αποκάλυψη όρου με τον οποίο διαφορές μεταξύ των συμβαλλομένων παραπέμπονται σε διαιτησία στην αλλοδαπή συνιστά παραβίαση της υποχρέωσης για πλήρη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος." Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της FEDOSSOVA LARISSA (Aρ. 2) για διάταγμα Certiorari
(1997)1 A.A.Δ. 1333, η αιτήτρια ζητούσε την έκδοση εντάλματος Certiorari για την ακύρωση διατάγματος κατάσχεσης σε χέρια τρίτου επειδή υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος εκπροσώπησης της κατά παράβαση του άρθρου 30.3 του Συντάγματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αφού η αιτήτρια παρέλειψε να αποκαλύψει πρακτικό του Δικαστηρίου στο οποίο φαινόταν ότι το Δικαστήριο της είχε δώσει την ευκαιρία να εκπροσωπηθεί πριν από την έκδοση του επίδικου διατάγματος.» Στο σύγγραμμα Commercial Injunctions του Steven Gee Q.C., 5η Έκδοση, σελ. 242, αναφέρεται: «Any contractual provision (e.g. an exclusion clause) which is relevant to the court΄s consideration of the application should be referred to and preferably set out in the body of the affidavit· it will not usually be sufficient simply to exhibit the entire contract.» [βλ. Bakarim v. Victoria P Shipping
(1980)2 Lloyds Rep. 193, 199, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α., (άνω)] Ένας αιτητής που έρχεται στο Δικαστήριο και με μονομερή αίτηση επιζητεί θεραπείες θα πρέπει να παρουσιάσει τα γεγονότα με καθαρότητα, πληρότητα και δίκαια. Εδώ ο αιτητής με την ένορκο δήλωση του, ημερ. 3.1.2012, παρουσίασε μια νεφελώδη ελλειπή και κυρίως παραπλανητική εικόνα. Αναφέρεται εις την παρ. 23 της Ε/Δ ότι «.. καταχωρήθηκε αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος .» αλλά δεν λέει πότε. Αναφέρει επίσης ότι αφορούσε την έκδοση διατάγματος «μεταξύ άλλων για αναστολή της συνεδρίας ημερ. 23.12.01 ..» αλλά δεν αποκαλύπτει ξεκάθαρα τα άλλα δύο αιτούμενα διατάγματα τα οποία ήταν πανομοιότυπα με τα αιτούμενα διατάγματα (Β) και (Γ) της αίτησης ημερ. 3.1.2012. Περαιτέρω, αναφέρει μεν (στην παρ. 24) ότι «η αίτηση είναι ορισμένη διά επίδοση τον Ιανουάριο» αλλά δεν καθορίζει πότε και επίσης δεν αναφέρει ότι η αίτηση ορίσθηκε διά επίδοση ακόμα δύο φορές, στις 23 και 29.12.2011, χωρίς να γίνει επίδοση και ιδιαίτερα τον λόγο της μη επίδοσης. Η πεπλανημένη, νεφελώδης και ελλιπής εικόνα που παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο με τις παρ. 23 και 24 της Ε/Δ του αιτητή, ημερ. 3.1.2012 αναφορικά με την εκκρεμούσα αίτηση ημερ. 20.12.2011, σε συνάρτηση με αυτά που δεν απεκαλύφθησαν, ήταν αρκετά και ικανά πιστεύω να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Πιστεύω ότι κανένα Δικαστήριο δεν θα εξέδιδε με μονομερή αίτηση δύο διατάγματα πανομοιότυπα με δύο άλλα, για τα οποία εκκρεμούσε αίτηση η οποία ήταν ορισμένη διά επίδοση κατόπιν Διαταγής του Δικαστηρίου λίγες ημέρες μετά. Η συνήγορος του αιτητή κατά την αγόρευση της εισηγήθηκε ότι το άνω ζήτημα, όπως το έθεσε το Δικαστήριο, δεν προβάλλεται ως λόγος ένστασης, και συνεπώς το Δικαστήριο δεν πρέπει να το εξετάσει. Διαφωνώ με τη θέση αυτή. Το όλο θέμα έχει σχέση με τη διαφύλαξη του κύρους της δικαστικής διαδικασίας σε μονομερή αίτηση και δεν πρέπει ένας διάδικος να παραμένει με πλεονέκτημα το οποίο εξασφάλισε με παράβαση καθήκοντος. Δεν πρέπει να διαφεύγει ότι το καθήκον αυτό οφείλεται στο Δικαστήριο, το οποίο θα πρέπει να βοηθείται δίκαια κατά την εξέταση αιτήσεως στην απουσία του άλλου διαδίκου (βλ. Memory Corporation Plc v. Sidhu
(2000)1 W.L.R. 1443, 1460). Άλλος λόγος που θα απέρριπτα την αίτηση είναι αυτός της κατάχρησης της διαδικασίας, που είναι και ο πρώτος λόγος ένστασης των καθ΄ ων η αίτηση. Εις την υπόθεση Ιωαννίδου κ.α., Αίτηση διά άδεια καταχώρισης Certiorari
(2005)1(B) Α.Α.Δ. 1106, η οποία αναφέρθηκε και από τον συνήγορο των καθ΄ων η αίτηση, τα γεγονότα ήταν περίπου τα ίδια όπως την υπό εξέταση υπόθεση. Το Δικαστήριο ανέφερε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα απόφαση, τα ακόλουθα στη σελ. 1109: «Δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους. Δεν είναι κατανοητό γιατί, ενώ την πρώτη φορά το Δικαστήριο απέρριψε μονομερή αίτηση για αναστολή της εκτέλεσης, στη συνέχεια, εκκρεμούσης διαδικασίας βάσει αίτησης διά κλήσεως με το ίδιο αντικείμενο, αισθάνθηκε την ανάγκη να δεχθεί νέο αίτημα της εναγομένης και να εκδώσει σχετικό διάταγμα. Στην υπόθεση Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ.2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 248 επισημάνθηκε στη σελ. 250 ότι «η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το Δικαστήριο όπως και γενικότερα η πολλαπλότητα των διαδικασιών για την επίτευξη του ίδιου στόχου.» Πόσο μάλλον στην παρούσα περίπτωση που δεν υιοθετείται απλώς παράλληλο ένδικο μέσο, αλλά, εκκρεμούσης ανάλογης αίτησης διά κλήσεως και μετά την απόρριψη άλλης ταυτόσημης, καταχωρήθηκε νέα. Στην υπόθεση Mills v. Cooper [1967] 2 All E.R. 100, στη σελ. 104 αναφέρεται ότι κάθε δικαστήριο έχει αναμφιβόλως, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια, το δικαίωμα να αρνηθεί να ακούσει διαδικασία, με την αιτιολογία ότι η διαδικασία αυτή είναι καταπιεστική και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας.» Εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης η κατάχρηση επιβαρύνεται και από την συμπεριφορά του αιτητή, ο οποίος στις 3.1.2012 ζήτησε από το Δικαστήριο την έκδοση μόνο των διαταγμάτων υπό (Β) και (Γ), δηλαδή την δέσμευση των περιουσιακών στοιχείων της εναγομένης 2, ενώ διά τα άλλα δύο ζήτησε την επίδοση τους (βλ. πρακτικό ημερ. 3.1.2012). Δηλαδή, ο ίδιος ο αιτητής δεν θεώρησε επείγοντα τα αιτούμενα διατάγματα υπό (Α) και (Δ), τα οποία, παρενθετικά αναφέρεται ότι ενδεχομένως να ήταν τα μόνα που έπρεπε να εξετασθούν στο στάδιο εκείνο λόγω της απόφασης της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης ημερ. 23.12.2011 ήτοι μεταγενέστερα της ημερ. 20.12.2011 και θεώρησε και ζήτησε ως επείγοντα εκείνα τα διατάγματα διά τα οποία υπήρχε σε εξέλιξη αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου και που ήταν αυτή με ημερ. 20.12.2011. Δεν πρέπει επίσης να παραμείνει απαρατήρητο ότι ενώ η αίτηση ημερ. 20.12.11 δεν κατέστη δυνατό να επιδοθεί παρ΄ όλο που ανεβλήθη δια το σκοπό αυτό τρεις φορές, η αίτηση ημερ. 3.1.12 και τα δύο εκδοθέντα Διατάγματα επεδόθησαν αμέσως. Συνετάχθησαν την 4.1.12 και επεδόθησαν την επομένη 5.1.12 Δεν χωρεί συνεπώς καμιά αμφιβολία ότι στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης παρατηρείται κατάχρηση της διαδικασίας εκ μέρους του αιτητή. Τέλος, και ειδικά διά τις αιτούμενες θεραπείες υπό (Α) και (Δ), είμαι της γνώμης ότι δεν μπορούν να επιτύχουν καθότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος είναι θεραπεία της επιείκειας και ένας που έρχεται στο Δικαστήριο όχι με καθαρά χέρια δεν θα πρέπει να αναμένει να πετύχει σε τέτοια θεραπεία. Ο αιτητής ακριβώς αυτό έπραξε στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης για τους λόγους που αναφέρθησαν. Δηλαδή με τη μη αποκάλυψη με καθαρότητα και δίκαια της πρώτης αίτησης και με τη συμπεριφορά που επέδειξε επιδιώκοντας όμοιες θεραπείες με ξεχωριστές αιτήσεις που αποτελούσαν κατάχρηση της διαδικασίας. Διά όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση ημερ. 3.1.2012 απορρίπτεται και τα διατάγματα της ίδιας ημερομηνίας ακυρούνται με έξοδα εις βάρος του αιτητή όπως αυτά θα υπολογισθούν από την Πρωτοκολλητή. [Υπ.] Λ. Παρπαρίνος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.