← Κύπρος

Λουκή Κ. Λουκαΐδη ν. Λυγίας Νίκου Φυσεντζίδη, Αριθ. Αγωγής: 10030/10, 18 Ιανουαρίου 2012

Λουκή Κ. Λουκαΐδη ν. Λυγίας Νίκου Φυσεντζίδη, Αριθ. Αγωγής: 10030/10, 18 Ιανουαρίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Σ. Χριστοδουλίδου - Μέσσιου, Ε.Δ. Αριθ. Αγωγής: 10030/10 Μεταξύ: Λουκή Κ. Λουκαΐδη Ενάγοντος Και Λυγίας Νίκου Φυσεντζίδη Εναγομένης . . . . . . Ημερομηνία: 18 Ιανουαρίου 2012 Αίτηση ημ.10.5.11 για έκδοση διατάγματος απαγόρευσης αποξένωσης περιουσίας εναντίον της Εναγομένης/Καθ' ης η Αίτηση Εμφανίσεις Για τον Ενάγοντα/Αιτητή: κ. Α. Σπάταλος. Για την Εναγόμενη/ Καθ΄ης η αίτηση: κα Γ. Ζαχαρίου για Α. Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Ενδιάμεση Απόφαση Η αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό καταχωρήθηκε στις 24.11.10 και με αυτή ο ενάγοντας αξιώνει την έκδοση διαταγμάτων από το Δικαστήριο δια των οποίων να κηρύσσεται ως παράνομη η μεταβίβαση του κτήματος με στοιχεία Αρ. Εγγραφής C 228, Φ/Σχ. 29/32EI, Τεμάχιο 228, έκτασης 20 δεκαρίων και 878 τετραγωνικών μέτρων, το οποίο βρίσκεται στην τοποθεσία Λαξιά του Αγίου Γεωργίου, στον Άγιο Ιωάννη Μαλούντας, κυμαινόμενης αξίας €100.000 ("το επίδικο ακίνητο"), από το όνομα του ενάγοντα στο όνομα της εναγομένης που έγινε στις 27.9.95 λόγω απάτης και ή ψευδών παραστάσεων και/ή κατόπιν ψυχικής πίεσης, ακύρωση της μεταβίβασης του εν λόγω κτήματος στο όνομα της εναγομένης και επανεγγραφή του στο όνομα του ενάγοντα, διάταγμα ανάκτησης ελεύθερης της κατοχής του πιο πάνω κτήματος από τον ενάγοντα, όπως και αποζημιώσεις για απώλεια χρήσης από τον ενάγοντα από τις 28.12.94 μέχρι της ανάκτησης από αυτόν ελεύθερης κατοχής πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Όπως φαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου στις 13.12.10 ο ενάγοντας καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητούσε την έκδοση διατάγματος το οποίο να απαγορεύει στην εναγομένη να πωλήσει, υποθηκεύσει, μεταβιβάσει ή επιβαρύνει καθ΄οιονδήποτε τρόπο το επίδικο ακίνητο. Η εναγόμενη καταχώρησε ένσταση στην εν λόγω αίτηση η οποία στις 8.3.11 απεσύρθη από τον ενάγοντα άνευ βλάβης των δικαιωμάτων του. Στις 10.5.11 ο ενάγοντας καταχώρησε νέα αίτηση, την υπό εξέταση αίτηση, με την οποία ζητεί και πάλιν την έκδοση διατάγματος εναντίον της εναγομένης δια του οποίου να απαγορεύεται η πώληση, υποθήκευση, μεταβίβαση, δωρεά, επιβάρυνση ή καθ΄οιονδήποτε τρόπο αποξένωση του επίδικου ακινήτου. Βάση της αίτησης είναι ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος Κεφ.6, άρθρα 4,5 και 7, ο περί Δικαστηρίων Νόμος Ν.14/60άρθρα 31 και 32, η Δ.48 θθ.1-4, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, οι κανόνες της επιείκειας και οι συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Την αίτηση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του ενάγοντα-αιτητή ο οποίος παραθέτει ολόκληρο το ιστορικό, πάντοτε σύμφωνα με τη δική του εκδοχή, που οδήγησε στη μεταβίβαση του επίδικου κτήματος από τον ίδιο που ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του στο όνομα της εναγομένης και αδελφής του. Πολύ συνοπτικά είναι η θέση του ενάγοντα-αιτητή ότι η καθ'ης η αίτηση εκδικητικά, πιεστικά και εντελώς κακόπιστα του ζήτησε να της μεταβιβάσει το επίδικο κτήμα ως αντάλλαγμα για ένα αυτοκίνητο αξίας τότε £3250 το οποίο ο σύζυγος της Νίκος Φυσεντζίδης αγόρασε και δώρισε στον γιο του ενάγοντα-αιτητή Κώστα ο οποίος ήταν βαπτιστικός του Νίκου Φυσεντζίδη. Ο ίδιος αρνήθηκε, η καθ'ης η αίτηση γινόταν αφόρητα πιεστική προς τον ίδιο και δεν δεχόταν ούτε να της καταβάλει το αντίτιμο του αυτοκινήτου πλέον τόκους που της είχε προτείνει. Επειδή η κατάσταση γινόταν αφόρητη για τον ίδιο λόγω των επανειλημμένων και έντονων πιέσεων που του ασκούσε η καθ'ης η αίτηση και καίρια και καθοριστικά λόγω του ότι η καθ'ης η αίτηση ήταν και ο εργοδότης του, αναγκάστηκε περί το Σεπτέμβριο του 2001 να υπογράψει κάποιο έντυπο του κτηματολογίου το οποίο ήταν κενό, ακολούθως μετέβηκε με την καθ'ης η αίτηση στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λάρνακας όπου και παρέδωσε το έντυπο αυτό, το οποίο είχε εκ των προτέρων υπογράψει, σε κάποια Θέκλα. Κατά τον Οκτώβριο του 2009 με μεγάλη του έκπληξη έμαθε ότι το επίδικο κτήμα είχε μεταβιβαστεί στο όνομα της Εναγομένης το 1994 και όχι το 2001 που ο ίδιος υπέγραψε κάποιο έντυπο και υποψιάστηκε ότι πρέπει η μεταβίβαση που έγινε το 1994 να έγινε με δόλια μέσα γι' αυτό και ανέθεσε την υπόθεση σε δικηγόρο. Είναι η θέση του, όπως πληροφορείται, ότι η εναγομένη προτίθεται να πωλήσει, μεταβιβάσει και/ή αποξενώσει την επίδικη περιουσία γι' αυτό και είναι επείγον να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Είναι επίσης η θέση του ότι στα πλαίσια της διαδικασίας της Αίτησης Διαχείρισης αρ. 72/93 του Ε.Δ. Λάρνακας έχει εγερθεί αίτημα για τη συμπερίληψη του εν λόγω κτήματος στην κληρονομούμενη περιουσία του Νίκου Φυσεντζίδη με διαχειρίστρια την εναγομένη. Είναι καταληκτικά η θέση του ότι είναι επείγον όπως το αιτούμενο διάταγμα δοθεί διαφορετικά θα είναι αδύνατο να αποδωθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η καθ΄ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στις 15.9.

  1. Η νομική βάση της ένστασης είναι η ίδια όπως και αυτή της αίτησης. Οι λόγοι ένστασης όπως προβάλλονται στο σώμα της είναι ότι η αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, παράτυπη και αντικανονική, έχει υποβληθεί καθυστερημένα χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία, είναι καταχρηστική και εκδικητική, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, ο αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια αλλά αντίθετα αναφέρει ψευδή και παραπλανητικά γεγονότα και ούτε αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης του αναφορικά με ουσιώδεις ισχυρισμούς. Η ένσταση της καθ' ης η αίτηση συνοδεύεται από τη δική της ένορκη δήλωση στην οποία απαντά σε όλους τους ισχυρισμούς του ενάγοντα-αιτητή, προβάλει τη θέση ότι το επίδικο ακίνητο μεταβιβάστηκε οικιοθελώς από τον ίδιο επ' ονόματι της στις 28.12.94 ως ένδειξη εκτίμησης και φυσικής αγάπης και στοργής μεταξύ των ως αδέλφια και λόγω των πολλών και επανειλημμένων διευκολύνσεων τις οποίες του παρείχε. Ισχυρίζεται δε περαιτέρω ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο ενάγοντας ήταν ενήλικας με σώας στας φρένα και γνώριζε πολύ καλά τι έπραττε. Αναφέρει ότι ο τίτλος εκδόθηκε περί τις 27.9.95 και σε καμία περίπτωση δεν έγινε οτιδήποτε σε σχέση με το κτηματολόγιο και τη μεταβίβαση του επίδικου κτήματος το
  2. Είναι περαιτέρω η θέση της ότι οι ισχυρισμοί του ενάγοντα είναι ψευδείς και εκ των υστέρων κατασκευασμένοι, αναληθείς και ανυπόστατοι και ότι ο ενάγοντας-αιτητής έχει καταχωρήσει την υπό εξέταση αίτηση εντελώς κακόπιστα, κατά κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών με υπερβολική καθυστέρηση την οποία σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογεί. Ισχυρίζεται επίσης, και προς τούτο επισυνάπτει σχετικό τεκμήριο, ότι σε άλλη διαδικασία που εκκρεμεί στα πλαίσια της Αίτησης Διαχείρισης αρ. 72/93 του Ε.Δ. Λάρνακας ο αιτητής, ο οποίος ζητεί διάταγμα με το οποίο να παύεται η καθ' ης η αίτησης στην παρούσα υπόθεση από διαχειρίστρια της κληρονομίας του αποβιώσαντα συζύγου της Νίκου Φυσεντζίδη, προβάλλει εντελώς διαφορετικούς ισχυρισμούς από αυτούς που προβάλλει στην παρούσα υπόθεση σε σχέση με τη μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου από το όνομα του στο όνομα της καθ'ης η αίτηση. Είναι καταληκτικά η θέση της καθ'ης η αίτηση ότι ο αιτητής δεν δικαιολογείται στη χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας και ζητά την απόρριψη της αίτησης με έξοδα. Αναφέρω παρενθετικά ότι στα πλαίσια της παρούσας αίτησης είχε καταχωρηθεί εκ πλευράς του ενάγοντα-αιτητή ενδιάμεση αίτηση στις 29.9.11 με την οποία ζητείτο η διαγραφή μέρους της ένστασης και δη αποσπασμάτων της ένορκης δήλωσης και των σχετικών τεκμηρίων που συνοδεύουν την ένσταση. Η εν λόγω αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση μετά από την καταχώρηση έντασης εκ πλευράς της εναγομένης-καθ'ης η αίτηση και το Δικαστήριο με Ενδιάμεση Απόφαση του ημερ. 25.11.11 απέρριψε την ενδιάμεση αίτηση. Η υπό εξέταση Αίτηση ορίστηκε για ακρόαση, κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι και των δύο πλευρών κατέθεσαν στο Δικαστήριο γραπτώς τις θέσεις τους, υποστηρίζοντας η κάθε πλευρά τη δική της εκδοχή και παρέπεμψαν το Δικαστήριο και σε νομολογία. Διατάγματα της εξεταζόμενης φύσης είναι δημιουργήματα του Δικαίου της Επιείκειας. Από τις καταβολές του Δικαίου αυτού τέθηκε ως αρχή η προϋπόθεση ότι αυτός που το επικαλείται και προσφεύγει για θεραπεία στο δικαστήριο πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια. Η αρχή αυτή επιτάσσει όπως στην ένορκη δήλωση που στηρίζει μονομερή αίτηση πρέπει να γίνεται αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Το καθήκον αυτό όπως αναφέρεται και στην υπόθεση United Pertlite Industries Ltd v. Sayakhat Air Company, Πολ. Έφεση 10604 ημ. 28/6/02, συναρτάται με την καλή πίστη που πρέπει να επιδεικνύεται όταν ακούγεται μόνο η μια πλευρά και δεν δίδεται η δυνατότητα αμφισβήτησης στην άλλη. Το ουσιαστικό κριτήριο για το τι θεωρείται ουσιώδες σε κάθε περίπτωση είναι αντικειμενικό και μπορεί να λεχθεί ότι είναι οτιδήποτε άπτεται και μπορεί να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι του αιτούμενου διατάγματος. Όσον αφορά το στοιχείο του κατεπείγοντος, είναι νομολογημένο ότι η έκδοση διατάγματος ex parte δικαιολογείται μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος ή άλλες ειδικές περιστάσεις (βλ. μεταξύ άλλων Χριστοδούλου ν. Vraets

(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1475, που παραπέμπει σε προηγούμενες αυθεντίες, In Re Stavros Appartments Ltd, Αίτηση 76/94 ημ. 29/12/94 και In Re B.P. Cyprus Ltd, Αίτηση 143/96 ημ. 1/8/96). Το κατεπείγον, όπως παρατηρείται στην υπόθεση Resola ν. Χρίστου,
(1998)1(Β) ΑΑΔ 598, αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικώς, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Σύμφωνα με τις αποφάσεις Resola (Cyprus Ltd) v. Χρίστου 1998 1ΑΑΔ 598 όπως και στην υπόθεση Zein και άλλοι ν. Παράσχος Κ. Καμπανέλας Λτδ, Πολ. Έφεση 10494 ημ. 27/4/2000, το στοιχείο του κατεπείγοντος αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για την παροχή θεραπείας μονομερώς. Επίσης το κατεπείγον της θεραπείας συναρτάται προς την αμεσότητα του κινδύνου στην αποτροπή του οποίου η θεραπεία αποσκοπεί. Το Δικαστήριο εξετάζοντας θεραπείες όπως αυτές που ζητούν οι αιτητές πρέπει, εν πάση περιπτώσει, να εξετάσει το κατά πόσον έχουν ικανοποιηθεί τόσο οι προϋποθέσεις που το άρθρο 32 του Νόμου 14/60 επιβάλλει αλλά και κατά πόσο το άρθρο 5 του Κεφ. 6 έχει ικανοποιηθεί. Εξετάζοντας, τώρα, τις προϋποθέσεις που το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου προϋποθέτει, και η νομολογία έχει καθιερώσει, αναφέρω τα εξής: (α) Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να εκδίδει παρεμπίπτοντα διατάγματα εάν συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(2)η ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία και
(3)το ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. (β) Το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα. Παραπέμπω στις αποφάσεις Οδυσσέως ν. Pieris Estates
(1982)1 CLR 557, Karydas Taxi v. Komodikis
(1975)1 CLR 38, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 152, Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1(Β) ΑΑΔ 1453, Α/φοί Μυλωνά Α.Ε. κ.α. ν. Μ. Avraamides & Co Ltd, Πολ. Έφεση 9824 ημ. 21.9.98, Nemitsas Industries Ltd v. S. & S. Maritime Lines Ltd and Others
(1976)1 CLR 302, Constantinides v. Makriyiorghou & Another
(1978)1 CLR 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, M & M Transport v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 CLR 605 και Γρηγορίου και άλλοι ν. Χριστοφόρου και άλλοι
(1995)1 ΑΑΔ.
  1. Η πρώτη προϋπόθεση για την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη έχει ερμηνευτεί ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχτεί με βάση τα δικόγραφα μια συζητήσιμη υπόθεση. Η δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή της ύπαρξης πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία επεξηγήθηκε ότι απαιτεί από τον αιτητή μόνο να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, δηλαδή κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Η τρίτη προϋπόθεση σύμφωνα με την οποία πρέπει να καταδειχτεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι το άρθρο 5 του Κεφ.6 ουσιαστικά αντιστοιχεί στην τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/
  2. Για την έκδοση ενός προσωρινού διατάγματος απαιτείται στερεή, θετική μαρτυρία και απτά στοιχεία αλλά στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης δεν είναι απαραίτητη η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός εναγομένου για τη μεταβίβαση ή επιβάρυνση της περιουσίας του. Όπως έχει τονισθεί από τον Δικαστή Κωνσταντινίδη στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Center) Ltd v. Σκυροποιεία Λεωνίκ Λτδ, Πολ. Έφεση 11013 ημ. 13/6/2001 "εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία." Σε ότι αφορά την υπό εξέταση Αίτηση με βάση και τις κατευθυντήριες γραμμές της νομολογίας παρατηρώ ότι η πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση μπορεί να θεωρηθεί ότι έχουν ικανοποιηθεί. Σε ότι αφορά την τρίτη προϋπόθεση αναφέρω τα ακόλουθα. Στην υπόθεση Resola (ανωτέρω) είχε προβληθεί από τον ενάγοντα ο ακολούθως ισχυρισμός: "Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και ως έχω πληροφορηθεί από κύκλους φιλικά προσκείμενους προς τους Εναγομένους καθυστερούν να με πληρώσουν καθώς προσπαθούν να αποξενώσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία για να με αποκλείσουν από το να ικανοποιήσω οποιαδήποτε απόφαση εκδοθεί υπέρ εμού. Εάν επιτραπεί τούτο τότε οποιαδήποτε απόφαση εκδοθεί υπέρ εμού δεν θα μπορεί να ικανοποιηθεί γιατί οι Εναγόμενοι δεν έχουν άλλα περιουσιακά στοιχεία εντός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων." Κρίθηκε ότι επρόκειτο για ισχυρισμό αφ΄εαυτού αόριστο ο οποίος δεν αποκάλυπτε την πηγή των πληροφοριών του ενάγοντα γι΄αυτό θα έπρεπε να είχε αγνοηθεί και έτσι καταρρίφθηκε το βάθρο του διατάγματος 'που συνίστατο στην ύπαρξη ανάγκης για την παροχή θεραπείας άνευ καθυστερήσεως'. Σε ότι αφορά τον κίνδυνο αποξένωσης περιουσίας από την καθ΄ης η αίτηση είναι η θέση του ενάγοντα-αιτητή ότι "εξ όσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω και όπως πληροφορούμαι η εναγομένη προτίθεται να πωλήσει και/ή να μεταβιβάσει σε τρίτους και/ή να αποξενώσει την πιο πάνω ακίνητη περιουσία γι' αυτό και είναι επείγον όπως εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.." σχετική είναι η παράγραφος 24, τη ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση, και η αναφορά στην παράγραφο 25 της ίδιας ένορκης δήλωσης "εξ οσων κάλλιον γνωρίζω και πιστεύω και όπως πληροφορούμαι στο πλαίσιο της διαδικασίας της Διαχείρισης 72/93 του Ε.Δ. Λάρνακας έχει εγερθεί αίτημα για τη συμπερίληψη του εν λόγω κτήματος στην κληρονομούμενη περιουσία του Νίκου Φυσεντζίδη με διαχειρίστρια την εναγόμενη". Είναι η θέση μου με βάση και την υπόθεση Resola ανωτέρω, ότι ο ισχυρισμός περί αποξένως της περιουσίας από την καθ' ης η αίτηση είναι αφ΄εαυτού γενικός και αόριστος, ούτε και αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης του ενόρκως δηλούντα, και ότι ουσιαστικά εξουδετερώνεται από τον άλλο ισχυρισμό του περί συμπερίληψης του επίδικου ακινήτου σε διαδικασία διαχείρισης η οποία ακόμη εκκρεμεί. Ενόψει των ανωτέρω και έχοντας κατά νουν ότι απαιτείται στερεή και θετική μαρτυρία αφενός, αλλά από την άλλη ότι δεν απαιτείται η παρουσίαση μαρτυρίας για την απόδειξη της πραγματικής πρόθεσης ενός εναγόμενου για τη μεταβίβαση ή επιβάρυνση ή άλλη αποξένωση της περιουσίας του, και λαμβάνοντας υπόψη μου τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση έχω την άποψη ότι ο Ενάγοντάς αιτητής έχει αποτύχει να αποσείσει το βάρος που βρίσκεται στους ώμους του για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναφέρω περαιτέρω ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγοντας έχει καθυστερήσει υπέρμετρα να υποβάλει την υπό εξέταση αίτηση και μάλιστα δεν προβάλλει καμία δικαιολογία περί τούτου επίσης ευσταθεί εφόσον είναι φανερό και από το ίδιο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του αιτητή ότι ο ίδιος τουλάχιστον από το 2001 γνώριζε ότι υπέγραψε έντυπα του κτηματολογίου έστω κατόπιν ψυχικής πίεσης ως ο ίδιος ισχυρίζεται και μάλιστα μετέβηκε στο Κτηματολόγιο. Επίσης ο ισχυρισμός του ότι όλα τα πιο πάνω τα πληροφορήθηκε τον Οκτώβριο του 2010 φαίνεται να καταρρίπτεται από τα τεκμήρια που έχουν επισυναφθεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και συγκεκριμένα από τους ισχυρισμούς που ο ίδιος ο αιτητής έχει προβάλει στα πλαίσια αίτησης του στην αίτηση διαχείρισης 72/93 στις 25.6.09 και προκύπτει έτσι ότι ο αιτητής είχε γνώση τουλάχιστον από τον Ιούνιο 2009 για όσα σήμερα ισχυρίζεται. Από την εν λόγω ημερομηνία μέχρι τουλάχιστον τις 13.10.2010 δεν πράττει τίποτε και καμία δικαιολογία δεν προβάλλει για την καθυστέρηση αυτή. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό ότι ο αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και/ή ότι έχει αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο και πάλι φαίνεται να ευσταθεί τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τη διαδικασία που εκκρεμεί ενώπιον του Ε.Δ. Λάρνακας για την Αίτηση Διαχείρισης αρ. 72/
  3. Εν όψει των ανωτέρω η αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης καθ΄ης η αίτηση και εναντίον του ενάγοντα αιτητή τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ................ Σ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /εκ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.