← Κύπρος

Άννας Πέτρου Σολωμού πρώην Άννα Χαραλάμπους ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Πέτρου Σολωμού ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Αρ.

Άννας Πέτρου Σολωμού πρώην Άννα Χαραλάμπους ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Πέτρου Σολωμού ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 8062/2005, 18 Ιανουαρίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A18 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αμπίζα, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 8062/2005 Μεταξύ: Άννας Πέτρου Σολωμού πρώην Άννα Χαραλάμπους, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Πέτρου Σολωμού, τέως εκ Κοκκινοτριμιθιάς Ενάγουσας και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Εναγομένου --------------------------- Ημερομηνία: 18 Ιανουαρίου 2012 Για την Ενάγουσα: κ. Σ. Δράκος Για τον Εναγόμενο: κ. Α. Μαππουρίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην τελική της μορφή, μετά από τροποποίηση, η αξίωση της ενάγουσας εναντίον του εναγομένου είναι υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Πέτρου Σολωμού, τέως εκ Κοκκινοτριμιθιάς, δυνάμει αιτήσεως διαχείρισης αρ. 92/61 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, για: (Α) Νόμιμες αποζημιώσεις για τη στέρηση του δικαιώματος της ζωής του αποβιώσαντα Πέτρου Σολωμού, και/ή παράβαση του δικαιώματος της ενάγουσας και των θυγατέρων της για μη υποβολή τους σε απάνθρωπη μεταχείριση και/ή παράβαση του δικαιώματος αξιοπρεπούς διαβίωσης και/ή κοινωνικής ασφάλειας, (Β) Νόμιμες αποζημιώσεις για τη μη εξιχνίαση του εγκλήματος της δολοφονίας του αποβιώσαντα Πέτρου Σολωμού για περίοδο πέραν των 40 ετών και/ή λόγω παράβασης του δικαιώματος για μια αποτελεσματική διερεύνηση της δολοφονίας και/ή της συμμετοχής της συζύγου του αποβιώσαντα (ενάγουσας) στη διερεύνηση. (Γ) Οιανδήποτε άλλη θεραπεία το σεβαστό Δικαστήριο ήθελε θεωρήσει εύλογη κα/ή δίκαιη υπό τας περιστάσεις. (Δ) Νόμιμο τόκο. (Ε) Έξοδα, πλέον Φ.Π.Α. Όπως προκύπτει από τα δικόγραφα, τα ακόλουθα γεγονότα είναι παραδεκτά: Η ενάγουσα είναι σύζυγος και διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντα Πέτρου Σολωμού, τέως εκ Κοκκινοτριμιθιάς, δυνάμει αιτήσεως διαχειρίσεως αρ. 92/61 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και καταχωρεί την παρούσα αγωγή υπό την ιδιότητά της αυτή. Ο εναγόμενος ενάγεται υπό την ιδιότητά του ως ο διά νόμου εκπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο αποβιώσας ήταν Αναπληρωτής Υπαστυνόμος με αρ. 806 και υπηρετούσε στην Αστυνομία κατά την περίοδο από 4/8/1944 μέχρι 7/4/1961 όπου δολοφονήθηκε υπό αγνώστων. Προήχθη σε Υπαστυνόμο και θα αναλάμβανε τα καθήκοντά του από 1/5/

  1. Υπηρετούσε ως υπεύθυνος του Κλιμακίου Αλλοδαπών της Αστυνομίας στο αεροδρόμιο Λευκωσίας. Οι αστυνομικές ανακρίσεις δεν κατέληξαν σε οριστικά συμπεράσματα ως προς την ταυτότητα των δραστών. Η σύνταξη χηρείας που η ενάγουσα λαμβάνει από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων ανήρχετο, κατά το χρόνο των δικογράφων, σε €340.- περίπου μηνιαίως. Με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, ημερομηνίας 5/10/1961, η Δημοκρατία παραχώρησε στην ενάγουσα ενός έτους μισθούς, ποσό ΛΚ697,352μιλς. Ο αποβιώσας Πέτρος Σολωμού διακρίθηκε για την ενεργό προσφορά του στην πατρίδα του ως αστυνομικός αλλά και ως αγωνιστής αφού ήταν μέλος της ΕΟΚΑ με το ψευδώνυμο «ΦΙΛΟΣ». Θεωρώ σκόπιμο, για λόγους που θα διαφανούν κατωτέρω, να παραθέσω στην ολότητά τους, τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ενάγουσας. Σύμφωνα με τις περαιτέρω δικογραφημένες θέσεις της ενάγουσας, οι οποίες τυγχάνουν άρνησης από την πλευρά του εναγομένου, ελατήριο της δολοφονίας του αποβιώσαντα υπήρξε η επαγγελματική ιδιότητά του ως Αστυνομικού, υπηρετούντος στο νευραλγικό τότε πόστο του αερολιμένος Λευκωσίας για το γενικό έλεγχο των διαβατηρίων. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι ουδέποτε έγινε θανατική ανάκριση και/ή ουδέποτε η Αστυνομία ερεύνησε τους ισχυρισμούς των εναγουσών και/ή δεν έγινε αποτελεσματική έρευνα. Συγκεκριμένα, η ενάγουσα που είναι σύζυγος του αποβιώσαντα ισχυρίστηκε ότι ο σύζυγός της είπε πριν τη δολοφονία ότι είδε ένα αυτοκίνητο που θεωρούσε ύποπτο, γιατί σταμάτησε και έστριψε μπροστά του στο περιβόλι που ήταν πάνω στον κύριο δρόμο τη στιγμή που ο σύζυγος της ήταν στο πλάι του τοίχου και στεκόταν ενώ ο Ανδρέας Γιαννουρής έγραφε το ρολόι του νερού. Ο σκύλος της οικογένειας του αποβιώσαντα που ήταν στο περιβόλι τη νύχτα του εγκλήματος ήταν ζωντανός και, από μαρτυρίες, δάγκωσε το δολοφόνο. Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι καθ' όλη τη διάρκεια παραμονής του πληγωμένου συζύγου της στο νοσοκομείο, από την Αγία Παρασκευή πρωί μέχρι την Τετάρτη της Λαμπρής (6μέρες), δεν της επέτρεψαν να έλθει σε επικοινωνία με το δολοφονηθέντα σύζυγό της με τη δικαιολογία των γιατρών ότι από μια στεναχώρια μπορούσε να πεθάνει. Επίσης, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η Αστυνομία, καθ' όλη τη διάρκεια των ερευνών δεν εξέτασε τις διάφορες διαδόσεις που ακούγονταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο για συγκεκριμένο πρόσωπο ότι πυροβόλησε τον αποβιώσαντα και ότι δαγκώθηκε από το σκύλο της οικογένειας του αποβιώσαντα. Η ενάγουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο αποβιώσας έχει αποστερηθεί το δικαίωμα ζωής του, κατά παράβαση του άρθρου 7 του Συντάγματος, για επαγγελματικούς λόγους λόγω του ότι υπηρετούσε στο νευραλγικό πόστο του αεροδρομίου Λευκωσίας και αυτό επιβεβαιώνεται με σχετική βεβαίωση ημερομηνίας 5/6/1979 από τον τότε Αρχηγό Αστυνομίας κ. Σάββα Αντωνίου. Παραθέτει δε η ενάγουσα λεπτομέρειες παραβίασης του άρθρου 2 της Ευρωπαικής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ν. 39/62)και/ή του δικαιώματος ζωής και/ή για αποτελεσματική θανατική ανάκριση/έρευνα του Πέτρου Σολωμού ως εξής: (α) Δεν έγινε από τις αρμόδιες αρχές αποτελεσματική έρευνα κατά τη διερεύνηση της δολοφονίας. (β) Δεν έγινε θανατική ανάκριση. (γ) Ουδέποτε ενημερώθηκε η ενάγουσα επίσημα εάν και πότε ολοκληρώθηκε η έρευνα. (δ) Οι αρμόδιες αρχές αρνήθηκαν να λάβουν τεκμήρια που θα βοηθούσαν στη διαλεύκανση της υπόθεσης και γενικά αρνήθηκαν να ερευνήσουν τις διάφορες διαδόσεις που καταδείκνυαν συγκεκριμένο πρόσωπο ως το φονιά του αποβιώσαντα Πέτρου Σολωμού. (ε) Οι αρχές της Δημοκρατίας ενήργησαν περιφρονητικά για τη ζωή του αποβιώσαντα και αδιάφορα για τον πόνο και την ανάγκη πληροφόρησης της ενάγουσας. (στ) Από διαδόσεις, ο αποβιώσας δολοφονήθηκε με την εμπλοκή των υπηρεσιών του κράτους. Κατά τον ουσιώδη χρόνο της δολοφονίας του, ο αποβιώσας εγκατέλειψε σύζυγο τότε ηλικίας 35 ετών (ενάγουσα) και δύο θυγατέρες, τη Σοφία, ηλικίας 9 ετών και την Ελένη, ηλικίας 8 ετών. Η χήρα του αποβιώσαντα εργάστηκε σκληρά για να μπορέσει να μεγαλώσει τα ανήλικα τέκνα της, χωρίς να παίρνει καμία βοήθεια από τη Δημοκρατία (πέραν των αναφερομένων ανωτέρω ως παραδεκτών). Παρόλο που ο Γενικός Εισαγγελέας και ο Υπουργός Δικαιοσύνης επιθυμούσαν να δικαιωθεί η ενάγουσα και οι θυγατέρες της και να τύχει ανθρώπινης συνταξιοδότησης η υποφέρουσα οικογένειά του, η Βουλή των Αντιπροσώπων και η Κυβέρνηση απάντησαν αρνητικά. Τέλος, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αδικήθηκαν, καταπατήθηκαν τα ανθρώπινα δικαιώματα του αποβιώσαντα και της οικογένειάς του για στέρηση ζωής (άρθρο 7 του Συντάγματος), απάνθρωπη μεταχείριση της ενάγουσας και των θυγατέρων της (άρθρο 8 του Συντάγματος) και στέρηση του δικαιώματος αξιοπρεπούς διαβίωσης και κοινωνικής ασφάλειας (άρθρο 9 του Συντάγματος) και δικαιούνται νόμιμες αποζημιώσεις, εις το ότι: (α) Η ενάγουσα αναγκάστηκε να μεγαλώσει τα παιδιά της χωρίς το σύζυγό της. (β) Η παράλειψη της αποτελεσματικής έρευνας και/ή θανατικής ανάκρισης οδήγησε στην απάνθρωπη μεταχείριση της ενάγουσας και των θυγατέρων της οι οποίες ζούσαν καθημερινά μέσα στον πόνο και την αβεβαιότητα χωρίς να ενημερώνονται για την εξέλιξη και/ή αποτέλεσμα της έρευνας. (γ) Η ενάγουσα και οι θυγατέρες της δεν έτυχαν οποιασδήποτε σοβαρής οικονομικής βοήθειας από το κράτος και συνέχισαν να ζουν με δυσκολία μέσα στο φόβο ότι κινδύνευε και η δική τους ζωή. Από την πλευρά του ο εναγόμενος στην έκθεση υπεράσπισής του αρνείται τον ισχυρισμό αναφορικά με το ελατήριο της δολοφονίας ως αβάσιμο καθότι η ταυτότητα των δολοφόνων παρέμεινε άγνωστη. Αναφορικά δε με τη θανατική ανάκριση, ισχυρίζεται ότι αυτή, με βάση τις πρόνοιες των άρθρων 4 και 25 Κεφ. 153 γίνεται για τη διαπίστωση των αιτιών του θανάτου και δεν σχετίζεται με τη διερεύνηση αδικημάτων που σχετίζονται με την πρόκληση του θανάτου. Η θανατική ανάκριση δεν διατάσσεται από τον εναγόμενο ή τους εκπροσώπους του και αποτελεί αρμοδιότητα του θανατικού ανακριτή, για τις πράξεις του οποίου η Δημοκρατία δεν είναι υπεύθυνη. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός του εναγομένου ότι η έρευνα που διεξήχθη τότε από την αστυνομία ήταν αποτελεσματική και στηρίχθηκε πάνω σε όλα τα δεδομένα που είχαν τεθεί ενώπιον των ανακριτικών αρχών. Η δε καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης σε σχέση με γεγονότα που διαδραματίστηκαν τον Απρίλιο του έτους 1961 αποστερεί τη Δημοκρατία από το δικαίωμα προβολής της υπεράσπισης της και έτσι πλήττεται το δικαίωμα του εναγομένου για δίκαιη δίκη. Όλοι οι υπόλοιποι ισχυρισμοί της ενάγουσας τυγχάνουν άρνησης από πλευράς εναγομένου ως, ουσιαστικά, αβάσιμοι και στερούμενοι αιτιώδους συνάφειας με οποιαδήποτε θεσμοθετημένη υποχρέωση του κράτους έναντι της. Η μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση δεν ήταν μακρά. Από την πλευρά της ενάγουσας κατέθεσε η ίδια ως η μοναδική μάρτυρας ενώ ως παραδεκτό γεγονός κατατέθηκε εκ συμφώνου η αναφερόμενη δήλωση του Αρχηγού της Αστυνομίας Σάββα Αντωνίου, ημερομηνίας 5/6/79, ως Τεκμ.
  2. Από την πλευρά του εναγομένου κατέθεσε ο Α/Λοχ. 1205 Μαρίνος Χριστοδούλου ο οποίος κατέθεσε το φάκελο που τηρείται στο Αρχείο της Αστυνομίας ως Τεκμ.
  3. Ένας από τους λόγους για τους οποίους έκρινα σκόπιμο να παραθέσω στην ολότητά του το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης είναι γιατί αυτούσιο το περιεχόμενο αυτό αποτελεί το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης της ενάγουσας που κατατέθηκε ως έγγραφο υπό 'Α' ως μέρος της κυρίως εξέτασης της. Διατηρώντας μάλιστα το ίδιο λεκτικό και αρίθμηση. Μοναδική προσθήκη υπάρχει στην παρ. 3Β όπου στη γραπτή δήλωση της η ενάγουσα αναφέρει ότι οι Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν της επέτρεψαν να επισκεφθεί ή να έλθει σε επικοινωνία με το σύζυγό της με τη δικαιολογία ότι οι γιατροί είπαν ότι από μια στεναχώρια μπορούσε να πεθάνει, ενώ στην έκθεση απαίτησης αναφέρεται απλά 'δεν της επέτρεψαν να έλθει σε επικοινωνία με το δολοφονηθέντα σύζυγο της με τη δικαιολογία των γιατρών ότι .' παραπέμποντας σε ενέργεια των γιατρών. Ασφαλώς, ισχυρισμός για γεγονός το οποίο εκφεύγει των εγγράφων προτάσεων δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Πέραν της γραπτής της δήλωσης η ενάγουσα απλώς ρωτήθηκε αν ξέρει αν έγινε ποινική υπόθεση για το θάνατο του συζύγου της, στο οποίο ερώτημα απάντησε ότι δεν έγινε έτσι πράγμα. Θυμάται, είπε, κάποτε που πήγε στο Δικαστήριο και δόθηκε η θανατική ανάκριση για άλλη υπόθεση για τον άνδρα της. Δεν θυμάται να έγινε θανατική ανάκριση. Δεν θα αναφερθώ σ' αυτό το στάδιο στη μαρτυρία της ενάγουσας κατά την αντεξέτασή της αφού θα πράξω τούτο κατωτέρω στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Ο Α/Λοχ. 1205 Μαρίνος Χριστοδούλου από τη Λευκωσία, με τη γραπτή του δήλωση (έγγραφο 'Β') την οποία κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, αναφέρει ότι είναι ο υπεύθυνος του Αρχείου του Τμήματος Γ΄ του Αρχηγείου Αστυνομίας, όπου τηρούνται τα πρωτότυπα έγγραφα τα οποία είναι και τα μοναδικά έγγραφα που αφορούν το θάνατο του Πέτρου Σολωμού, τέως εκ Κοκκινοτριμιθιάς. Ο φάκελος ονομάζεται Crime File και διαχωρίζεται από τον Ποινικό Φάκελο της υπόθεσης ο οποίος έχει καταστραφεί το 1973 από πυρκαγιά, η οποία κατέστρεψε ολοσχερώς τον Αστυνομικό Σταθμό Κοκκινοτριμιθιάς. Στο Crime File τηρούνται μόνο βασικά έγγραφα όπως αναφορές εγκλήματος, συμπληρωματικές αναφορές, εκθέσεις και ημερολόγια ενεργείας. Τα έγγραφα στο φάκελο είναι τα μόνα που υπάρχουν αναφορικά με τις έρευνες για το θάνατο του Πέτρου Σολωμού και δεν υπάρχουν οποιαδήποτε άλλα έγγραφα ή καταθέσεις μαρτύρων στο Αρχείο του. Ο μάρτυρας ανέφερε περαιτέρω ότι το περιεχόμενο των εγγράφων είναι το ίδιο σήμερα με το περιεχόμενο ως ήταν πριν. Αντεξεταζόμενος, δεν γνώριζε να πει ποιος είναι ο 'B. Vassiliades' που αναφέρεται σε συγκεκριμένο έγγραφο του εν λόγω φακέλου Τεκμ.
  4. Εξήγησε δε, ότι ο ποινικός φάκελος κρατείται στον αστυνομικό σταθμό που διερεύνησε και το 'crime file' σύμφωνα με τις διαδικασίες κρατείται στο Αρχείο. Στο περιεχόμενο των εγγράφων που βρίσκονται στο Τεκμ. 2 θα αναφερθώ κατωτέρω. Οι δύο συνήγοροι προέβηκαν σε γραπτές αγορεύσεις τις οποίες κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχω με προσοχή μελετήσει το περιεχόμενο της επιχειρηματολογίας των δύο συνηγόρων και τη νομολογία στην οποία παραπέμπουν, όπως με λεπτομέρεια έχω μελετήσει όλο το προσκομισθέν μαρτυρικό υλικό. Ξεκινώντας το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας και κατάληξης σε συμπεράσματα ως προς τα γεγονότα από το μάρτυρα του εναγομένου, θετική ήταν η εντύπωση που απεκόμισα αφού περιορίστηκε στα όσα μπορούσε να είναι γνώστης χωρίς να επιχειρήσει να τοποθετηθεί επί άλλων θεμάτων τα οποία δεν γνώριζε. Η μαρτυρία του περιορίστηκε ουσιαστικά στην κατάθεση του φακέλου Τεκμ. 2 και στην εξήγηση του τι είναι το 'crime file' σε αντιδιαστολή με τον ποινικό φάκελο ο οποίος στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει λόγω καταστροφής του από πυρκαγιά το έτος
  5. Ο μάρτυρας κρίνεται αξιόπιστος και τα λεγόμενά του γίνονται αποδεκτά. Αντίθετη είναι η εικόνα που σχημάτισα για την ενάγουσα ως μάρτυρα, παρά τη συμπάθεια που τα γεγονότα από μόνα τους δημιουργούν προς το πρόσωπο της και τη συμπάθεια που η ίδια ως άνθρωπος δημιουργεί στον ακροατή και θεατή της. Μπορεί οι πρόνοιες του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 ως έχουν τροποποιηθεί, να παρέχουν το δικαίωμα κατάθεσης γραπτής δήλωσης ενός μάρτυρα ως μέρος ή το σύνολο της κυρίως εξέτασής του, αυτό όμως δεν απαλλάσσει το μάρτυρα από αξιολόγηση των λεγόμενων του. Στην προκειμένη περίπτωση, η γραπτή δήλωση που κατέθεσε η ενάγουσα ως κυρίως εξέταση ήταν ουσιαστικά κατά λέξη αντιγραφή της έκθεσης απαίτησης. Ήταν εμφανές, μετά και την αντεξέταση, ότι ο τρόπος έκφρασης της ενάγουσας ήταν πολύ διαφορετικός μεταξύ της κυρίως εξέτασης και αντεξέτασης. Αυτό από μόνο του δεν θεωρώ ότι καθιστά τη μαρτυρία της ενάγουσας αναξιόπιστη, όμως, εξηγεί ίσως τις ουσιαστικές ανατροπές στη μαρτυρία μέσα από τον προφορικό λόγο επί σημαντικών πτυχών της υπόθεσης. Σ' αυτά θα πρέπει να προστεθούν και τα όσα το περιεχόμενο των Τεκμ. 1 και 2 αντιπαραθέτουν στους ισχυρισμούς της ενάγουσας. Πρόθεση μου είναι να υποδείξω τέτοια σημεία που αφορούν την αξιολόγηση της μαρτυρίας της ενάγουσας και κατ' επέκταση επηρεάζουν ευρύτερα την υπόθεσή της. Αποτέλεσε ουσιαστικό ισχυρισμό της ενάγουσας ότι ελατήριο της δολοφονίας του αποβιώσαντα συζύγου της υπήρξε η επαγγελματική του ιδιότητα ως αστυνομικού που υπηρετούσε στο νευραλγικό πόστο του αεροδρομίου Λευκωσίας για το γενικό έλεγχο των διαβατηρίων. Παρά την απόλυτη αυτή θέση και τον ισχυρισμό ότι αυτό επιβεβαιώνεται από τη βεβαίωση Τεκμ.1, κατά την αντεξέτασή της, και ενώ εξιστόρησε κάποια γεγονότα που την οδηγούν σε υποψία για κάτι τέτοιο, η ίδια μίλησε για υποψία. «Έτσι υποψιάζομαι, δεν ξέρω». Η δε βεβαίωση Τεκμ. 1, επί του προκειμένου το τι αναφέρει είναι «. Καίτοι αι αστυνομικαί ανακρίσεις δεν κατέληξαν εις οριστικά συμπεράσματα ως προς την ταυτότητα των δραστών, δεν αποκλείεται ελατήριον της δολοφονίας να υπήρξεν η επαγγελματική ιδιότης του ως αστυνομικού, υπηρετούντος εις τον νευραλγικόν πόστον του Αερολιμένος Λευκωσίας». Είμαι της άποψης ότι τα ως άνω κάθε άλλο παρά δικαιολογούν βεβαιότητα ως ο ισχυρισμός της ενάγουσας. Άλλος απόλυτος ισχυρισμός της ενάγουσας είναι ότι ουδέποτε έγινε θανατική ανάκριση. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου όμως η όντως παράξενη αναφορά της κατά την κυρίως εξέταση την οποία παρέθεσα ανωτέρω με αναφορά σε θανατική ανάκριση. Περαιτέρω δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι στο φάκελο της Αστυνομίας, Τεκμ. 2 περιλαμβάνεται: (α) πιστοποιητικό νεκροψίας (post mortem report) ημερομηνίας 15/4/1961 (β) επιστολή της Αστυνομίας ημερομηνίας 1/6/1961 με αναφορά σε 'Inqu.No. 42/61' απευθυνόμενη στον 'Coroner Nicosia' και περιεχόμενο 'Sir, Deceased:- G.S. 806 Petros Solomou of: Trimithia. As requested in your letter Inqu. No. 42/61 of 19.5.61, I forward herewith the covering report of the Investigating Officer touching the death of the above named. Yours faithfully, for Superintendent Gendarmerie' και με επισυνημμένο το εν λόγω 'covering report' (συνοπτική έκθεση) και (γ) συμπληρωματική έκθεση ημερομηνίας 19/7/61 (supplementary crime report) στο οποίο αναφέρεται ότι 'The inquest into this case was held and concluded on the 28.6.61, by the Coroner, Nicosia, whose verdit is as follow:- VERDIT:- That G.S. 806 Petros Solomou, late of K.Trimithia, died as a result of bullet - wounds inflicted upon him by unknown persons or person in circumstances amounting to murder, while asleep B. Vassiliades (Coroner)' Όλα τα ως άνω συγκρούονται άμεσα με την ως άνω θέση της ενάγουσας. Άλλοι ισχυρισμοί της ενάγουσας είναι ότι η Αστυνομία ουδέποτε ερεύνησε τους ισχυρισμούς της, δεν έγινε αποτελεσματική έρευνα, δεν εξετάστηκαν διάφορες διαδόσεις για συγκεκριμένο πρόσωπο και για το δάγκωμα του σκύλου και υπήρξε άρνηση για λήψη τεκμηρίων. Είναι εμφανές και από την προφορική αναφορά της ενάγουσας το παράπονο της για το ότι δεν γνωρίζει ποιο είναι το αίτιο της υπόθεσης και γιατί την εγκατέλειψε η κυβέρνηση να μην ανακαλύψει τι έγινε. Ερωτηθείσα όμως κατά την αντεξέτασή της αν έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία είπε 'Μα τι να δώσω αφού δεν ήξερα τίποτε' Ερωτηθείσα αν πήγε στην Αστυνομία να πει αυτά που άκουσε, είπε ότι δεν είπε τις διαδόσεις στην Αστυνομία. Όπως δεν είπε στην Αστυνομία για το σκύλο, για τον οποίο φυσικά μετέπειτα στην αντεξέτασή της είπε ότι οι διαδόσεις αυτές ακούστηκαν σε γάμο 4 - 5 ή και παραπάνω χρόνια μετά. Είπε στην αντεξέτασή της επίσης ότι διαδόσεις υπήρχαν πολλές και 'δεν ξέρω αν σωστές ή αν ο ένας εκούνταν τον άλλο'. Είπε ότι ο αποβιώσας έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία, ότι ο αδελφός του τον είδε και ότι η αναφορά της σε μη εξέταση από την Αστυνομία είναι 'διότι δεν έπιασαν κανένα'. Θυμάται ότι η Αστυνομία έβαλε τα χέρια τους για δαχτυλικά αποτυπώματα και ερωτηθείσα σχετικά διερωτήθηκε τι να υποδείκνυε στην Αστυνομία λέγοντας ότι τίποτα δεν είδε στο περιβόλι. Αναφορικά με τη φήμη ότι η δολοφονία έγινε με την εμπλοκή του κράτους απάντησε ότι δεν ξέρει και ότι είναι ιδέες της κοινωνίας. Αυτή δεν είπε τέτοιο πράγμα. Φυσικά, από το περιεχόμενο των εγγράφων του Τεκμ. 2 προκύπτει περαιτέρω ότι στην προαναφερόμενη συνοπτική έκθεση (covering report) η ενάγουσα αναφέρεται ως μάρτυρας αρ.1 για γεγονότα που αναφέρονται τόσο σ' αυτή την έκθεση όσο και σε άλλες. Στη δε έκθεση ημερομηνίας 4/5/61 γίνεται αναφορά στο ότι η ίδια, στο χώρο του εγκλήματος ρώτησε το σύζυγό της τι έγινε και εκείνος της απάντησε 'Μας έκαναν κάτι; Κρυώνω' (μετάφραση, όπως και όλες, δική μου). Μετά, ο αποβιώσας ρωτήθηκε από αστυνομικό ποιος τους επιτέθηκε και εκείνος είπε 'Δεν ξέρω'. Περαιτέρω, στην εν λόγω έκθεση παρατίθενται με λεπτομέρεια οι έρευνες και ενέργειες της Αστυνομίας, περιλαμβανομένης και της αναφοράς της ενάγουσας περί υπόπτου αυτοκινήτου, την οποία η ενάγουσα έκανε τότε στην Αστυνομία. Εις δε την έκθεση ημερομηνίας 24/5/61 αναφέρονται έρευνες και στοιχεία που έλαβε η Αστυνομία και η διερεύνηση στοιχείων και διαδόσεων καθώς επίσης πληροφοριών. Όλες αυτές οι αναφορές φαίνεται να συγκρούονται με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας στην απαίτησή της. Τέλος, η έκθεση ημερομηνίας 23.12.61 παραθέτει την εισήγηση για κατηγοριοποίηση της υπόθεσης ως μη εξιχνιασθείσας κάτι που από τον ίδιο το φάκελο στην πρόσοψή του φαίνεται να έγινε στις 2.1.62 (βλέπετε αναφορά στο 'Result'). Συνεπώς, κρίνω ότι η μαρτυρία της ενάγουσας δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί αναξιόπιστη και μη δυνάμενη να αποτελέσει βάση για το Δικαστήριο για εξαγωγή συμπερασμάτων. Έχω την εντύπωση ότι η καθόλα δικαιολογημένη πικρία της ενάγουσας λόγω του θλιβερού εκείνου συμβάντος στη ζωή της, την οδήγησαν να προβαίνει σε συμπεράσματα τα οποία δεν φαίνεται να υποστηρίζονται από γεγονότα. Τουναντίον, τα όποια στοιχεία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου φαίνεται να υποστηρίζουν αντίθετα γεγονότα από αυτά που ισχυρίζεται η ενάγουσα. Η δε εικόνα αυτή που έχω σχηματίσει, σε συνδυασμό με την ως άνω αναφερόμενη αναφορά της για τη θανατική ανάκριση, με οδηγούν σε απόρριψη και του ισχυρισμού της ότι δεν ήταν ενήμερη για οτιδήποτε. Μια άλλη διάσταση της υπόθεσης που είναι σχετική με την κατάληξη του Δικαστηρίου σε συμπεράσματα είναι αυτή του χρόνου. Δεν είναι ορθό, κατά την άποψη μου, και εν πάση περιπτώσει εντός των συνταγματικών επιταγών, να καταχωρείται μία αγωγή σε χρόνο πέραν των 40 ετών από το χρόνο που λογικά αναμενόταν να καταχωρηθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως αναφέρθηκε στη μαρτυρία, 12 χρόνια μετά το συμβάν (το έτος 1973) υπήρξε πυρκαγιά που κατέστρεψε τον ποινικό φάκελο της υπόθεσης. Τα στοιχεία που παρατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου φυλάσσονταν σε άλλο φάκελο στο Αρχείο της Αστυνομίας και, όπως εξηγήθηκε, σε τέτοιο φάκελο φυλάγονταν κάποια σημαντικά έγγραφα από τον ποινικό φάκελο. Θεωρώ ότι δεν είναι ορθό να υπάρχει τέτοια αδικαιολόγητη καθυστέρηση που να θέτει τη μια πλευρά ενδεχομένως σε μια αναποτελεσματική προσπάθεια αναζήτησης γεγονότων και στοιχείων. Ενόψει της κατάληξης μου στην παρούσα υπόθεση, δεν θεωρώ σκόπιμο να ασχοληθώ με το θέμα πέραν των όσων ανωτέρω αναφέρω. Στις αγορεύσεις τους και οι δύο συνήγοροι αναφέρθηκαν στις σχετικές με την υπό κρίση υπόθεση υποχρεώσεις του κράτους. Είναι οι υποχρεώσεις αυτές που η ενάγουσα, με βάση τους ισχυρισμούς της στην έκθεση απαίτησης, εισηγείται ότι παραβιάστηκαν και της δίνουν δικαίωμα σε νόμιμες αποζημιώσεις. Έχω, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, ασχοληθεί με λεπτομέρεια με τους ισχυρισμούς και γεγονότα καταλήγοντας ως ανωτέρω. Καθίσταται συνεπώς εμφανές ότι το Δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει σε ευρήματα ως οι ισχυρισμοί της ενάγουσας στην έκθεση απαίτησης. Δεν έχω ικανοποιηθεί ότι έχει αποδειχτεί συμπεριφορά του κράτους τέτοια που να παραβιάζει τις υποχρεώσεις που έχει με βάση το Σύνταγμα ή άλλως πως. Κάτι το οποίο είναι άλλωστε το ζητούμενο για να προσδώσει έρεισμα στην αξίωση. Κατά συνέπεια, καταλήγω ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την απαίτηση της ως αποτυπώνεται στην έκθεση απαίτησης στο βαθμό που απαιτείται σε πολιτικές αγωγές και συνακόλουθα, η αγωγή απορρίπτεται με τα έξοδα της διαδικασίας να επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και εναντίον της ενάγουσας ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Μ. Αμπίζας, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.