← Κύπρος

Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παλλουριώτισσας ν. Marketrends (Capital Market) Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 5442/04, 23 Ιανουαρίου 2012

Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παλλουριώτισσας ν. Marketrends (Capital Market) Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 5442/04, 23 Ιανουαρίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A24 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 5442/04 ΜΕΤΑΞΥ: Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παλλουριώτισσας Εναγόντων και

  1. Marketrends (Capital Market) Ltd
  2. Αυξεντίου Αυξέντης
  3. Αντρη Ασσιώτου Εναγομένων ΚΑΙ ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 15.9.09 Αρ. Αγωγής: 5442/04 ΜΕΤΑΞΥ: Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Παλλουριώτισσας Εναγόντων και
  4. WIDEHORIZON (CAPITAL MARKET) LTD
  5. Αυξεντίου Αυξέντης
  6. Αντρη Ασσιώτου Εναγομένων ------------ Ημερομηνία: 23 Ιανουαρίου
  7. Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: Γ. Ιωάννου για Μ.Ξ. Ιωάννου και Συνεργάτες. Για την Εναγόμενη 1: κ. Μ. Μάρκου για Αργυρού & Δημοσθένους ΔΕΠΕ. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση Αγωγή η οποία καταχωρήθηκε στις 8.6.04 η Ενάγουσα αξιώνει έναντι των Εναγομένων το ποσό των Λ.Κ.27.548,09σ οφειλόμενο δυνάμει επιταγής η οποία παρουσιάστηκε δεόντως για πληρωμή αλλά δεν τιμήθηκε και/ή εξοφλήθηκε λόγω ανάκλησης αυτής. Ειδικότερα είναι η θέση της Ενάγουσας ότι στις 7.1.2000 η Εναγόμενη 1 έναντι νόμιμης αντιπαροχής εξέδωσε και/ή υπέγραψε και παράδωσε και/ή απέστειλε στον Εναγόμενο 2 μια επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αριθμό 08468227 για το ποσό των ΛΚ.27.548,09, ο Εναγόμενος 2 έναντι νόμιμης αντιπαροχής οπισθογράφησε και παρέδωσε και/ή απέστειλε στην Εναγομένη 3 την πιο πάνω επιταγή η οποία έναντι νόμιμης αντιπαροχής οπισθογράφησε και παρέδωσε και/ή απέστειλε στην Ενάγουσα την πιο πάνω επιταγή. Η Ενάγουσα παρουσίασε την επιταγή δεόντως για πληρωμή αλλά η επιταγή δεν τιμήθηκε και/ή δεν εξοφλήθηκε διότι η Εναγόμενη 1 προέβη σε ανάκληση της επιταγής. Η Ενάγουσα ειδοποίησε επανειλημμένα τους Εναγομένους για το γεγονός αυτό και τους κάλεσε να πληρώσουν την επιταγή η οποία μέχρι σήμερα παραμένει απλήρωτη. Η Εναγομένη 1, η οποία τον επίδικο χρόνο διεξήγαγε εργασίες με το όνομα Μarketrends (Capital Market) Ltd ενώ αργότερα μετονομάστηκε σε Widehorizon (Capital Market) Ltd και προς τούτο καταχωρήθηκε σχετική αίτηση τροποποίησης η οποία και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο στις 15.9.2009, καταχώρησε εμφάνιση μέσω δικηγόρου στις 13.7.2004 και υπεράσπιση στις 11.1.
  8. Εναντίον της Εναγομένης 3 εκδόθηκε απόφαση στις 14.1.2005 για το ποσό των Λ.Κ. 2548,09σ πλέον νόμιμο τόκο πλέον έξοδα επίδοσης, προφανώς η απόφαση είναι λανθασμένη εφόσον στην ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε στις 14.1.2005 προς υποστήριξη της Αίτησης για Απόφασης εναντίον της Εναγόμενης 3 λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης λανθασμένα αναγράφεται ότι το ποσό για το οποίο η Ενάγουσα ζητεί απόφαση είναι το ποσό των ΛΚ.2548,09 αντί του ορθού ποσού ΛΚ27.548,09 ως η επιταγή η οποία επισυνάπτεται σε αυτή ως Τεκμήριο. Σε σχέση με τον Εναγόμενο 2 το κλητήριο ένταλμα εξέπνευσε προτού η Αγωγή επιδοθεί σ' αυτόν. Στην υπεράσπιση της η Εναγομένη 1 αρνείται όλους τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης και ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος 2 διατηρούσε λογαριασμό για αγοραπωλησίες μετοχών στην Εναγομένη
  9. Στις 15.12.1999 και 16.12.1999 ο Εναγόμενος 2, μέσω της Εναγομένης 1, προέβηκε σε αγορά μετοχών συνολικής αξίας ΛΚ46.378,93 για τις οποίες πλήρωσε την Εναγομένη 1 με επιταγή του για το αντίστοιχο ποσό η οποία εκδόθηκε από την Τράπεζα Κύπρου. Στις 27.12.1999 και 29.12.1999 ο Εναγόμενος 2 προέβηκε σε πώληση των εν λόγω μετοχών. Ο Εναγόμενος 2 και/ή η Εναγομένη 3 η οποία ενεργούσε για λογαριασμό του, ζήτησαν από την Εναγομένη 1 όπως εκδοθεί επ' ονόματι του Εναγομένου 2 επιταγή για την αξία από την πώληση των μετοχών που πωλήθηκαν ως ανωτέρω. Η Εναγομένη 1 εξέδωσε μεταχρονολογημένη επιταγή για το ποσό των ΛΚ27548,09 επ' ονόματι του Εναγομένου 2 με την ένδειξη "ACCOUNT PAYEE ONLY" για να μπορούν να ξεκαθαρίσουν τόσο τα έγγραφα των συναλλαγών αλλά και η επιταγή που είχε εκδώσει ο Εναγόμενος 2 προς την Εναγομένη
  10. Τον Ιανουάριο του 2000 η Εναγομένη 1 αντελήφθηκε ότι η επιταγή των ΛΚ46378,93 η οποία εκδόθηκε από τον Εναγόμενο 2 προς αυτή δεν ετιμήθηκε και επεστράφηκε από την Τράπεζα ως ακάλυπτη. Έτσι η Εναγόμενη 1 έδωσε εντολή προς την Τράπεζα τους για ανάκληση της επιταγή που εξέδωσε προς τον Εναγόμενο 2 για το ποσό ΛΚ27548,
  11. Είναι ο ισχυρισμός της Εναγομένης 1 ότι η Ενάγουσα ως Τράπεζα όφειλε να δεχτεί την επίδικη επιταγή μόνο προς κατάθεση από τον Εναγόμενο 2 και σε καμία περίπτωση δεν είχε το δικαίωμα να εξαργυρώσει την εν λόγω επιταγή σε μετρητά ως έπραξε και μάλιστα σε τρίτο πρόσωπο, την Εναγομένη
  12. Είναι επίσης η θέση της ότι η ένδειξη "ACCOUNT PAYEE ONLY" επί της επίδικης επιταγής καθιστά αυτή μη μεταβιβάσιμη και ισχύει μόνο μεταξύ των μερών. Είναι καταληκτικά η θέση της Εναγομένης 1 ότι η Ενάγουσα δεν έχει κανένα νόμιμο δικαίωμα αξίωσης του επίδικου ποσού εναντίον της και αιτείται την απόρριψη της Αγωγής με έξοδα υπεράσπισης. Η υπόθεση αναβλήθηκε πάρα πολλές φορές για οδηγίες και αργότερα για ακρόαση, σχετικά πρακτικά υπάρχουν στο φάκελο του Δικαστηρίου, οπόταν και μετά από συζήτηση της που έγινε στην παρουσία των δικηγόρων που την χειρίζονται διαφάνηκε ότι η διεκπεραίωση της μπορεί να γίνει σύντομα με την κατάθεση παραδεκτών γεγονότων, τη μη προσκόμιση προφορικής μαρτυρίας και ακολούθως να κατατεθούν γραπτώς οι τελικές αγορεύσεις των μερών επί του νομικού ζητήματος που παραμένει προς εξέταση δηλαδή κατά πόσο η Ενάγουσα εδικαιούτο να εξαργυρώσει σε μετρητά την επίδικη επιταγή προς την Εναγομένη 3 και κατά πόσο κατ' αυτόν τον τρόπο κέκτηται αγώγιμου δικαιώματος εναντίον της Εναγομένης
  13. Σε συμμόρφωση με τα πιο πάνω στις 3.11.2011 οι συνήγοροι Ενάγουσας και Εναγομένης 1 κατέθεσαν στο Δικαστήριο κατάλογο παραδεκτών γεγονότων ο οποίος και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  14. Τα παραδεκτά γεγονότα τα οποία κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα:
  15. Ο Εναγόμενος 2 διατηρούσε λογαριασμό για αγοραπωλησίες μετοχών (Trading account) στους Εναγόμενους
  16. Στις 15/12/1999 και 16/12/1999 ο Εναγόμενος 2 προέβηκε σε αγορές μετοχών μέσω της Εναγόμενης 1 συνολικής αξίας Λ.Κ.46.378,39σ για τις οποίες πλήρωσε τους Εναγόμενους 1 με επιταγή του η οποία εκδόθηκε από την Τράπεζα Κύπρου για το αντίστοιχο ποσό.
  17. Ο Εναγόμενος 2 προέβηκε σε πώληση των προαναφερθέντων μετοχών στις 27/12/1999 και 29/12/
  18. Οι Εναγόμενοι 2 και/ή 3 η οποία ενεργούσε για λογαριασμό του Εναγόμενου 2, ζήτησαν από τους Εναγόμενους 1 όπως εκδοθεί επιταγή επ' ονόματι του Εναγομένου 2 για την πώληση των μετοχών.
  19. Οι Εναγόμενοι 1 έκδωσαν μεταχρονολογημένη επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 08468227 πληρωτέα στις 07/01/2000 για το ποσό των Λ.Κ. 27.548,09σ επ' ονόματι του Εναγόμενου 2 διγραμμισμένη με την ένδειξη "& Co", για να μπορέσουν να ξεκαθαρίσουν τα έγγραφα συναλλαγών αλλά και η επιταγή που έκδωσε ο Εναγόμενος 2 προς τους Εναγόμενους
  20. Κατά/ή περί το πρώτο δεκαήμερο του μηνός Ιανουαρίου 2000 οι Εναγόμενοι 1 αντιλήφθηκαν ότι η επιταγή των Λ.Κ.46.378,93σ η οποία εκδόθηκε από τον Εναγόμενο 2 προς τους ιδίους δεν ετιμήθηκε καθότι επιστράφηκε από την Τράπεζα ως ακάλυπτη.
  21. Ως εκ των προαναφερθέντων οι Εναγόμενοι 1 προχώρησαν σε εντολή προς την Τράπεζα τους για ανάκληση της επιταγής που έκδωσαν προς τον Εναγόμενο 2 για το ποσό των Λ.Κ.27.548,09σ.
  22. Η Ενάγουσα εξαργύρωσε την επιταγή cash προς την Εναγόμενη 3 και δεν έγινε κατάθεση στον λογαριασμό της.
  23. Το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο η Ενάγουσα δικαιούτο να εξαργυρώσει cash την επίδικη επιταγή προς την Εναγόμενη 3 και κατά πόσο με αυτό τον τρόπο κέκτηται αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των Εναγομένων
  24. Αυτό είναι και το μόνο επίδικο ζήτημα. Μετά από κάποιες αναβολές λόγω κυρίως προσωπικών προβλημάτων του συνηγόρου της Ενάγουσας οι δικηγόροι κατέθεσαν γραπτώς στο Δικαστήριο τις Τελικές τους Αγορεύσεις στις 11.1.2012 οπόταν και επιφυλάχθηκε η Απόφαση. Είναι η θέση του συνηγόρου της Ενάγουσας, ότι η ενέργεια της να δεχτεί διγραμμισμένη επιταγή η οποία είχε οπισθογραφηθεί δεν ήταν λανθασμένη. Παραπέμπει σχετικά σε σύγγραμμα και συγκεκριμένα στο βιβλίο "Τραπεζική Επιταγή" του Χρίστου Λουκά 2η Έκδοση Τόμος 1 σελ. 393 όπου αναφέρεται ότι η ρήτρα σε λογαριασμό δικαιούχου δεν περιορίζει την κυκλοφορική λειτουργία της επιταγής ούτε την μεταβιβαστική δυνατότητα της. Η διγράμμιση στον τύπο σε λογαριασμό δικαιούχου δεν περιορίζει την κυκλοφορική δυνατότητα της επιταγής τη δυνατότητα δηλαδή μεταβίβασης της από ένα πρόσωπο σε άλλο. Παραθέτει επίσης απόσπασμα από το Σύγγραμμα Paget's Law of Banking, 8th Edition, pp: 250-251 όπου υπάρχει αναφορά στην Απόφαση National Bank v. Silke

(1891). Είναι επίσης η θέση της Ενάγουσας ότι σύμφωνα με το άρθρο 82 Α του ΚΕΦ.262 περί Συναλλαγματικών Νόμου, στην περίπτωση που τραπεζίτης με καλή πίστη και κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών πληρώνει επιταγή η οποία έχει συρθεί επ' αυτού και η οποία δεν είναι οπισθογραφημένη ή είναι μη κανονικά οπισθογραφημένη, με αυτή του την πράξη δεν φέρει ευθύνη για μόνο το λόγο της απουσίας ή της αντικανονικότητας της οπισθογράφησης και συνεπώς θεωρείται ότι έχει πληρώσει την επιταγή κατά προσήκοντα τρόπο. Είναι συναφώς η θέση της Ενάγουσας ότι με καλή πίστη πλήρωσε την επίδικη επιταγή που εξέδωσε η Εναγομένη 1 και για το λόγο αυτό πρέπει να θεωρηθεί ότι η Ενάγουσα πλήρωσε την επιταγή κατά προσήκοντα τρόπο γι' αυτό και δικαιούνται σε απόφαση. Ισχυρίζεται επίσης η Ενάγουσα ότι η έκδοση της επίδικης επιταγής ήταν προϊόν νόμιμης συναλλαγής, το αν ήταν μεταχρονολογημένη δεν επηρεάζει, και επίσης ότι η διγράμμιση της δεν αναφέρεται σε κανένα σημείο στον δικαιούχο της διγράμμισης αλλά αντίθετα είναι κενή περιεχομένου. Η μη αναφορά σε οποιοδήποτε προ της καταγραφής της λέξης "& Co" καταδεικνύει και επαληθεύει τον πιο πάνω ισχυρισμό. Εντελώς αντίθετη είναι η θέση που έχει προωθήσει η Εναγόμενη 1. Είναι η θέση της ότι σύμφωνα με το άρθρο 76
(1)των περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 η επίδικη επιταγή είναι γενικά διγραμμισμένη και σύμφωνα με το άρθρο 78 του ίδιου Νόμου η διγράμμιση συνιστά ουσιώδες μέρος της. Παραπέμπει επίσης στο Σύγγραμμα Χρ. Λουκά "Τραπεζική Επιταγή" Τόμος 1 σελ. 369-370 σε σχέση με το αποτέλεσμα της διγράμμισης στο οποίο αναφέρεται ότι η διγράμμιση αποτελεί ειδική εντολή που απευθύνεται προς την πληρώτρια τράπεζα να πληρώσει τη δίγραμμη επιταγή μέσω άλλου τραπεζίτη. Ειδικότερα, η γενική διγράμμιση έχει ως αποτέλεσμα ότι η πληρώτρια τράπεζα μπορεί να πληρώσει την επιταγή μόνο σε άλλο τραπεζίτη. Είναι η θέση της Εναγόμενης 1 ότι στην παρούσα υπόθεση η επίδικη επιταγή είναι διγραμμισμένη με την ένδειξη "& Co" η οποία εκδόθηκε επ' ονόματι του Εναγομένου 2 ο οποίος την οπισθογράφησε προς την Εναγομένη 3 η οποία την παρουσίασε στην Ενάγουσα για εξαργύρωση και η Ενάγουσα πλήρωσε σε μετρητά την Εναγομένη 3 παραγνωρίζοντας τη διγράμμιση της επιταγής και τη σχετική ένδειξη η οποία καθόριζε τη διαδικασία πληρωμής της επίδικης επιταγής δηλαδή η Ενάγουσα θα έπρεπε να αποδεχτεί την επίδικη επιταγή μόνο για σκοπούς κατάθεσης στο λογαριασμό της Εναγομένης 3 και όχι να την εξαργυρώσει σε μετρητά. Παραπέμπει σχετικά στο Σύγγραμμα Branch, Banking Law & Practice 3rd Ed. P. Gerrad, E.P. Doyle, 1990, Northwich Publishers Worcester, σελ.4-
  1. Είναι συναφώς η θέση της ότι η Ενάγουσα δεν έχει οποιοδήποτε δικαίωμα εναντίον της Εναγομένης 1 καθότι με την εξαργύρωση της επιταγής σε μετρητά προς την Εναγομένη 3 και την παραγνώριση της διγράμμισης της επίδικης επιταγής δεν νομιμοποιείται να αξιώνει την πληρωμή της από την Εναγομένη 1 και ζητά την απόρριψη της αγωγής με έξοδα υπεράσπισης. Όπως φαίνεται από το όνομα της Ενάγουσας αν και προς τούτο όπως έχει ήδη αναφερθεί δεν υπάρχει καμία αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα είναι Τράπεζα. Η επίδικη επιταγή όπως έχει αναφερθεί προηγουμένως, βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου αφού είχε επισυναφθεί ως Τεκμήριο στην ένορκη δήλωση που κατατέθηκε προς υποστήριξη του αιτήματος της Ενάγουσας για έκδοση απόφασης εναντίον της Εναγομένης 3 λόγω μη εμφάνισης και από αυτή προκύπτει ότι είναι επιταγή της εταιρείας Marketrents (Capital Market) Ltd, η οποία φέρει ημερομηνία 7.1.2000, το όνομα του δικαιούχου είναι Αυξεντίου Αυξέντης (Εναγόμενος 2) για το ποσό των Λ.Κ.27.548,
  2. Η εν λόγω επιταγή έχει οπισθογραφηθεί από τον Εναγόμενο
  3. Η επίδικη επιταγή είναι διγραμμισμένη και φέρει την ένδειξη "& Co" μεταξύ των δύο παράλληλων γραμμών της. Σύμφωνα με το Άρθρο 76
(1)(α) του περί Συναλλαγματικών Νόμου Κεφ. 262 "όταν επιταγή φέρει εγκαρσίως ή καθέτως της πρόσθιας όψης αυτής προσθήκη των λέξεων «και συντροφιά» ή οποιαδήποτε σύντμηση τους μεταξύ δύο παράλληλων γραμμών είτε με είτε χωρίς τις λέξεις «μη διαπραγματεύσιμη» η προσθήκη αυτή συνιστά διγράμμιση και η επιταγή είναι γενικά διγραμμισμένη". Σύμφωνα με το Άρθρο 78 του ίδιου Νόμου (Κεφ.262) διγράμμιση που επιτρέπεται από το Νόμο (εννοεί το Νόμο περί Συναλλαγματικών) είναι ουσιώδες μέρος της επιταγής. Με βάση δηλαδή τόσο τα παραδεκτά γεγονότα αλλά και την ίδια την επιταγή που όπως έχω ήδη αναφέρει βρίσκεται εντός του φακέλου του Δικαστηρίου αποτελεί εύρημα μου ότι η επίδικη επιταγή είναι γενικά διγραμμισμένη επιταγή. Αποτελεί επίσης εύρημα μου από την ίδια την επιταγή την οποία έχω επεξεργαστεί ότι η επίδικη επιταγή έχει δεόντως οπισθογραφηθεί από τον Εναγόμενο 2 ο οποίος ήταν ο δικαιούχος της. Με βάση τα παραδεκτά γεγονότα που έχουν κατατεθεί είναι επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι η επίδικη επιταγή παρουσιάστηκε στην Ενάγουσα από την Εναγομένη 3 και ότι η οποία Ενάγουσα εξαργύρωσε την επιταγή σε μετρητά προς την Εναγομένη
  1. Η επιταγή σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα έχει ανακληθεί από την Εναγομένη 1 (με το όνομα που είχε τότε) λόγω του ότι ο Εναγόμενος 2 είχε δώσει σ' αυτούς προγενέστερα επιταγή η οποία δεν είχε τιμηθεί για την αγορά μετοχών που είχε προβεί η Εναγομένη 1 προς όφελος του Εναγομένου 2 και κατόπιν εντολών του. Το ερώτημα που ουσιαστικά καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει είναι κατά πόσο δικαιούται η Ενάγουσα να ανακτήσει το ποσό ΛΚ27.548,09 το οποίο πλήρωσε σε μετρητά προς την Εναγομένη 3 έναντι της Εναγομένης 1 εφόσον όπως έχει ήδη αναφερθεί σε ότι αφορά τον Εναγόμενο 2 το κλητήριο ένταλμα εξέπνευσε χωρίς να επιδοθεί η αγωγή σ' αυτόν ενώ για την Εναγομένη 3 έχει εκδοθεί απόφαση ερήμην της λόγω μη εμφάνισης. Προς απάντηση του ερωτήματος αυτού αδιαμφισβήτητα θα πρέπει να τεθεί το νομικό αποτέλεσμα της διγράμμισης της επιταγής και να κριθεί κατά πόσο η Ενάγουσα έπραξε ορθά και εντός της σωστής πρακτικής με βάση και την ιδιότητα της ως Τράπεζα εξαργυρώνοντας την σε μετρητά προς την Εναγόμενη
  2. Δεν τίθεται θέμα αμφισβήτησης του δικαιώματος διαπραγμάτευσης της επίδικης επιταγής από τον Εναγόμενο 2 προς την Εναγομένη
  3. Η επιταγή αυτή ως γενικά διγραμμισμένη και χωρίς να τίθεται τίποτε σε αυτή που να την καθιστά μη διαπραγματεύσιμη σίγουρα μπορούσε να οπισθογραφηθεί από τον Εναγόμενο 2 προς οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο. Το κρίσιμο ερώτημα το οποίο πρέπει να απαντηθεί είναι ποιο είναι το αποτέλεσμα της διγράμμισης. Σύμφωνα με το Σύγγραμμα Branch Banking Law & Practice, 3rd Edition, P. Gerrard, E.P. Doyle, 1990, Northwich Publisher, Worcester «The main objective of crossing a cheque is to provide a measure of protection for the drawer (or holder). This is typified by the fact that a drawee bank (i.e. the paying bank) will not usually encash a crossed cheque unless this is to the drawer or his known agent. For this reason, third parties (i.e. payees or endorsees) can only get value for a cheque by presenting it for payment through a bank account. Thus, a collecting bank takes the cheque and submits it to the drawee bank for payment» Επίσης στο ίδιο Σύγγραμμα στη σελίδα 4-9 στην παράγραφο 4.22 με τίτλο "Duty of a paying banker when paying a crossed cheque", αναφέρονται τα ακόλουθα: "A bank must pay cheques in accordance with their crossings and, in so doing, is deemed to have paid the true owner, whether this is so or not: s.
  4. Thus, a cheque crossed generally should be paid to a bank, whereas a specially crossed cheque must be paid to the specified bank. If a bank does not pay another bank, it will only get a good discharge if it pays the true owner. For this reason, a bank only cases crossed cheques across the counter to the drawer or his known agent, because it would be difficult, if not impossible, to establish that the presenter of the cheque was the true owner." Χρήσιμη αναφορά είναι και το πιο κάτω απόσπασμα από το Σύγγραμμα Χρ. Λουκά "Τραπεζική Επιταγή" Τόμος 1, σελ. 369-370 όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: "Αποτέλεσμα της διγράμμισης: Και τα δύο είδη διγράμμισης (εννοεί γενική ή ειδική διγράμμιση) αποτελούν ειδική εντολή που απευθύνεται προς την πληρώτρια τράπεζα να πληρώσει τη δίγραμμη επιταγή μέσω άλλου τραπεζίτη ειδικότερα η γενική διγράμμιση έχει ως αποτέλεσμα ότι η πληρώτρια τράπεζα μπορεί να πληρώσει την επιταγή μόνο σε άλλο τραπεζίτη". Σχετική καθοδήγηση μπορεί επίσης να αντληθεί από την απόφαση Wellfit Engineering Co Ltd v. Άκη Χαπίδη
(2004)2ΑΑΔ 271, η οποία αν και είναι ποινική και αφορά άλλα θέματα διαπραγματεύεται και το την έννοια της γενικά οπισθογραφημένης επιταγής και του αποτελέσματος της, σχετικές είναι οι σελίδες 276 και 277 της απόφασης. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι υπάρχει υποχρέωση σε μια τράπεζα να πληρώνει επιταγές σύμφωνα με τη διγράμμιση τους. Επομένως μια γενικά διγραμμισμένη επιταγή πρέπει να πληρωθεί μόνο σε Τράπεζα δηλαδή με κατάθεση σε τραπεζικό λογαριασμό. Διαφορετική αντιμετώπιση θα καταστρατηγούσε το όλο πνεύμα του Νόμου που διέπει τις διγραμμισμένες επιταγές. Επομένως με βάση τα πιο πάνω και τα παραδεκτά γεγονότα σύμφωνα με τα οποία η επίδικη επιταγή πληρώθηκε από την Ενάγουσα προς την Εναγομένη 3 σε μετρητά και όχι μετά από κατάθεση στο λογαριασμό της καταδεικνύει φανερά ότι η Ενάγουσα λανθασμένα πλήρωσε την επίδικη επιταγή κατ' αυτό τον τρόπο. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι επειδή ενεργώντας κατ' αυτό τον τρόπο ενήργησε με καλή την πίστη δικαιούται σε απόφαση έναντι της Εναγομένης 1 με βάση το Άρθρο 82 Α του Κεφ. 262 σύμφωνα με το οποίο προσφέρεται προστασία σε τραπεζίτη ο οποίος με καλή πίστη και κατά τη συνήθη διεξαγωγή των εργασιών του πληρώνει μη οπισθογραφημένη ή μη κανονικά οπισθογραφημένη επιταγή. Είναι η θέση μου ότι το εν λόγω επιχείρημα της Ενάγουσας αλλά και η αναφορά της στο Άρθρο 82 Α του Κεφ. 262 δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση επειδή στην παρούσα περίπτωση δεν τίθεται θέμα μη οπισθογράφησης ή αντικανονικότητας της οπισθογράφησης αλλά αυτό που τίθεται είναι η από πλευράς της Ενάγουσας μη εφαρμογή της μοναδικής ορθής πρακτικής που ακολουθείται σε περίπτωση γενικά οπισθογραφημένων επιταγών που είναι μόνο με την κατάθεση της στο λογαριασμό είτε το προσώπου που αναφέρεται ως δικαιούχου στην επιταγή (στην παρούσα περίπτωση Εναγόμενος 2) ή στο πρόσωπο προς όφελος του οποίου έχει οπισθογραφηθεί (στην παρούσα περίπτωση Εναγομένη 3). Η ενέργεια της Ενάγουσας να εξαργυρώσει την επιταγή σε μετρητά αντί να την καταθέσει σε ένα από τους δύο λογαριασμούς ως αναφέρεται ανωτέρω δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ότι είναι πληρωμή της επιταγής κατά προσήκοντα τρόπο κατ' εφαρμογή του Άρθρου 82 Α. Δεν τίθεται δηλαδή θέμα αντικανονικότητας οπισθογράφησης στην παρούσα περίπτωση, που είναι για αυτή την περίπτωση που προνοεί το εν λόγω Άρθρο, αλλά για λανθασμένη αντιμετώπιση και πληρωμή της συγκεκριμένης επιταγής από την Ενάγουσα κατά παράβαση της εντολής που της δόθηκε, η οποία θα πρέπει να επωμισθεί και την ευθύνη για αυτή της την λανθασμένη πράξη. Ενόψει των ανωτέρω είναι η θέση μου ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται σε οποιαδήποτε θεραπεία και δη σε απόφαση για το ποσό των ΛΚ27.548,09 δυνάμει επιταγής η οποία παρουσιάστηκε δεόντως για πληρωμή αλλά δεν τιμήθηκε και ή εξοφλήθηκε λόγω ανάκλησης της ως είναι το αιτητικό της αγωγής της στην παράγραφο Α της Εκθεσης Απαίτησης καθότι όπως προκύπτει και από τα παραδεκτά γεγονότα το πλαίσιο της συναλλαγής ήταν πολύ διαφορετικό αλλά καίρια και καθοριστικά λόγω της δικής της λανθασμένης ενέργειας να πληρώσει σε μετρητά γενικά διγραμμισμένη επιταγή αντί να την καταθέσει σε τραπεζικό λογαριασμό ως η εκ του νόμου υποχρέωση της. Ως εκ των ανωτέρω, είναι η θέση μου ότι η Ενάγουσα δεν πέτυχε να αποδείξει την Αγωγή της και κατ' επέκταση τη θεραπεία την οποία ζητεί, αντίθετα, καταδείχτηκε ότι έχει παραβιάσει τόσο τη συνήθη πρακτική των Τραπεζών αλλά και το πνεύμα του Νόμου και ειδικότερα την ειδική εντολή της γενικά διγραμμισμένης επιταγής και έτσι η αγωγή της είναι καταδικασμένη σε αποτυχία απορρίπτεται. Επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης 1 και εναντίον Ενάγουσας τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).............. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /εκ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.