← Κύπρος

Αλεξάνδρα Σάββα ν. Ανδρέα Νικολαΐδη κ.α., Αγωγή αρ.: 10078/20007, 24 Ιανουαρίου, 2012

Αλεξάνδρα Σάββα ν. Ανδρέα Νικολαΐδη κ.α., Αγωγή αρ.: 10078/20007, 24 Ιανουαρίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A25 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 10078/20007 Μεταξύ: Αλεξάνδρα Σάββα Ενάγουσα -και-

  1. Ανδρέα Νικολαΐδη
  2. Δέσπως Παντελή Εναγομένων 24 Ιανουαρίου, 2012 Για την ενάγουσα εμφανίζεται η κα Στ. Ερωτοκρίτου για τους κ.κ. Ανδρέας Π. Ερωτοκρίτου και Σία. Για τους εναγομένους αρ. 1 και 2, εμφανίζεται ο κ. Γ. Γεωργίου με τον κ. Χρ. Χρυσάνθου για τους κ.κ. Λ. Παπαφιλίππου και Σία. Α π ό φ α σ η Η ενάγουσα εγκαλεί τον εναγόμενο αρ. 1 ως τον αποκλειστικό υπεύθυνο για την πρόκληση τροχαίου δυστυχήματος στο οποίο ενεπλάκησαν. Το δυστύχημα συνέβηκε στις 28.6.06, περί τις 21:00, επί της Λεωφόρου Αγλαντζιάς στη Λευκωσία («η Λεωφόρος») καθ'ων χρόνο ο εναγόμενος αρ. 1 οδηγούσε το αυτοκίνητο υπ' αριθμόν εγγραφής ΚJQ 799 («το αυτοκίνητο»), η δε ενάγουσα επεχειρούσε να διασταυρώσει τη Λεωφόρο. Συνεπεία του δυστυχήματος, η ενάγουσα υπέστηκε υλικές ζημιές και σωματικές βλάβες για τις οποίες διεκδικεί αποζημιώσεις. Η εναγόμενη αρ. 2, ιδιοκτήτρια του αυτοκινήτου, ενάγεται ως εκ προστήσεως υπεύθυνη. Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2 («οι εναγόμενοι» εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) αρνούνται οιανδήποτε ευθύνη. Ισχυρίζονται πως αποκλειστική ευθύνη για το δυστύχημα φέρει η ενάγουσα εφ' όσον η είσοδός της στη Λεωφόρο και το εγχείρημά της να διασταυρώσει υπήρξαν απρόοπτα και απότομα. Πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας οι διάδικοι συμφώνησαν πως, σε περίπτωση κατά την οποίαν ο εναγόμενος αρ. 1 κριθεί ως αποκλειστικός υπεύθυνος για το δυστύχημα, η ενάγουσα θα δικαιούται το συνολικό ποσόν των €26.000, ως γενικές και ειδικές αποζημιώσεις. Οι ενδεχόμενες να επιδικασθούν αποζημιώσεις θα φέρουν τόκο με επιτόκιο νόμιμο από την ημέρα έκδοσης της απόφασης. Συμφωνήθηκε, περαιτέρω, πως σε περίπτωση κατά την οποίαν ο εναγόμενος αρ. 1 κριθεί υπεύθυνος για το δυστύχημα, ευθύνη, εκ προστήσεως, θα αποδοθεί και στην εναγομένη αρ.
  3. Εν όψει των συμφωνηθέντων, ως επίδικα θέματα παραμένουν οι συνθήκες υπό τις οποίες συνέβηκε το δυστύχημα και ο καταμερισμός της ευθύνης μεταξύ της ενάγουσας και του εναγομένου αρ.
  4. Στην έκθεση απαίτησης δικογραφούνται σχετικώς τα εξής: Κατά τον ουσιώδη χρόνο, και ενώ η ενάγουσα επεχειρούσε να διασταυρώσει την Λεωφόρο Αγλαντζιάς κανονικά, παρεσύρθηκε από το αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο εναγόμενος αρ. 1, και τραυματίσθηκε. Ο εναγόμενος αρ. 1 υπήρξε αμελής, απρόσεκτος και αδιάφορος γιατί παρέλειψε να αντιληφθεί εγκαίρως την πεζή ενάγουσα εντός της Λεωφόρου και γιατί παρέλειψε να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα για να αποφύγει το δυστύχημα. Οι συνθήκες οι οποίες επικρατούσαν στη Λεωφόρο κατά τον ουσιώδη χρόνο επέτρεπαν στον εναγόμενο αρ. 1 να αντιληφθεί εγκαίρως την ενάγουσα και επέτρεπαν σε αυτόν να αντιδράσει καταλλήλως: o καιρός ήταν αίθριος, ο φωτισμός ήταν επαρκής, η άσφαλτος ήταν ξηρή και η ορατότητα ήταν καλή. Δια της υπεράσπισης οι εναγόμενοι ισχυρίζονται τα εξής: ".. Ο εναγόμενος 1 οδηγούσε το όχημα της εναγομένης 2 επί της Λεωφ. Αγλαντζιάς με κατεύθυνση από Λεωφ. Λάρνακας προς Λεωφ. Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Σε κάποιο σημείο του δρόμου, μετά τα φώτα τροχαίας της Λεωφ. Αγλαντζιάς με της οδούς Αθηνάς και Γρίβα Διγενή, σταμάτησε πίσω από προπορευόμενο αυτοκίνητο το οποίο ετοιμαζόταν να εξέλθει αριστερά του δρόμου. .. Όταν το προπορευόμενο του αυτοκίνητο εξήλθε του δρόμου ο εναγόμενος εκκίνησε με μικρή ταχύτητα για να συνεχίσει την πορεία του. . Η Ενάγουσα η οποία ήταν σταματημένη στη μέση του δρόμου αναμένοντας την ευκαιρία να διασταυρώσει, όταν το αυτοκίνητο του εναγομένου 1 ευρισκόταν πολύ κοντά της, εισήλθε αιφνίδια και απροειδοποίητα εντός της πορείας του με πρόθεση να διασταυρώσει τη λωρίδα εντός της οποίας εκινήτο το αυτοκίνητο με αποτέλεσμα να επιπέσει πάνω σε αυτό." (δείτε στην παρα. 4 Α), Β) και Γ) της υπεράσπισης). Οι εναγόμενοι αποδίδουν στην ενάγουσα αμέλεια γιατί αυτή: α) επεχείρησε να διασταυρώσει τη Λεωφόρο χωρίς να ελέγξει την τροχαία κίνηση, χωρίς να αναμένει τη διέλευση του αυτοκινήτου και χωρίς να βεβαιωθεί πως η ενέργειά της θα ήταν απολύτως ασφαλής, β) παρέλειψε να διασταυρώσει από την παρακείμενη διασταύρωση πεζών και γ) εισήλθε στη Λεωφόρο κατά τη διάρκεια της νύχτας, από σημείο το οποίο δεν φωτιζόταν και ή δεν φωτιζόταν ικανοποιητικά, απρόοπτα και αιφνιδιαστικά και στερώντας, από τον εναγόμενο αρ. 1, τη δυνατότητα λήψης αποτρεπτικών μέτρων. Ας σημειωθούν τα κάτωθι εν σχέσει με το πλαίσιο εκδίκασης υποθέσεων ως η προκειμένη: Οι αξιώσεις για αποζημιώσεις, οι οποίες πηγάζουν από αμέλεια, συμπεριλαμβανόμενης της αμέλειας οδηγού, επιλύονται εφ΄ όσον καθορισθεί η ευθύνη των εμπλεκομένων και η ζημία του ενάγοντος (Πάφος Στόουν Σ. Εστέτις Λτδ κ.α. ν. Ευθυμίου Βαλαωρίτη κ.α.

(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 225). Το αστικό αδίκημα της αμέλειας (άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148), συνίσταται στην ζημιογόνα παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Το καθήκον επιμέλειας περιλαμβάνει την επιμέλεια την οποία καθ΄ υπόθεσιν θα επεδείκνυε ο μέσος συνετός άνθρωπος για να αποφύγει να προκαλέσει ζημία στον πλησίον του υπό συνθήκες όμοιες με τις επίδικες. Τα όρια του καθήκοντος επιμέλειας διαγράφονται επί τη βάσει της έννοιας των όρων «μέσος συνετός άνθρωπος» και «πλησίον». Ειδικότερα, το καθήκον επιμέλειας οδηγού οχήματος «προσδιορίζεται αντικειμενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του». (Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ. 218, 222). Το καθήκον αυτό συναρτάται προς τη δυνατότητα πρόβλεψης του κινδύνου. Εφ΄ όσον, υπό τις εκάστοτε συγκεκριμένες περιστάσεις, η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου είναι ευλόγως εμφανής τότε η παράλειψη λήψης μέτρου προφύλαξης συνιστά αμέλεια (Μιχαήλ Φοινικαρίδης κ.α. ν. Γεωργίου Λάμπρου Γεωργίου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475, 484). Το κατά πόσον συγκεκριμένος οδηγός θα κριθεί υπεύθυνος για αμελή οδήγηση εξαρτάται πρωτίστως από τα γεγονότα. Και η δοκιμή που γίνεται για να διαπιστωθεί τέτοια ευθύνη είναι αντικειμενική. Ο ενάγων θα πρέπει να αποδείξει, επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, πως ο εναγόμενος έχει αποκλίνει από το επίπεδο φροντίδας και ικανότητας που θα μπορούσε να ασκήσει, υπό τις ίδιες συνθήκες, ένας λογικός, συνετός, ικανός και έμπειρος οδηγός (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, Wilkison´s Road Traffic Offences, tenth edition: «With careless driving the test is an objective one» (σελ. 227) «The test as to whether a driver charged with careless driving is «at fault» may be said to be whether the prosecution have proved that the defendant departed form the standard of care and skill that in the particular circumstances of the case would have been exercised by a reasonable, prudent, competent and experienced driver.» (σελ. 236), δείτε, επίσης, την Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68). Με άλλα λόγια, το μέτρο δεν αποτελεί «ο τέλειος οδηγός» (Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 4). Περαιτέρω, η εκάστοτε αμελής ενέργεια πρέπει να συσχετίζεται προς συγκεκριμένο καθήκον επίδειξης φροντίδας και μέριμνας (duty of care) σε κάθε πρόσωπο το οποίον, κατά λογική πρόβλεψη, δυνατόν να επηρεασθεί από τις ενέργειες του οδηγού. «. αμέλεια, γενικά και αόριστα... («negligence in the air») δεν υπάρχει.». (Αναστασίου ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 28). Η δυνατότητα πρόβλεψης, εκ μέρους του οδηγού, «συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (Σωκράτους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), 5). Έτσι, η συγκεκριμενοποίηση του καθήκοντος φροντίδας και επιμέλειας γίνεται επί τη βάσει των γεγονότων της υπόθεσης. Αποφασίζεται, πρώτον, η φύση του καθήκοντος και, δεύτερον, όπου διαπιστώνεται η ύπαρξή του, κατά πόσον ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. (Σωκράτους ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), 4). Τέλος, ο επιμερισμός της ευθύνης μεταξύ των εμπλεκομένων σε ένα τροχαίο δυστύχημα συναρτάται με δύο παράγοντες: Το μεμπτό της διαγωγής (blameworthiness), κρινόμενο υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας, και την αιτιώδη σχέση μεταξύ της παράβασης του καθήκοντος επιμέλειας και της ζημίας η οποία προκύπτει (causative potency). To ζήτημα του επιμερισμού της ευθύνης επιλύεται υπό ευρεία σκοπιά, με γνώμονα την κοινή λογική και την καθημερινή εμπειρία (Παναγιώτου ν. Αντωνίου κ.α.
(1998)1 (Α) Α.Α.Δ. 112). Για να αποδείξει την υπόθεσή της κατέθεσε ενόρκως η ίδια η ενάγουσα Αλεξάνδρα Σάββα (Μ.Ε.2) και κάλεσε, ως μάρτυρά της, τον αστυφύλακα 163 Ανδρέα Μιχαηλίδη (Μ.Ε.1). Επιπλέον της προφορικής ένορκης μαρτυρίας του, ο αστυφύλακας 163 Ανδρέας Μιχαηλίδης (Μ.Ε.1) κατέθεσε, ως τεκμήρια, πρόχειρο και συμμετρικό σχεδιαγράφημα της σκηνής του δυστυχήματος (τεκμήρια 1 και 2, αντιστοίχως) καθώς και τις γραπτές καταθέσεις, τις οποίες έδωσαν, στα πλαίσια της αστυνομικής διερεύνησης του δυστυχήματος, η ενάγουσα, ο εναγόμενος αρ. 1, ο Κυριάκος Γεωργίου και ο ίδιος (τεκμήρια 3 έως και 6, αντιστοίχως). Ας σημειωθεί, πως η γραπτή κατάθεση του αστυφύλακα 163 Ανδρέα Μιχαηλίδη (Μ.Ε.1) (τεκμήριο 6) εισήχθηκε, ως μαρτυρία, με πρωτοβουλία της πλευράς των εναγομένων στο στάδιο της αντεξέτασης του μάρτυρος. Για την προώθηση της υπεράσπισης κατέθεσε ενόρκως ο εναγόμενος αρ. 1 Ανδρέας Νικολαΐδης (Μ.Υ.1). Ακολουθεί η σκιαγράφηση και ο σχολιασμός της μαρτυρίας: Ο αστυφύλακας 163 Ανδρέας Μιχαηλίδης (Μ.Ε.1) δήλωσε πως έφθασε στη σκηνή λίγο μετά το δυστύχημα. Επί τόπου βρήκε το αυτοκίνητο στην τελική του θέση και διεπίστωσε πως: «Ο Καιρός ήταν αίθριος και η άσφαλτος στην Λεωφόρο Αγλαντζιάς στεγνή, το δυστύχημα έγινε κατά την νύχτα αλλά υπήρχε επαρκείς φωτισμός από δύο ηλεκτρικούς πάσσαλους της ΑΗΚ στο αριστερό παγκέτο του δρόμου. Ο δρόμος είναι ευθείς και επίπεδος, στο σημείο του δυστυχήματος υπήρχε διάβαση πεζών και συνέχιζε βοηθητική διάβαση πεζών από τα φώτα τροχαίας της διασταύρωσης της λεωφόρου Αγλαντζιάς με την οδό Αθηνάς σε απόσταση 15 περίπου μέτρα από το σημείο που διασταύρωνε η πεζή. Τα ρούχα που φορούσε η πεζή την ώρα του δυστυχήματος ήταν φόρεμα γκρίζου και κόκκινου χρώματος. Από το δυστύχημα στο αυτοκίνητο KJQ799 προκλήθηκε ελαφριό βούλλομα πάνω από την γρίλια στο μπροστινό καπώ, ελαφριό βούλλομα στην αριστερή πλευρά της πινακίδας εγγραφής και προφυλαχτήρα πίσω, από την πινακίδα.» (δείτε στο τεκμήριο 6). Ο μάρτυρας προσέθεσε πως, επί τόπου και παρουσία του εναγομένου αρ. 1, ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής (τεκμήριο 1), με το οποίο ο εναγόμενος αρ. 1 συμφώνησε και το οποίο αυτός υπέγραψε. Στο πρόχειρο σχεδιαγράφημα (τεκμήριο 1) κατέγραψε τις μετρήσεις, στις οποίες ο ίδιος προέβηκε, και τοποθέτησε το σημείο σύγκρουσης, ως του υπέδειξε ο εναγόμενος αρ. 1 και ως ο ίδιος κατέληξε επί τη βάσει των παρατηρήσεων του στη σκηνή. Ο ίδιος μετέφερε το πρόχειρο σχεδιαγράφημα σε συμμετρικό (τεκμήριο 2). Είναι χρήσιμο να παρεμβληθεί η παρουσίαση του κρίσιμου τμήματος της Λεωφόρου Αγλαντζιάς, ως αυτό αποτυπώνεται στο συμμετρικό σχεδιαγράφημα (τεκμήριο 2): Η Λεωφόρος είναι ευθεία, διπλής κατεύθυνσης και με συνολικό πλάτος 11.5 μ. Οι δύο κατευθύνσεις της διαχωρίζονται με συνεχόμενη γραμμή. Η δυτική κατεύθυνση της Λεωφόρου (η οποία οδηγεί στη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ') διαθέτει μία λωρίδα κυκλοφορίας η οποία έχει πλάτος 4.10 μ. Η ανατολική κατεύθυνση της Λεωφόρου (η οποία οδηγεί στη Λεωφόρο Λάρνακος) διαθέτει δύο λωρίδες κυκλοφορίας, οι οποίες έχουν πλάτος 4.10 μ. και 3.30 μ. Το αυτοκίνητο πορευόταν επί της Λεωφόρου με δυτική κατεύθυνση (προς την Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ'), αφού διήλθε από την συμβολή της με την οδό Αθηνάς. Η συμβολή αυτή ελέγχεται από τέσσερεις
(4)φωτεινούς σηματοδότες και διαθέτει διάβαση πεζών. Το αυτοκίνητο εισήλθε στη συμβολή της Λεωφόρου με την οδό Αθηνάς από σημείο το οποίο ελέγχεται από φωτεινό σηματοδότη και στο οποίο η στάση είναι υποχρεωτική. Η ενάγουσα επεχείρησε να διασχίσει τη Λεωφόρο εισερχόμενη από σημείο βορείως αυτής (στα δεξιά). Διήνυσε ολόκληρο το πλάτος των λωρίδων κυκλοφορίας με ανατολική κατεύθυνση (προς τη Λεωφόρο Λάρνακος), συνολικού μήκους 7.40 μ. και εισήλθε εντός της λωρίδας κυκλοφορίας με δυτική κατεύθυνση (προς τη Λεωφόρο Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ') Το σημείο σύγκρουσης ευρίσκετο εντός της λωρίδας αυτής η οποία αποτελεί και την κανονική λωρίδα κυκλοφορίας της του αυτοκινήτου. Στην τελική του θέση το αυτοκίνητο ευρίσκεται ολόκληρο εντός της λωρίδας κυκλοφορίας της πορείας του με ελαφριά κλίση προς τα δεξιά. Το μπροστινό δεξιό άκρο του αυτοκινήτου εφάπτεται της διαχωριστικής γραμμής των δύο κατευθύνσεων της Λεωφόρου. Νοτίως της Λεωφόρου (στα αριστερά), πλησίον του σημείου σύγκρουσης, ευρίσκεται υποστατικό με την ένδειξη «ΦΟΥΡΝΟΣ ΖΟΡΠΑΣ». Στο οδόστρωμα δεν υπάρχουν ίχνη τροχοπέδησης. Η απόσταση μεταξύ της προαναφερθείσας διάβασης πεζών και του σημείου σύγκρουσης είναι 24.30 μ. Εξηγώντας το συμμετρικό σχεδιαγράφημα (τεκμήριο 2) ο αστυφύλακας 163 Ανδρέας Μιχαηλίδης (Μ.Ε.1) έδωσε τιμές και στις εξής αποστάσεις: α) Η απόσταση μεταξύ του προαναφερθέντος σημείου υποχρεωτικής στάσης, στη συμβολή της Λεωφόρου με την οδό Αθηνάς, έως και το σημείο σύγκρουσης είναι περίπου 30 έως 35 μέτρα. β) Η απόσταση μεταξύ του προαναφερθέντος σημείου υποχρεωτικής στάσης, στη συμβολή της Λεωφόρου με την οδό Αθηνάς, και της προαναφερθείσας διάβασης πεζών είναι περίπου 10 μέτρα. γ) Η απόσταση μεταξύ του σημείου από το οποίο εισήλθε η ενάγουσα στη Λεωφόρο έως και το σημείο σύγκρουσης είναι 8.80 μ. Ερωτηθείς κατά πόσον πρόσωπο το οποίο ευρίσκεται ακινητοποιημένο στο προαναφερθέν σημείο υποχρεωτικής στάσης, στη συμβολή της Λεωφόρου με την οδό Αθηνάς, έχει ορατότητα στο σημείο εισόδου της ενάγουσας στη Λεωφόρο καθώς και στο σημείο σύγκρουσης, ο αστυφύλακας 163 Ανδρέας Μιχαηλίδης (Μ.Ε.1) απήντησε επί λέξει: «Μάλιστα, υπάρχει ικανοποιητική ορατότητα για να αντιληφθεί κάποιος παρουσία πεζού στο δρόμο.» Η εντύπωση την οποία απεκόμισα για τον αστυφύλακα 163 Ανδρέα Μιχαηλίδη (Μ.Ε.1), παρακολουθώντας τον να καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου και εξετάζοντας την εργασία του εν σχέσει με το δυστύχημα (τεκμήρια 1 έως και 6), είναι θετική. Ο μάρτυρας επιβεβαίωσε και επεξήγησε τα σχεδιαγραφήματα της σκηνής (τεκμήρια 1 και 2), τα οποία ο ίδιος ετοίμασε και τα οποία κατατοπίζουν, με λόγο άμεσο και σταθερό. Η ενάγουσα Αλεξάνδρα Σάββα (Μ.Ε.2), γυναίκα μεγάλης ηλικίας, απευθύνθηκε στο Δικαστήριο με λόγο λιτό, παραστατικό, σταθερό και ειλικρινή. Εμμένοντας στα όσα κατέθεσε και στην αστυνομία (τεκμήριο 4) η μάρτυρας δήλωσε τα εξής: «Στις 28/6/06 και περίπου η ώρα 9 το βράδυ περπατούσα στην οδό Αθηνάς στην Αγλαντζιά. Όταν έφτασα στο σημείο που τελειώνει η οδός Αθηνάς και ενώνεται με την Λεωφόρο Αγλαντζιάς, κινήθηκα δεξιά προς την Λεωφόρο Αγλαντζιάς και περπατούσα στην άκρη της Λεωφόρου Αγλαντζιάς εκτός του δρόμου. Από την γωνία της Λεωφόρου Αγλαντζιάς με την οδό Αθηνάς μέχρι το σημείο που στάθηκα, απέναντι από τον φούρνο, υπάρχει χωράφι που ενώνεται με την άκρη της Λεωφόρου Αγλαντζιάς όπου εγώ περπατούσα. Όταν έφθασα απέναντι από τον φούρνο, σταμάτησα στην άκρη της Λεωφόρου και κοίταξα δεξιά και αριστερά για να διασταυρώσω. Από τα δεξιά μου ο δρόμος ήταν καθαρός και από αριστερά μου δεν ερχόταν κανένα αυτοκίνητο. Θυμούμαι επίσης ότι τα φώτα τροχαίας στα αριστερά μου ήταν κόκκινα. Τότε εγώ μπήκα στον δρόμο με γρήγορο βήμα, σχεδόν τρεχάτη και αφού εκάλυψα και τις δύο λωρίδες που ήταν μπροστά μου, μπήκα στην απέναντι λωρίδα που είναι μπροστά από τον φούρνο . Μόλις έφτασα στο μέσον της λωρίδας αυτής ένοιωσα ένα δυνατό κτύπημα.» (δείτε στο έγγραφο αρ. 1). Κατά την αντεξέτασή της η ενάγουσα Αλεξάνδρα Σάββα (Μ.Ε.2), ανέφερε πως γνώριζε για την ύπαρξη διάβασης πεζών αρκετά κοντά στη σκηνή του δυστυχήματος και δέχθηκε πως η χρήση τέτοιας διάβασης επιτρέπει την ασφαλή διασταύρωση της Λεωφόρου. Δέχθηκε, επίσης, με αξιοσημείωτη ειλικρίνεια, ότι προτού διασταυρώσει τη Λεωφόρο έλεγξε μόνον τους φωτεινούς σηματοδότες στα αριστερά της. Δεν έλεγξε κατά πόσον εκινούντο στη Λεωφόρο οχήματα. Όταν βεβαιώθηκε πως το φανάρι για την κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κόκκινο ξεκίνησε να διασταυρώνει τη Λεωφόρο. Δέχθηκε, τέλος, με την ίδια αξιοσημείωτη ειλικρίνεια, πως όταν ξεκίνησε να διασταυρώνει τη Λεωφόρο κοίταξε μόνον μπροστά. Δεν κοίταξε δεξιά ούτε αριστερά. Και επέμεινε πως διέσχισε τη Λεωφόρο με γοργό βήμα χωρίς να σταματήσει και χωρίς να κοιτάζει αριστερά ή δεξιά. Ο εναγόμενος αρ. 1 Ανδρέας Νικολαΐδης (Μ.Υ.1) δήλωσε πως κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε το αυτοκίνητο επί της Λεωφόρου. Πριν διέλθει από τη συμβολή της Λεωφόρου με την οδό Αθηνάς σταμάτησε καθ' ότι ο φωτεινός σηματοδότης για την πορεία του ήταν κόκκινος. Μπροστά του πορευόταν άλλο όχημα το οποίο, επίσης, σταμάτησε στη συμβολή των δύο οδών. Όταν ο φωτεινός σηματοδότης έγινε πράσινος τα δύο οχήματα ξεκίνησαν. Ο ίδιος οδηγούσε με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Όταν διήνυσαν απόσταση περί τα 20 μ., και επειδή το προπορευόμενο όχημα έδειξε ότι θα έστριβε αριστερά, ο ίδιος ελάττωσε ταχύτητα και «..εκείνη τη στιγμή αντελήφθηκ(ε) μία ηλικιωμένη γυναίκα να στέκεται σχεδόν στη μέση του δρόμου και να κοιτάζει όχι προς (τον ίδιο) αλλά προς το φούρνο του «Ζορπά» (ο ίδιος) συνέχισε με πολύ χαμηλή ταχύτητα την πορεία (του) και η γυναίκα ξαφνικά και ενώ βρισκόταν σε πολύ μικρή απόσταση (από τον ίδιο) περπάτησε προς την πορεία (του) ενώ εξακολουθούσε να κοιτάζει αντίθετα...(αυτός) χωρίς να προλάβ(ει) να αντιδράσ(ει) για να την αποφύγει ή να πατήσ(ει) στόπερ της κτύπησ(ε) με το δεξί μπροστινό πλευρό του προφυλακτήρα του στο αριστερό της πόδι και στη συνέχεια η γυναίκα κτύπησε με το κεφάλι της στο καπό του αυτοκινήτου (του) και ακολούθως έπεσε στην αριστερή πλευρά του δρόμου ως η πορεία (του)...» (δείτε στο τεκμήριο 3). Ερωτηθείς κατά πόσον, όταν αντελήφθηκε την πεζή ενάγουσα εντός της Λεωφόρου, προέβηκε σε οποιαδήποτε άλλη ενέργεια ο μάρτυρας απήντησε επί λέξει: «Όχι διότι ήταν σε πολύ μικρή απόσταση, σε πολύ πολύ μικρή απόσταση από εμένα, δεν θα μπορούσα να κάνω οτιδήποτε άλλο γιατί πολύ πιθανόν θα προκαλούσα και δυστύχημα γιατί ήταν πολύ κοντά το φανάρι, ήταν πράσινο και εκτός ότι ήταν πάρα πάρα πολύ μικρή η απόσταση για να μπορώ να αντιδράσω εκτός τούτου η πεζή που ήταν στη μέση του δρόμου νόμιζα ότι θα κοίταζε να δει, δεν θα έμπαινε με τον τρόπο που μπήκε στο δρόμο.» Ερωτηθείς, κατά την αντεξέταση, τί τον εμπόδισε να αντιληφθεί ενωρίτερα την πεζή ενάγουσα εντός της Λεωφόρου ο εναγόμενος αρ. 1 Ανδρέας Νικολαΐδης (Μ.Υ.1) απαρίθμησε τρεις παράγοντες: Πρώτον, «μία μικρή κλίση» της Λεωφόρου στο κρίσιμο σημείο της, δεύτερον, το προπορευόμενο όχημα και τρίτον, το γεγονός ότι «ήταν νύχτα». Ερωτηθείς πότε ακριβώς αντελήφθηκε την πεζή ενάγουσα εντός της Λεωφόρου ο μάρτυρας απήντησε επί λέξει: «Την ώρα που ξεκίνησε να στρίβει αριστερά ο προπορευόμενος». Παρακολούθησα τον εναγόμενο αρ. 1 Ανδρέα Νικολαΐδη (Μ.Υ.1) να καταθέτει και εξέτασα την μαρτυρία του. Πεποίθησή μου είναι ότι ο μάρτυρας αυτός προσήλθε στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει τη δικογραφημένη υπεράσπισή του και όχι για να πει την αλήθεια. Η προσπάθειά του να παρουσιασθεί ως ένας επιμελής οδηγός ο οποίος ουδόλως ευθύνεται για το δυστύχημα υπήρξε απροκάλυπτη. Επεχείρησε να δικαιολογήσει την αποτυχία του να αντιληφθεί εγκαίρως την πεζή ενάγουσα εντός της Λεωφόρου επικαλούμενος «μία μικρή κλίση» της Λεωφόρου καθώς και το γεγονός πως το δυστύχημα συνέβηκε κατά τη διάρκεια της νύχτας. Όμως, η αιτιολογία αυτή είναι αντίθετη με τα όσα ο αστυφύλακας 163 Ανδρέας Μιχαηλίδης (Μ.Ε.1) δηλώνει στη γραπτή κατάθεσή του (τεκμήριο 6). Υπενθυμίζω πως η γραπτή αυτή κατάθεση (τεκμήριο 6), η οποία εισήχθηκε ως μαρτυρία με πρωτοβουλία της πλευράς των εναγομένων, αναφέρει πως «ο δρόμος είναι ευθύς και επίπεδος» και πως, κατά τον ουσιώδη χρόνο, «υπήρχε επαρκής φωτισμός». Ακόμη, τα περί «μίας μικρής κλίσης» δεν συνάδουν με την εικόνα της Λεωφόρου ως αυτή αποτυπώνεται στο πρόχειρο σχεδιαγράφημα της σκηνής (τεκμήριο 1) με το οποίο ο εναγόμενος αρ. 1 Ανδρέας Νικολαΐδης συμφώνησε και το οποίο αυτός υπέγραψε. Ας σημειωθεί, τέλος, πως σε σχετική ερώτηση, ο, εν πάση περιπτώσει, αξιόπιστος μάρτυρας αστυφύλακας 163 Ανδρέας Μιχαηλίδης (Μ.Ε.1) δήλωσε πως από το σημείο της υποχρεωτικής στάσης στη συμβολή της Λεωφόρου με την οδό Αθηνάς έως και το σημείο εισόδου της ενάγουσας στη Λεωφόρο και το σημείο σύγκρουσης «υπάρχει ικανοποιητική ορατότητα για να αντιληφθεί κάποιος παρουσία πεζού στο δρόμο». Η πεποίθηση μου πως ο εναγόμενος αρ. 1 Ανδρέας Νικολαΐδης (Μ.Υ.1) υπήρξε ανειλικρινής ενώπιον του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το εξής: Ενώ βασικός του ισχυρισμός είναι ότι είδε για πρώτη φορά την ενάγουσα να στέκεται στο σημείο όπου διαχωρίζονται οι δύο λωρίδες κυκλοφορίας της Λεωφόρου, δηλαδή την είδε για πρώτη φορά να στέκεται σε σημείο στα δεξιά του, σε σχετική ερώτηση, κατά την αντεξέταση, απήντησε πως είδε για πρώτη φορά την ενάγουσα «την ώρα που ξεκίνησε να στρίβει αριστερά ο προπορευόμενος». Με την απάντηση αυτή ο μάρτυρας αυτοαναιρείται αφού, κατ' ουσίαν, δηλώνει πως όταν είδε για πρώτη φορά την ενάγουσα αυτή στεκόταν μπροστά του. Η θετική εντύπωση την οποία απεκόμισα τόσον για τον αστυφύλακα 163 Ανδρέα Μιχαηλίδη (Μ.Ε.1) όσο και για την ενάγουσα Αλεξάνδρα Σάββα (Μ.Ε.2) και η πεποίθησή μου πως πρόκειται για πρόσωπα τα οποία, εν προκειμένω, απευθύνθηκαν το Δικαστήριο με ειλικρίνεια με οδηγεί στο να αποδεχθώ τη μαρτυρία τους ως αξιόπιστη. Τα όσα οι μάρτυρες αυτοί κατέθεσαν εν σχέσει με τις συνθήκες οι οποίες επικρατούσαν στη Λεωφόρο κατά τον ουσιώδη χρόνο καθώς και με τις συμπεριφορές των εμπλεκομένων στο δυστύχημα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Αντιθέτως, η μειωμένη αξιοπιστία του εναγομένου αρ. 1 Ανδρέα Νικολαΐδη (Μ.Υ.1) οδηγεί σε απόρριψη την εκδοχή του περί τα γεγονότα και οδηγεί σε απόρριψη την θέση του πως η προκείμενη περίπτωση αποτελεί περίπτωση αιφνίδιας και απότομης εισόδου πεζού σε οδό η οποία δεν επέτρεψε στον οδηγό οχήματος να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα προς αποφυγή του δυστυχήματος (dashing case). Τα ευρήματά μου περί τα γεγονότα, τα οποία ταυτίζονται με τη μαρτυρία της πλευράς της ενάγουσας ως αυτή συνοψίζεται πιο πάνω, θεμελιώνουν αμέλεια εκ μέρους του εναγομένου αρ. 1 Ανδρέα Νικολαΐδη: Αυτός παρέλειψε να αντιληφθεί εγκαίρως την πεζή ενάγουσα, η οποία διέσχιζε τη Λεωφόρο, και παρέλειψε να λάβει τα ενδεικνυόμενα μέτρα για να αποφύγει το δυστύχημα παρά το ότι οι συνθήκες το επέτρεπαν. Ο εναγόμενος αρ. 1 Ανδρέας Νικολαΐδης εκινείτο σε οδό ευθεία και επίπεδη ενώ ο καιρός ήταν αίθριος και η περιοχή ικανοποιητικά φωτισμένη. Αυτός όφειλε να έχει επαρκή εποπτεία της οδού επί της οποίας εκινείτο και όφειλε να αντιληφθεί εγκαίρως την πεζή ενάγουσα η οποία επεχειρούσε να διασταυρώσει κινούμενη στα δεξιά του. Υπό συνθήκες παρόμοιες με τις επίδικες και για να αποφύγει την σύγκρουση με την πεζή ο μέσος συνετός και επιμελής οδηγός θα ηχούσε προειδοποιητικά τη σειρήνα του οχήματός του και ή θα το ακινητοποιούσε. Παραλείποντας να πράξει αυτά ο εναγόμενος αρ. 1 Ανδρέας Νικολαΐδης υπήρξε αμελής. Και η αμέλεια του αυτή συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του δυστυχήματος. Όμως, η αμέλεια του εναγομένου αρ. 1 Ανδρέα Νικολαΐδη δεν υπήρξε η μόνη αιτία του δυστυχήματος. Αμέλεια επέδειξε και η ενάγουσα Αλεξάνδρα Σάββα η οποία, καθ'ων χρόνο διέσχιζε τη Λεωφόρο, κοίταζε μόνον μπροστά, ως η ίδια ομολόγησε. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η ενάγουσα Αλεξάνδρα Σάββα όφειλε να ελέγχει και την κίνηση των οχημάτων στα δεξιά και αριστερά. Εξ αιτίας της συντρέχουσας αμέλειάς της, η ενάγουσα Αλεξάνδρα Σάββα ευθύνεται, επίσης, για το δυστύχημα. Η ευθύνη των εμπλεκομένων στο επίδικο δυστύχημα επιμερίζεται εξ ίσου. Με βάση όλα τα πιο πάνω, η αγωγή επιτυγχάνει. Επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων αρ. 1 και 2, αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως, το ποσόν των €13.000 (το ήμισυ του ποσού το οποίο έχει ήδη συμφωνηθεί), ως γενικές και ειδικές αποζημιώσεις. Το ποσόν αυτό θα φέρει τόκον με νόμιμο επιτόκιο από σήμερα, 24.1.12. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητής και θα εγκριθούν από το Δικαστηρίου, επιδικάζονται υπέρ της ενάγουσας και εναντίον των εναγομένων αρ. 1 και 2 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως. (Υπ.) ........... Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.