← Κύπρος

Αναφορικά με την Εταιρεία NAFTRAC LIMITED, Αρ. Αίτησης 28/2010, 24 Ιανουαρίου, 2012

Αναφορικά με την Εταιρεία NAFTRAC LIMITED, Αρ. Αίτησης 28/2010, 24 Ιανουαρίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A26 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης 28/2010 ΜΕΤΑΞΥ: Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113 και Αναφορικά με την Εταιρεία NAFTRAC LIMITED (Αρ. Εγγραφής 237984), εκ Λευκωσίας και Αναφορικά με την Αίτηση Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας 28/2010 του Oleksiy Tatarenko, από Zoboltnogo Street, Building 100, Office 32 Κίεβο, Ουκρανία Αιτητή Αναφορικά με τους Καθ' ων η αίτηση:

(1)NAFTRAC LIMITED, από Λευκωσία, Λεωφόρος Κέννετυ 67, Athienitis Kennedy Park, 4ος όροφος, Γραφείο 401, Καθ' ης η αίτηση 1,
(2)Lesse L. The, από Northfield Drive East 300, Waterloo, Ontario, Καναδάς, Καθ' ου η αίτηση 2,
(3)Serguei Soldatenko, από 419 Philip St - Unit 3, Waterloo, Ontario, Καναδάς, Καθ' ου η αίτηση 3,
(4)ACM CORP. 1, από Maples Corporate Services Limited, Ugland House, Grand Caymand, Cayman Islands, Καθ' ού η αίτηση 4. 24 Ιανουαρίου, 2012 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κος Λεοντίου Για τον Καθ' ου η Αίτηση: κος Ιεροθέου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με ενδιάμεση αίτηση ημερομηνίας 22.03.2011 οι αιτητές αιτούνται: "Διάταγμα διατάττον όπως όλες οι περαιτέρω διαδικασίες (all further proceedings) δια την διάλυση της εταιρείας Naftrac Ltd από τη Λευκωσία («η Εταιρεία») ανασταλούν (be stayed) μέχρι τελικής εκδικάσεως και αποπερατώσεως της εφέσεως των αιτητών ημερομηνίας 23.12.2010 κατά την ενδιάμεσης απόφασης του δικαστηρίου ημερομηνίας 10.12.2010 δια της οποίας απέρριψε την δια κλήσεως αίτηση τους για παραμερισμό του διατάγματος ημερομηνίας 17.12.2010 για επίδοση της αιτήσεως για διάλυση της εταιρείας εκτός δικαιοδοσίας, ή για τέτοια άλλη περίοδο που ήθελε ορίσει το δικαστήριο". Πριν οτιδήποτε άλλο κρίνω ότι λίγα λόγια πρέπει να ειπωθούν αναφορικά με ό,τι προηγήθηκε της επίδικης αίτησης, ώστε ο σχολιασμός τούτης καθώς και της ένστασης που ηγέρθη να καταστεί ευχερής. Από το περιεχόμενο του φακέλου ενώπιον του δικαστηρίου προκύπτει ότι την 18.01.2010 ο Oleksiy Tatarenko, καθ' ου η αίτηση στην επίδικη αίτηση, καταχώρισε αίτηση (στη συνέχεια η κυρίως αίτηση) εναντίον της εταιρείας Naftrac Limited και τριών φυσικών προσώπων. Αντικείμενο τούτης είναι η διάλυση της εταιρείας Naftrac ή η εξαγορά των μετοχών του αιτητή από την εταιρεία και τα τρία φυσικά πρόσωπα. Η κυρίως αίτηση εδράζεται στο άρθρο 202 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, δηλαδή καταπίεση μειοψηφούντων μετόχων. Την 17.02.2010 στα πλαίσια της κυρίως αίτησης ο αιτητής εξασφάλισε, με μονομερή αίτηση, άδεια επίδοσης της κυρίως αιτήσεως εκτός δικαιοδοσίας. Την επίδοση της κυρίως αιτήσεως, δυνάμει του διατάγματος του δικαστηρίου, ακολούθησε υπό διαμαρτυρία εμφάνιση των τριών φυσικών προσώπων και στη συνέχεια, την 23.06.2010, αίτηση τούτων για παραμερισμό της επίδοσης. Ας σημειωθεί ότι η αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης ακούστηκε από άλλο δικαστή που τότε επιλαμβάνετο της υπόθεσης. Την 10.12.2010 το δικαστήριο εξέδωσε απόφαση με την οποία απέρριψε το αίτημα των αιτητών για παραμερισμό της επίδοσης. Αυτή η απόφαση του δικαστηρίου εφεσιβλήθηκε από τους αιτητές. Στη συνέχεια οι αιτητές στην αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης, δηλαδή τα τρία φυσικά πρόσωπα εναντίον των οποίων στρέφεται η κυρίως αίτηση, καταχώρισαν την επίδικη αίτηση με την οποία αιτούνται ως πιο πάνω αναφέρεται, δηλαδή αναστολή όλων των περαιτέρω διαδικασιών για διάλυση της εταιρείας Naftrac Ltd μέχρι την εκδίκαση και αποπεράτωση της έφεσης που καταχωρίστηκε την 23.12.2010 και θέτει εν αμφιβόλω την απόφαση του δικαστηρίου να απορρίψει την αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης. Η επίδικη αίτηση εδράζεται στα άρθρα 202,203
(1)(α) και
(2), 211(στ), 214
(1)και
(2), 216 και 218
(2), του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 στους περί Εταιρειών Κανονισμούς, στους κανονισμούς 1 έως 94 του περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμοί του 1933, στα άρθρα 25, 29 και 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, στις διαταγές Δ.35, κκ 18 και 19, Δ.48 κκ1, 2
(1), 3,5,7 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στις αρχές του δικαίου της επιείκειας και στη σύμφυτη δικαιοδοσία, πρακτική και νομολογία του δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Χρίστου Ρασπόπουλου. Όπως αναφέρει ο ενόρκως δηλών, είναι δικηγόρος ο οποίος δεν χειρίζεται την υπόθεση και δεν εμφανίζεται ως δικηγόρος δια οιονδήποτε μέρος. Πέραν της εξιστόρησης όσων προηγήθηκαν της επίδικης αίτησης ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι·
  1. Στις 17/2/2010 κατόπιν μονομερούς αιτήσεως του κ. Tatarenko, το Επαρχιακό Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα με το οποίο εδίδετο άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας της Κυρίως Αίτησης στους Αιτητές («στο Διάταγμα Επίδοσης»).
  2. Προσωπικά γνωρίζω, με πληροφορούν οι δικηγόροι των Αιτητών και πιστεύω, συγκεκριμένες προϋποθέσεις που απαιτούνται εκ του νόμου για την χορήγηση τέτοιας άδειας δεν τεκμηριώθηκαν με οποιαδήποτε μαρτυρία ή/και με παραδεκτή και αποδεχτή μαρτυρία. Στην απόφαση του απορρίπτοντας την αίτηση για παραμερισμό του διατάγματος επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, το Σεβαστό Δικαστήριο χωρίς να υπάρχει μαρτυρία στην ένορκη δήλωση ότι η Κύπρος αποτελεί χώρο δικαιοδοτικής ευκολίας (forum conveniens) προέβηκε στο αυθέρετο και εσφαλμένο εύρημα ότι «... αδυνατώ να δω ποιο άλλο Δικαστήριο θα μπορούσε να ήταν προσφορότερο ή γιατί η Κυπριακή Δημοκρατία δεν είναι κατάλληλο forum εκδίκασης της εκκαθάρισης κυπριακής εταιρείας..» Το πιο πάνω εύρημα του Σεβαστού Δικαστηρίου είναι αντικείμενο ενός εκ των λόγων έφεσης εναντίον της πιο πάνω απόφασης η οποία εκκρεμεί προς εκδίκαση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Εκφράζει δε την άποψη ότι· 6 (α). Οι Αιτητές έχουν πολύ καλή υπόθεση, πολύ καλούς και βάσιμους λόγους εφέσεως και πολύ καλές πιθανότητες να επιτύχουν στην εν λόγω έφεση. (β). Το θέμα της αναγκαιότητας καλής επίδοσης δικαστικών εγγράφων όπως και η ικανοποίηση ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια αποτελούν χώρο δικαιοδοτικής ευκολίας (forum conveniens) αποτελεί ουσιαστική νομοθετική επιταγή και θεμελιώδεις προϋποθέσεις για να συνεχίσει η διαδικασία. Χωρίς έγκυρο διάταγμα επίδοσης ή χωρίς καλή και έγκυρη επίδοση η διαδικασία δεν μπορεί να προχωρήσει νόμιμα και, εάν προχωρήσει είναι άκυρη. (γ). Στην παρούσα περίπτωση η απόφαση του Δικαστηρίου επί αυτού του θέματος ήταν ότι εγένετο καλή επίδοση και ότι το διάταγμα για εκτός δικαιοδοσίας καλώς εξεδόθη. Το εύρημα όμως αυτό του Δικαστηρίου έχει εφεσιβληθεί ως εσφαλμένο, η σχετική έφεση εκκρεμεί προς εκδίκαση και οι Αιτητές έχουν πολύ καλή υπόθεση. (δ). Είναι έκδηλο και εμφανές από την ίδια την αίτηση για διάλυσης της Εταιρείας ότι με αυτή ζητείται διάταγμα διάλυσης της Εταιρείας ή διαζευκτικά διάταγμα για αφορά των μετοχών του κ.Tatarenko από τους Καθ' ων η αίτηση 2,3 και 4 ή από την Εταιρεία. Υπάρχει και ζητείται δηλαδή διαζευκτική θεραπεία με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να κωλύεται από τις ρητές πρόνοιες του άρθρου 214
(2)(β) του περί Εταιρειών Νόμου να εκδώσει διάταγμα διάλυσης χωρίς να έχει αποφασίσει πρώτα εφόσον ακούσει όλα τα μέρη ότι είναι εύλογο και δίκαιο υπό τας περιστάσεις η Εταιρεία να διαλυθεί. Δοθέντος δε της ύπαρξης διαζευκτικής θεραπείας που ο ίδιος ο κ. Tatarenko επικαλείται, αυτό καθιστά παράλογες τις ενέργειες του κ. Tatarenko να ζητά διάλυση της Εταιρείας, πόσο δε μάλλον με μονομερή αίτηση εναντίον της Naftrac, Kaθ' ων η αίτηση 1 στην Κυρίως Αίτηση, λόγω της μη καταχώρησης εμφανίσεως (Judgment in default of appearance). Εξ' όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω και εξ' όσων με πληροφορούν οι δικηγόροι των αιτητών κ.κ Ζωμενής & Λεοντίου, η εταιρεία είναι αναγκαίο μέρος στη διαδικασία και δεν υπάρχει ξεχωριστή αιτία αγωγής (cause of action) εναντίον της, καθ' ότι εξ' ορισμού η ίδια η εταιρεία δεν δύναται να καταπιέζει τους μετόχους της. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει βάση στην οποία δύναται να εκδοθεί απόφαση και μόνο εναντίον της Εταιρείας. (ε). Πέραν δε των πιο πάνω και εξ' όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω και εξ' όσων με πληροφορούν οι δικηγόροι των αιτητών, σύμφωνα με τον Κανονισμό 7 των περί Εταιρειών Κανονισμών δεν ήτο απαραίτητο να καταχωρηθεί εμφάνιση από την NAFTRAC στην κυρίως Αίτηση. Ως εκ τούτου, η μονομερής αίτηση η οποία είναι ορισμένη για ακρόαση στις 23.3.11 είναι παράτυπη, αντικανονική και αχρείαστη, αποτελεί δε κατάχρηση της διαδικασίας και δέον όπως αυτή μαζί με το διάταγμα δημοσίευσης και την δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα ημερομηνίας 4.2.2011 για την διάλυση της Εταιρείας που έγινε στα πλαίσια της εν λόγω μονομερούς αίτησης, απορριφθούν και διαγραφούν από το πρακτικό του Δικαστηρίου (dismissed and stricken off the record). (στ). Υπό τας περιστάσεις είναι δίκαιο και εύλογο να δοθεί η αιτούμενη αναστολή διαφορετικά είναι πολύ πιθανό να προκύψουν ανεπιθύμητα και παράλογα αποτελέσματα στην περίπτωση που το δικαστήριο συνεχίσει τη διαδικασία και διατάξει διάλυση στην βάση παράτυπης διαδικασίας ενώ το Εφετείο αποφασίσει ότι εσφαλμένα εξεδόθη το διάταγμα επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας. Εν τω μεταξύ όμως, εκτός εάν δοθεί η αιτούμενη αναστολή, η Εταιρεία διαλύεται με όλες τις δυσμενείς συνέπειες δια τους Αιτητές και θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (η). Εξ όσων με πληροφορούν οι Αιτητές και εξ' όσων γνωρίζω και πιστεύω, η εν λόγω μονομερής αίτηση δεν επιδόθηκε στους αιτητές παρόλο που αυτοί έχουν καταχωρήσει Σημείωμα Εμφανίσεως υπό διαμαρτυρία και παρά το γεγονός ότι επηρεάζονται άμεσα εφόσον η απόφαση για διάλυση της εταιρείας είναι και απόφαση εναντίον τους δεδομένου ότι έτσι εκπληρούνται μία εκ των δύο διαζευκτικών αξιώσεων του κ. Tatarenko εναντίον των αιτητών. Η εν λόγω μονομερής αίτηση για διάλυση της εταιρείας έχει οριστεί για ακρόαση στις 23.3.
  1. Εξ' όσων καλύτερα γνωρίζω και πιστεύω και εξ' όσων με πληροφορούν οι δικηγόροι των αιτητών σε αιτήσεις καταπίεσης μειοψηφίας ως η παρούσα είναι πάγια νομολογημένο ότι το Δικαστήριο δεν προχωρεί στη διάλυση εταιρείας εάν δεν δώσει πρώτα την ευκαιρία στους μετόχους να ακουστούν. Εφόσον λοιπόν η μονομερής αίτηση καταχωρήθηκε στις 2.12.2010 αυτή έπρεπε να είχε επιδοθεί στους αιτητές της παρούσας αίτησης έτσι ώστε να τους δοθεί ευκαιρία να παρουσιάσουν τις απόψεις τους. Στον αντίποδα ο καθ' ου η αίτηση αμφισβητεί τόσο το δικαιοδοτικό έρεισμα της αίτησης όσο και το εύλογο και δίκαιο του αιτήματος. Ισχυρίζεται εν προκειμένω ότι·
  2. Η παρούσα αίτηση και/ή η Ένορκος Δήλωση που τη συνοδεύει είναι νομικά παράτυπη και/ή άκυρη.
  3. Η Δ.35 Θ.18 και το άρθρο 25 και/ή 29 και/ή 47 των περί Δικαστηρίων Νόμων και/ή το άρθρο 30 του Συντάγματος δεν έχουν εφαρμογή και/ή δεν δικαιολογούν υπό τις περιστάσεις την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  4. Η υπό εξέταση αίτηση είναι νομικά αβάσιμη.
  5. Η εγγενής εξουσία έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος υπό του Σεβαστού Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις, οι οποίες στην παρούσα περίπτωση δεν υφίστανται.
  6. Δεν υπάρχουν λόγοι πέρα από κάθε λογική αμφιβολία οι οποίοι να καθιστούν αναγκαία την αναστολή την οποία αιτούνται οι αιτητές και/ή η αίτηση δεν υποστηρίζεται από γεγονότα τα οποία δικαιολογούν παρέκκλιση από την κρατούσα πρακτική ότι οι αγωγές (εδώ Πρωτογενής Αίτηση) δεν πρέπει να αναστέλλονται.
  7. Η παρούσα αίτηση δεν αφορά αναστολή εκτέλεσης απόφασης και συνεπώς δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.
  8. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπουν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και η σχετική νομολογία για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  9. Η παρούσα αίτηση συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας και/ή στόχο έχει την καθυστέρηση και/ή παρέκλυση της διαδικασίας.
  10. Υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αιτήσεως. 10.Τυχόν έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος θα έχει ως αποτέλεσμα τον κατακερματισμό της διαδικασίας. 11.Η Ένορκος Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική αφού την ορκίζεται πρόσωπο άλλο από τους αιτητές χωρίς να παρέχεται οποιαδήποτε δικαιολογία και/ή επαρκής δικαιολογία.
  11. Οι αιτητές στην παρούσα αίτηση δεν έχουν αποσείσει το βάρος που βρίσκεται στους ώμους τους και απέτυχαν να αποδείξουν ότι είναι δίκαιο και/ή θεμιτό και/ή προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να δοθούν οι θεραπείες, τις οποίες επιζητούν με την αίτηση τους. Όπως η αίτηση έτσι και η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση. Σε αυτή την περίπτωση ενόρκως δηλών είναι ο Ανδρέας Χατζηδημητρίου, δικηγόρος σε έναν εκ των δικηγορικών οίκων που εκπροσωπούν τον καθ' ου η αίτηση. Όπως αναφέρει ο δηλών ο λόγος δια τον οποίον ορκίζεται ο ίδιος την δήλωση είναι γιατί ο καθ' ου η αίτηση βρίσκεται στο εξωτερικό. Η ουσία της ένστασης, ως αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση, εντοπίζεται στις παραγράφους 3 μέχρι και 6 τούτης. Αναφέρεται εκεί ότι η έφεση των αιτητών, ημερομηνίας 23.12.2010, αμφισβητεί την ορθότητα της απόφασης του δικαστηρίου να απορρίψει την αίτηση τους για παραμερισμό της επίδοσης. Αναστολή διαδικασίας όμως διατάσσεται σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις και μόνο όπου τίθεται θέμα αναστολής θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος που επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Είναι η θέση του ομνύοντα ότι δεν υφίσταται πλέον κίνδυνος να διαλυθεί η εταιρεία χωρίς πρώτα να ακουσθούν οι αιτητές, εφόσον οι τελευταίοι έχουν εμφανιστεί στη διαδικασία και έχουν λάβει γνώση τούτης και συνεπώς έχουν το δικαίωμα να τοποθετηθούν και να υποβάλουν τις θέσεις τους κατά την ακρόαση της κυρίως αιτήσεως. Εν κατακλείδι, είναι η θέση του δηλούντος ότι οι αιτητές επέδειξαν υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώριση της επίδικης αίτησης καθ' ότι τα γεγονότα ήταν γνωστά σε αυτούς εδώ και αρκετούς μήνες. Κατά τη διερεύνηση του αιτήματος υπόψη μου έλαβα και τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των δυο πλευρών. Δεν κρίνω αναγκαίο να τις μεταφέρω αυτούσιες παρά μόνο όπου χρειάζεται. Ούτως ή άλλως οι πολυσέλιδες αγορεύσεις τους προσκομίσθηκαν στο δικαστήριο και βρίσκονται στο φάκελο του δικαστηρίου (βλ. έγγραφα Α και Β, αντίστοιχα). Παρ' ότι η νομική βάση της αίτησης θέλει το αίτημα να εδράζεται σε πολλά και διαφορετικά άρθρα, κατά την αγόρευση οι αιτητές περιόρισαν το αίτημα τους στον κανονισμό 8 της Δ.35, στη συμφυή δικαιοδοσία, πρακτική και νομολογία του δικαστηρίου, καθώς και στο άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/
  12. Όρθά ομολογουμένως οι αιτητές περιόρισαν το αίτημά τους ως πιο πάνω αναφέρεται. Απλή και μόνο ανάγνωση των άρθρων που αναφέρονται στη νομική βάση της αίτησης αποκαλύπτει ότι ουδεμία σχέση έχουν με αίτημα ως το υπο κρίση. Ούτε όμως η παραπομπή στο άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, υποστηρίζει το αίτημα των αιτητών. Η αναφορά στο άρθρο σε απόφαση η οποία είναι δεσμευτική καθώς και σε εξουσία του δικαστηρίου να διατάξει όπως ανασταλεί η εκτέλεση της τοιαύτης αποφάσεως, δεν αφήνει αμφιβολία ότι η εξουσία του δικαστηρίου για εφαρμογή των διατάξεων του σχετικού άρθρου τοποθετείται, χρονικά, μετά την έκδοση της απόφασης. Εύστοχη εν προκειμένω η παραπομπή του καθ' ου η αίτηση στην υπόθεση Παπακόκκινου κ.α. v. Γενικές Ασφάλειες Κύπρου
(1997)1Β Α.Α.Δ. 692,
  1. Στην εν λόγω απόφαση λέχθηκε ότι 'Κατ' αρχήν, σύμφωνα με το άρθρο 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, αναστολή χωρεί μόνο με την εκτέλεση απόφασης όχι με τη συνέχιση της εξέλιξης της μη συμπληρωθείσας διαδικασίας'. Στην προκείμενη περίπτωση τα γεγονότα που περιβάλλουν το αίτημα καθώς και το ίδιο το λεκτικό του αιτούμενου διατάγματος αποκαλύπτουν ότι ζητούμενο είναι η αναστολή της διαδικασίας αναφορικά με την κυρίως αίτηση και όχι διαδικασίας που σκοπεί σε εκτέλεση της απόφασης που εφεσιβλήθηκε. Άλλωστε, η εφεσιβαλλόμενη ενδιάμεση απόφαση αφορά απόρριψη αιτήματος για παραμερισμό της επίδοσης και ως τέτοια δεν προάγει εκτέλεση εν τη εννοία του άρθρου 47 του Ν.14/
  2. Ανίσχυρη να ικανοποιήσει το αίτημα των αιτητών είναι και η επίκληση της συμφυούς εξουσίας του δικαστηρίου. Κατ' επανάληψη έχει λεχθεί ότι οι εγγενείς εξουσίες του δικαστηρίου 'δεν διευρύνουν τη δικαιοδοσία ή τις εξουσίες του δικαστηρίου, ούτε έχουν ως λόγο την επέκτασή τους' (βλ. Χαραλαμπίδης v. Μελωδία (Χαραλαμπίδου)
(1997)1Β Α.Α.Δ.724). Περαιτέρω στην υπόθεση Ιερόθεος Χριστοδούλου Ρόπας
(2009)2 Α.Α.Δ.235 λέχθηκε ότι∙ "Η σύμφυτη δικαιοδοσία του δικαστηρίου έρχεται αρωγός εκεί όπου η χρήση της είναι αναγκαία για αυτή ταύτη τη λειτουργία του ίδιου του συστήματος και της αποτελεσματικής άσκησης των δικαιοδοσιών του, εντός των υφισταμένων και γνωστών δικαιϊκών αρχών, απορρέουσες και πλαισιούμενες, ως στυλοβάτες, από το Σύνταγμα και τους νόμους της πολιτείας. (Σχετικές είναι οι υποθέσεις Α. Αντωνίου v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 339 και Αχιλλέας Κορέλλης
(1999)1 Α.Α.Δ.1122)". Απ' όλα τα πιο πάνω συνάγεται ότι η συμφυής εξουσία του δικαστηρίου δεν υφίσταται άνευ νόμου και εν τη απουσία δικονομικών κανονισμών. Επίκληση τούτης κατά το δοκούν και δίχως προσδιορισμένο θεσμικό πλαίσιο θα ακύρωνε αυτό καθεαυτό το λόγο ύπαρξής της, δηλαδή τη διασφάλιση της λειτουργικότητας του δικαστηρίου και την εκπλήρωση της αποστολής του να απονέμει το δίκαιο εις πάντας σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους. (βλ. Μαυρογένη v. Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α.
(1996)1Α Α.Α.Δ.49, 59). Τελευταίο βάθρο της αίτησης είναι ο κ.18 της Δ.
  1. Οι δύο πλευρές δεν διαφωνούν αναφορικά με τις προϋποθέσεις άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου δυνάμει του κ.
  2. Σημειώνεται λοιπόν ότι ο εν λόγω κανονισμός συνιστά κατάλληλο νομικό βάθρο για αναστολή εκτέλεσης απόφασης ή διατάγματος που εφεσιβάλλεται, καθώς και διαδικασίας που πηγάζει από την απόφαση ή το διάταγμα που εφεσιβάλλεται. Ό,τι λαμβάνεται υπόψη είναι η διασφάλιση του τελεσίδικου χαρακτήρα της απόφασης και το δικαίωμα του διαδίκου που έχει επιτύχει να δρέψει τον καρπό της επιτυχίας του, αφενός, και η αποτελεσματικότητα του δικαιώματος για άσκηση έφεσης, αφετέρου (βλ. Νεοφύτου v. Δημητρίου
(1989)1Ε Α.Α.Δ.592, 597, Ναυτικός Όμιλος Πάφου v. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ.1147, 1150 και Βογαζιανού v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1Β Α.Α.Δ.591, 594). Η διαφωνία των δυο πλευρών εστιάζεται εν προκειμένω στο δικαιοδοτικό έρεισμα του κ.18 υπό το φώς των δεδομένων της παρούσης. Θέση του καθ' ου η αίτηση είναι πως η έφεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου να απορρίψει το αίτημα για παραμερισμό της επίδοσης δεν επιτρέπει αναστολή διαδικασίας στην κυρίως αίτηση, εφόσον η εφεσιβαλλόμενη απόφαση καμία υποχρέωση επιβάλλει και περαιτέρω, η διαδικασία της κυρίως αίτησης δεν εκπορεύεται από την εφεσιβαλλόμενη απόφαση. Στον αντίποδα η πλευρά των αιτητών διατείνεται ότι η απόφαση του δικαστηρίου αναφορικά με την εγκυρότητα της επίδοσης επιβάλει στους αιτητές υποχρέωση να μετέχουν στη διαδικασία. Περαιτέρω, είναι η θέση τους ότι αν η διαδικασία δεν ανασταλεί, είναι δυνατό να παραχθούν παράλογα και μη ανατρέψιμα αποτελέσματα αν ήθελε δικαιωθεί η θέση τους στην έφεση που καταχώρισαν. Υπό το φως όσων προηγήθηκαν τις επίδικης αίτησης δεν χωρεί αμφιβολία ότι οι αιτιάσεις των αιτητών δεν βρίσκουν έρεισμα στην υφιστάμενη επι του θέματος νομολογία. Στην υπόθεση Παπακόκκινου (πιο πάνω) λέχθηκε ότι∙ 'Η αναφορά στον εν λόγω κανονισμό σε stay of proceedings under the decision appealed from .δεν αποβλέπει στην αναστολή της ευρύτερης διαδικασίας από την οποία προέκυψε ενδιάμεση απόφαση αλλά μόνο της διαδικασίας που εκπορεύεται αυτοτελώς από απόφαση της οποίας σκοπείται η ικανοποίηση'. Στη δοσμένη περίπτωση είναι ηλίου φαεινότερον ότι η διαδικασία της κυρίως αιτήσεως, η οποία αφορά διάλυση της εταιρείας ή εξαγορά των μετοχών του αιτητή, δεν είναι διαδικασία που έχει την αφετηρία της στην απόφαση που εφεσιβάλλεται. Ακριβώς αντίθετο είναι το καθεστώς των δυο αιτήσεων. Στην προκείμενη περίπτωση η κυρίως αίτηση είναι η ζωοποιός των υπολοίπων αιτήσεων. Αυτό καθίσταται σαφές αν αναλογιστεί κανείς ότι η εξέλιξη της διαδικασίας της κυρίως αίτησης δεν υπόκειτο σε καταχώριση της αίτησης για παραμερισμό της επίδοσης. Υπαγωγή των πιο πάνω γεγονότων στις νομικές αρχές εξανεμίζει κάθε αμφιβολία αναφορικά με τη διαδικασία και συγκεκριμένα κατά πόσο η κυρίως αίτηση εκπορεύεται από την αίτηση για παραμερισμό. Ο λόγος της υπόθεσης Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεως) Λτδ v. Λύρα κ.α.
(1997)1Γ Α.Α.Δ.1384,1386 αποκρυσταλλώνει ποια διαδικασία εκλαμβάνεται ως διαδικασία που προέρχεται από την απόφαση που εφεσιβάλλεται. Λέχθηκε εκεί ότι∙ "Το αντικείμενο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει της Δ.35, θ. 18 είναι η αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Το αντικείμενο της αναστολής είναι η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση, και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται. Η θέση αυτή προκύπτει ευθέως από τις αποφάσεις. (Fotiou and Another ν. Petrolina Ltd.
(1984)1 C.L.R. 708 In re E.S. (an Infant)
(1986)1 C.L.R. 119· (βλ. επίσης Aftomata Eleourgia v. Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524.) Η Δ.35, θ. 18, δεν αποτελεί μέσο για την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ή την παρεμπόδιση της συνέχισης της μέχρι την ακρόαση της έφεσης. Η απαγόρευση (prohibition), της συνέχισης της διαδικασίας μπορεί να διαταχθεί μόνο με ένταλμα (prohibition), βάσει του Άρθρου 155.4 του Συντάγματος. Στην προκείμενη περίπτωση η ενδιάμεση απόφαση, της οποίας επιδιώκεται η αναστολή δεν θέτει οποιαδήποτε υποχρέωση ούτε επιβάλλει οποιοδήποτε καθήκον το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο διαταγής βάσει της Δ.35, θ. 18. Στην ουσία, επιδιώκεται ο παραμερισμός αυτής τούτης της ακυρωτικής απόφασης μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Αυτό, δεν είναι παραδεχτό, ευρίσκεται έξω από τα πλαίσια της Δ.35, θ. 18." Ανάλογα ισχύουν και στη δοσμένη περίπτωση. Η απόφαση του δικαστηρίου να απορρίψει την αίτηση για παραμερισμό της επίδοσης δεν παρείξε υποχρέωση στους αιτητές. Δεν μπορώ να μην αναφέρω εδώ ότι κατανοητή και αντιληπτή είναι η θέση των αιτητών πως αν η διαδικασία αφεθεί να προχωρήσει ενδεχομένως να προκληθούν παράλογα αποτελέσματα, εφόσον υφίσταται πιθανότητα δικαίωσής τους κατ' έφεση και συνεπώς ακύρωση της επίδοσης. Αυτό όμως που πρέπει να τονισθεί είναι πως το επίδικο αίτημα δεν έχει χαρακτήρα απαγόρευσης (prohibition). Κατ' επέκταση, η επιλογή των αιτητών να προωθήσουν διαδικασία άλλη από την αρμόζουσα, δεν μπορεί να υποστηρίξει τη θέση τους για ενδεχόμενο εκτροχιασμό της διαδικασίας και σίγουρα ούτε να δικαιολογήσει παρέκκλιση από τις αρχές τις νομολογίας. Αξίζει να σημειωθεί πως η υπόθεση Λύρα (πιο πάνω) αφορούσε απόρριψη αιτήματος προς επίκληση τριτοδιαδίκου, ενώ η υπόθεση Aftomata Eleourgia Lythrodonta Limited v. Holy Monastery of Mahera
(1986)1 C.L.R. 524, απόρριψη αιτήματος για αναστολή διαδικασίας σε αίτηση παρακοής. Έχοντας κατά νου όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι τα γεγονότα της παρούσης βρίσκονται έξω από το θεσμικό πλαίσιο που προβλέπει ο κ.18 της Δ.35. Συνακόλουθα το αίτημα των αιτητών δεν δικαιολογείται και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του καθ' ου η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. Υπ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.