ΓΙΑΝΝΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ ΥΙΟΙ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 7132/05, 26 Ιανουαρίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7132/05 Μεταξύ: ΓΙΑΝΝΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ Ενάγοντας και ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Εναγόμενοι Ημερομηνία: 26 Ιανουαρίου 2012 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Κ. Πόλεος για Δημήτρης Α. Παυλίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους: κ. Γ. Τρίγκας για Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Απαίτηση του Ενάγοντα σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης που καταχώρησε στις 21.9.05 είναι για ποσό ΛΚ6.000 πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα δυνάμει παράβασης συμφωνίας και ή άλλως πως. Είναι η δικογραφημένη του θέση ότι υπό την ιδιότητα του ως τεχνικός οικιακών συσκευών εργοδοτείτο από την Εναγόμενη η οποία είναι εταιρεία που ασχολείται με τις πωλήσεις και επιδιορθώσεις οικιακών συσκευών. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι κατά ή περί την 1.7.2003 κατόπιν γραπτής και ή προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων ο Ενάγοντας συμφώνησε όπως εργοδοτηθεί από την Εναγόμενη και/ή παρέχει τις υπηρεσίες του προς αυτή ως τεχνικός έναντι μηνιαίου μισθού ΛΚ650 καταβλητέου την πρώτη κάθε επόμενου μήνα. Κατά ή περί τις 15.1.05 η συμφωνία εργοδότησης μεταξύ τους λύθηκε και/ή τερματίστηκε και η Εναγόμενη οφείλει έκτοτε στον Ενάγοντα καθυστερημένους απλήρωτους δεδουλευμένους μισθούς ύψους ΛΚ6.000 καθότι αντί η Εναγόμενη εταιρεία να πληρώνει τον Ενάγοντα κανονικά κάθε μήνα τον μισθό του, του κατέβαλλε ΛΚ100 μηνιαίως και του παρακρατούσε το υπόλοιπο του μισθού του. Είναι η θέση του ότι κάλεσε επανειλημμένα την Εναγομένη και μάλιστα έστειλε και επιστολή μέσω δικηγόρου στις 28.7.05 να του καταβάλλει τα πιο πάνω ποσά αλλά η Εναγόμενη αρνήθηκε να πράξει τούτο μέχρι και σήμερα. Με την υπεράσπιση της που καταχωρήθηκε στις 27.1.06 η Εναγόμενη αρνείται όλους τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης όπως και την απαίτηση του Ενάγοντα, είναι η θέση της ότι ουδέποτε σύναψε οποιαδήποτε συμφωνία εργοδότησης ή οποιαδήποτε άλλη συμφωνία με τον Ενάγοντα ούτε και συμφώνησε να του καταβάλλει οποιοδήποτε ποσό είτε μισθό και παραδέχεται μόνο ότι έλαβε επιστολή από τους δικηγόρους του Ενάγοντα ημερ. 28.7.05 την οποία απορρίπτει όπως και τον ισχυρισμό ότι προκάλεσε σ' αυτόν οποιαδήποτε ζημιά. Ζητεί την απόρριψη της αγωγής με έξοδα υπεράσπισης. Όπως φαίνεται από το φάκελο του Δικαστηρίου, στις 4.10.07 ο Εναγόμενος καταχώρησε Αίτηση για προδικαστική εκδίκαση του ζητήματος της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου σύμφωνα με τη Δ.27 θθ.1-4 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Την Αίτηση συνόδευε ένορκη δήλωση δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Ε.Κ. Ευσταθίου σύμφωνα με την οποία από τα δικόγραφα προκύπτει ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα Αγωγή, ότι αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών επειδή η Απαίτηση του Ενάγοντα αφορά αυτοτελείς αξιώσεις δηλαδή δεδουλευμένα ημερομίσθια που εγείρονται από ισχυριζόμενη σύμβαση εργασίας. Ήταν η θέση που προβλήθηκε ότι δυνάμει του περί Ετησίων Αδειών μετ' Απολαβών Νόμου αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από σύμβαση εργασίας εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών το οποίο είναι και το μόνο που έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να εξετάσει τα θέματα αυτά. Η Αίτηση προσέκρουσε σε ένσταση των συνηγόρων του Ενάγοντα με την οποία ισχυρίστηκαν ότι το θέμα δεν μπορεί να αποφασιστεί προδικαστικά γιατί δεν είναι αμιγώς νομικό σημείο αλλά εμπεριέχονται και πραγματικά γεγονότα για τα οποία θα πρέπει να ακουστεί μαρτυρία αλλά και επειδή ως η δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα η ισχυριζόμενη οφειλή αφορά χρέος που προέκυψε από συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων και ότι η σχετική οφειλή της Εναγόμενης αφορά παράβαση συμφωνίας (breach of contract) από μέρους της. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του ίδιου του Ενάγοντα ο οποίος εκτός από τα νομικά θέματα που αναφέρει κατόπιν συμβουλών του δικηγόρου του, ισχυρίζεται ότι κατά τόπο αρμόδιο είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας καθότι η οφειλή της Εναγόμενης προς τον ίδιο αφορά χρέος και οφειλή που προκύπτει από συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων και μάλιστα παράβαση συμφωνίας από μέρους της Εναγομένης. Το Δικαστήριο με Ενδιάμεση Απόφαση του ημερ. 14.12.07 απέρριψε την Αίτηση λόγω του ότι το ζήτημα που τέθηκε δεν ήταν καθαρά νομικό αλλά και θέμα γεγονότων και εφόσον δεν υπάρχουν παραδεκτά γεγονότα, στην υπεράσπιση αμφισβητούνται όλοι οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα, έκρινε ότι δεν μπορεί να εκδικαστεί προδικαστικά το σημείο ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψη ότι τίθεται διαζευκτική βάση Αγωγής από τον ίδιο τον Ενάγοντα, σύμβαση εργοδότησης και/ή συμφωνία παροχής υπηρεσιών. Μετά από διάφορες ενδιάμεσες ημερομηνίες, σχετικά πρακτικά βρίσκονται στον φάκελο του Δικαστηρίου, στις 22.3.11 ο Ενάγοντας καταχώρησε Αίτηση με την οποία ζητούσε παραπομπή στης παρούσας αγωγής στο καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας δηλαδή το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Την Αίτηση συνοδεύει η Ένορκος Δήλωση του Ενάγοντα ο οποίος ισχυρίζεται ότι η συμβουλή του δικηγόρου του με βάση τα καταχωρημένα δικόγραφα της Αγωγής είναι ότι το αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στο οποίο θα πρέπει να παραπεμφθεί η Αγωγή για εκδίκαση. Η Εναγόμενη αντέδρασε καταχωρώντας ένσταση στην οποία αναφέρει ότι η Αίτηση είναι απαράδεκτη και καταχρηστική, η καταχώρηση της αφορά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και ότι υπάρχει δεδικασμένο με την Ενδιάμεση Απόφαση του Δικαστηρίου ημερ 14.12.07, αναφορά στην οποία έχει γίνει πιο πάνω. Το παρόν Δικαστήριο, που για πρώτη φορά ασχολήθηκε με την παρούσα υπόθεση στο χρονικό σημείο αυτό, εξέδωσε στις 12.10.11 Ενδιάμεση Απόφαση απορρίπτοντας την Αίτηση αναφέροντας τόσο ότι υπήρχε προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου επί του θέματος αυτού όπως και ότι δεν έχει υπάρξει καμία διαφοροποίηση των γεγονότων και/ή των δεδομένων δηλαδή ούτε και κατά την εν λόγω ημερομηνία υπήρχε κοινό υπόβαθρο γεγονότων για να δικαιολογούσαν την εκδίκαση του σημείου προδικαστικά. Η υπόθεση οδηγήθηκε τελικά σε Ακρόαση η οποία και ολοκληρώθηκε στις 16.12.11 οπόταν και επιφυλάχθηκε απόφαση με την καταχώρηση των γραπτών τελικών αγορεύσεων των μερών. Κατά τη διάρκεια της Ακρόασης ο Ενάγοντας υπήρξε ο μοναδικός μάρτυρας για να προωθήσει την αξίωση του ενώ από πλευράς Εναγομένης δόθηκε μαρτυρία από 3 μάρτυρες, τον διευθυντή της Γιαννάκη Φιλιππίδη (ΜΥ1), τον γιο του και μέτοχο της εταιρείας Μάριο Φιλιππίδη (ΜΥ2) και τον κ. Αγαθάγγελο Μεττή (ΜY3) ο οποίος ήταν υπάλληλος στην εταιρεία A. Lanitis Group Ltd. Κατά την ακρόαση κατατέθηκε επίσης αριθμός Τεκμηρίων. Ήταν η θέση του Ενάγοντα ότι αρχές Ιουλίου του 2003 κατόπιν συμφωνίας του με το Μάριο Φιλιππίδη εργοδοτήθηκε στην Εναγομένη εταιρεία με μισθό ΛΚ650 το μήνα ποσό το οποίο πληρωνόταν σε μετρητά. Από το Φεβρουάριο του 2004 η Εναγόμενη τον πλήρωνε μόνο ΛΚ100 το μήνα λόγω του ότι είχε οικονομικά προβλήματα και επειδή ο ίδιος έβλεπε την κατάσταση και ήταν και πολύ φίλος με το Μάριο Φιλιππίδη δέχτηκε να παίρνει έναντι του μισθού του μόνο ΛΚ100 μηνιαίως και μάλιστα έκανε δάνειο για τις προσωπικές του ανάγκες. Τον Ιανουάριο του 2005 έφυγε από την εργασία του γιατί ζητούσε τους μισθούς του χωρίς ανταπόκριση. Ανέφερε ότι υπό την ιδιότητα του ως τεχνικός οικιακών συσκευών, με αυτοκίνητο της Εναγόμενης εταιρείας και μαζί με το Μάριο Φιλιππίδη μετέβαιναν όπου είχαν δουλειά για να διορθώσουν οικιακές συσκευές. Έπαιρνε οδηγίες από τους Γιαννάκη και το Μάριο Φιλιππίδη. Ενώ θεωρητικά έπρεπε να δουλεύει μόνο 8 ώρες την ημέρα δούλευε πέραν των 10 ωρών την ημέρα για 6 μέρες την εβδομάδα. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος δούλευε παλαιότερα στην εταιρεία Α.Π. Λανίτης Λτδ κάνοντας την ίδια εργασία και όταν η εν λόγω εταιρεία τον απέλυσε ως πλεονάζων προσωπικό ο Μάριος, με τον οποίο ήταν φίλοι από παλιά, του πρόσφερε την ίδια δουλειά που είχε με ΛΚ650 το μήνα μισθό. Δεν έγινε γραπτό κείμενο συμφωνίας αλλά στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας έκαμε επαγγελματική κάρτα, Τεκμήριο 1, στην οποία φαίνεται το όνομα του και η ιδιότητα του σε κάρτα της Εναγομένης εταιρείας στην οποία οι διευθύνσεις και τα τηλέφωνα που αναφέρονται είναι αυτά της Εναγομένης εταιρείας. Είπε ότι προσπάθησε πολλές φορές να πάρει τα χρήματα του από την Εναγομένη χωρίς αποτέλεσμα γι' αυτό και μέσω δικηγόρου απέστειλε επιστολή ημερ. 28.7.05 με την οποία ζητούσε τις ΛΚ6.000 που του χρωστούν, Τεκμήριο 2, και τελικά καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Κατά την αντεξέταση του προέκυψε ότι δεν γνωρίζει την μετοχική και διευθυντική δομή της Εναγομένης εταιρείας, επέμενε ότι τον προσέλαβε ο Μάριος και ότι ήξερε ότι η εταιρεία ήταν οικογενειακή. Δέχτηκε την υποβολή ότι μετά που απολύθηκε ως πλεονάζων από την εταιρεία Α.Π. Λανίτης Λτδ εξακολουθούσε να εργάζεται εκεί ως συνεργάτης διευκρινίζοντας ότι ο ίδιος μαζί με τον Μάριο συνεργάζονταν με την εταιρεία Α.Π. Λανίτης Λτδ λόγω της δικής του γνωριμίας και επαφής με την εταιρεία. Δέχτηκε ότι η συνεργασία του με την εταιρεία Α.Π. Λανίτης Λτδ συνεχίστηκε μέχρι και το Δεκέμβριο του 2004 και ότι για τρίμηνη συνεργασία έλαβε ποσό ΛΚ1.591, και προς τούτο κατατέθηκε το Τεκμήριο
- Του υπεβλήθη ότι δεν είχε καμία απολύτως επαγγελματική συνεργασία με την Εναγόμενη εταιρεία, ότι η μόνη συνεργασία που είχαν ήταν να τον καλούν μεμονωμένα και όποτε είχαν τέτοια ανάγκη για τις υπηρεσίες του για τις οποίες και πληρωνόταν "με το κομμάτι" και ότι σε καμία περίπτωση δεν είχε οποιαδήποτε σταθερή συνεργασία μεταξύ τους ούτε και πήγαινε στα γραφεία τους επί καθημερινής βάσης ούτε και συμφώνησε να παίρνει μισθό ΛΚ650 το μήνα ούτε ότι του παρακρατούσαν το μεγαλύτερο μέρος του μισθού του και τον πλήρωναν μόνο ΛΚ100 το μήνα και ότι ψεύδεται και προωθεί την παρούσα αγωγή χωρίς κανένα έρεισμα. Ο Ενάγοντας αρνήθηκε τις υποβολές αυτές, επέμενε στη θέση του αναφέροντας ότι επειδή ήταν πολύ φίλοι με τον Μάριο και έβλεπε τις δυσκολίες που είχαν και επειδή αγαπούσε τη δουλειά του συνέχισε να εργάζεται για την Εναγομένη, είχε πάρει δάνειο για τα έξοδα του, η σύζυγος του δούλευε στην Εναγόμενη εταιρεία και με το δικό της μισθό τα έφερναν βόλτα. Ο Γιαννάκης Φιλιππίδης, ΜΥ1, ανέφερε ότι είναι διευθυντής και μέτοχος της Εναγομένης εταιρείας και γραμματέας της. Κατέθεσε σχετικά ως Τεκμήριο 4 πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών στο οποίο αναγράφονται οι διευθυντές και ο γραμματέας της εταιρείας. Ήταν η θέση του ότι γνωρίζει τον Ενάγοντα εξ όψεως από όταν δούλευε στην εταιρεία Α.Π. Λανίτης Λτδ. Δεν είχε καμία σχέση είτε μαζί του είτε προσωπικά είτε μέσω της εταιρείας του και σε καμία περίπτωση δεν έκανε καμία συμφωνία μαζί του ούτε και είχαν οποιαδήποτε άλλη συνεργασία. Δεν γνωρίζει κατά πόσο ο γιος του ο Μάριος είχε οποιαδήποτε σχέση ή συνεργασία με τον Ενάγοντα. Αντεξεταζόμενος δέχτηκε μετά από υποβολή ότι ο Μάριος είναι μέτοχος της εταιρείας αλλά ανέφερε ότι τη διαχείριση της εταιρείας την έκανε ο ίδιος και η σύζυγος του. Συμφώνησε ότι η σύζυγος του Ενάγοντα δούλευε στην εταιρεία του για ένα μικρό χρονικό διάστημα, υπάλληλοι της εταιρείας ήταν εκτός από τον ίδιο και τη σύζυγο του ήταν οι γιοι του Μάριος και Αντρέας και επανάλαβε ότι ο ίδιος ουδέποτε εργοδότησε τον Ενάγοντα ή σύναψε μαζί του οποιαδήποτε σχέση ή οποτεδήποτε συνεργάστηκε μαζί του και δεν γνωρίζει κατά πόσο ο Μάριος είχε οποιαδήποτε συνεργασία με τον Ενάγοντα. Δέχτηκε ότι υπήρχαν κάποια οικονομικά προβλήματα στην εταιρεία αλλά όχι ιδιαίτερα σοβαρά, δέχτηκε επίσης ότι παρέλαβε το Τεκμήριο 2 αλλά το αγνόησε, δεν απάντησε στην επιστολή αυτή γιατί θεώρησε ότι ήταν εντελώς αβάσιμη. Του υπεδείχθη το Τεκμήριο 1, η επαγγελματική κάρτα που κατέθεσε ο Ενάγοντας και ανέφερε ότι πρώτη φορά την βλέπει ούτε ξέρει πότε έγινε. Επανέλαβε ότι καμία συνεργασία ή άλλη επαγγελματική σχέση ή οποιαδήποτε δοσοληψία επαγγελματικής φύσης είχε η Εναγομένη με τον Ενάγοντα όπως επίσης και ότι ουδέποτε πλήρωσε τον Ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό για υπηρεσίες που προσέφερε στην εταιρεία του. Αρνήθηκε ότι οφείλει στον Ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό και επανέλαβε την άγνοια του για οποιαδήποτε τυχόν δοσοληψία είχε ο Ενάγοντος με το γιο του Μάριο. Ο ΜΥ2, Μάριος Φιλιππίδης, ανέφερε ότι γνωρίζει από πολύ παλιά τον Ενάγοντα ήταν μαζί στο στρατό από το 1993 και παρέμειναν φίλοι. Ο ίδιος μετά το στρατό εργοδοτήθηκε στη δουλειά του πατέρα του ενώ ο Ενάγοντας στην εταιρεία Α.Π. Λανίτης Λτδ. Ήταν η θέση του ότι μετά που ο ενάγοντας απελύθη από την εταιρεία Α.Π. Λανίτης Λτδ συνεργάζονταν μαζί σε διάφορες δουλειές. Συγκεκριμένα η εταιρεία Α.Π. Λανίτης Λτδ τους έδιδε διάφορες δουλείες για "service", παράδοση και εγκατάσταση οικιακών συσκευών και ο ίδιος μαζί με τον Ενάγοντα έκαναν μαζί την όποια δουλειά και τους πλήρωνε η εταιρεία Α.Π. Λανίτης Λτδ συνήθως με επιταγή την οποία εξέδιδε στο όνομα του Ενάγοντα και οι ίδιοι έκαναν καλά μεταξύ τους ως προς τα ποσά που θα έπαιρνε ο καθένας. Ήταν η θέση του ότι και οι δύο μαζί (ο ίδιος και ο Ενάγοντας) πήγαιναν στις αποθήκες της εταιρείας Α.Π. Λανίτης Λτδ και έπαιρναν τα εμπορεύματα και διεκπαιρέωναν την εργασία που τους ανατίθετο. Ουδέποτε η εταιρεία Α.Π. Λανίτης Λτδ εξέδωσε επιταγή στο όνομα της Εναγομένης εταιρείας αλλά πάντοτε στο όνομα του Ενάγοντα. Αναγνώρισε την επαγγελματική κάρτα, Τεκμήριο 1, και ανέφερε ότι επειδή ο ίδιος συνεργαζόταν με τον Ενάγοντα και επειδή ο Ενάγοντας δεν είχε δική του εταιρεία προστέθηκε το όνομα του κάτω από τα στοιχεία της Εναγομένης για να μπορούν να τον βρίσκουν οι πελάτες αλλά και για σκοπούς διαφήμισης. Ήταν η θέση του ότι σε καμία περίπτωση η Εναγομένη εταιρεία δεν έκανε οποιαδήποτε συμφωνία με τον Ενάγοντα είτε για μισθό είτε για άλλως πως. Ο ίδιος ουδέποτε πλήρωσε τον Ενάγοντα μισθό είτε με μετρητά είτε με επιταγή και επανέλαβε ότι η μόνη επαγγελματική σχέση που είχαν ήταν η συνεργασία τους με την εταιρεία Α.Π. Λανίτης Λτδ. Στις διάφορες δουλειές για σκοπούς της εταιρείας Α.Π. Λανίτης Λτδ μετέβαιναν συνήθως με όχημα της Εναγομένης όμως τον τελευταίο καιρό είχε αγοράσει δικό του αυτοκίνητο ο Ενάγοντας το οποίο επίσης χρησιμοποιούσαν. Η συνεργασία του με τον Ενάγοντα διακόπηκε λόγω διαφόρων παρεξηγήσεων που είχαν μεταξύ τους όχι μόνο οικονομικής φύσης αλλά και προσωπικής και λόγω του ότι δεν υπήρχε ούτε πολλή δουλειά. Δέχτηκε ότι η σύζυγος του Ενάγοντα εργάστηκε για κάποιο χρονικό διάστημα στην Εναγομένη ως τηλεφωνήτρια αλλά σταμάτησε λόγω του ότι δεν υπήρχε αρκετή δουλειά. Ανέφερε επίσης ότι η Εναγόμενη εταιρεία αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η συνεργασία του με τον Ενάγοντα και την εταιρεία Α.Π. Λανίτης Λτδ διήρκησε για κάποια χρόνια όχι μήνες ως του υπεβλήθη και ανέφερε επίσης ότι υπήρχε και τρίτος συνεργάτης κάποιος Αντρέας Καρσεράς στο όνομα του οποίου εκδιδόταν αρχικά η επιταγή από την εταιρεία Α.Π. Λανίτης Λτδ και ο οποίος Καρσεράς έδιδε στον ίδιο και τον Ενάγοντα την προμήθεια τους ανάλογα. Συμφώνησε επίσης με την υποβολή ότι ο Ενάγοντας διεκπεραίωσε εργασίες και συγκεκριμένα τοποθετήσεις μονάδων air condition και για σκοπούς της Εναγομένης και όχι μόνο για την εταιρεία Λανίτη. Γι' αυτές του τις εργασίες πληρωνόταν ανάλογα με τη δουλειά που έκανε αναφέροντας ότι ο ίδιος πάντοτε πήγαινε μαζί με τον Ενάγοντα. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 2 αναφέροντας ότι δεν γνώριζε κατά πόσο η εν λόγω επιστολή είχε απαντηθεί οποτεδήποτε όπως και το Τεκμήριο 3, την βεβαίωση της εταιρείας Α.Π. Λανίτης Λτδ αναφέροντας όμως ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί για πόσο καιρό είχε διαρκέσει αυτή η συνεργασία. Αρνήθηκε τις υποβολές ότι είχε κάμει συμφωνία με τον Ενάγοντα να του δίνει ΛΚ600 το μήνα και ότι ήταν υπάλληλος του, επιβεβαίωσε ότι το 2003 ο Ενάγοντας είχε κάνει κάποιο δάνειο στο οποίο ο ίδιος υπέγραψε ως εγγυητής αλλά δεν γνωρίζει αν για σκοπούς του δανείου ο υπάλληλος της Εναγομένης Χριστάκης ο οποίος ήταν λογιστής εξέδωσε βεβαίωση της Εναγομένης ότι ο Ενάγοντας ήταν υπάλληλος της με συγκεκριμένο μισθό μηνιαίως. Αρνήθηκε την υποβολή ότι από τον Ιούλιο του 2003 μέχρι το Φεβρουάριο του 2004 πλήρωνε τον Ενάγοντα ΛΚ600 μηνιαίως όπως και τις υποβολές ότι είτε ο ίδιος προσωπικά είτε η εταιρεία οφείλουν στον Ενάγοντα οποιοδήποτε ποσό. Ο τελευταίος μάρτυρας υπεράσπισης ο Αγαθάγγελος Μεττής, ΜΥ3, είναι το πρόσωπο που εξέδωσε το Τεκμήριο 3, δηλαδή τη βεβαίωση ότι ο Ενάγοντας εργαζόταν ως υπάλληλος στην εταιρεία Α.Π. Λανίτης Λτδ μέχρι 30.6.2003 και ότι από τον Οκτώβριο του 2004 μέχρι και το Δεκέμβριο του ιδίου χρόνου ήταν συνεργάτης της εταιρείας και για την συνεργασία του αυτή έλαβε το ποσό των ΛΚ
- Εξήγησε ότι ο Ενάγοντας στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής κάθε πρωί πήγαινε στο κατάστημα της εταιρείας όπου ο διευθυντής του καταστήματος του παρέδιδε τα έγγραφα που αφορούσαν εμπορεύματα που είχαν πωληθεί και έπρεπε να παραδοθούν και εγκατασταθούν σε πελάτες, ακολούθως πήγαινε στην αποθήκη της εταιρείας παρέδιδε τα έγγραφα και έπαιρνε τα εμπορεύματα τα οποία αναλάμβανε να παραδώσει και εγκαταστήσει. Απ' ό,τι θυμάται ο Ενάγοντας συνεργαζόταν με δύο άλλα πρόσωπα τους Αντρέα Καρσερά και Μάριο Φιλιππίδη. Ανέφερε ότι εάν ο Ενάγοντας ήταν υπάλληλος σε άλλη εταιρεία και αυτό το γνώριζε η εταιρεία Α.Π. Λανίτης Λτδ δεν θα επέτρεπε να συνεχίσει τη συνεργασία του μαζί της. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η Εναγομένη εταιρεία ήταν μεταπωλητές της εταιρείας Α.Π. Λανίτης Λτδ και τους γνώριζε. Γνωρίζει ότι ο Ενάγοντας ερχόταν προσωπικά στην εταιρεία Α.Π. Λανίτης Λτδ για το διάστημα που αναφέρεται στο Τεκμήριο 3 επειδή τον έβλεπε μαζί με το Μάριο Φιλιππίδη, ότι αποκαλούσαν ο ένας τον άλλο "κουμπάρε" αλλά δεν γνώριζε τι επαγγελματική σχέση είχαν μεταξύ τους. Ο Αντρέας Καρσεράς ήταν συνεργάτης της εταιρείας Α.Π. Λανίτης Λτδ ουδέποτε υπάλληλος της και όταν του υπεβλήθη ότι εργαζόταν στα Ηνωμένα Έθνη και συναφώς η θέση που ανέφερε ότι η εταιρεία δεν συνεργαζόταν με πρόσωπα που είχαν υπαλληλική σχέση με άλλες εταιρείες είπε ότι ο ίδιος δεν γνώριζε ότι εργαζόταν στα Ηνωμένα Έθνη όταν συνεργαζόταν με την εταιρεία Α.Π. Λανίτης Λτδ. Δεν θυμόταν πότε έληξε η συνεργασία του Ενάγοντα με την εταιρεία Α.Π. Λανίτης Λτδ και επανέλαβε ότι η συμφωνία της εταιρείας Α.Π. Λανίτης Λτδ και η συνεργασία της ήταν μόνο με τον Ενάγοντα και όχι και με τον Μάριο Φιλιππίδη. Ανέφερε ότι το Τεκμήριο 3 το εξέδωσε ο ίδιος μετά που του ζητήθηκε από το Γιαννάκη Φιλιππίδη σε σχέση με κάποιες οικονομικές διαφορές που υπήρχαν μεταξύ της και του Ενάγοντα. Αρνήθηκε ότι είχε οποιοδήποτε λόγο να το εκδώσει για να βοηθήσει το Γιαννάκη Φιλιππίδη όπως και την υποβολή ότι Μάριος Φιλιππίδης υπήρξε συνεργάτης της εταιρείας Α.Π. Λανίτης Λτδ επαναλαμβάνοντας ότι οι ίδιοι γνώριζαν επίσημα μόνο τον Ενάγοντα. Ανέφερε ότι η εταιρεία Α.Π. Λανίτης Λτδ ανέστειλε τις εργασίες της από 30.7.07 και ότι δεν μπορεί να ψάξει τα λογιστικά βιβλία της εταιρείας για να επιβεβαιώσει κατά πόσο πληρώθηκαν οποιαδήποτε χρήματα από την εταιρεία στο Μάριο Φιλιππίδη κατευθείαν ή πόσο καιρό διήρκησε η συνεργασία με τον Ενάγοντα. Ανέφερε επίσης ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο ο Ενάγοντας ήταν υπάλληλος της Εναγόμενης εταιρείας επαναλαμβάνοντας ότι η εταιρεία Α.Π. Λανίτης Λτδ δεν συνεργαζόταν με πρόσωπα που ήταν υπάλληλοι άλλων εταιρειών και ότι στηριζόταν στην πληροφόρηση των ιδίων των ατόμων για το θέμα αυτό. Αυτή ήταν όλη η προφορική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Η αξιολόγηση των μαρτύρων δεν παρουσιάζει καμία δυσκολία αφού μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της Δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις των μαρτύρων, τον τρόπο που απαντούσαν στις διάφορες ερωτήσεις που τους τέθηκαν και εν γένει την όλη τους συμπεριφορά στο εδώλιο. Η Νομολογία έχει καθορίσει διάφορες παραμέτρους σε σχέση με την αξιολόγηση των μαρτύρων, παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις Σίμος Αμβροσίου Αντωνίου ν. Αστυνομίας Ποιν. Έφ. 187/07, ημερομηνίας 21.11.09, Βούτουνος ν. Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 244/06 ημερομηνίας 23.1.08, Χριστάκη Χρίστου ν. Αγαθοκλή Ηροδότου κ.ά., Πολ. Έφ. 15/07, ημερομηνίας 23.5.08 και Ανδρέας Γιάγκου Σάντη ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά. Πολ. Έφ. 78/07 ημερομηνίας 20.3.
- Σημασία στην αξιολόγηση του κάθε μάρτυρα έχουν τα λεγόμενα του, η εκφορά του λόγου του, ο δισταγμός ή η αμεσότητα των απαντήσεων του, η φυσικότητα και η εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο. Λαμβάνονται επίσης υπόψη, η ύπαρξη υπερβολών ή αντιφάσεων στα όσα αναφέρει ένας μάρτυρας στο Δικαστήριο. Η ειλικρίνεια ενός μάρτυρα κρίνεται από τη θετικότητα, την αμεσότητα και τον αυθορμητισμό του. σχετικές είναι οι αποφάσεις C & Α Pelekanos Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Β ΑΑΔ 1273, Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη, Π.Ε. 10825, ημερ. 26.3.2002 και Δημήτρης Ιωάννου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. 75/2005, ημερ. 26.1.
- Με βάση τις πιο πάνω αρχές έρχομαι τώρα να αξιολογήσω τους μάρτυρες οι οποίοι κατέθεσαν προφορικά στο Δικαστήριο. Χωρίς κανένα ενδοιασμό αναφέρω ότι κανένας από τους μάρτυρες που έδωσαν προφορική μαρτυρία δεν μου έχει κάνει ιδιαίτερα καλή εντύπωση. Το όλο πλαίσιο της μαρτυρίας είναι πολύ ομιχλώδες, βρίθει αντιφάσεων και θεωρώ ότι πολλά από τα θέματα που ξετυλίχτηκαν παρέμειναν αδιευκρίνιστα ενώ η ανακάλυψη της αλήθειας είναι επίπονο έργο στην παρούσα υπόθεση. Ξεκινώντας από τον Ενάγοντα αναφέρω ότι η όλη του μαρτυρία γύρω από τη σχέση που είχε με την Εναγόμενη εταιρεία παρουσιάστηκε πολύ διαφορετική από αυτή που πραγματικά ήταν. Σε καμία περίπτωση δεν κατάφερε να πείσει το Δικαστήριο ότι είχε συνάψει σύμβαση εργοδότησης ή έστω σύμβαση συνεργασίας με την Εναγόμενη εταιρεία. Το γεγονός ότι παρουσίασε στο Δικαστήριο επαγγελματικές κάρτες της εταιρείας με το όνομα του δεν καταδεικνύει ούτε και αποδεικνύει τέτοια σχέση. Εντελώς εξωπραγματική είναι η θέση του ότι εργοδοτήθηκε με μισθό ΛΚ650 μηνιαίως, ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα η Εναγόμενη του κατέβαλλε μόνο ΛΚ100 μηνιαίως λόγω των οικονομικών προβλημάτων που είχε ως ο ισχυρισμός του, και ο ίδιος δέχτηκε να συνεχίζει να εργάζεται με το σκληρό ωράριο που περιέγραψε, δηλαδή πέρα των 10 ωρών την ημέρα για 6 μέρες την εβδομάδα, για το πενιχρό ποσό των ΛΚ100 και μάλιστα έχοντας ζητήσει τα δεδουλευμένα του ως ισχυρίζεται αλλά πάντοτε να τον παραπέμπει η Εναγόμενη σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα. Επίσης ο ισχυρισμός του για την άθλια οικονομική κατάσταση της Εναγομένης και για το ότι δεν υπήρχαν δουλειές συγκρούεται κάθετα με τη δική του τοποθέτηση για τις πολλές ώρες που εργαζόταν εβδομαδιαίως. Η θέση του Ενάγοντα ότι συνέχιζε να εργάζεται λαμβάνοντας το ιδιαίτερα ασήμαντο ποσό των ΛΚ100 μηνιαίως από το ποσό των ΛΚ650 που είχε συμφωνήσει αλλά επειδή είχε συνάψει δάνειο μπορούσε να συνεχίζει να ζει ικανοποιητικά φαντάζει εντελώς εξωπραγματική. Η θέση του ότι βοηθείτο και από το μισθό της γυναίκας του επίσης φαίνεται να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αφού από τα ενώπιον μου στοιχεία προκύπτει ότι η εργοδότηση της συζύγου του στην Εναγομένη ως τηλεφωνήτρια ήταν για πολύ μικρή χρονική περίοδο, 8 μέχρι 12 μήνες και ο μισθός της επίσης χαμηλός, ΛΚ
- Επίσης ο Ενάγοντας δεν μπόρεσε να στοιχειοθετήσει καθόλου τα όσα ανέφερε είτε με κάποια απόδειξη για το μισθό του ούτε και κάλεσε τον λογιστή της Εναγομένης τον οποίο επικαλέστηκε. Διαφάνηκε δε ότι η συνεργασία του με την εταιρεία Α.Π. Λανίτης Λτδ μετά την απόλυση του συνεχίστηκε γεγονός το οποίο απέκρυψε από το Δικαστήριο κατά την κυρίως εξέταση του και μόνο αφού ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση του προέβαλε ισχυρισμό για τον τρόπο με τον οποίο συνεχίστηκε η όποια σχέση του με την εταιρεία αυτή. Η θέση του επίσης ότι παρέμεινε να εργάζεται στην Εναγόμενη παρά το ότι σαν πρώην υπάλληλος της εταιρείας Α.Π. Λανίτης Λτδ είχε μεγάλη ζήτηση και μπορούσε να εργοδοτηθεί σε οποιαδήποτε άλλη εταιρεία επίσης φαίνεται να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα αφού κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα απέρριπτε μια καλύτερη δουλειά και θα συνέχιζε να εργοδοτείται κάπου όπου λαμβάνει ΛΚ100 μηνιαίως μόνο από το ποσό των ΛΚ650 που είχε συμφωνήσει. Ήταν φανερό ότι η σχέση του Ενάγοντα με τον ΜΥ2 με τον οποίο υπήρξαν πολύ καλοί φίλοι για μεγάλη χρονική περίοδο έχει διαταραχθεί λόγω προσωπικών θεμάτων. Ο λόγος αυτός δίδει και το ανάλογο κίνητρο στον Ενάγοντα για καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Θεωρώ τελικά ότι δεν ήταν τυχαία η διαζευκτική βάση αγωγής στο δικόγραφο του Ενάγοντα αφού είναι φανερό ότι ο ισχυρισμός του για ύπαρξη σύμβασης εργοδότησης ή έστω συνεργασίας μεταξύ του και της Εναγόμενης εταιρείας είναι παντελώς ανυπόστατος. Ιδιαίτερα άσχημη εντύπωση έχω αποκομίσει για τον ΜΥ1, Γιανάκκη Φιλιππίδη. Η όλη μαρτυρία του είναι γεμάτη ψέματα και αντιφάσεις και ήταν ολοφάνερη η προσπάθεια του να παρουσιάσει ότι δεν γνώριζε καθόλου τον Ενάγοντα και ότι ουδέποτε είχε οποιαδήποτε σχέση μαζί του. Η προσπάθεια του αυτή σε καμία περίπτωση δεν πέτυχε, το Δικαστήριο απορρίπτει ολόκληρη τη μαρτυρία του η οποία πέραν από ψευδής χαρακτιριζόταν από έντονη προσπάθεια αποφυγής να απαντήσει σε ερωτήσεις, όσες ερωτήσεις απαντούσε τις απαντούσε με πολύ σιγανή φωνή που κανένας δεν μπορούσε να καταλάβει τι εννοούσε, μονολεκτικά και απόλυτα, επαναλάμβανε την παντελή άγνοια του για οποιαδήποτε τυχόν συνεργασία είχε ο Ενάγοντας με το γιο του Μάριο, μαρτυρία η οποία συγκρούεται κάθετα με τη μαρτυρία του γιου του Μάριου. Ο ΜΥ2 Μάριος Φιλιππίδης πιστεύω, μέσα από τις αντιφάσεις τις συγκρουόμενες απαντήσεις αλλά και τις υπεκφυγές του, είναι το πρόσωπο που τελικά διαφώτισε το Δικαστήριο ως προς την πραγματική σχέση που είχε ο ίδιος με τον Ενάγοντα. Η μαρτυρία του αναφορικά με την πραγματική φύση της σχέσης του με τον Ενάγοντα, ενισχύεται και από τη μαρτυρία του ΜΥ
- Δυσκολευόταν και ο ίδιος να απαντήσει ευθαρσώς και με ευθύτητα τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν όμως η θέση του παρέμεινε σταθερή και αμετάβλητη ότι σε καμία περίπτωση ο Ενάγοντας δεν ήταν εργοδοτούμενος της Εναγόμενης εταιρείας, ότι η οποιαδήποτε σχέση είχε ο Ενάγοντας ήταν με τον ίδιο προσωπικά και σε καμία περίπτωση ως εκπρόσωπος της Εναγομένης, ότι ουσιαστικά ο ίδιος μαζί με τον Ενάγοντα λόγω της γνωριμίας και της σχέσης που είχε ο Ενάγοντας με την εταιρεία Α.Π. Λανίτης Λτδ συνεργάζονταν σχεδόν επί καθημερινής βάσεως και με το κομμάτι για διάφορες δουλειές της εταιρείας αυτής. Στις δοσοληψίες τους αυτές υπήρχε τρίτο πρόσωπο, ο Αντρέας Καρσεράς ο οποίος ουσιαστικά έπαιρνε τη δουλειά από την εταιρεία Α.Π. Λανίτης Λτδ και την ανέθετε στον Ενάγοντα και τον ίδιο πληρώνοντας τους για κάθε δουλειά ξεχωριστά, ποσό ανάλογο με την εργασία που διεκπεραίωναν. Είναι φανερό ότι η προσωπική τους σχέση με τον Ενάγοντα, αδιαμφισβήτητα υπήρξαν στο παρελθόν πολύ στενοί φίλοι, διαταράχτηκε σε μεγάλο σημείο για προσωπικούς κυρίως λόγους γεγονός που καταδεικνύει και το λόγο καταχώρησης της παρούσας αγωγής από τον Ενάγοντα. Είναι δε φανερό ότι με την κατάρρευση της σχέσης του με τον Ενάγοντα σταμάτησε, πολύ πριν αναστείλει τις εργασίες της η εταιρεία Α.Π. Λανίτης Λτδ, και η οποία συνεργασία είχε με την εταιρεία αυτή αφού ο συνδετικός κρίκος ήταν ο Ενάγοντας. Δικαιολογείται έτσι και η θέση του για τον τρόπο που τυπώθηκε και το Τεκμήριο 1 δηλαδή η επαγγελματική κάρτα που κατέθεσε ο Ενάγοντας. Ο ΜΥ3 διαφώτισε το Δικαστήριο σε σχέση με τον τρόπο της συνεργασίας της εταιρείας Α.Π. Λανίτης Λτδ με τον Ενάγοντα και το Μάριο Φιλιππίδη μετά τον τερματισμό της εργοδότησης του Ενάγοντα από την εταιρεία Α.Π. Λανίτης Λτδ. Δεν διαλανθάνει της προσοχής μου ότι η επιστολή που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 3, την οποία συνέταξε ο ΜΥ3, έγινε κατόπιν παράκλησης του ΜΥ1 Γιαννάκη Φιλιππίδη για λόγους της παρούσας αγωγής. Θεωρώ όμως ειλικρινή τη θέση του ΜΥ3 ότι τα όσα στο εν λόγω Τεκμήριο αναφέρονται τα έγραψε μετά από σχετική έρευνα στα βιβλία της εταιρείας Α.Π. Λανίτης Λτδ όπου εργοδοτείτο και αφορούσαν τη χρονική περίοδο που του ζητήθηκε από τον ΜΥ
- Δεν θεωρώ ότι εν λόγω μάρτυρας όμως είπε στο Δικαστήριο ψέματα κινούμενος από οποιαδήποτε πρόθεση να βοηθήσει την υπόθεση της Εναγομένης εταιρείας, ούτε διέκρινα τέτοια διάθεση αλλά ούτε και λογικά μπορεί να αποδοθεί τέτοιο κίνητρο με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία. Ο μάρτυρας αυτός είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια, σε μεγάλο σημείο της η μαρτυρία του συνάδει με τη μαρτυρία του Μάριου Φιλιππίδη, ΜΥ2 σε σχέση με την πραγματική φύση της συνεργασίας που υπήρχε μεταξύ Ενάγοντα και ΜΥ
- Εν όψει της αξιολόγησης ανωτέρω είναι εύρημα μου ότι σε καμία περίπτωση δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμβατική σχέση είτε γραπτή είτε προφορική είτε εν μέρει γραπτή και εν μέρει προφορική μεταξύ Ενάγοντα και Εναγομένης εταιρείας. Είναι επίσης εύρημα μου ότι μεταξύ Ενάγοντα και Εναγομένης δεν υπήρξε ποτέ οποιαδήποτε σχέση η οποία να βασίζεται είτε σε σχέση προσφοράς υπηρεσιών είτε οποιασδήποτε άλλης συνεργασίας γι' αυτό και η παρούσα υπόθεση δεν θα μπορούσε να παραπεμφθεί στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών ως αφορούσα είτε σύμβαση είτε αυτοτελείς αξιώσεις που πηγάζουν από οποιαδήποτε σχέση εργοδότη εργοδοτούμενου. Η νομολογία καθορίζει σαφώς τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Οι συνδυασμοί των προνοιών των Άρθρων 30 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, Ν.24/67όπως έχει τροποποιηθεί και Άρθρου 12(ε) του περί Ετησίων Αδειών μετ' απολαβών Νόμου, Ν.8/67όπως έχει τροποποιηθεί όπως έχουν αυτά ερμηνευθεί στη σχετική νομολογία έχουν ξεκαθαρίσει εντελώς το τοπίο. Σύμφωνα με το Άρθρο 30 του Ν.24/67: "30.
(1)Το Δικαστήριον Εργατικών Διαφορών κέκτηται αποκλειστικήν αρμοδιότητα να αποφασίζη επί απασών των εργατικών διαφορών των αναφυομένων συνεπεία της εφαρμογής του παρόντος Νόμου ή οιωνδήποτε Κανονισμών εκδοθέντων δυνάμει αυτού ή αμφοτέρων, περιλαμβανομένου και παντός παρεμπίπτοντος ή συμπληρωματικού προς τοιαύτας διαφοράς θέματος.
(2)Ουδέν των εν τω παρόντι άρθρω ερμηνεύεται ως επηρεάζον το δικαίωμα εργοδοτουμένου όπως, αναφορικώς προς τερματισμόν απασχολήσεως, προσφυγή εις το Επαρχιακόν Δικαστήριον της Επαρχίας εν η ο εργοδοτούμενος ηργοδοτείτο κατά τον χρόνον καθ' ον ανέκυψεν η διαφορά εις περίπτωσιν καθ' ην η αξίωσις αυτού είναι δι' αποζημιώσεις υπερβαινούσας τας διά του παρόντος Νόμου δυναμένας να διεκδικηθώσι" Στην απόφαση TONI&GUY LIMASSOL LTD κα. ν. Κυριάκου Θεοδώρου
(2008)(1Α) ΑΑΔ 496 το Ανώτατο Δικαστήριο επανέλαβε προηγούμενη νομολογία και επαναβεβαίωσε ότι για να εμπίπτει μια αυτοτελής αξίωση στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών θα πρέπει αυτή η αυτοτελής αξίωση να εγείρεται από τη σύμβαση εργασίας. Ο όρος αυτοτελής αξίωση που εγείρεται από τη σύμβαση εργασίας εξυπακούει αξίωση που αφορά στην εργασιακή σχέση εργοδότη και εργοδοτουμένου και βασίζεται στη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Από τα δικόγραφα της παρούσας αγωγής και κύρια και καθοριστικά από τη διαζευκτική αιτία αγωγής στην οποία αναφέρεται ο Ενάγοντας στην Έκθεση Απαίτησης του αλλά και από όλη τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου όπως έχει παρατεθεί πιο πάνω προκύπτει ότι η αξίωση του Ενάγοντα σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε σύμβαση εργασίας ή σε εργασιακή σχέση των διαδίκων αλλά μόνο ως θέμα αθέτησης συμφωνίας συνεργασίας και ή παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών και επομένως είναι η θέση μου ότι εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας γι' αυτό και σε καμία περίπτωση η παρούσα υπόθεση δεν θα μπορούσε να παραπεμφθεί ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Καθοδήγηση για το θέμα αυτό αντλώ επίσης από τις αποφάσεις Elbee Ltd
(1999)1AAΔ 149 και Ηρόδοτος Παναγιώτου ν. Δ.Σ. Αρτοκουλουροποιείου Λτδ
(2002)1ΑΑΔ 1381. Χρήσιμη αναφορά είναι επίσης η απόφαση στην υπόθεση Στυλιανίδης ν. British American Insurance Co. Ltd
(1990)1ΑΑΔ 517 όπου αποφασίστηκε ότι ο πρωταρχικώς σκοπός του περί Τερματισμού Απασχόλησης Νόμου είναι η προστασία του εργοδοτούμενου από τον μονομερή τερματισμό των περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 ή τις αρχές του κοινού δικαίου στο σημείο και βαθμό που ρυθμίζουν σχέσεις εργασίας ή τις συνέπειες της διαρρήξεως των. Με δεδομένη τη θέση μου ότι η παρούσα υπόθεση σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να παραπεμφθεί ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών καθότι δεν αφορά ούτε σύμβαση εργασίας ούτε σχέση εργοδότησης αλλά ούτε και αυτοτελείς αξιώσεις από σύμβαση εργασίας προχωρώ να εξετάσω τη διαζευκτική βάση αγωγής ότι δηλαδή τα ποσά που αξιώνει ο Ενάγοντας αποτελούν οφειλόμενα ποσά με βάση άλλη σχέση μεταξύ των μερών. Είναι εύρημα μου ότι ο Ενάγοντας με βάση την προηγούμενη εργοδότηση του στην εταιρεία Α.Π. Λανίτης Λτδ και μετά από τον τερματισμό των υπηρεσιών του από την εν λόγω εταιρεία λόγω πλεονασμού και λόγω τη σχέσης που είχε με την εταιρεία αυτή παρέμεινε συνεργάτης τους δηλαδή αναλάμβανε την τοποθέτηση και παράδοση οικιακών συσκευών σε διάφορους πελάτες της. Γι' αυτή του τη δουλειά και/ή προσφορά υπηρεσιών πληρωνόταν από την εταιρεία Α.Π. Λανίτης Λτδ για κάθε εργασία ξεχωριστά. Ο Ενάγοντας συνεργάστηκε στα πλαίσια αυτά με τον Αντρέα Καρσερά αλλά και με τον Μάριο Φιλιππίδη, ΜΥ2 λόγω της φιλίας που είχαν και του γεγονότος ότι ο ΜΥ2 ήταν υπάλληλος της Εναγομένης εταιρείας η οποία επίσης ασχολείτο με την επιδιόρθωση και πώληση οικιακών συσκευών. Στα πλαίσια αυτής τους της συνεργασίας τυπώθηκε και η επαγγελματική κάρτα του Ενάγοντα, Τεκμήριο 1. Ο Μάριος Φιλιππίδης κατά το διάστημα που συνεργαζόταν με τον Ενάγοντα πήγαινε μαζί του σχεδόν καθημερινά στις αποθήκες της εταιρείας Α.Π. Λανίτης Λτδ από όπου έπαιρναν εμπορεύματα τα οποία παρέδιδαν και εγκαθιστούσαν σε διάφορους πελάτες της εταιρείας. Για τις μετακινήσεις τους αυτές συνήθως χρησιμοποιούσαν ένα βαν εμπορικό ιδιοκτησίας της Εναγομένης εταιρείας το οποίο ο ΜΥ2 ως υπάλληλος και μέτοχος της είχε το δικαίωμα να οδηγεί. Όταν ο Ενάγοντας αγόρασε δικό του εμπορικό αυτοκίνητο κάποτε χρησιμοποιείτο και το εν λόγω όχημα. Υπήρξαν περιπτώσεις όπου ο Ενάγοντας συνεργάστηκε με την Εναγομένη εταιρεία, για μεμονωμένες εργασίες και όποτε γινόταν αυτό η Ενάγοντας πάντοτε πληρωνόταν σε μετρητά για κάθε εργασία που έγινε. Η όποια σχέση του Ενάγοντα με τον ΜΥ2 τερματίστηκε όταν προέκυψαν προσωπικές διαφορές μεταξύ τους. Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι κατάληξη του Δικαστηρίου με βάση και τα ευρήματα του είναι η απόρριψη της παρούσης Αγωγής αφού ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει οποιοδήποτε από τους ισχυρισμούς του και/ή οποιαδήποτε από τις διαζευκτικές βάσεις αγωγής που προώθησε. Σε καμία περίπτωση δεν απέδειξε ότι υπάρχει προς όφελος του εκ μέρους της Εναγομένης εταιρείας οφειλή για οποιοδήποτε ποσό. Ως εκ των ανωτέρω η Αγωγή απορρίπτεται επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης εταιρείας και εναντίον του Ενάγοντα τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητής και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /εκ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο