← Κύπρος

Αριστοφάνης Α. Γεωργίου ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Ιφιγένειας Αντωνίου κ.α. ν. Θεοδώρα Φιλίππου Ιωάννη κ.α., Αγωγή αρ.: 2604/11.,

Αριστοφάνης Α. Γεωργίου ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Ιφιγένειας Αντωνίου κ.α. ν. Θεοδώρα Φιλίππου Ιωάννη κ.α., Αγωγή αρ.: 2604/11., 27 Ιανουαρίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΥ, Π.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 2604/

  1. METAΞΥ :
  2. Αριστοφάνης Α. Γεωργίου, ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Ιφιγένειας Αντωνίου τέως από τη Λύμπια,
  3. Συμβούλιο Κοινοτικής Ευημερίας (ΣΚΕ) Λυμπιών από τα Λύμπια,
  4. Εκκλησιαστική Επιτροπή Λυμπιών, Εναγόντων, - και -
  5. Θεοδώρα Φιλίππου Ιωάννη,
  6. Ανδρέας Ιωάννη Φιλίππου,
  7. Πέτρος Παπουής,
  8. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Εναγομένων. ----------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27 Ιανουαρίου 2012 Αίτηση ημερ. 12.4.2011 για Έκδοση Προσωρινού Διατάγματος Για Αιτητές-Ενάγοντες : κ. Αρ. Γεωργίου. Για Εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Γ. Παπαθεοδώρου. ----------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες κατεχώρισαν την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή εναντίον των εναγομένων, με την οποία αξιούν την ακύρωση, μεταβίβαση και εγγραφή 15 ακινήτων επ΄ ονόματι της εναγομένης 1, καθότι, ως ισχυρίζονται, μεταβιβάσθησαν συνεπεία δόλου και/ή απάτης και/ή διά ψευδών παραστάσεων και/ή κατ΄ αντίθεση της βούλησης της ιδιοκτήτριας και/ή χρησιμοποιήθηκε πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 11.12.06, που δεν ήταν δεόντως υπογεγραμμένο και πιστοποιημένο και/ή ήταν προϊόν δόλου και/ή απάτης και/ή αποτέλεσμα ψευδών παραστάσεων και/ή διά της απόσπασης της υπογραφής της δολίως. Επίσης αξιώνεται η ακύρωση της περαιτέρω μεταβίβασης και εγγραφής των άνω ακινήτων από την εναγόμενη 1 στον εναγόμενο 2 ως γενομένη δολίως με σκοπό την καταδολίευση των δικαιοδόχων στη διαθήκη της αποβιωσάσης. Περαιτέρω, επιζητείται δήλωση του Δικαστηρίου ότι δικαιούχοι των ακινήτων ως άνω είναι οι κατονομαζόμενοι εις τη διαθήκη της αποβιωσάσης Ιφιγένειας Αντωνίου, ημερ. 20.7.05 και με αριθμό 119/05 και όπως γίνει διανομή σύμφωνα με αυτήν. Τέλος αξιώνονται και αποζημιώσεις. Την ίδια ημέρα που κατεχωρήθη η αγωγή κατεχωρήθη και η υπό εξέταση μονομερής αίτηση, με την οποία οι ενάγοντες-αιτητές πέτυχαν την έκδοση προσωρινού διατάγματος, με το οποίο απαγορεύεται εις τους εναγόμενους να αποξενώσουν τα πιο πάνω ρηθέντα 15 ακίνητα. Η αίτηση στηρίζεται σε τρεις Ε/Δηλώσεις. Η πρώτη προέρχεται από τον δικηγόρο κ. Αριστοφάνη Γεωργίου, ο οποίος μεταξύ άλλων αναφέρει ότι συνέταξε τη διαθήκη της αποβιωσάσης Ιφιγένειας Αντωνίου και αφού της την ανέγνωσε την 20.7.05 και της την εξήγησε παρουσία δύο ικανών μαρτύρων, ως ορθή την υπέγραψε όπως και οι μάρτυρες. Η διαθήκη εν συνεχεία, την 22.7.05, κατετέθη στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και έλαβε τον αριθμό 119/
  9. Η πιο πάνω απεβίωσε την 23.4.10 και στις 13.5.10 ο ίδιος κατέθεσε επιστολή εις τον Πρωτοκολλητή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας διά άνοιγμα της διαθήκης. Ο Πρωτοκολλητής την άνοιξε και αντίγραφο δόθηκε εις τον ομνύοντα, το οποίο επισυνάπτει στην Ένορκη Δήλωση. Εις αυτήν ως εκτελεστής κατονομάζεται ο ίδιος, με αποτέλεσμα στις 9.9.10 να καταχωρίσει αίτηση στο Δικαστήριο διά να του δοθεί διάταγμα διαχείρισης της περιουσίας της αποβιωσάσης. Η αίτηση έχει αριθμό 528/10 και επεδόθη στον κοντινότερο κληρονόμο, όπως και δημοσιεύθηκε σε εφημερίδα την 15.10.10, όπως ορίζει ο Νόμος. Μετά την παρέλευση 3 μηνών και αφού δεν κατεχωρήθη οιαδήποτε ένσταση, του δόθηκε διάταγμα διαχείρισης της περιουσίας της ως άνω αποβιωσάσης. Μέσα στα πλαίσια αυτά, το Κτηματολόγιο Λευκωσίας, κατόπιν αίτησης του, τον πληροφόρησε ότι κανένα κτήμα δεν ήταν εγγεγραμμένο επ΄ ονόματι της αποβιωσάσης κατά την ημέρα του θανάτου της και ότι η περιουσία της μεταβιβάσθη την 29.12.06 εις την εναγόμενη 1, η οποία εν συνεχεία τη μεταβίβασε επ΄ ονόματι του υιού της, εναγομένου
  10. Τα 15 κτήματα της αποβιωσάσης, σύμφωνα με τη διαθήκη της, κληροδοτούντο 7 στη ΣΚΕ Λυμπιών, που είναι οι ενάγοντες 2, 5 στην Εκκλησία Αγίου Επιφανείου Λυμπιών και 3 στην Εκκλησία Αγίου Γεωργίου Λυμπιών, που είναι οι ενάγοντες
  11. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, από περαιτέρω έρευνα του διαπίστωσε ότι η εναγόμενη 1 χρησιμοποιώντας πληρεξούσιο έγγραφο που έφερε ημερομηνία 11.12.06 πιστοποιημένο από τον υιό της, εναγόμενο 3, που είναι πιστοποιών υπάλληλος, μεταβίβασε και ενέγραψε στις 29.12.06 την περιουσία της αποβιωσάσης αρχικά στο όνομα της και εν συνεχεία στον υιό της, εναγόμενο
  12. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός του ομνύοντα ότι η αποβιώσασα μέχρι τον θάνατο της δεν άλλαξε τη βούληση της όπως αυτή διατυπώθηκε στη διαθήκη της, ημερ. 20.7.05, και αυτό υποστηρίζουν και οι δύο άλλες Ε/Δηλώσεις επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση. Η αποβιώσασα, συνεχίζει ο ομνύοντας, μετά την ετοιμασία της διαθήκης της, ήταν ένα ευάλωτο πρόσωπο, με σοβαρά προβλήματα κινητικότητας, και σπάνια έβγαινε από το γηροκομείο όπου διέμενε. Οι άλλες δύο Ένορκες Δηλώσεις προέρχονται από τον Ιερέα Λυμπιών, Πάτερ Θεόδωρο Γρηγορίου, και Πρόεδρο του Κοινοτικού Συμβουλίου Λυμπιών, κ. Σοφοκλή Σάββα. Αμφότεροι διά μέσου των Ενόρκων Δηλώσεων τους υποστηρίζουν ότι η αποβιώσασα μέχρι τον θάνατό της δεν άλλαξε τη θέληση της, όπως εκφράζεται αυτή στη διαθήκη της, και ακόμη ότι η εναγόμενη 1 γνώριζε το περιεχόμενο της διαθήκης ως άνω και μάλιστα επικροτούσε την ενέργεια της αποβιωσάσης που έδινε την περιουσία της στην εκκλησία και ΣΚΕ, κάτι το οποίο έκανε και μετά τις 29.12.06, όταν μεταβίβασε την περιουσία της αποβιωσάσης επ΄ ονόματι της. Επίσης, αναφέρονται στην κατάσταση της υγείας της αποβιωσάσης μετά τον καταρτισμό της διαθήκης της μέχρι τον θάνατο της και ότι η μεταβίβαση της περιουσίας της στην εναγόμενη 1 έγινε κατόπιν δόλου, εξαπάτησης και/ή ότι η υπογραφή της εξασφαλίστηκε με ψευδείς παραστάσεις. Οι καθ΄ ων η αίτηση-εναγόμενοι 1-2 καταχώρισαν ένσταση εις την οποία προβάλλονται ως λόγοι ότι η ισχυριζόμενη διαθήκη ημερ. 22.7.05 είναι άκυρη, χωρίς αξία, με την καταχώριση της αγωγής δεν καταχωρήθηκαν τα γράμματα διαχείρισης εις τον ενάγοντα 1, η αγωγή είναι ανυπόστατη καθότι δεν προηγήθηκε της καταχώρισης του κλητήριου εντάλματος Ένορκη Δήλωση από ενάγοντα, με την οποία να επαληθεύεται η οπισθογράφηση του κλητήριου εντάλματος, οι ενάγοντες στερούνται locus standi στην υπόθεση, οι ενάγοντες δεν έχουν καλή υπόθεση, απέκρυψαν από το Δικαστήριο σημαντικές πληροφορίες και τέλος, ότι η αίτηση είναι νομικά ελαττωματική. Την ένσταση υποστηρίζουν Ένορκες Δηλώσεις των εναγομένων-καθ΄ ων η αίτηση 1 και
  13. Με αυτές προβάλλονται πέραν των λόγων ενστάσεως ότι η αποβιώσασα μετά την κατάρτιση της πρώτης διαθήκης, ημερ. 20.7.05, άλλαξε τη βούληση της με το να εφοδιάσει την εναγόμενη 1 με το πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 11.12.06 και ακολούθως με τον καταρτισμό της διαθήκης της ημερ. 8.6.
  14. Αυτό ήταν προϊόν της ελεύθερης βούλησης της, χωρίς κανένα απολύτως επηρεασμό από τους εναγόμενους. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι η εναγόμενη 1 είχε μακροχρόνια προσωπική σχέση με την αποβιώσασα, την επισκεπτόταν καθημερινά και ήταν θεία της. Τη σχέση αυτή την γνώριζαν οι ενάγοντες και την απέκρυψαν. Στις τρεις συμπληρωματικές Ένορκες Δηλώσεις τους οι ενάγοντες αναφέρουν ότι από τις έρευνες τους πληροφορήθηκαν ότι η εναγόμενη 1 είναι θυγατέρα πρώτης ξαδέλφης της αποβιωσάσης και ότι αυτή κατά καιρούς επισκεπτόταν την τελευταία και γνώριζε διά τη διαθήκη της, κάτι το οποίο επικροτούσε ακόμη και μετά την 29.12.06 που έκαμε τις μεταβιβάσεις και μέχρι την κηδεία της. Επίσης, προβάλλονται διάφοροι λόγοι διά να καταδειχθεί η ακυρότητα της δεύτερης διαθήκης της αποβιωσάσης ημερ. 8.6.
  15. Τέλος, δικαιολογείται η μη αναφορά της άνω συγγένειας που συνέδεε την εναγόμενη 1 με την αποβιώσασα με το ότι αυτή δεν ήταν κληρονόμος της. Οι Καθ΄ ων η αίτηση κατεχώρησαν και αυτοί με την σειρά τους συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση όπου αρνούνται τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς των αιτητών. Οι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν, όπως ήταν φυσικό, τις θέσεις των διαδίκων που εκπροσωπούσαν. Θα αναφερθώ αργότερα σε αυτές, όπου κριθεί αναγκαίο. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίου Νόμου, Ν.14/60, άρθρα 4, 5, 9, 91(Α)-(Δ) του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, άρθρο 3 του Νόμου 134

(1)/99 και στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48, θ.θ 2, 5, 6 και 8
(3), στις Αρχές του Κοινοδικαίου και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Tα κριτήρια και προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σε αίτηση για διάταγμα στη βάση του άρθρου 32, του Νόμου 14/1960, μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα:
  1. Πρέπει να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά τη δίκη.
  2. Να υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία.
  3. Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. (βλ., μεταξύ άλλων, Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1976)1 C.L.R. 38, Karydas Taxi v. Komodikis
(1975)1 C.L.R 38, Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, Α/φοί Μυλωνά Α.Ε. κ.ά. ν. Μ. Abraamides & Co Ltd,
(1998)1 Α.Α.Δ 1513, Nemitsas Industries Ltd v. S. & S. Maritime Lines Ltd and Others
(1976)1 C.L.R. 302, Constantinides v. Makriyiorghou & Another
(1978)1 C.L.R. 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, M & M Transport v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 C.L.R. 605, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Απαιτείται από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία πρέπει να καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. (βλ. Eurocypria Airlines Ltd v. 1. Κυπριακή Δημοκρατία κ.α. Π.Ε. 170/11 ημερ. 20.10.11). Στην απόφαση ABP Holdings Ltd v. Ανδρέα Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 γίνεται ανάλυση των πιο πάνω άρθρων. Ως αναφέρεται στη σελ. 699 όπου επαναβεβαιούται η υπόθεση Cyprus Palestine Plantations Company Limited v. Olivier & Company (Cyprus) Limited 16 C.L.R. 122, το άρθρο 4 του ΚΕΦ. 6 παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα όταν αυτό αφορά μόνο το αντικείμενο της αγωγής και στη σε. 701 αναφέρεται ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6 κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (ίδε Cyprus Palestine Platations Ltd v. Olivier & Co (Cyprus) Ltd 16 C.L.R 122, Sophocles Mamas & Co v. Corl F.S. Borgward and the Chartered Bank
(1962)C.L.R. 209, London & Overseas Co v. Tempest Bay Shipping
(1978)1 C.L.R 367, Compania Portoguesa de Transportes Maritime of Lisbon v. Sponsalia Shipping Co Ltd
(1987)1 C.L.R 11) το άρθρο 4 του ΚΕΦ. 6 εφαρμόζεται μόνο όπου η περιουσία δια την οποία ζητείται το διάταγμα είναι αντικείμενο της αγωγής και το διάταγμα που προβλέπει το άρθρο αυτό σκοπεί εις την προστασία της περιουσίας, αντικείμενο της αγωγής κατά τη διάρκεια που εκκρεμεί η αγωγή. Όταν η περιουσία είναι αντικείμενο της αγωγής τότε το άρθρο 4 δύναται να εξετασθεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Εις την υπόθεση Παπαστράτης ν. Πετρίδης
(1979)1 C.L.R. 231 αποφασίστηκαν τα ακόλουθα: «... with exception of cases where property is the subject of the action, in all other cases an application for an interlocutory order under section 4 of Cap. 6 cannot be considered independently of the provisions of section 32 of Law 14/60; Section 32 of Law 14/60 is of a wider application than section 4 of Cap.6 and consequently, when an application is considered under this section the provisions of section 4 of Cap. 6 are automatically taken into account;» To άρθρο 5 του ΚΕΦ. 6 τυγχάνει εφαρμογής σε αγωγές αναφορικά με χρέος ή αποζημιώσεις και είναι δυνατή βάσει αυτού η έκδοση διατάγματος δέσμευση ακινήτου περιουσίας εναγομένου, είτε εγγεγραμμένου είτε δικαιούμενου να εγγραφεί προς τον σκοπόν ικανοποίησης απόφασης την οποίαν ήθελε επιτύχει να εκδώσει ο ενάγοντας. Οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 5 είναι δύο (α) καλή βάση αγωγής και (β) η αποξένωση της περιουσίας σε τρίτο είναι πιθανό να παρεμποδίσει τον ενάγοντα εις την ικανοποίηση της απόφασης που τυχόν ήθελε εκδοθεί υπέρ του. Ο ενάγοντας σχετικά με τις δύο άνω προϋποθέσεις θα πρέπει να προσφέρει μαρτυρία και στοιχεία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση του εναγομένου, τη φύση και αξία της ακίνητης περιουσίας τη δέσμευση της οποίας επιζητεί, ώστε να δυνηθεί το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια επί του θέματος. Επίσης πρέπει να αναφερθεί ότι εις το παρόν στάδιο και στο πλαίσιο της παρούσης διαδικασίας πρέπει το Δικαστήριο να αποφύγει τη διεξοδική διερεύνηση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. (ίδε Adidas v. Jonitexo
(1984)1 C.L.R 263). To πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξετασθεί είναι αυτό της μη αποκάλυψης, λόγος ένστασης, ο οποίος εάν επιτύχει συνήθως έχει καταλυτικές συνέπειες σε αίτηση όπως η υπό εξέταση. Σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία βαρύνει τον αιτητή σε μονομερείς αιτήσεις η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων που είναι γνωστά εις αυτόν αλλά και εκείνα που θα μπορούσε ν' αποκαλύψει με εύλογη έρευνα ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια. (ίδε Γενικός Εισαγγελέας (Νο.2) ν. Γεώργιου Σαββίδη
(1979)1 C.L.R 349.) Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248 λέχθηκε περαιτέρω ότι ο Δικαστής κρίνει αν το γεγονός που παρελήφθηκε είναι ουσιαστικό, αν δεν ήταν γνωστό στον Αιτητή και δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό και αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης. Αυτά ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι και οι μόνοι παράγοντες. Τελικά το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια παρ' όλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στην μονομερή αίτηση, να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους. Εις την Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α
(1996)1 Α.Α.Δ 597 λέχθηκε ότι «το στοιχείο εξαπάτησης (deceit) δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής» (ίδε επίσης Govelfret Ro-Ro Services N.V κ.α. ν. The Cyprus Potato Marketing Board
(1996)1 Α.Α.Δ 733. Εις την Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. - υπό εκκαθάριση κλπ ν. Daventree Resources Ltd κ.ά., Π.Ε 9/2007, ημερ. 10.7.08, λέχθησαν τα ακόλουθα: «(α) Η μη αποκάλυψη των ουσιωδών στοιχείων. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι ένα πρόσωπο που εμφανίζεται ως διάδικος και επιζητεί την έκδοση ενός διατάγματος, έχει την υποχρέωση να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Σε μονομερείς αιτήσεις (ex parte applications) το Δικαστήριο πρέπει να βρίσκεται σε θέση να αξιολογεί όλα τα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν τη λήψη μιας απόφασης και μέσα σε αυτά τα πλαίσια δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασίζεται στο περιεχόμενο των δηλώσεων του δικηγόρου και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων (Attorney-General and another (No. 2) v. Savvides [1979]1 C.L.R. 349). Όπως έχει τονιστεί από το Δικαστή Καλλή στην υπόθεση Cobelfret Ro-Ro Services κ.ά. ν. Τhe Cyprus Potato Marketing Board
(1996)1 A.A.Δ. 733, "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58, Abdu Ali ASltobeiqui v. M/V Nada G. and another
(1985)1 C.L.R. 543, Sekavin S.A. v. Ship "Platon Ch"
(1987)1 C.L.R. 297, Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030 και Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597." Στην υπόθεση The King v. The General Commisioners fo the Purposes of the Income Tax Acts for the District of Kensington, Ex parte Princess Edmond De Polignac [1917] 1 K.B. 486) όπου το θέμα της μη αποκάλυψης όλων των ουσιωδών στοιχείων εξετάστηκε σε έκταση, το Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινό διάταγμα με το οποίο ο Διευθυντής του Φόρου Εισοδήματος κλήθηκε να απαντήσει γιατί να μην εκδοθεί ένταλμα Prohibition το οποίο θα απαγόρευε τον καθορισμό καταβολής φόρου εισοδήματος που θα έπρεπε να καταβληθεί από την αιτήτρια (Πριγκίπισσα Edmond De Polignac). Η τελευταία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που περιέχονταν σε ένορκη δήλωση της, δεν ήταν Αγγλίδα υπήκοος, δεν ήταν κάτοικος Αγγλίας εκτός μόνο για προσωρινούς λόγους και δεν είχε συμπληρώσει ποτέ συνολική διαμονή έξι μηνών στην Αγγλία σε ένα οποιοδήποτε χρόνο. Αντίθετα η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ήταν Γαλλίδα υπήκοος και μόνιμη κάτοικος Γαλλίας. Από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν εκ μέρους των καθ΄ ων η αίτηση και της αιτήτριας ως απάντηση, διεφάνη ότι η αιτήτρια είχε πληρώσει για την ενοικίαση και επίπλωση ενός διαμερίσματος στην περιοχή Chelsea του Λονδίνου και ότι τα έξοδα συντήρησης του διαμερίσματος τα κατέβαλλε από κοινού μαζί με τον αδελφό της. Το Δικαστήριο ακύρωσε το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης, αφού η αιτήτρια απέκρυψε ή παρουσίασε ψευδώς γεγονότα, που ήταν ουσιώδη με την αίτηση που καταχώρισε. Όπως έθεσε τα θέμα ο Δικαστής Scrutton L.J., "It has been for many years the rule of the Court, and one which it is of the greatest importance to maintain, that when an applicant comes to the Court to obtain relief on an ex parte statement he should make a full and fair disclosure of all the material facts - facts, not law. He must not misstate the law if he can help it - the Court is supposed to know the law. But it knows nothing about the facts, and the penalty by which the Court enforces that obligation is that if it finds out that the facts have not been fully and fairly stated to it, the Court will set aside any action which it has taken on the faith of the imperfect statement." Σε μετάφραση, "Έχει καθιερωθεί για πολλά χρόνια ως κανόνας του Δικαστηρίου και ένας κανόνας μεγάλης σπουδαιότητας που θα πρέπει να διατηρηθεί, ότι όταν ένας αιτητής έρχεται στο δικαστήριο επιζητώντας ανακούφιση με μονομερή αίτηση θα πρέπει να προβαίνει σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων, όχι του νόμου Δεν πρέπει αν μπορεί να παραθέτει λανθασμένα το νόμο αφού το δικαστήριο θεωρείται ότι γνωρίζει το νόμο. Το Δικαστήριο όμως δεν γνωρίζει τίποτε για τα γεγονότα και ο αιτητής θα πρέπει να παραθέτει πλήρως και δικαίως τα γεγονότα, και η τιμωρία με την οποία το δικαστήριο εφαρμόζει αυτή την υποχρέωση, είναι ότι όταν διαπιστώνει ότι τα γεγονότα δεν έχουν παρουσιαστεί πλήρως και δικαίως, το δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει με βάση την ατελή έκθεση." H υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο εκείνα τα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά επεκτείνεται και σε εκείνα τα γεγονότα τα οποία ο αιτητής θα μπορούσε να αποκαλύψει με μια εύλογη έρευνα. (Βλ. Χριστοφόρου ν. Γρηγορίου
(1995)1 Α.Α.Δ 248). Αν ο αιτητής παραλείψει να συμμορφωθεί με την πιο πάνω υποχρέωση τότε το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να προβεί στην έκδοση του διατάγματος, ανεξάρτητα αν η παράλειψη ήταν αθώα ή σκόπιμη. (Βλ. Lloyds Bowmaker Ltd v. Britannia Arrow Holdings plc (Lavens, third party)
(1983)3 All E.R. 178). To θέμα της υποχρέωσης αποκάλυψης των γεγονότων εξετάστηκε στην αγγλική υπόθεση Brink´s - MAT Ltd v. Elcombe and others [1988]3 All E.R. 188) στην οποία τονίστηκαν τα ακόλουθα:
(1)Ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβαίνει σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων.
(2)Τα ουσιώδη στοιχεία είναι εκείνα τα οποία θα πρέπει να γνωρίζει ο Δικαστής όπως αυτά καθορίζονται από το Δικαστή και όχι από τους δικηγόρους των διαδίκων.
(3)Η υποχρέωση της αποκάλυψης δεν περιορίζεται στα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά και σε εκείνα που μπορούσαν να αποκαλυφθούν με μια εύλογη έρευνα.
(4)Η έκταση της έρευνας που πρέπει να γίνει εξαρτάται από τα περιστατικά της υπόθεσης που περιλαμβάνει τη (
  1. i)φύση της υπόθεσης και (
  2. ii)το επιζητούμενο διάταγμα και τα επακόλουθα της έκδοσης του για τον εναγόμενο.
(5)Το Δικαστήριο που διαπιστώνει τη μη αποκάλυψη θα πρέπει να αποστερήσει από τον αιτητή οποιοδήποτε πλεονέκτημα που έχει αποκομίσει.
(6)Η μη αποκάλυψη που οφείλεται σε αθώα συμπεριφορά ή σε μη ορθή εκτίμηση της σχετικότητας της είναι μια σημαντική πτυχή, αλλά όχι αποφασιστική στην εξέταση της μη αποκάλυψης, και
(7)Κάθε παράλειψη δεν εξυπακούει την άμεση ακύρωση του διατάγματος. Το θέμα της μη αποκάλυψης απασχόλησε την κυπριακή δικαιοσύνη στην υπόθεση Demstar Ltd ν. Ζim Israel Navigation Co Ltd κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, στην οποία οι ενάγοντες, στην ένορκη δήλωση που καταχώρισαν προς υποστήριξη του αιτήματος του για την παροχή άδειας για επίδοση της αγωγής στο εξωτερικό, παρέλειψαν να αναφέρουν ότι στη σχετική φορτωτική που είχε επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση, υπήρχε όρος για παραπομπή της διαφοράς σε αλλοδαπή δικαιοδοσία. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η μη αποκάλυψη της διαφοράς σε Δικαστήριο της αλλοδαπής αποτελούσε εκτροπή από την υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και προέβη στην ακύρωση του σχετικού διατάγματος. (Βλέπε επίσης Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168). Η ίδια γραμμή με τα ίδια ακριβώς γεγονότα ακολουθήθηκε στην υπόθεση Caspi Shipping Ltd κ.ά. ν. Πλοίου Saphire Seas (Aρ.2)
(1997)1 Α.Α.Δ. 833, στην οποία τονίστηκε ότι: "Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι ένας διάδικος που ζητά τη χορήγηση θεραπείας με μονομερή αίτηση (ex parte), πρέπει να προβαίνει σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία μπορεί να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία. (Altobeiqui v. M/V Nada G. and Another
(1985)1 C.L.R. 543. Ειδικότερα στην υπόθεση Zachariades Ltd v. Economides
(1989)1 C.L.R. 437, τονίστηκε ότι η μη αποκάλυψη όρου με τον οποίο διαφορές μεταξύ των συμβαλλομένων παραπέμπονται σε διαιτησία στην αλλοδαπή συνιστά παραβίαση της υποχρέωσης για πλήρη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος." Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της FEDOSSOVA LARISSA (Aρ. 2) για διάταγμα Certiorari
(1997)1 A.A.Δ. 1333, η αιτήτρια ζητούσε την έκδοση εντάλματος Certiorari για την ακύρωση διατάγματος κατάσχεσης σε χέρια τρίτου επειδή υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος εκπροσώπησης της κατά παράβαση του άρθρου 30.3 του Συντάγματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αφού η αιτήτρια παρέλειψε να αποκαλύψει πρακτικό του Δικαστηρίου στο οποίο φαινόταν ότι το Δικαστήριο της είχε δώσει την ευκαιρία να εκπροσωπηθεί πριν από την έκδοση του επίδικου διατάγματος.» Εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης παρατηρώ από το τεκμήριο 2 της συμπληρωματικής Ενόρκου Δηλώσεως του ενάγοντα 1, κ. Αριστοφάνη Γεωργίου, ημερ. 27.6.11, ότι σε αυτόν δόθησαν έγγραφα διαχείρισης την 23.6.11. Στις τρεις Ένορκες Δηλώσεις επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση ημερ. 12.4.11, δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο. Αντίθετα, με τις Ένορκες Δηλώσεις του Πάτερ Θεόδωρου Γρηγορίου, παρ. 9, παρουσιάζεται ο πιο πάνω ως διαχειριστής, στις παρ. 6 και 7 της Ενόρκου Δηλώσεως του ενάγοντα 1 παρουσιάζεται ο ίδιος ως να έχει διάταγμα διαχείρισης της περιουσίας της αποβιωσάσης, και τέλος, στην Ένορκη Δήλωση του κ. Σοφοκλή Σάββα, στην παρ. 12 παρουσιάζεται και πάλι ο ενάγοντας 1 ως διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης. Η τελική εικόνα που παρουσιάζεται είναι, ότι την 19.4.11, όταν εξετάστηκε από το Δικαστήριο η μονομερής αίτηση των εναγόντων αυτοί απέκρυψαν και δεν απεκάλυψαν στο Δικαστήριο ότι ο ενάγοντας 1 ακόμη δεν είχε εξασφαλίσει από το Δικαστήριο έγγραφα διαχείρισης της αποβιωσάσης Ιφιγένειας Αντωνίου. Αντίθετα, παρουσίασαν στο Δικαστήριο ότι αυτός ήταν διαχειριστής της περιουσίας της. Η μη αποκάλυψη του πιο πάνω στοιχείου κατά τον χρόνο εξέτασης της μονομερούς αίτησης (19.4.11) ήταν, κατά την κρίση μου, εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω η αίτηση δεν θα πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω και θα πρέπει να απορριφθεί όπως και να ακυρωθεί το εκδοθέν διάταγμα. Θα απέρριπτα την αίτηση όμως και για ένα ακόμα λόγο. Όπως είναι γνωστό, η περιουσία προσώπου που απεβίωσε αντιπροσωπεύεται από τους νόμιμους προσωπικούς αντιπροσώπους του [βλ. άρθρο 34
(7), του Κεφ. 189]. Οι νόμιμοι προσωπικοί αντιπρόσωποι του είναι οι εκτελεστές σε περίπτωση που υπάρχει διαθήκη ή οι διαχειριστές αν δεν υπάρχει διαθήκη [βλ. άρθρο 2 του Κεφ. 189, Emin v. Turkish Bank of Nicosia and others
(1963)2 C.L.R. 74, The Ηeirs of Theodora Panayi v. Administrators of the Estate of the late S. Mandriotis
(1963)2 C.L.R 167, Φιλίππου ν. Στυλιανού
(1992)1 Α.Α.Δ 448]. Η ιδιότητα του διαχειριστή της κληρονομίας παρέχεται μόνο από το Δικαστήριο. Από τον διορισμό του δε από το Δικαστήριο μπορεί να ενάγει ή ενάγεται. Αγωγή που ασκείται από πρόσωπο που δεν έχει διοριστεί διαχειριστής είναι άκυρη και η ακυρότητα δεν θεραπεύεται με τον εκ των υστέρων διορισμό [βλ. Finnegan v. Gementation Co
(1953)1 Q.B. 688, Ιnqall v. Moran
(1944)1 K.B. 160 και Hilton v. Sutton Steam Laundry
(1946)1 K.B. 65]. Το ίδιο και ο εκτελεστής, για να μπορεί να καταστεί διάδικος θα πρέπει ο διορισμός του να επικυρωθεί από το Δικαστήριο. Ο εκτελεστής ή ο διαχειριστής της κληρονομικής περιουσίας, που σκοπεύει να κινήσει αγωγή εναντίον προσώπου που προσβάλλει την κληρονομία, ασκεί την αγωγή με την ιδιότητα του αυτή, χωρίς να ενώνει στην αγωγή τους κληρονόμους ή τα πρόσωπα που νομιμοποιούνται να αξιώσουν με βάση τη διαθήκη. Αλλά και οι αξιώσεις κατά της κληρονομίας ασκούνται εναντίον του εκτελεστή ή των κληρονόμων. Και στις δύο περιπτώσεις ενάγων και εναγόμενος είναι ο εκτελεστής ή ο διαχειριστής ανάλογα και όχι οι εξ αδιαθέτου διακαιούχοι ή οι κληρονόμοι του κληρονομούμενου [βλ. The Heirs of Thodora Panayi, (άνω) και Emin, (άνω)]. Αυτά είναι που καθορίζει ο Δικονομικός Κανόνας του άρθρου 9, Δ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλ. Πολιτική Δικονομία Χρ. Λουκά, Τόμος 3, σελ. 289). Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, είναι η κρίση μου ότι η πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 δεν ικανοποιούνται. Εφόσον δε δεν ικανοποιούνται αυτές παρέλκει και η εξέταση άλλων κριτηρίων του άρθρου 32 (βλ. Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1980, 1988). Με δεδομένο τ' ανωτέρω η αίτηση αναπόφευκτα δεν μπορεί να επιτύχει. Νοείται ότι εξέτασα την αίτηση και κάτω από το άρθρα 4 του Κεφ. 6 και η κρίση μου είναι ότι διά τους ίδιους λόγους που αναφέρθησαν δεν δύναται να επιτύχει. Διά όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση ημερ. 12.4.2011 απορρίπτεται και το προσωρινό διάταγμα ημερ. 19.4.2011 ακυρούται. Τα έξοδα να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και να είναι εις βάρος των αιτητών-εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογισθούν από την Πρωτοκολλητή και πληρωθούν στο τέλος της αγωγής. [Υπ.] Λ. Παρπαρίνος, Π.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΓ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.