Euroinvestment Finance Limited ν. Κώστας Μαυρίδη, Αγ. Αρ. 6665/02, 31 Ιανουαρίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Παρπαρίνου, Π.Ε.Δ. Αγ. Αρ. 6665/02 ΜΕΤΑΞΥ:- Euroinvestment & Finance Limited, από τη Λευκωσία ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ - και - Κώστας Μαυρίδη, από τη Λευκωσία ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Και ως ετροποποιήθη δυνάμει Διαταγής Δικαστηρίου ημερ. 5.6.09 ΜΕΤΑΞΥ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ (ΚΥΠΡΟΥ) ΛΙΜΙΤΕΔ, από τη Λευκωσία ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ - και - Κώστας Μαυρίδη, από τη Λευκωσία ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ---------------------------- Ημερομηνία: 31 Ιανουαρίου 2012 Για την Ενάγουσα: κα Α. Αθανασιάδου (για ν΄ ακουσει απόφαση η κα Καρή) Για τον Εναγόμενο: κ. Α. Παπαντωνίου (για ν' ακούσει απόφαση η κα Δ. Δημητρό) ------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα αξιοί με την παρούσα αγωγή το ποσό των £129.268,65 πλέον τόκο 10.5% από 22.5.02 το οποίο οφείλει ο εναγόμενος σύμφωνα με την Έκθεση Απαιτήσεως δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερ. 23.7.99 βάσει της οποίας του χορηγούντο δάνεια και/ή πιστωτικές διευκολύνσεις για σκοπούς επενδύσεων εις το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ). Η πιο πάνω συμφωνία συνήφθη μεταξύ εναγομένου και Euroinvestment & Finance Ltd (εν τοις εφεξοίς "E & F"). Η τελευταία δυνάμει συμφωνίας ημερ. 17.10.08 μεταβίβασε και/ή εκχώρησε όλο το ενεργητικό και παθητικό της εις την ενάγουσα. Περαιτέρω δυνάμει του Νόμου 64
(1)/97 όλες οι τραπεζικές εργασίες και συναφή θέματα της άνω εταιρείας μεταβιβάσθησαν εις την ενάγουσα. Ο εναγόμενος με την Έκθεση Υπεράσπισης του αρνείται ουσιαστικά όλους τους ισχυρισμούς της ενάγουσας πλην της υπόστασης της τελευταίας όπως και της «Ε & F». Η εκδοχή που τίθεται από αυτόν είναι ότι την 23.7.99 υπέβαλε εις την άνω εταιρεία γραπτή αίτηση για συμμετοχή του εις το Επενδυτικό Σχέδιο Margin Αccount που λειτουργούσε αυτή. Η αίτηση εγκρίθηκε και λειτούργησε περί την 23.7.
- Το ελάχιστο ποσό εξασφάλισης που απαιτήθηκε και ήταν 30% για το πιστωτικό όριο των £50,000 ήταν £15.000 το οποίο κατατέθηκε σε μετρητά σε λογαριασμό στο όνομα του εναγόμενου παρά την άνω εταιρεία και ο λογαριασμός τέθηκε σε λειτουργία. Ποσοστό ελάχιστης εξασφάλισης 50% εμφανίστηκε αργότερα οπότε και συμπληρώθηκε η ημερομηνία 23.7.99 εκ των υστέρων υπό της πιο πάνω εταιρείας εν τη αγνοία του εναγομένου και χωρίς συγκατάθεση του. Ως εκ τούτου η συμφωνία είναι άκυρη. Περαιτέρω προβάλλονται ουκ ολίγες άλλες υπερασπίσεις εκ μέρους του εναγομένου όπως ακυρότητα της συμφωνίας λόγω έλλειψης αδείας άσκησης Τραπεζικών Εργασιών από την «E & F», ως αντιθέτου με τη Νομοθεσία (περί Συμβάσεων Νόμου), τη δημόσια πολιτική και/ή σε σχέση με τυχερά παιγνίδια και κυβεία. Επίσης καταλογίζονται εις την "E & F" διάφορες άλλες υπερχρεώσεις, αμέλεια, μονομερής τροποποίηση της συμφωνίας και άλλα πολλά εκ μέρους της στα οποία θα γίνει αναφορά σε κατοπινό στάδιο. Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει οιονδήποτε ποσό στην ενάγουσα και Ανταπαιτεί πλην ορισμένων Δηλώσεων περί τούτου και τo ποσό των £250.000 πλέον τόκους ως βλάβη και/ή ζημιά που υπέστη συνεπεία των ζημιογόνων πράξεων και ενεργειών της "E & F" όπως και το ποσό που απαιτεί η ενάγουσα ήτοι £129.268,65 πλέον τόκο 10.5% ετησίως από 22.5.
- Η ενάγουσα με την Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση απορρίπτει σχεδόν όλους τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση και σε έκταση αναφέρεται στη συνεργασία της "E & F" με τον εναγόμενο καθ' όλους τους ουσιώδης χρόνους και τρόπο λειτουργίας του σχεδίου στο οποίο συμμετείχε ο εναγόμενος. Καταλήγει με επανάληψη δια την αξίωση της και απόρριψη της Ανταπαίτησης. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατάθεσαν τρεις μάρτυρες δια την ενάγουσα και ο εναγόμενος. Κατατέθηκαν δε συνολικά 28 τεκμήρια. Να σημειωθεί ότι ο τρίτος μάρτυρας διά την ενάγουσα κ. Κ. Πουλλής κατάθεσε κατόπιν κλήτευσης του ως αποτέλεσμα αιτήματος του εναγομένου βάσει του τροποποιητικού Νόμου περί Αποδείξεως Ν. 32
(1)/04ώστε ν' αντεξετασθεί επί του τεκμ
- Αυτό κατατέθηκε από τον Μ.Ε.1 και αφορά επιστολή της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου προς τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου της"E & F", ημερ. 12.10.04 και υπογράφεται από το μάρτυρα Μ.Ε.
- Ο Μ.Ε. 1 Μάριος Σαββίδης Εκτελεστικός Πρόεδρος της "E & F" κατά τον ουσιώδη χρόνο αναφέρθηκε εις όλες τις παραμέτρους της υπόθεσης παρουσιάζοντας και όλα τα σχετικά έγγραφα, τα οποία κατετέθησαν ως τεκμήρια. Ο Μ.Ε.2 Μιχάλης Στυλιανού, Ανώτερος Λειτουργός του Τμήματος Εποπτείας και Ρυθμίσεως Τραπεζικών Ιδρυμάτων της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου αναφέρθηκε εις τη λειτουργία και εργασίες που ασκούσε η πιο πάνω εταιρεία ήτοι κατά πόσο ασκούσε τραπεζικές εργασίες και από πότε. Δια το Μ.Ε.3 έχει γίνει ήδη αναφορά πιο πάνω. Ο εναγόμενος καταθέτοντας έθεσε τη δική του εκδοχή αναφορικά με τα επίδικα θέματα. Δια μέσου της απόφασης θα φανεί πιο κάτω ποια είναι αυτή στα ουσιώδη θέματα. Παρακολούθησα όλους όσους κατάθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, και εξέτασα με τη δέουσα προσοχή όλη τη μαρτυρία τους σε συνάρτηση πάντοτε με τα τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου όπου αυτό ήταν αναγκαίο και επιτρεπτό. Σύμφωνα με τα δικόγραφα είναι παραδεκτό ότι «η ενάγουσα είναι τράπεζα δεόντως εγγεγραμμένη διεξάγουσα τραπεζικές εργασίες», όπως παραδεκτό είναι ότι η "E & F" ήταν δημόσια εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο. Από την αποδεκτή και μη αμφισβητηθείσα μαρτυρία του Μ.Ε.1 σε συνδυασμό με τα τεκμ. 1,2 και 3, δεν χωρεί καμία αμφιβολία και γίνονται ευρήματα του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα με βάση την Έγγραφη Συμφωνία ημερ. 17.10.08 (τεκμ. 1) εξαγόρασε το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της «E & F» με εξαίρεση τη συμμετοχή της στη Φιλοκτηματική Δημόσια Λτδ και οποιεσδήποτε φορολογικές υποχρεώσεις συνδέονται άμεσα με την άνω συμμετοχή. (βλ. τεκμ. 3). Η μεταβίβαση αυτή συμπληρώθηκε την 5.12.
- Παραδόθηκε επίσης στην ενάγουσα η άδεια της «E & F» για διεξαγωγή Τραπεζικών Εργασιών βάσει της ισχύουσας νομοθεσίας (βλ. τεκμ. 2). Είναι κοινό έδαφος ότι στην «E & F» δόθηκε στις 27.8.99 από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (βλ. τεκμ. 4) άδεια διά διεξαγωγή τραπεζικών εργασιών περιορισμένης φύσεως και έκτασης σύμφωνα με την υφιστάμενη τότε νομοθεσία και όρους που της τέθηκαν με το άνω τεκμήριο. Επίσης σύμφωνα με την ειλικρινή, αξιόπιστη, αλλά και ακλόνητη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου που προέρχεται από τους Μ.Ε. 1-3, τεκμ. 6 και 26 αλλά και εναγόμενο, στο βαθμό που συμφωνά με τη μαρτυρία των πιο πάνω, από το 1997 επέτρεπε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου στην «E & F» να ασκεί Τραπεζικές Εργασίες. Είναι παραδεκτό από τον εναγόμενο ότι στις 22.6.1999 κατόπιν πρωτοβουλίας του προμηθεύτηκε την «αίτηση για συμμετοχή στο Επενδυτικό Σχέδιο» της ενάγουσας και αφού μελέτησε τους όρους του και ικανοποιήθηκε συνεπλήρωσε αυτή και την υπέβαλε εις την ενάγουσα. Η αίτηση είναι το τεκμ.
- Αυτή εγκρίθηκε με όριο £50000 και διέπετο από τους όρους λειτουργίας που εμφαίνονται στο πίσω μέρος της αίτησης τεκμ.
- Ως αποτέλεσμα των άνω και ιδιαίτερα του όρου 2 των άνω όρων του τεκμ. 9 ακολούθησε στις 7.7.1999 η «Συμφωνία Χρηματοδότησης Επενδυτικού Σχεδίου» ημερ. 7.7.99, τεκμ.
- Το τεκμήριο αυτό φέρει την υπογραφή του εναγομένου και δεν αμφισβητήθηκε σε κανένα στάδιο της ακρόασης. Επίσης η «Συμφωνία Χρηματοδοτήσεως Επενδυτικού Σχεδίου» ημερ. 23.7.1999 είναι παραδεκτή από τον εναγόμενο όπως ο ίδιος δήλωσε κατά το χρόνο που κατέθετε. Επίσης παραδεκτή είναι και η υπογραφή από τον εναγόμενο του πληρεξουσίου ημερ. 23.7.99 τεκμ 10 με το οποίο αυτός διόριζε την AAA UNITED STOCKBROKERS LTD ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του ώστε μεταξύ άλλων να προβαίνει σε αγοραπωλησίες αξιών στο ΧΑΚ διά λογαριασμό του και εκπροσωπεί αυτόν σ΄ όλες του τις σχέσεις με «E & F» που απορρέουν από τη Συμφωνία Χρηματοδοτήσεως του δια το Επενδυτικό Σχέδιο της. Προηγουμένως στην Αίτησή του ημερ. 22.6.99, τεκμ. 9, και «Συμφωνία Χρηματοδοτήσεως Επενδυτικού Σχεδίου» ημερ. 7.7.99 καθορίζει ως χρηματιστή του την EXPRESSTOCK LTD. Είναι επίσης παραδεκτό από τον εναγόμενο ότι έκανε συναλλαγές βάσει των συμφωνημένων όρων. Όσον αφορά τους Μ.Ε.2 και 3 δεν έχω καμία αμφιβολία ότι είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια. Η μαρτυρία τους σε κανένα σημείο δεν ανετράπη είτε από την αντεξέταση είτε από άλλη αποδεκτή μαρτυρία. Παρέμεινε μέχρι τέλος αξιόπιστη και ακλόνητη. Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός αυτό σε συνάρτηση με την καλή εντύπωση που μου έκαναν κατά το χρόνο που κατέθεταν, δέχομαι στο σύνολο της τη μαρτυρία τους ως ειλικρινή και αξιόπιστη. Ως αποτέλεσμα της μαρτυρίας αυτής γίνεται εύρημα του Δικαστηρίου ότι οι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας του τεκμ. 27 δεν αποστέλλοντο στην "E & F". Όσον αφορά το υπόλοιπο υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι βασικά οι εκδοχές του Μ.Ε 1 και Εναγομένου παρατηρώ ότι ο Εναγόμενος πλην της παραδοχής ότι παρέλαβε τις επιστολές τεκμ. 16, 22, 23 και 25 και μερικές επιστολές μέρος του τεκμ. 14, αρνείται όλα τα άλλα. Εξέτασα με μεγάλη προσοχή την εκδοχή του εναγομένου και δεν διατηρώ καμία απολύτως αμφιβολία ότι δεν είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Προσπάθησε να συσκοτίσει τα όσα δεν ήταν προς το συμφέρον του ακόμη και τα πιο εμφανή. Ο εναγόμενος εργάζετο εις την "E & F" από τον Ιούλιο του 1999 μέχρι και 10.1.00 αρχικά ως Σύμβουλος και εν συνεχεία ως Διευθυντής Αμοιβαίων Κεφαλαίων. Έχει πτυχίο στη λογιστική, οικονομικά, μεταπτυχιακό στα οικονομικά και Ph.D εις τα χρηματοοικονομικά. Όπως ο ίδιος παραδέχθηκε γνώριζε πολύ καλά τα οικονομικοχρηματιστηριακά και καθ΄ όλο το διάστημα της εργοδοτήσεως του με την ενάγουσα είχε δυνατότητα να ενημερωθεί, και μερικές φορές όπως ισχυρίστηκε ενημερώθηκε από μόνος του για το λογαριασμό του. Γνώριζε τον κωδικό του Επενδυτικού Σχεδίου του (Α0402) (βλ. Τεκμ. 20), υπέβαλε στις 23.11.99 και 2.8.00 γραπτώς αίτημα δι΄ αύξηση του ορίου του σε £150.000 και £100.000 αντίστοιχα (βλ. τεκμ. 20), ζήτησε στις 29.12.99 γραπτώς την αποδέσμευση 5000 μετοχών του στη LIBRA (βλ. Τεκμ. 20) και στις 7.1.00 διεκδίκησε προσωπικά με επιστολή του προς το Διευθυντή του ΧΑΚ «Τελείωση χρηματιστηριακής πράξης που αφορούσε αγορά από τον ίδιο, μέσω χρηματιστηριακού γραφείου, 2000 Warrants. Παρόλα ταύτα πέραν πάσης έννοιας λογικής ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι δεν ενημερωνόταν και δεν γνώριζε δια το λογαριασμό του με την ενάγουσα και ότι δεν προέβαινε σε εντολές μετά την 5.10.99 λόγω υπέρβασης του ορίου. Επίσης ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι η τελευταία συναλλαγή που έκαμε ήταν στις 5.10.99 ακολούθως αντεξεταζόμενος δέχτηκε ότι τον Δεκέμβριο 1999 υπέβαλε αίτηση διά ιδιωτική τοποθέτηση εις Mallouppas & Papacostas Trading Company Ltd και στις 29.12.99 ζήτησε αποδέσμευση 5000 μετοχών στη Libra. Ακόμη, ενώ αρνήθηκε τη λήψη άλλης αλληλογραφίας εκτός αυτής που έχει αναφερθεί πιο πάνω εντούτοις γνώριζε ότι η ενάγουσα ζήτησε 100% κάλυψη. Εάν δεν έλαβε τη σχετική επιστολή της ενάγουσας που είναι ημερ. 19.10.00 μέρος του τεκμ. 15 τότε διερωτώμαι από πού το γνώριζε. Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι ανησυχούσε δια το λογαριασμό του να μην είναι εκτός ορίου, την πτώση των τιμών στο ΧΑΚ, είχε πρόσβαση μέχρι την 10.1.00 που απεχώρησε από την "E & F" στο λογαριασμό του αλλά προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν γνώριζε τα περί του λογαριασμό του και τις συναλλαγές που εγίνοντο. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω αλλά και τον τρόπο που απαντούσε, ήτοι με υπεκφυγές και μη πειστικότητα και γενικά την κακή εντύπωση που δημιούργησα γι΄ αυτόν ότι δεν έλεγε την αλήθεια απορρίπτω την εκδοχή του σε όσα μέρη αυτή είναι αντίθετη με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Ε.1 Μ. Σαββίδη. Αντίθετα, ο τελευταίος με εντυπωσίασε ως ειλικρινής και αξιόπιστος μάρτυρας. Η μαρτυρία του είναι πειστική και υποστηρίζεται από τα διάφορα τεκμήρια που παρουσίασε. Όπου ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση του θέματος που ερωτάτο δεν δίσταζε να το παραδεχθεί. Επίσης, παρόλο που υπέστη μακρά και επίμονη αντεξέταση, η μαρτυρία του δεν κλονίσθη, αλλά παρέμεινε σταθερή και πειστική μέχρι τέλους. Δι΄ όλους τους λόγους αυτούς δέχομαι τη μαρτυρία του ως ειλικρινή και αξιόπιστη εκτός των σημείων που θ΄ αναφερθούν πιο κάτω και δια τους λόγους που θα αναφερθούν και που δεν έχουν σχέση με την ειλικρίνεια και αξιοπιστία του. Αυτά αφορούν την αποστολή ορισμένων επιστολών από την «E & F», τις οποίες δεν απέστειλε ο ίδιος και συνεπώς ελλείψει άλλης αποδεκτής μαρτυρίας αυτές δεν θα ληφθούν υπόψη.. Το τεκμ. 11 αποτελείται από αριθμό πινακιδίων αγοράς και πωλήσεως αξιών (contract notes). Αυτό κατετέθη κατά την ακρόαση από το Μ.Ε.1 χωρίς ένσταση και ο μάρτυρας αντεξετάσθη επ΄ αυτών. Τα καθήκοντα του Μ.Ε. 1 εις την "E & F" όπως ανάφερε στο Δικαστήριο και δεν αμφισβητήθηκε «περιελάμβαναν επίβλεψη δανειοδοτήσεων, εποπτεία της διαδικασίας ελέγχου και έγκρισης ή απόρριψης αιτήσεων για παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων, εποπτεία και συντονισμό της παρακολούθησης των λογαριασμών πελατών, ειδικά αυτών που ήταν προβληματικοί. Για σωστό έλεγχο διατηρούσε και συνέχιζε να διατηρεί στη φύλαξη του όλα τα έγγραφα που είναι σχετικά με τους άνω λογαριασμούς τα οποία αποτελούσαν μέρος της «E & F» και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο από το 1996 μέχρι το Μάρτιο του 2006 διετέλεσε Εκτελεστικός Πρόεδρος της "E & F" και από το 1997 Εκτελεστικός Πρόεδρος της ΕMF Investors Ltd. Με αυτό το υπόβαθρο κατά την κρίση μου δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο παρουσίασης απ΄ αυτό και αποδοχής από το Δικαστήριο των πινακιδίων αγοραπωλησίας αξιών όπως και της κατάστασης λογαριασμού που παρουσίασε τεκμ. 11, 12, 17 και
- Εις τα πινακίδια του τεκμ. 11 φαίνονται τα ονόματα της ΕΜF Investor Ltd και του εναγομένου καθώς και κωδικός του εναγομένου Α0402 σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Όλα τα ποσά των αγοραπωλησιών των πινακιδίων του τεκμ. 11, μηδενός εξαιρουμένου φαίνονται εις την κατάσταση λογαριασμού τεκμ.
- Εις την τελευταία χρεώνονται απ΄ ότι φαίνεται τα δικαιώματα όπως και προμήθεια σύμφωνα με τη Συμφωνία Χρηματοδοτήσεως τεκμ. 7 όρος 2 καθώς και αίτηση για συμμετοχή εις το Επενδυτικό Σχέδιο τεκμ. 9 όρος
- Επίσης φαίνεται η κατάθεση σε μετρητά από τον εναγόμενο ύψους £15.000 την 14.7.
- Από το τεκμ. 11 φαίνεται ότι η τελευταία αγορά που έγινε ήταν στις 22.11.99 (βλ. το σχετικό πινακίδιο ημερ. 22.11.99 μέρος του τεκμ. 11) και αφορούσε αγορά 722 warrants της Sharelink Financial Services Ltd προς £24 έκαστο συνολικής αξίας £17.328 και μαζί με τα δικαιώματα χρηματιστή και χαρτόσημα ανέβηκε στο ποσό των £17.423.30 το οποίο χρεώθηκε μαζί με προμήθεια της "E & F" την ίδια μέρα (βλ. τεκμ. 12). Η επόμενη χρηματιστηριακή πράξη όπως φαίνεται από το τεκ. 11 έγινε την 9.4.02 με την πώληση μετοχών της Λαϊκής και το αντίστοιχο ποσό που εισεπράχθη πιστώθηκε σε λογαριασμό του εναγομένου (βλ. δεύτερο μέρος - τεκμ.12 σελ. 1με match number 40473799). Πιστεύω αυτό δεν ήταν τυχαίο. Ο εναγόμενος όπως είναι παραδεκτό στις 10.1.00 απεχώρησε από την εργοδοσία του με την "E & F". Την 22.11.99 ο εναγόμενος εργάζετo εις την ενάγουσα και όπως εξήγησε και νωρίτερα είχε όλες τις δυνατότητες και ευκαιρίες να γνωρίζει τις αγοραπωλησίες αξιών και χρεώσεις στο λογαριασμό του και ουδέποτε αρνήθηκε ή αντέδρασε σ' αυτές δεχόμενος τις. Συνεπώς γίνεται εύρημα του Δικαστηρίου ότι τα τεκμ. 11-12 μέχρι την άνω ημερομηνία (22.11.99) απεικονίζουν την πραγματική εικόνα των αγοραπωλησιών αξιών του εναγομένου και αντίστοιχες χρεοπιστώσεις του. Οι αγορές εγίνοντο από χρηματιστή του εναγομένου χωρίς εμπλοκή της "E & F". Η τελευταία με την παρουσίαση κάθε φορά των πινακιδίων του τεκμ. 11 πλήρωνε το ποσό που αναγράφετο σ΄ αυτά στο χρηματιστή. Οι χρηματιστές που χρησιμοποιήθηκαν από τον εναγόμενο ήταν οι Exprestock Ltd (ως αναφέρεται στην αίτηση του τεκμ. 9) μέχρι την 23.7.99, ακολούθησε η AAA United Stockbrokers Ltd από 29.7.99 μέχρι 6.10.99 που αναφέρεται στη συμφωνία χρηματοδότησης τεκμ. 7 και ακολούθησαν τρεις συναλλαγές στις 11.10.99 (μία) - 22.11.99 (δύο) με την SB Unigrowth Ltd. Δια τις τρεις αυτές δεν εδόθη ουδεμία εξήγηση αλλά ούτε υπάρχει ισχυρισμός του εναγομένου ότι δεν την χρησιμοποίησε (SB Unigrowth). Επαναλαμβάνεται ότι κατά τον χρόνο εκτελέσεως των πράξεων αυτών ο εναγόμενος ευρίσκετο εις την υπηρεσία της «E & F» και ενώ είχε πρόσβαση στον λογαριασμό του και συνεπώς γνώριζε και αυτές, ουδέποτε προηγουμένως διαμαρτυρήθηκε ή αρνήθηκε αυτές. Οι υπόλοιπες συναλλαγές του τεκμ. 11 είναι οι περισσότερες, πλην των δύο τελευταίων, πωλήσεις με οδηγίες της 9.4.02 και με πίστωση των ποσών που προέκυψαν στο λογαριασμό του εναγομένου, τεκμ .12 (βλ. 2ο μέρος του λογαριασμού τεκμ. 12 σελ. 1+2 και match number). Οι δύο τελευταίες αφορούν επίσης πώληση με οδηγίες ημερ. 22.4.02 και 30.4.02 με τις αντίστοιχες πιστώσεις στο τεκμ.
- (βλ. σελ. 2 2ο μέρος του λογαριασμού). Όλες αυτές οι συναλλαγές και πιστώσεις δια λογαριασμό του εναγομένου δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 αναφορικά με το ότι πραγματικά έγιναν και το τι διελάμβανε η κάθε μια. Εκείνο που ισχυρίζεται ο εναγόμενος ήταν ότι δεν έδιδε εντολές δια διενέργεια τους, ισχυρισμός που είναι αληθής δια τις πωλήσεις από 9.4.02 και μετά δια τον απλούστατο λόγο ότι αυτές έγιναν μετά το τεκμ. 16 (επιστολή ημερ. 18.2.2002) με πρωτοβουλία της "E & F" δια τους λόγους που αναφέρονται εις το άνω τεκμ.
- Διά τις προηγούμενες χρηματιστηριακές πράξεις μέχρι την 22.11.99 ο ισχυρισμός του απερρίφθη δια τους λόγους που αναφέρθησαν νωρίτερα στην απόφαση. Το τι ακολούθησε από τις 9.4.02 μέχρι τις 30.4.02 ήταν η πώληση των αξιών του εναγομένου και ταυτόχρονη πίστωση του λογαριασμού του (βλ. τεκμ. 11 μέρος και τεκμ. 12 2ο μέρος σελ. 1 + 2) με αποτέλεσμα τη μείωση του εκάστοτε οφειλομένου ποσού. Όλα τα πιο πάνω γίνονται ευρήματα του Δικαστηρίου. Περαιτέρω, από την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Ε.1 τεκμ. 7, 8 και 9 γίνονται ευρήματα ότι ο εναγόμενος άρχισε την πρώτη χρηματιστηριακή πράξη σύμφωνα με το Σχέδιο της εναγούσης, την 13.7.99, οι χρηματιστηριακές συναλλαγές εγίνοντο από χρηματιστές της επιλογής του εναγομένου κατόπιν εντολής τους χωρίς την παρεμβολή της ενάγουσας η οποία είχε στη διάθεση του εναγομένου αρχικά το ποσό των £50.000 δια τη διενέργεια των άνω συναλλαγών από της υπογραφής της συμφωνίας ημερ. 7.7.97 (τεκμ. 7) και άνοιγμα του λογαριασμού ΑΟ402, τα ίδια ίσχυαν και στις 23.7.97 τεκμ. 8) όταν υπεγράφη η δεύτερη συμφωνία κατά την άνω ημερομηνία τεκμ.
- Η ενάγουσα στις 15.11.99 και 26.1.00 αύξησε το όριο κάλυψης που προβλέπετο στη συμφωνία των μερών ημερ.23.7.97 (τεκμ. 8) από 50% σε 75% και 100% αντίστοιχα. Ο εναγόμενος δεν διαφώνησε με την άνω αύξηση ούτε προφορικά αλλά ούτε γραπτά. Ο λογαριασμός του εναγομένου παρουσίασε υπέρβαση από 6.8.99 και ουδέποτε μετά επέστρεψε εντός του επιτρεπομένου ορίου. Στις 12.7.00 η ενάγουσα απέστειλε την επιστολή της αυτής ημερομηνίας, τεκμ 23, με την οποία του γνωστοποιούσε το γεγονός της υπέρβασης και τον καλούσε όπως λάβει μέτρα για να επανέλθει ο λογαριασμός του στο εγκεκριμένο όριο διαφορετικά θα λάμβαναν μέτρα όπως την πώληση μετοχών του εάν υποχρεώνουντο να πράξουν αυτό. Ακολούθησε η επιστολή των δικηγόρων της εναγούσης ημερ. 18.2.02, τεκμ. 16, με την οποία εκτός των άλλων τον πληροφορούσαν ότι εάν δεν συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του προς την ενάγουσα τότε η τελευταία θα προχωρούσε στην πώληση μετοχών του και πίστωση του προϊόντος στο λογαριασμό του και ακολούθως θα προέβαιναν σε τερματισμό της συμφωνίας. Ακολούθησε η επιστολή των δικηγόρων της εναγούσης ημερ. 21.5.02 μέρος του τεκμ. 16 με την οποία τον πληροφορούσαν ότι η ενάγουσα προέβη στην πώληση των μετοχών του που ευρίσκοντο υπό τον έλεγχο της εναγούσης διά σκοπούς εγγύησης και ότι πίστωσαν το προϊόν της πώλησης στο λογαριασμό του ο οποίος παρουσίαζε χρέος προς όφελος της εναγούσης. Ως αποτέλεσμα τερμάτισαν τη συμφωνία των μερών. Τον κάλεσαν δε όπως πληρώσει το οφειλόμενο ποσό που ήταν, όπως αναφέρεται, £129.268,65 πλέον τόκος από 22.5.
- Οι άνω αναφερόμενες πωλήσεις αφορούσαν τις πωλήσεις αξιών που εμφαίνονται στα τεκμ. 11 και 12 από 9.4.02, 30.4.02 και οι οποίες ήταν εγγεγραμμένες επι της θυγατρικής της εναγούσης ΕΜF Investors Ltd, ως εγγύηση σύμφωνα με τον όρο 3 των δύο συμφωνιών τεκμ. 7 και
- Σύμφωνα δε με την παραδοχή του εναγομένου αυτός έλαβε από την ενάγουσα το λογαριασμό τεκμ.
- Παρόλα ταύτα ο εναγόμενος και πάλι δεν αντέδρασε και δεν διαμαρτυρήθηκε στην ενάγουσα. Τέλος γίνονται ευρήματα του Δικαστηρίου ότι όλες οι χρεοπιστώσεις στο λογαριασμό του εναγομένου τεκμ. 12 φαίνονται και στα τεκμ. 11 και 19 όπως και οι χρεώσεις δικαιωμάτων, προμήθειας και τόκου έγιναν όπως προβλέπετο από τις συμφωνίες τεκμ. 7 και
- Σύμφωνα με τον όρο 5 της συμφωνίας ημερ. 23.7.99 η ενάγουσα μπορούσε «οποτεδήποτε θελήσει και άνευ προειδοποιήσεως προς τον επενδυτή με απλή ειδοποίηση προς τον επενδυτή να τερματίσει την παρούσα συμφωνία...» Συνεπώς ο τερματισμός της συμφωνίας των μερών με την επιστολή των δικηγόρων της εναγούσης ημερ. 21.5.02 (μέρος τεκμ. 16) δεν παρέχει περιθώρια δι΄ αμφισβήτηση ή οτιδήποτε άλλο. Η ενάγουσα είχε τέτοιο δικαίωμα και ορθά τερμάτισε τη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία. Το οφειλόμενο ποσό υπό του εναγομένου κατά το χρόνο τερματισμού της συμφωνίας με το τεκμ. 12 ήταν £129.268,65 (€220.868,68) συμπεριλαμβανομένου του τόκου. Ο εναγόμενος αλλά και ο συνήγορος του προέβαλαν και εισηγήθηκαν ουκ ολίγες υπερασπίσεις αντίστοιχα στην Έκθεση Υπεράσπισης και αγόρευση. Θα προσπαθήσω να εξετάσω όλες όσες είναι δικογραφημένες. (Α) Η επίδικη συμφωνία είναι παράνομη και άκυρη Σύμφωνα με την υπεράσπιση αυτή (βλ. παράγρ. 26α της Έκθεσης Υπεράσπισης) η επίδικη συμφωνία είναι παράνομος καθότι η "Ε & F" ασκούσε ουσιαστικά τραπεζικές εργασίες παράνομα και χωρίς άδεια της Κεντρικής Τράπεζας. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία των Μ.Ε.2 και 3 το τεκμ. 6 η "Ε & F" ασκούσε τραπεζικές εργασίες από το 1997 μετά που επέτρεψε αυτό η Κεντρική Τράπεζα και στις 27.8.99 η τελευταία ρύθμισε τις εργασίες της πρώτης με το τεκμ.
- Περαιτέρω «η λειτουργία επενδυτικών λογαριασμών από μόνη της δεν συνιστά τραπεζική εργασία. Για την παροχή επενδυτικών λογαριασμών χρειάζεται η άδεια της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου μόνο εάν η πιστωτική διευκόλυνση προέρχεται από την ανάληψη υποχρεώσεων έναντι του κοινού υπό μορφή καταθέσεων, αξιογράφων ή άλλων αποδεκτών στοιχείων οφειλής» (βλ. τεκμ. 6). Το εσωτερικό σημείωμα ημερ. 18.11.97 δεν προσθέτει τίποτε στο θέμα υπέρ του εναγομένου. Εκεί η αναφερόμενη παρανομία εστιάζεται σε «...deposits from the public and/or engage in banking business in the sense that they lend out funds acquired from the assumption of obligation to the public". Ουδεμία μαρτυρία προσεφέρθη από πλευράς υπεράσπισης που είχε και το βάρος απόδειξης ότι η «πιστωτική διευκόλυνση προς τον εναγόμενο προέρχετο από την ανάληψη υποχρεώσεων έναντι του κοινού υπό μορφή καταθέσεων....». Δια το ίδιο θέμα και δια την ίδια την "Ε & F" λέχθησαν τα ακόλουθα αναφορικά με έγγραφη συμφωνία χρηματοδότησης επενδυτικού σχεδίου ημερ. 5.5.99 για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων εις την Παπαδόπουλος ν. Euroinvestement & Finance Ltd Π.Ε. 49/08 ημερ. 16.12.11 σελ. 7 «Δεν περιλάμβανε οποιοδήποτε παράνομο σκοπό εντός της εννοίας του άρθρου 23 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, αφού η δανειοδότηση δεν απαγορεύεται από οποιοδήποτε νομοθέτημα, συμπεριλαμβανομένου και του Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66(Ι)/
- Στην προκειμένη περίπτωση, σκοπός της συμφωνίας ήταν η δανειοδότηση του εναγόμενου για αγορά μετοχών, έναντι υποχρέωσης του προς τους ενάγοντες για καταβολή τόκων και δικαιωμάτων. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από αυτό. Η φύση των συγκεκριμένων διευκολύνσεων δεν ήταν τραπεζική βάσει των προνοιών του άρθρου 2 του Νόμου 66
(1)/97. Ο δανεισμός χρημάτων δεν αποτελεί αφ΄εαυτού τραπεζική εργασία, εκτός αν τα χρήματα που χορηγούνται ως δάνειο προέρχονται από την ανάληψη υποχρεώσεων έναντι του κοινού υπό τη μορφή καταθέσεων, αξιόγραφων ή άλλων στοιχείων αποδεικτικών οφειλής (βλ. United Dominions Trust v. Kirkwood
(1966)1 All E.R. 968). Tα ίδια αφορούν [όπως γνωμάτευσε - και συμφωνώ - η Κεντρική Τράπεζα στις 12.10.04, σε απάντηση σχετικού αιτήματος των εναγόντων ημερομηνίας 11.10.04 (βλ. Τεκμήριο 3)] και για τη λειτουργία και παροχή επενδυτικών λογαριασμών (βλ. Τεκμήριο 4). Η χρηματοδότηση του εναγόμενου έγινε από κεφάλαια των εναγόντων και όχι από χρήματα που εισπράχθηκαν από καταθέσεις που λήφθηκαν από το κοινό.» Συνεπώς η υπεράσπιση αυτή δεν μπορεί να έχει καμιά τύχη. (Β) Η συμφωνία είναι αντίθετη με τη Νομοθεσία (Πρόνοιες του περί Συμβάσεως Νόμου με τη Δημόσια Πολιτική και σε σχέση με τα τυχερά παιχνίδια. Ο συνήγορος του εναγομένου διασύνδεσε την «αντίθεση της συμφωνίας» με τη Δημόσια Πολιτική ενώ αντίθετα δια τη Νομοθεσία δια τυχερά παιχνίδια δεν ανέφερε οτιδήποτε. Τα δύο στηρίγματα που προωθήθησαν δι΄ υποστήριξη της υπεράσπισης αυτής είναι ότι (α) η «E & F» ως χρηματοδοτικός οργανισμός δεν είχε άδεια άσκησης τραπεζικών εργασιών αλλά λειτουργούσε παράνομα, ασκούσε παράνομα τραπεζικές εργασίες μέχρι τις 27.8.99 που της παραχωρήθηκε σχετική άδεια από την Κεντρική Τράπεζα (β) η «Ε & F» ασκούσε επαγγελματική δραστηριότητα κατά τα έτη 1999-2000 σε σχέση με επενδυτικούς λογαριασμούς (investors accounts) όπως φαίνεται από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 και όφειλε να γνωρίζει ποια είναι η δημόσια πολιτική του κράτους σχετικά με αυτή την δραστηριότητα όπως αυτή εκφράζετο με τις οδηγίες της ΚεντρικήςΤράπεζας. Εν συνεχεία, στηριζόμενος στα άρθρα 23, 24 και 25
(1)του ΚΕΦ. 149 κατέληξε στο ερώτημα «αν λοιπόν η πιστωτική πολιτική του κράτους δεν συνιστά δημόσια πολιτική τότε επιτέλους τι είναι δημόσια πολιτική; Αυτή παραβίαζε η ενάγουσα.» Τα πιο πάνω από τη στιγμή που έχει απαντηθεί αρνητικά το υπό (α) και επίσης είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι δεν αποστέλλοντο κατά τον ουσιώδη χρόνο εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου εις την "Ε & F" δεν μπορούν να επιτύχουν. Επίσης, ο συνήγορος με αναφορά σε αριθμό εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας (τκεμ. 27) εισηγήθηκε ότι πλην του ότι η ενάγουσα λειτουργούσε ενάντια στη δημόσια πολιτική αυτές αφορούσαν άμεσα το επενδυτικό σχέδιο και τη σχέση των διαδίκων και η ενάγουσα όφειλε να κλείσει τον επίδικο λογαριασμό με βάση τις οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας ημερ. 12.10.
- Εισηγήθηκε, επίσης, ότι η ενάγουσα απέκρυψε τις οδηγίες αυτές από τον εναγόμενο, δεν συμμορφώθηκε με αυτές και προκάλεσε ζημιές τόσον στον εναγόμενο αλλά και στην ίδια. Τα πιο πάνω παραγνωρίζουν τα ευρήματα του Δικαστηρίου ότι οι εγκύκλιοι αυτοί δεν απεστέλλονταν στην "Ε & F" αλλά περαιτέρω και η αποδεκτή μαρτυρία των δύο λειτουργών της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου αφοπλίζει και απογυμνώνει τα επιχειρήματα και θέσεις του εναγομένου και συνηγόρου του. Σύμφωνα με αυτή (Μ.Ε.2) «οι εγκύκλιοι είχαν σκοπό την προστασία των τραπεζών, τραπεζιτικό σύστημα, καταθέσεις και όχι τους επενδυτές» και σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μ.Ε.3 «σκοπός των εγκυκλίων ήταν η προστασία του χρεοπιστωτικού τραπεζικού συστήματος. Η προστασία των επενδυτών ήταν ευθύνη της Κεφαλαιαγοράς» Εις την πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γρηγορίου ν. Euroinvestments Finance Ltd Π.Ε 356/08 ημερ. 22.12.11 λέχθησαν τα ακόλουθα στη σελ.
- «'Οπως περαιτέρω ισχυρίζεται ο εφεσείων, εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο αγνόησε το ότι με τις εγκυκλίους της, η Κεντρική Τράπεζα δημιούργησε δημόσια πολιτική και εσφαλμένα έκρινε ότι αυτή δεν αφορούσε την εφεσίβλητη επειδή δεν λάμβανε τις εγκυκλίους. Ούτε αυτή η θέση έχει οποιοδήποτε έρεισμα και αυτό θα έπρεπε να ήταν σε γνώση του συνηγόρου του εφεσείοντα, ο οποίος είχε εγείρει ανεπιτυχώς τα ίδια θέματα σε άλλες δύο τουλάχιστον περιπτώσεις με παρόμοια περιστατικά ενώπιον του Εφετείου. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Μαρία Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 315/2007, ημερομηνίας 12.7.2010, το Εφετείο αποφάνθηκε, μεταξύ άλλων, και επί αυτών των θεμάτων, αναφέροντας τα εξής: "Όπως επισημαίνεται από το δικηγόρο του Εφεσίβλητου, οι Εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας αποσκοπούσαν στο να παράσχουν υποδείξεις προς τις Τράπεζες και άλλους οργανισμούς που υπόκεινται στον έλεγχο της, για τον καλύτερο τρόπο χειρισμού διαφόρων θεμάτων ώστε οι ενέργειες τους να συνάδουν με την ευρύτερη δημοσιονομική πολιτική της Κεντρικής Τράπεζας και του κράτους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τυχόν παραβίαση της θα οδηγούσε αυτόματα σε ακύρωση οποιασδήποτε συμβατικής πράξης που προκύπτει ως αποτέλεσμα τυχόν παραβάσεως της Εγκυκλίου. Τέτοιου είδους παραβάσεις, αποτελούν εσωτερικό θέμα μεταξύ της Κεντρικής Τράπεζας και των Εμπορικών Τραπεζών και συχνά επιβάλλονται διοικητικές κυρώσεις στις Τράπεζες από την Κεντρική Τράπεζα, για παραβιάσεις όρων των Εγκυκλίων. Αν το περιεχόμενο της Εγκυκλίου σκοπούσε να θέσει ρητή απαγόρευση, αυτό θα μπορούσε να συμβεί με νομοθετική ρύθμιση. ............................ ...................................................... Το δικαστήριο πολύ ορθά κατέληξε ότι ακόμα και αν από τις πιο πάνω εγκυκλίους προέκυπτε κατά τον επίδικο χρόνο θέμα δημόσιας πολιτικής, για τους λόγους που ήδη εξηγήσαμε, δεν θα μπορούσε να αφορά τους Εφεσίβλητους και ούτε θα μπορούσε να τους δεσμεύει, εφόσον δεν τους κοινοποιήθηκε. Αυτό εξάλλου υποστήριξε και η ίδια η Κεντρική Τράπεζα." Αλλά και σε μεταγενέστερη απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Καλλικάς ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, Πολιτική Έφεση Αρ. 21/2008, ημερομηνίας 14.7.2010, απορρίφθηκαν οι ίδιες θέσεις του συνηγόρου του εφεσείοντα και λέχθηκαν τα εξής: "Συμφωνούμε απόλυτα με τον τρόπο που ο ευπαίδευτος Πρόεδρος προσέγγισε το θέμα για να καταλήξει ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η συμφωνία δεν είναι παράνομη. Δεν προτιθέμεθα να επεκταθούμε, αφού πρόσφατα εξετάσαμε τα ίδια ακριβώς θέματα που ηγέρθηκαν και πάλιν από τον κ. Παπαντωνίου, στην υπόθεση Μαρία Συρίμη ν. Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, Π.Ε. 315/07, ημερομηνίας 12.7.2010 και καταλήξαμε σε σχέση με τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας, ότι παρόμοια συμφωνία για άνοιγμα επενδυτικού λογαριασμού, δεν μπορούσε να θεωρηθεί παράνομη. Υιοθετούμε τις ίδιες απόψεις και εδώ." Ο τρόπος με τον οποίο το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε προσεγγίσει το θέμα, τον οποίο επικρότησε η Ολομέλεια, είχε ως εξής: "Εγείρονται, επί του προκειμένου, δύο ερωτήματα. Το πρώτο, κατά πόσο οι εν λόγω εγκύκλιοι δημοσιοποιούν διαμορφωθείσα δημόσια πολιτική, χωρίς την κατάδειξη της οποίας δεν μπορεί να ευσταθήσει η υποστηριχθείσα θέση, και αν ναι, κατά πόσο η Τράπεζα τις παραβίασε. Η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι καταφανώς αρνητική, στοιχείο που εκθεμελιώνει και το δεύτερο. Με την εγκύκλιο τεκμ. 26
(1)η Κεντρική Τράπεζα δεν απαγόρευσε τη χορήγηση δανείων για επενδυτικούς σκοπούς, αλλά σύστηνε στις Τράπεζες να τα περιορίσουν και να΄ ναι πιο προσεκτικές. Με τη δεύτερη εγκύκλιο, το τεκμ. 26
(2)δηλαδή - που φαίνεται να στάληκε μετά την αύξηση του πιστωτικού ορίου στις £250.000 - εκφραζόταν η προσδοκία (αναμενόταν, είναι η λέξη που χρησιμοποιείται) ότι στο μέλλον οι εμπορικές τράπεζες δεν θα προσφέρουν σε νέους επενδυτές ειδικούς λογαριασμούς για σκοπούς επενδύσεων, κάτι που δεν αφορούσε τον εναγόμενο ο οποίος ήταν παλιός επενδυτής. Εν πάση περιπτώσει, όπως και να εξετασθούν όλες οι εγκύκλιοι, δεν απαγορεύεται η παροχή πιστώσεων για επενδύσεις και, επομένως, δεν έχει καταδειχθεί η ύπαρξη δημόσιας πολιτικής που να τις απαγορεύει. Ούτε έχει τεκμηριωθεί παραβίαση των εν λόγω εγκυκλίων από την Τράπεζα, σ΄ ότι αφορά τον επενδυτικό λογαριασμό του εναγόμενου." Περαιτέρω, δεν συμφωνούμε με την εισήγηση του συνηγόρου του εφεσείοντα ότι οι αποφάσεις στις προαναφερθείσες υποθέσεις διαφοροποιούνται από την παρούσα, επειδή οι αγορασθείσες για λογαριασμό του εκεί εφεσείοντα ήσαν ενεχυριασμένες. Τα νομικά θέματα αρχής που αποφασίσθηκαν ως προς τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας ισχύουν και εφαρμόζονται και στην παρούσα υπόθεση, όπου και τα ουσιώδη γεγονότα που τις περιβάλλουν δεν είναι ανόμοια.» (Γ) Η "Ε & F" με βάση τους όρους της συμφωνίας και του επενδυτικού σχεδίου ανάλαβε ρόλο και υποχρεώσεις καταπιστευματοδόχου (trustree) ή ειδικής σχέσεων (fiduciary) του εναγομένου και παρόλα ταύτα άφησε την αξία των δεσμευμένων μετοχών στη θυγατρική της εταιρεία EM Investors Ltd να εκμηδενιστεί κατά παράβαση των υποχρεώσεων της ως εμπιστευματοδόχου. Ο συνήγορος του εναγομένου στήριξε την όλη υπεράσπιση στις αρχές που τέθησαν στην Marketrends Finance Ltd v. Α. Πέρδικου
(2006)1(Β) Α.Α.Δ 402. Δεν χρειάζεται να επεκταθώ πιο πολύ στο θέμα. Εις τη Γρηγορίου (άνω) τα γεγονότα ήταν τα ίδια. Στη σελ. 4 της απόφασης αναφέρονται:- «Στα έντεκα "Contract Notes" του τεκμηρίου 8 αναφέρεται πως οι αξίες αγοράστηκαν με διαταγές για λογαριασμό της EMF Investor Ltd Α/682 φροντίδι Γρηγόρης Γρηγορίου. Α/682 ήταν ο λογαριασμός του εναγομένου στην ενάγουσα και είναι πρόδηλο πως οι αξίες δεν αγοράστηκαν με εντολή της EMF. Είναι ο τύπος των "Contract Notes" και αναγράφηκε το όνομα της EMF γιατί θα παρέμεναν οι μετοχές επ΄ ονόματι της, όπως αναφέρεται στον όρο 1 (γραμμές 10-11) της Συμφωνίας. Οι λόγοι που οι αγορασθείσες μετοχές εγγράφονταν επ΄ ονόματι της EMF για τον ενάγοντα ήταν για να εξυπηρετούν ως εξασφάλιση του λογαριασμού του.» Και στη σελ.15 της απόφασης: «Με αυτούς τους λόγους έφεσης, ο εφεσείων ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αγνόησε τις αρχές που καθιερώθηκαν στην υπόθεση Marketrends Finance Ltd v. Πέρδικου
(2006)1(Β) ΑΑΔ
- Πιο συγκεκριμένα, ότι εσφαλμένα το Δικαστήριο αγνόησε ότι με βάση τους όρους του Σχεδίου, η εφεσίβλητη υπείχε θέση διαχειριστή της περιουσίας του εφεσείοντα και όφειλε να την διαχειρίζεται σωστά και, επίσης, εσφαλμένα έκρινε ότι δεν δημιουργήθηκε εμπίστευμα μεταξύ των διαδίκων. Από την άλλη, η εφεσίβλητη αντιτείνει ότι αυτές οι θέσεις του εφεσείοντα εδράζονται στην εσφαλμένη βάση ότι με την επίδικη συμφωνία προνοείτο η διαχείριση χαρτοφυλακίου μετοχών του εφεσείοντα από την εφεσίβλητη, ενώ εκείνο το οποίο επρονοείτο ήταν η διαχείριση του λογαριασμού του εφεσείοντα από την εφεσίβλητη. Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, η εφεσίβλητη είχε δικαίωμα πώλησης των μετοχών σε συγκεκριμένες περιπτώσεις και ανάλογο δικαίωμα είχε και ο εφεσείων δίδοντας σχετικές εντολές στο χρηματιστή του. Η εφεσίβλητη ενημερωνόταν από το χρηματιστή του εφεσείοντα για τις πράξεις που είχαν γίνει στο ΧΑΚ και προέβαινε σε σχετικές πληρωμές και εισπράξεις από και προς το χρηματιστή, καθώς επίσης σε χρεώσεις και πιστώσεις του λογαριασμού του. Στην πρωτόδικη απόφαση, το Δικαστήριο εντόπισε ότι, μέσα από τις πρόνοιες της επίδικης συμφωνίας, δεν διέκρινε κανένα σχεδιασμό σε σχέση με τις επενδύσεις. Όπως ανέφερε μάρτυρας της εφεσίβλητης, "επενδυτικό σχέδιο" απλά έτσι ονομαζόταν το προϊόν και ήταν στην απόλυτη ευχέρεια του εφεσείοντα αν θα επένδυε και τι θα αγόραζε και η οικονομική επιτυχία του εξαρτάται αποκλειστικά από τις δικές του επιλογές ως προς το τι να αγοράσει, τι να πωλήσει και πότε, ενώ είναι ξεκάθαρο στη συμφωνία ότι η εφεσίβλητη καμιά ανάμειξη είχε ή θα μπορούσε να έχει στις αγοραστικές επιλογές του εφεσείοντα. Οι δε επιλογές του εφεσείοντα εκφράζονταν προς το χρηματιστή του, την CLR, και η εφεσίβλητη πλήρωνε για τις αγορές για τις οποίες επληροφορείτο μετά που αυτές είχαν διεκπεραιωθεί. Η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι καθόλα ορθή και σύμφωνη με τη νομολογία. Όπως άλλωστε είχε υποδειχθεί και στην απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Μαρία Συρίμη (ανωτέρω), όπου ο ίδιος συνήγορος ήγειρε τα ίδια θέματα, ορθά ήταν που το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εφάρμοσε την επί του ζητήματος τούτου απόφαση στην υπόθεση Marketrends Finance Ltd (ανωτέρω), για το λόγο ότι εκεί οι εφεσείοντες ήταν διαχειριστές των μετοχών και αυτό που αποδόθηκε στον εφεσίβλητο ήταν τα έσοδα από την πώληση των μετοχών. Η δε θέση της εφεσείουσας στη Μαρία Συρίμη ότι οι εφεσίβλητοι κατείχαν τις μετοχές της ως εμπιστευματοδόχοι και ως τέτοιοι είχαν ευθύνη έναντι της εφεσείουσας, κατ΄ επίκληση της Marketrends ορθά δεν έγινε δεκτή. Περαιτέρω, προσθέτουμε ότι στην περίπτωση του εδώ εφεσείοντα, οι μετοχές δίνονταν ως εξασφάλιση και αυτές απλά ενεγράφονταν σε συγκεκριμένο λογαριασμό με το όνομα και τα στοιχεία του εφεσείοντα και αγοραπωλησίες μετοχών μπορούσαν να γίνουν οποτεδήποτε αποφάσιζε ο εφεσείων, χωρίς τη συμμετοχή της εφεσίβλητης, κατ΄ αντίθεση με την περίπτωση της Marketrends, όπου η συγκατάθεση της εταιρείας ήταν απαραίτητη για πώληση των μετοχών. Επομένως, ούτε αυτοί οι λόγοι έφεσης μπορούν να ευσταθήσουν.» Συνεπώς στα περιστατικά της παρούσης υπόθεσης επίσης εφαρμόζονται πλήρως τα πιο πάνω και δεν τίθεται θέμα σχέσης εμπιστεύματος ή άλλης της αυτής φύσεως όπως δεν τίθεται θέμα παράβασης υποχρεώσεων της "Ε & F" ως καταπιστευματοδόχου ή άλλως πως κατά τον τρόπο που το έθεσε ο συνήγορος του εναγομένου. (Δ) Οι αλλεπάλληλες μονομερείς αυξήσεις του ορίου κάλυψης του λογαριασμού χωρίς την έγκριση ή συγκατάθεση του εναγομένου η "Ε & F" αποστέρησε από τον εναγόμενο το δικαίωμα να λειτουργεί το λογαριασμό του ελεύθερα και/ή να ρευστοποιήσει στο χρόνο που αυτός επιθυμούσε. Οι τρεις αυξήσεις που έγιναν σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου είναι αυτές στις 23.7.99, 15.11.99 και 26.1.00 Η πρώτη αφορούσε 50%, η δεύτερη 75% και η άλλη 100% του εγκεκριμένου ορίου. Με όλο στο σεβασμό προς το συνήγορο η αύξηση σε 50% της εξασφάλισης του εγκεκριμένου ορίου συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών, βλ. τεκμ. 8 που είναι η συμφωνία τους ημερ. 23.7.99 και δεν αμφισβητήθη καθόλου από τον εναγόμενο. Όσον αφορά τις αυξήσεις σε 75% και 100% του εγκεκριμένου ορίου στις 15.11.99 και 26.1.00 πιστεύω ότι ήταν εντός των δικαιωμάτων της "Ε & F" βάσει του όρου 4 της μεταξύ τους συμφωνίας ημερ. 23.7.
- Ο όρος 4 έχει ως ακολούθως:- «
- Η Εταιρεία θα δικαιούται από καιρού εις καιρόν να απαιτεί από τον επενδυτή όπως οι εκάστοτε κρατούμενες από αυτήν ή την ΕΜF μετοχές και/ή χρεόγραφα αυξάνονται και/ή μετατρέπονται και/ή απαιτεί την κατάθεση μετρητών ούτως ώστε η αγοραία αξία των εξασφαλίσεων είναι τέτοια που υπερκαλύπτει το χρεωστικό υπόλοιπο των διευκολύνσεων κατά τουλάχιστον 50% του εγκεκριμένου ορίου που έχει παραχωρηθεί, για να διατηρείται η ως άνω καθοριζόμενη αναλογία μεταξύ των υποχρεώσεων και εξασφαλίσεων του επενδυτού προς την Εταιρείαν.» Συνεπώς ήταν δικαίωμα της "Ε & F" να λειτουργεί όπως λειτούργησε με την αύξηση σε 75% και 100% του εγκεκριμένου ορίου και πρόσθετα με την άσκηση του δικαιώματος της αυτού δεν αποστερούσε τον εναγόμενο από του να ασκήσει τα δικαιώματα του όπως αυτά πήγαζαν από τη συμφωνία τους νοουμένου βεβαίως ότι τηρούσε τους όρους της. Η μη τήρηση όρου της υπό του εναγομένου όπως η ικανοποιητική αύξηση της κάλυψης με αποτέλεσμα τη μη δυνατότητα ρευστοποίησης αξιών από το λογαριασμό του δεν μπορεί να αποδοθεί στην "Ε & F" αλλά στον ίδιο. (Ε) Ο εναγόμενος ετύγχανε λανθασμένης αλλά πολλές φορές και καθυστερημένης πληροφόρησης όσον αφορά την κατάσταση του λογαριασμού του με αποτέλεσμα να προχωρεί σε αγορές μετοχών έχοντας λανθασμένη εικόνα αναφορικά με το υπόλοιπο του λογαριασμού του με αποτέλεσμα να ξεπερνά το εγκεκριμένο όριο του λογαριασμού του εν αγνοία του (βλ. παράγρ. 14 Έκθεσης Υπεράσπισης). Ουδέν αναληθέστερο. Σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου όλες οι αγορές από τον εναγόμενο έγιναν μέχρι την 22.11.99 όταν αυτός εργοδοτείτο εις την "Ε & F" και είχε δυνατότητα πλήρους πρόσβασης στον λογαριασμό του. (ΣΤ) Η "Ε & F" ήταν αμελής διότι (α) ρευστοποίησε αξίες της αλλά δεν έπραξε το ίδιο δια τον εναγόμενο, (β) ενώ είχε υποχρέωση λήψης διορθωτικών μέτρων για μείωση και/ή αποτροπή της ζημιάς της δεν το έπραξε, (γ) παρέλειψε να συμμορφωθεί με τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας, (δ) απέκρυψε από τον εναγόμενο τις εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας, (ε) ενώ είχε όλα τα μέσα για αποτροπή ή μείωση της ζημιάς της αμέλησε με αποτέλεσμα η ζημιά να οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα της (βλ. παράγρ. 19 της Έκθεσης Υπεράσπισης). Τα υπό (γ) και (δ) έχουν ήδη εξετασθεί και απορριφθεί ενώ το υπό (ε) καλύπτεται από το στοιχείο (β). Ο συνήγορος του εναγομένου με αναφορά στο άρθρο 73
(3)του περί Συμβάσεως Νόμου ΚΕΦ. 149 και νομολογία πρόβαλε ότι η "Ε & F" δια πλήρη εξόφληση του ισχυριζόμενου χρέους όφειλε ουσιαστικά να πωλήσει τις «υπό παρακαταθήκη με την ευρεία έννοια εγγύηση μετοχών» του εναγομένου όταν αυτές ήταν σε υψηλή τιμή. Η όλη εισήγηση εδράζεται επί εντελώς λανθασμένης αντίληψης των προνοιών του άρθρου 73
(3)του ΚΕΦ. 149. Εις τη Γρηγορίου (άνω) σελ. 26 αναφέρεται:- «Όπως περαιτέρω ισχυρίζεται ο εφεσείων, το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα αγνόησε τις πρόνοιες του άρθρου 73
(3)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, και την αποτυχία της εφεσίβλητης όπως λάβει μέτρα για μετριασμό της ζημιάς της. Το προαναφερθέν άρθρο του περί Συμβάσεων Νόμου συναρτά τον υπολογισμό της απώλειας ή ζημιάς που προέκυψε από παράβαση σύμβασης με τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης. Σύμφωνα με τη θέση του εφεσείοντα, η εφεσίβλητη, αν και είχε κάθε δυνατότητα να πωλήσει έγκαιρα τις μετοχές του εφεσείοντα και να ενεργήσει έτσι ώστε ο εφεσείων να αποφύγει τη ζημιά που τελικά προκλήθηκε σ΄ αυτόν, δεν το έπραξε και, κατά συνέπεια, αυτός τίποτε δεν οφείλει στην εφεσίβλητη, αλλ΄ αντίθετα εδικαιούτο στην αποζημίωση την οποία ανταπαιτούσε. Αυτός ο λόγος έφεσης είναι έκδηλα αβάσιμος, αφού εδράζεται σε μια τελείως εσφαλμένη αντίληψη της αρχής ως προς το καθήκον μείωσης της ζημιάς από πρόσωπο βλαβέν εξαιτίας παράβασης σύμβασης και δεν προτιθέμεθα να τον εξετάσουμε περαιτέρω. Εν πάση δε περιπτώσει, τα όσα έχουν λεχθεί προηγουμένως ως προς το δικαίωμα της εφεσίβλητης να πωλούσε τις μετοχές, θα μπορούσαν να κρίνουν την τύχη και αυτού του λόγου έφεσης.» Επίσης ουδεμία μαρτυρία ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου «δια ρευστοποίηση δικών της επενδυτικών χαρτοφυλακίων». Επίσης οι όροι
(1)και
(5)της Συμφωνίας ημερ. 23.7.99, τεκμ. 8, παρείχαν στην «E & F» τέτοιο δικαίωμα πώλησης μετοχών του εναγομένου, όπως απεφασίσθη σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του ιδίου θέματος. Η πώληση μετοχών υπό της «Ε & F» «αποτελούσε δικαίωμα και όχι υποχρέωση» [βλ. Συρίμη ν. Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λτδ Π.Ε. 315/07 ημερ. 12.10.2010, Καλλένος ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ Π.Ε 21/08 ημερ. 14.7.10, Ζερβού κ.α ν. Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Π.Ε. 305/08 ημερ. 21.12.11 και Γρηγορίου (άνω)] (Ζ) Η "Ε & F" και/ή αντιπρόσωποι της ένοχοι αμέλειας. Σύμφωνα με αυτή την υπεράσπιση η πιο πάνω ήταν αμελής διότι: (α) απέστελλαν στον εναγόμενο λανθασμένες καταστάσεις του λογαριασμού με αποτέλεσμα να μην ενημερώνεται έγκαιρα και επαρκώς, να μην γνωρίζει ποιο ήταν το υπόλοιπο του και οι πράξεις του να γίνονται βάσει λανθασμένων δεδομένων. (β) επέτρεψαν να γίνει υπέρβαση του ορίου του λογαριασμού του ενώ σύμφωνα με τους όρους λειτουργίας του Επενδυτικού Σχεδίου έπρεπε να το αποτρέψουν. (γ) δεν προχώρησαν με ρευστοποίηση ως συμφώνησαν κατά ή περί τον Ιούλιο 2000 και/ή ως προειδοποιήθησαν και/ή ως όφειλαν να πράξουν τούτο και/ή ως σιωπηρά και/ή ως ρητά συμφωνήθηκε. (δ) ενώ έβλεπαν την πτώση του Χρηματιστηρίου δεν έλαβαν καθόλου ή επαρκή μέτρα για προστασία του εναγομένου. (ε) δεν έλαβαν μέτρα για να μειωθεί η ζημιά ή τυχόν υπολοίπου. (στ) προχώρησαν σε ρευστοποίηση του χαρτοφυλακίου του εναγομένου σε περίοδο που η αξία των μετοχών δεν ήταν δυνατό να επιφέρει κέρδος. Ο εναγόμενος δεν υπέδειξε ποια ήταν λανθασμένη ή λανθασμένες καταστάσεις του λογαριασμού του που του απεστάλησαν για να ενεργήσει με τον τρόπο που κατ΄ ισχυρισμόν ενήργησε. Πέραν όμως τούτου ο ισχυρισμός αυτός είναι εντελώς ανυπόστατος λαμβάνοντας υπόψη ότι ο εναγόμενος καθ΄ όλο το χρόνο που διενήργησε χρηματιστηριακές πράξεις ήταν στην υπηρεσία της "Ε & F" και είχε πρόσβαση στο λογαριασμό του. Όσον αφορά το υπό (β) αυτό έχει εξετασθεί και απορριφθεί ενώ διά το υπό (γ) ουδεμία συμφωνία Ιουλίου 2000 απεδείχθη δια ρευστοποίηση μετοχών του και ούτε η "Ε & F" είχε οιανδήποτε υποχρέωση να πράξει οτιδήποτε προς την κατεύθυνση που εισηγείται ο εναγόμενος καθότι δεν ήταν διαχειριστής του λογαριασμού του ή των χρηματιστηριακών του πράξεων. Διά το σκοπό αυτό είχε αντιπρόσωπους χρηματιστές οι οποίοι ενεργούσαν κατόπιν οδηγιών του για το σκοπό αυτό χωρίς την παραμικρή ανάμειξη της "Ε & F". Τα ίδια ισχύουν δια τα στοιχεία υπό (δ) και (ε) ., Οι ενέργειες των χρηματιστών του εναγομένου στο Χρηματιστήριο δεν αφορούσαν την "Ε & F" πλην της υποχρέωσης της δια πληρωμή εκ των υστέρων του ποσού της αγοράς των αξιών. Η "Ε & F" δεν είχε κανένα καθήκον επιμέλειας προς τον εναγόμενο αφού δεν ενεργούσε ως διαχειριστής της περιουσίας του (βλ. Παπαδόπουλος ν. Euroinvestments & Finance Ltd Π.Ε. 49/08 ημερ. 16.12.11 σελ. 8-9). Όσον αφορά το υπό (στ) αυτό έγινε σύμφωνα με τις ρητές πρόνοιες τις μεταξύ τους συμφωνία και συγκεκριμένα του όρου 1. Η "Ε & F" με επιστολή του δικηγόρου της ημερ. 18.2.02 ανάφερε τις πρόνοιες του όρου της μεταξύ τους συμφωνίας ημερ. 23.7.99 τεκμ. 8, κάλεσαν τον εναγόμενο όπως εξοφλήσει το οφειλόμενο ή διαζευκτικά μεταβιβάσει αξίες ώστε να είναι εντός του ορίου του λογαριασμού του αλλά και τον προειδοποίησε ότι θα προχωρήσει στην πώληση των μετοχών του όπως και έπραξε στις 9.4.02 μέχρι 30.4.02 (βλ. τεκμ. 11 και 12). Η ενέργεια αυτή ήταν μέσα στα συμφωνηθέντα δικαιώματα της "Ε & F" και ο εναγόμενος δεν μπορεί τώρα να παραπονείται. Να σημειωθεί ότι το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου ΚΕΦ. 148 που επικαλείται ο συνήγορος του εναγομένου στην αγόρευση του είναι παντελώς άσχετο με το εξεταζόμενο θέμα. (Η) Παραπονείται ακόμη ο εναγόμενος ότι δεν έχει δώσει καμία εντολή στον χρηματιστή δια αγορά αξιών καθ΄ υπέρβαση του ορίου. Το τεκμ. 11 με τα πινακίδια αγοράς καταδεικνύει ότι αγορές έγιναν διά λογαριασμό το εναγομένου με τον κωδικό αριθμό του λογαριασμού του ΑΟ402. Αυτές έγιναν από χρηματιστηριακά γραφεία και σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και ευρήματα του η "Ε & F" πλήρωσε τις αγορές αυτές ως είχε υποχρέωση. Εάν ο εναγόμενος δεν είχε δώσει εντολές δι΄ αγορά τους όφειλε να καλέσει αυτούς ως Τριτοδιάδικους ώστε να τον αποζημιώσουν. Ουδέν έπραξε περί τούτου. Όσον αφορά την υπέρβαση του ορίου ήδη αυτό έχει εξεταστεί νωρίτερα. Εκ του περισσού αναφέρεται ότι η νομιμοποίηση της εναγούσης στην έγερση της παρούσης αγωγής ευρίσκεται στο άρθρο 6 του Ν.64
(1)/97. Ως αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω πιστεύω ότι όλες οι δικογραφημένες υπερασπίσεις του εναγομένου, έτυχαν απάντησης. Πολλά άλλα που ήγειρε ο συνήγορος του με την αγόρευση του είναι εκτός δικογράφων και συνεπώς δεν έχουν παρά να αγνοηθούν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους εκδίδεται απόφαση υπέρ της εναγούσης και εναντίον του εναγομένου δια €220.668,60 (ισάξιο £129.268,65) πλέον τόκος 8.5% από 22.5.02 μέχρι εξόφλησης. Η Ανταπαίτησης, εν όψει των ευρημάτων του Δικαστηρίου και των κρίσεων του επί της Υπεράσπισης που ήγειρε ο εναγόμενος, απορρίπτεται. Τα έξοδα, τόσον της αγωγής όσο και της Ανταπαίτησης, να είναι εις βάρος του εναγομένου όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι όπου αυτά συμπίπτουν, η ενάγουσα θα δικαιούται μια δέσμη. (Υπ) Λ. Παρπαρίνος Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c:\my documents\parparinos 2010-11/final decisions cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο