← Κύπρος

ΚΩΣΤΑΣ ΘΕΟΔΟΤΟΥ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Αγωγής:1206/06, 7 Μαρτίου 2012

ΚΩΣΤΑΣ ΘΕΟΔΟΤΟΥ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Αγωγής:1206/06, 7 Μαρτίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:1206/06 Μεταξύ: ΚΩΣΤΑΣ ΘΕΟΔΟΤΟΥ, από την Λευκωσία Ενάγοντας και ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ, από την Λεμεσό Εναγόμενος Ημερομηνία: 7 Μαρτίου 2012 ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 17.1.12 ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΑΝΤΕΞΕΤΑΣΗΣ ΤΗΣ ΕΒΙΤΑΣ ΗΛΙΑΔΟΥ Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα-Αιτητή: ο κ. Λ. Α. Ιωαννίδης Για τον Εναγόμενο-Καθ' ου η Αίτηση: ο κ. Χρ. Μελίδης για Α. Σ. Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Προτού αναφερθώ στην υπό εξέταση Αίτηση θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω σε συντομία το ιστορικό που οδήγησε στην καταχώρηση της για να είναι πιο εύκολα κατανοητή η παρούσα απόφαση. Η με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή καταχωρήθηκε στις 9.2.06 σε κλητήριο γενικά οπισθογραφημένο και με αυτή ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον του Εναγομένου γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για ισχυριζόμενο λίβελλο και/ή δυσφημιστικά σχόλια στα οποία προέβηκε κατά τον ισχυρισμό του ο Εναγόμενος τα οποία πέραν του ότι είναι ψευδή, ανυπόστατα και κακόβουλα έχουν εκθέσει, πλήξει και βλάψει τον Ενάγοντα όπως και την έκδοση διατάγματος με το οποίο να εμποδίζεται ο Εναγόμενος να δυσφημίζει τον Ενάγοντα καθ' οιονδήποτε τρόπο. Διεκδικεί επίσης τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Στις 7.11.06 καταχωρήθηκε δικόγραφο χωρίς τίτλο στο οποίο περιέχονται με λεπτομέρεια οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα. Στις 22.3.07 καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση του Εναγομένου και στις 29.3.07 η Απάντηση στην Υπεράσπιση. Η αγωγή ορίστηκε αρκετές φορές για Ακρόαση, έχει επανειλημμένα αναβληθεί είτε για λόγους που αφορούν την έλλειψη χρόνου από το Δικαστήριο είτε λόγω αιτημάτων αναβολής που αντιμετώπισε το Δικαστήριο και από τους δύο συνηγόρους με αποτέλεσμα στις 8.12.11 που ήταν ορισμένη ενώπιον μου η αγωγή για ακρόαση, ημερομηνία κατά την οποία είχα γνωστοποιήσει σαφώς την πρόθεση του Δικαστηρίου για να ξεκινήσει επιτέλους η Ακρόαση της υπόθεσης, να οριστεί μετά από άδεια δική μου Αίτηση του Εναγομένου ημερ. 5.12.11 με την οποία επιδιώκεται η τροποποίηση της Υπεράσπισης που έχει καταχωρήσει. Την εν λόγω Αίτηση (εν τοις εφεξής "η Αίτηση Τροποποίησης") συνοδεύει η ένορκη δήλωση της Εβίτας Ηλιάδου στην οποία αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους ζητείται και επιδιώκεται η τροποποίηση της Υπεράσπισης. Στην εν λόγω αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση εκ πλευράς του Ενάγοντα στις 17.1.2012 και την ίδια ημερομηνία η υπό εξέταση Αίτηση με την οποία ο Ενάγοντας ζητεί διάταγμα αντεξέτασης της Εβίτας Ηλιάδου σε σχέση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση για Τροποποίηση. Στην Αίτηση για αντεξέταση καταχωρήθηκε ένσταση εκ πλευράς του Εναγομένου και το αντικείμενο της παρούσας απόφασης η εξέταση της Αίτησης αυτής. Με την υπό εξέταση αίτηση, που όπως έχει ήδη αναφερθεί έχει καταχωρηθεί στις 17.1.12, ο Ενάγοντας ζητεί διάταγμα του Δικαστηρίου για αντεξέταση της Εβίτας Ηλιάδου σε σχέση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της ημερ. 5.12.11 η οποία συνοδεύει την Αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης. Η νομική βάση της Αίτησης είναι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.38 θθ.1-3, Δ.39 θθ.1-6, Δ.48 θθ.1,3,8,9 και 12, Δ.63 θθ.1 και 2, ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος Κεφ. 6 Άρθρα 8 και 9, ο περί Δικαστηρίων Νόμος 14/60 Άρθρα 29,31 και 32 το Άρθρο 30 του Συντάγματος και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Την Αίτηση δεν συνοδεύει ένορκος δήλωση, τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται, σύμφωνα πάντα με την Αίτηση, φαίνονται στο φάκελο της υπόθεσης και εστιάζονται στο ότι η ενόρκως δηλούσα Εβίτα Ηλιάδου καταθέτει ισχυρισμούς που δεν γνωρίζει καλά και προσωπικά, δεν αναφέρει την πηγή πληροφόρησης της, δεν έχει καταθέσει τα πραγματικά γεγονότα, δεν δικαιολογεί ή διευκρινίζει τη μεγάλη καθυστέρηση με την οποία υποβάλλεται η Αίτηση για τροποποίηση, δεν καταδεικνύεται πουθενά η αναγκαιότητα της τροποποίησης και οι ισχυρισμοί που προβάλλει είναι έκδηλα νομικά και πραγματικά αβάσιμοι και γίνονται κακόπιστα και καταχρηστικά. Με την ένσταση του που κατέθεσε ο Εναγόμενος στις 7.2.12 ισχυρίζεται ότι η Αίτηση για αντεξέταση είναι παράτυπη, αντικανονική, κακόπιστη, καταχρηστική και κατατίθεται για σκοπούς εκτροχιασμού της διαδικασίας από την κανονική της πορεία και για να προκαλέσει αχρείαστη καθυστέρηση και έξοδα, δεν συντρέχουν οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος αντεξέτασης, ελλείπει από αυτή το πραγματικό νομικό υπόβαθρο, τυχόν έκδοση του διατάγματος θα οδηγήσει ουσιαστικά στην εκδίκαση μέρους της ουσίας της υπόθεσης στα πλαίσια της εκδίκασης της Αίτησης τροποποίησης και προβάλλει επίσης τη θέση ότι ο Ενάγοντας δεν έχει στοιχειοθετήσει καμία εξαιρετική περίσταση ή καλό λόγο για να επιτραπεί το αίτημα του. Η νομική βάση της ένστασης είναι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.38 θθ.1-3, Δ.39 θθ.1-9, Δ.48 θθ.1-4, 8, 9 και 12, Δ.64 ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος Κεφ. 6 Άρθρα 8 και 9, ο περί Δικαστηρίων Νόμος 14/60 Άρθρα 29,31 και 32 το Άρθρο 30 του Συντάγματος και οι συμφυείς εξουσίες και η πρακτική του Δικαστηρίου. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκη δήλωση της κας Έλενας Μιχαήλ η οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει όλους τους λόγους ένστασης και αιτείται την απόρριψη της Αίτησης. Η Αίτηση οδηγήθηκε σε Ακρόαση και οι συνήγοροι των δύο μερών αγόρευσαν στο Δικαστήριο υποστηρίζοντας ο καθένας τη θέση του με αναφορά και σε νομολογία. Η θέση του κ. Ιωαννίδη ήταν ότι ο Δικαστήριο θα πρέπει να εγκρίνει την Αίτηση. Αναφέροντας ότι το θέμα εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία πρέπει να ασκηθεί υπέρ της χορήγησης του αιτούμενου διατάγματος, υποστήριξε ότι η παρούσα Αίτηση σχετίζεται άμεσα με την αίτηση τροποποίησης η οποία εκκρεμεί προς εκδίκαση και είναι αναγκαία η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος για να μπορέσει το Δικαστήριο να αποφασίσει την Αίτηση τροποποίησης έχοντας ενώπιον του όλα τα στοιχεία. Ο κ. Ιωαννίδης στο σημείο αυτό αγόρευσε επί μακρό με αντικείμενο ουσιαστικά την ένσταση του στην Αίτηση τροποποίησης επικαλούμενος κατ' επανάληψη κακοπιστία υπερβολική καθυστέρηση και ψεύδος σε ό,τι αφορά τον Εναγόμενο και την καταχώρηση της Αίτησης τροποποίησης του. Ήταν επίσης η θέση του ότι παρόλο που η πλειονότητα των αποφάσεων που διέπουν το θέμα καταδεικνύουν ότι το αίτημα για αντεξέταση συνήθως απορρίπτεται στην παρούσα υπόθεση δικαιολογείται καθότι το κίνητρο του Εναγόμενου για την καταχώρηση της Αίτησης τροποποίησης το οποίο θα διαφανεί από την αντεξέτασης της κας Εβίτας Ηλιάδου έχει καθοριστική σημασία για την έκβαση της Αίτησης Τροποποίησης. Ήταν καταληκτικά η θέση του κ. Ιωαννίδη ότι ακόμα και αν το Δικαστήριο απορρίψει το αίτημα για αντεξέταση της κας Εβίτας Ηλιάδου δεν θα πρέπει να καταδικάσει τον Ενάγοντα στα έξοδα γιατί αυτά έχουν δημιουργηθεί από την συμπεριφορά του Εναγομένου. Εντελώς αντίθετη ήταν η θέση του κ. Μελίδη επί όλων των ζητημάτων που έχουν αναφερθεί από τον κ. Ιωαννίδη. Ο κ. Μελίδης αφού υιοθέτησε την ένσταση και όλους τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή ανέφερε ότι το Δικαστήριο σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να εγκρίνει την Αίτηση και βεβαίως η διαταγή που θα πρέπει να εκδώσει για τα έξοδα πρέπει να είναι ανάλογη με αυτό το αποτέλεσμα, καθότι πρώτα απ' όλα η αίτηση πάσχει νομικά και δεν θεραπεύεται αφού δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση η οποία να περιέχει τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται. Ήταν η θέση του κ. Μελίδη ότι με βάση τη Δ.48 θ.9 στην οποία αναφέρονται όλες οι Αιτήσεις οι οποίες μπορούν να μην συνοδεύονται από ένορκη δήλωση δεν συμπεριλαμβάνεται η Δ.39 θθ.1-3 επί των οποίων στηρίζεται η υπό εξέταση Αίτηση. Επομένως η παράλειψη του Αιτητή να υποβάλει Αίτηση η οποία να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση δεν αποτελεί απλή παρατυπία αλλά έχει ως αποτέλεσμα η Αίτηση του να πάσχει νομικά αφού δεν υπάρχουν γεγονότα επί των οποίων να στηρίζεται και σίγουρα δεν είναι από τις περιπτώσεις που τα γεγονότα φαίνονται στο σώμα της Αίτησης ή στο Δικαστικό φάκελο και έτσι είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Πέραν τούτου, ήταν περαιτέρω η εισήγηση του ότι ο Ενάγοντας έχει ήδη καταχωρήσει την ένσταση του στην Αίτηση τροποποίησης συνεπώς έχει απαντήσει σε αυτή και σε καμία περίπτωση δεν καταδεικνύεται η αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος. Ήταν επίσης η θέση του ότι το διάταγμα το οποίο ζητεί ο Ενάγοντας είναι εντελώς αόριστο, γενικό και ασαφές γεγονός που είναι εντελώς αντίθετο με τη νομολογία σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να διευκρινίζονται οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η αντεξέταση. Ο πρώτος λόγος ένστασης του κ. Μελίδη όπως έχει αναπτυχθεί κατά την Ακρόαση της Αίτησης αφορά λόγο που αν επιτύχει καθορίζει και την πορεία της Αίτησης γι' αυτό και θα προχωρήσω να εξετάσω πρώτα το κατά πόσο το Δικαστήριο έχει ενώπιον του μια σωστή έγκυρη και νομότυπη Αίτηση προς εξέταση. Η Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και ειδικά ο θεσμός 9 αυτής αναφέρει ότι όλες οι Αιτήσεις εκτός από αυτές που αναφέρονται στον Θεσμό 8 της εν λόγω διαταγής πρέπει, στο αγγλικό κείμενο χρησιμοποιείται η λέξη "shall", να γίνονται δια κλήσεως και να υποστηρίζονται από ένορκες δηλώσεις των γεγονότων επί των οποίων στηρίζονται. Στον Θεσμό 8 της εν λόγω Διαταγής παρατίθεται ένας κατάλογος αιτήσεων οι οποίες δεν χρειάζονται να συνοδεύονται από ένορκη δήλωση, εκτός βέβαια και αν ζητηθεί κάτι τέτοιο από το Δικαστήριο. Στον κατάλογο αυτό δεν περιλαμβάνονται αιτήσεις που γίνονται με βάση τη Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία είναι και η νομική βάση της υπό εξέταση Αίτησης. Επομένως η παράληψη του Ενάγοντα να στηρίζει την Αίτηση του με ένορκη δήλωση ουσιαστικά καταδικάζει και την Αίτηση του σε αποτυχία. Θεωρώ ότι η παράλειψη αυτή δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ως απλή παρατυπία η οποία να θεραπεύεται ουσιαστικά από τα όσα έχουν επιχειρηθεί να θεωρηθούν ως γεγονότα στο σώμα της Αίτησης κατά την προφορική αγόρευση του κ. Ιωαννίδη. Η Αίτηση ουσιαστικά είναι αστήρικτη αφού δεν υπάρχουν τα γεγονότα εκ των οποίων εδράζεται και σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τα όποια γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης. Είναι συνεπώς η θέση μου ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί για τον πιο πάνω λόγο. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης θα εξετάσω κατά πόσο η Αίτηση θα μπορούσε να πετύχει επί της ουσίας της. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι η ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει αντεξέταση δυνάμει της Δ.39 θ.1 είναι διακριτική και ασκείται βεβαίως δικαστικά επί των περιστάσεων της συγκεκριμένης υπόθεσης εφόσον υποβληθεί σχετική παράκληση. Η Δ.39 θ.1 είναι σαφής επί τούτου. Στην υπόθεση Αναφορικά με την αίτηση των Λευτέρη Μήλου και Πανίκου Χατζηλοίζου Αίτηση αρ. 18/2008 ημερ. 14.3.08 επαναλήφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να πράξει κάτι τέτοιο. Στο Σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 21, σελ. 418-419, παράγρ.878 αναφέρονται τα ακόλουθα: "Discretionary power of the Court as to evidence. The Court has a discretionary power of acting upon such evidence as may be before it at the time, and will not allow a motion to stand over in order to enable a party to examine a witness viva voce, if it considers that the application is made in order to create delay, or that there is sufficient evidence before it to enable it to deal with the motion" Μια από τις παραμέτρους εξέτασης αιτημάτων φύσεως ως το υπό εξέταση είναι η δεδομένη ανάγκη περιορισμού της διαδικασίας στα σωστά πλαίσια ώστε να μην εκτρέπεται σε Ακρόαση επί της ουσίας. Ο πρώτος φόβος του Δικαστηρίου λαμβάνοντας υπόψη τη γενικότητα του διατάγματος όπως αυτό ζητείται αλλά και από την αγόρευση του κ. Ιωαννίδη για την σκοπούμενη αντεξέταση της κας Ηλιάδου είναι ακριβώς αυτός, δηλαδή η Αίτηση για τροποποίηση να λάβει πολύ μεγαλύτερη έκταση και διάσταση από αυτή που πραγματικά πρέπει να έχει και να μετατραπεί τελικά σε ακρόαση τουλάχιστον μέρους της ουσίας της ακρόασης της αγωγής. Η ανάγκη να συγκεκριμενοποιείται το διάταγμα αντεξέτασης με προσδιορισμό των θεμάτων για τα οποία σκοπείται η αντεξέταση είναι επίσης σημαντική προϋπόθεση για την χορήγηση ή μη τέτοιου διατάγματος. Στην παρούσα υπόθεση, η Αίτηση που έχει καταχωρηθεί από τον Ενάγοντα είναι εντελώς γενική. Στην αγόρευση του ο κ. Ιωαννίδης έχει αναφέρει τους λόγους και τα σημεία επί των οποίων θέλει να αντεξετάσει την ενόρκως δηλούσα Εβίτα Ηλιάδου και οι λόγοι αυτοί καταδεικνύουν για ακόμα μια φορά ότι πρόθεση του είναι να χρησιμοποιήσει την αντεξέταση για να στηρίζει τη θέση του η οποία ούτως η άλλως έχει γνωστοποιηθεί το Δικαστήριο με την ένσταση του, επί της Αίτησης τροποποίησης, και δη τους ισχυρισμούς για υπερβολική καθυστέρηση και κακοπιστία, ισχυρισμοί οι οποίοι τολμώ να αναφέρω από το στάδιο αυτό ότι έχουν τύχει ενδελεχούς εξέτασης σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και υπάρχει επί όλων των θεμάτων αυτών σαφής νομολογία στην οποία το Δικαστήριο μπορεί να ανατρέξει. Οδηγός για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προκειμένου να εγκρίνει αίτημα παρουσίας μάρτυρα για αντεξέταση είναι η στοιχειοθέτηση κάποιου είδους εξαιρετικής περίστασης ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Όπως έχει ήδη αναφερθεί στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν λόγοι που αφορούν θέματα ισχυριζόμενης κακοπιστίας και υπερβολικής καθυστέρησης στην υποβολή αιτήματος για τροποποίησης δικογράφων να αποτελέσουν εξαιρετικές περιστάσεις με βάση τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Δεδομένων των πιο πάνω αρχών και λαμβάνοντας υπόψη μου τα όσα έχουν αναφερθεί από τους συνηγόρους αφενός, την Αίτηση τροποποίησης με την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει καθώς και την ένσταση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει το Δικαστήριο κρίνει ότι έχει ενώπιον του όλο το απαραίτητο υλικό που του επιτρέπει να χειριστεί ανάλογα την Αίτηση για τροποποίηση και να αποφασίσει επί αυτής. Δεν χρειάζεται καμία αντεξέταση ούτε και καταδείχτηκαν ειδικές περιστάσεις που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για έκδοση διατάγματος αντεξέτασης. Ολοκληρώνω, τονίζοντας ότι είναι καλά εμπεδωμένη αρχή πως δεν υπάρχει κανόνας που να δεσμεύει το Δικαστήριο να αποδεχθεί μαρτυρία για το λόγο και μόνο ότι δεν υπήρξε αντεξέταση επί συγκεκριμένων σημείων της. Η μη αμφισβήτηση γεγονότων της ενόρκου δηλώσεως από την αντίδικη πλευρά, δεν οδηγεί, άνευ ετέρου, σε αποδοχή τους. (Αντωνάκης Χρ. Σολομωνίδης Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κα.

(2005)1(Α) ΑΑΔ 491, 496, Marketrends Finance Ltd ν. Γιώργου Χριστοδουλίδη κα.
(2007)1(Α) ΑΑΔ 624, 629). Με βάση τα πιο πάνω, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο Αιτητής απέτυχε να δείξει καλό λόγο, με βάση τον οποίο θα ήταν δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς την κατεύθυνση της παροχής άδειας για οποιαδήποτε αντεξέταση. Σημειώνω εδώ ότι η Αίτηση κατά την άποψη μου ήταν ήδη καταδικασμένη σε αποτυχία και απόρριψη από μόνο το λόγο ότι δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Εν όψει όλων των ανωτέρω, η Αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.).............. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /εκ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.