David Menitz ν. Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού, Αρ. Αγωγής 9937/05, 7.3.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A48 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 9937/05 Μεταξύ: David Menitz Ενάγοντα και Κυπριακού Οργανισμού Τουρισμού Εναγομένων Ημερομηνία: 7.3.2012 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Α. Λαδάς, για ν΄ ακούσει την απόφαση κ. Ασπρόφτας Για τους Εναγομένους: κ. Χρ. Τριανταφυλλίδης, για ν΄ ακούσει την απόφαση κ. Κατσουρίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή ο ενάγοντας αξιώνει αποζημιώσεις για παράβαση του συμβολαίου εργοδότησης. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης οι εναγόμενοι τον διόρισαν ως διευθυντή των γραφείων τους στο Ντουπάι, από την 15.6.
- Πέντε περίπου μήνες αργότερα οι εναγόμενοι του απέστειλαν επιστολή τερματισμού των υπηρεσιών του. Η επιστολή φέρει ημερομηνία 17.11.2004 και παραλήφθηκε από τον ενάγοντα τη 19.11.
- Ο ενάγοντας αξιώνει από τους εναγομένους αποζημιώσεις για παράβαση του συμβολαίου εργοδότησης, περιλαμβανομένων και αποζημιώσεων για απώλεια καριέρας, παραδειγματικές αποζημιώσεις Λ.Κ. 4.044 δεδουλευμένους μισθούς και ή ωφελήματα και ή έξοδα καταβληθέντα από τον ενάγοντα για λογαριασμό των εναγομένων μέχρι 31.10.2004 και $16.460 δεδουλευμένους μισθούς και ή ωφελήματα δυνάμει του συμβολαίου εργοδότησης. Οι εναγόμενοι ήγειραν προδικαστικό θέμα σε σχέση με τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου να επιληφθεί την αξίωση του ενάγοντα. Ήταν η θέση τους ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Τα γεγονότα επί των οποίων οι εναγόμενοι στηρίζουν τη θέση τους περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης και ως εκ τούτου το Δικαστήριο επιλήφθηκε του θέματος προδικαστικά. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου εισηγήθηκε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει εργατικές διαφορές, νοουμένου ότι η απαίτηση υπερβαίνει τις απολαβές δύο ετών. Στην υπό κρίση περίπτωση το πιο πάνω κριτήριο δεν ικανοποιείται και ως εκ τούτου το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας. Ο κ. Λαδάς εκ μέρους του ενάγοντα, υποστήριξε την αντίθετη άποψη. Ήταν η θέση του ότι οι απαίτηση του ενάγοντα υπερβαίνει τις απολαβές δύο ετών, πέραν τούτου όμως η απασχόληση του ενάγοντα στην υπηρεσία των εναγομένων δεν υπερέβαινε τις εικοσιέξι εβδομάδες, που αποτελεί προϋπόθεση γα να προσφύγει κάποιος στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι είναι «αδιανόητο» κάποιος να μην έχει δυνατότητα να προσφύγει σε Δικαστήριο, αυτό αντιβαίνει με τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος. Το Δικαστήριο ζήτησε τις απόψεις των δύο πλευρών κατά πόσο στην υπό κρίση υπόθεση εφαρμόζονται οι πρόνοιες του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου 98
(1)/2003. Οι θέσεις τους επί του συγκεκριμένου σημείου διίστανται. Ο κ. Τριανταφυλλίδης εισηγήθηκε ότι οι πρόνοιες του συγκεκριμένου νόμου εφαρμόζονται και ως εκ τούτου δικαιοδοσία θα μπορούσε να έχει μόνο το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, ενώ ο κ. Λαδάς εισηγήθηκε ότι ο σκοπός του νόμου αυτού ήταν να παράσχει επιπρόσθετα δικαιώματα σε εργοδοτούμενους και να τους εξισώσει με τους εργοδοτουμένους αορίστου χρόνου. Σε περίπτωση που ένας εργοδότης αρνηθεί να αναγνωρίσει τα δικαιώματα του εργοδοτούμενου που προβλέπονται από το νόμο αυτό, δικαιοδοσία έχει το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Αρχίζοντας από το τελευταίο θέμα ήτοι κατά πόσο εφαρμόζονται στην υπό κρίση περίπτωση οι πρόνοιες του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου 98
(1)/2003, επισημαίνω ότι κατά την ερμηνεία ενός νόμου το Δικαστήριο δεν πρέπει να περιορίζεται στη γραμματική ερμηνεία των λέξεων αλλά ο νόμος πρέπει να ερμηνεύεται στο σύνολο του. Οι σκοποί για τους οποίους έχει θεσπισθεί ένας νόμος είναι σημαντικοί παράγοντες για σκοπούς ορθής ερμηνείας του[1]. Σκοπός του συγκεκριμένου νόμου είναι η βελτίωση της ποιότητας της εργασίας ορισμένου χρόνου με την εφαρμογή της αρχής της μη διάκρισης και η αποτροπή της κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή εργασιακών σχέσεων ορισμένου χρόνου. Εργοδοτούμενος με εργασία ορισμένου χρόνου δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται δυσμενώς σε σχέση με τον αντίστοιχο εργοδοτούμενο με εργασία αορίστου χρόνου μόνο επειδή έχει σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αρμόδιο Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Νόμου 98
(1)/2003, προς επίλυση οποιασδήποτε διαφοράς αστικής φύσεως η οποία ήθελε προκύψει από την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου, είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Η αναφορά που γίνεται στο άρθρο 10 του νόμου σε «οποιαδήποτε διαφορά αστικής φύσεως», δεν παραπέμπει σε οποιαδήποτε διαφορά αστικής φύσεως μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου αλλά πρέπει να ερμηνευθεί στα πλαίσια και των υπολοίπων προνοιών του νόμου. Ο νόμος αυτός θεσπίσθηκε για εναρμόνιση της Κυπριακής νομοθεσίας με την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου, σχετικά με τη συμφωνία πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου και αποβλέπει στην απαγόρευση δυσμενούς μεταχείρισης των εργοδοτουμένων με εργασία ορισμένου χρόνου. Ενόψει των πιο πάνω καταλήγω ότι ο Ν98
(1)/2003, καμιά εφαρμογή έχει στην υπό κρίση περίπτωση. Ο ενάγοντας, σύμφωνα πάντα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, εργοδοτήθηκε στην υπηρεσία των εναγομένων τη 15.6.2004 και απολύθηκε λίγους μήνες αργότερα τη 19.11.2004, προτού συμπληρώσει 26 εβδομάδες υπηρεσίας. Το άρθρο 30 του περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου του Ν24/1967, ως έχει διαμορφωθεί με την τροποποίηση του άρθρου 3 του Ν6/73, καθορίζει τις αρμοδιότητες του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Το εδάφιο 2 του ιδίου άρθρου αναγνωρίζει ρητά δικαιοδοσία σε Επαρχιακό Δικαστήριο στην περίπτωση που η αξίωση είναι για αποζημιώσεις που υπερβαίνουν, τις αποζημιώσεις που μπορεί να διεκδικηθούν ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, οι οποίες δεν πρέπει να υπερβαίνουν τις απολαβές δύο ετών. Το άρθρο 3 του ιδίου νόμου ρυθμίζει το δικαίωμα του εργοδοτούμενου σε αποζημιώσεις στην περίπτωση τερματισμού της απασχόλησης του. Τα δικαιώματα του καθορίζονται σύμφωνα με τον Πρώτο Πίνακα δεδομένου ότι ο εργοδοτούμενος έχει απασχοληθεί συνεχώς επί εικοσιέξι τουλάχιστον εβδομάδες. Ήταν η θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των εναγομένων ότι σε περίπτωση που η εργοδότηση είναι μικρότερη από εικοσιέξι εβδομάδες και η αξίωση δεν υπερβαίνει τους μισθούς δύο ετών, κανένα από τα δύο Δικαστήρια, είτε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών είτε το Επαρχιακό Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αξίωση του εργοδοτουμένου. Προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης του επικαλέσθηκε την υπόθεση Elli Constantouri Kapsou v. Middle East Airlines Airliban[2], στην οποία η πλειοψηφία του Εφετείου αποφάσισε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την αγωγή. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα[3]: «In our opinion section 3 of Law 24/67 has created a new statutory right regarding compensation for wrongful dismissal in substitution of the common law right and consequently when a claim cannot succeed before the Industrial Disputes Court on the strength of such statutory right, as in this case, the exclusive under section 30 of Law 24/67 jurisdiction of the Industrial Disputes Court cannot be circumvented by an action before a District Court, such as the present one, which was rightly dismissed by the trial judge for lack of jurisdiction». Ο δικαστής Κούρρης (απόφαση μειοψηφίας), είχε διαφορετική άποψη. Ήταν η θέση του ότι αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο, σε αντίθετη περίπτωση παραβιάζεται το Συνταγματικό δικαίωμα του εργοδοτουμένου να προσφύγει σε Δικαστήριο. Ανέφερε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω[4] : «. I do not agree with the contention that the District Court has jurisdiction only in cases where the employer's claim is for an amount which exceeds the amount of compensation which may be awarded under Law 24/67. In my judgment an employee has no statutory duty right for compensation by virtue of s.3 of Law 24/67 unless he has continually served the same employee for at least 26 weeks; but, if he is wrongfully dismissed before the lapse of 26 weeks he may resort to the District court for his claim. If I were to hold that an employee cannot resort to the District Court for his claim then s.3 of the law would be contrary to Article 30 of the Constitution which provides that no person shall be denied access to the Court assigned to him by or under the Constitution». Παρόμοιο θέμα απασχόλησε το Εφετείο λίγα χρόνια αργότερα στην Αίτηση του Ηλία Ηλία δι΄ άδειαν του Δικαστηρίου δι' έκδοσιν διατάγματος Prohibition/Certiorari[5]. Ήταν η θέση του Εφεσείοντα ότι το Επαρχιακό Δικατήριο δεν είχε δικαιοδοσία να επιληφθεί του αιτήματος της εφεσίβλητης και ότι το κενό μπορούσε να πληρωθεί μόνο με δικαιοδοτικό νόμο, που θα παρείχε αρμοδιότητα σε Δικαστήριο να επιληφθεί αίτησης για την έκδοση διατάγματος διατροφής για τη συντήρηση εξώγαμου τέκνου. Η πιο πάνω θέση δεν έγινε δεκτή από το Ανώτατο Δικαστήριο. Αρμόδιο για την επίλυση κάθε διαφοράς που ανάγεται στην εκπλήρωση αστικών υποχρεώσεων είναι, σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, το κατά τόπο αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο, εκτός αν η επίλυση της συγκεκριμένης διαφοράς υπάγεται, βάσει των διατάξεων του δικαιοδοτικού νόμου, σε άλλο πολιτικό δικαστήριο. Αυτό, «... προκύπτει από τον προσδιορισμό των αρμοδιοτήτων του επαρχιακού δικαστηρίου, που απαντούνται στο άρθρο 21 του Ν. 14/60, σε συνάρτηση με τον ορισμό του όρου «αγωγή στο άρθρο 2 του ιδίου νόμου, όπως επισημαίνεται στην απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται». Η καθ' ύλη αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου επεκτείνεται σε κάθε διαφορά αστικής φύσεως που εμπίπτει στα όρια της τοπικής αρμοδιότητας του. Στην υπό κρίση περίπτωση, το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της παρούσας αγωγής καθότι ο ενάγοντας δεν συμπλήρωσε εικοσιέξι μήνες υπηρεσία, τοπική αρμοδιότητα έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και ως εκ τούτου εφαρμόζοντας τις αρχές στην Αίτηση Ηλία Ηλία (ανωτέρω), καταλήγω ότι το Δικαστήριο αυτό είναι αρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Θα συμφωνήσω με την μειοψηφία στην απόφαση Kapsou (ανωτέρω) ότι οποιαδήποτε διαφορετική προσέγγιση θα παραβίαζε το δικαίωμα του πολίτη να προσφύγει στο Δικαστήριο. Το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο είναι πρωταρχικής σημασίας σε μια δημοκρατική κοινωνία και προστατεύεται από το άρθρο 30.1 του Συντάγματος. Στο σύγγραμμα του Α. Λοίζου, Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, αναφέρονται τα πιο κάτω σε σχέση με το δικαίωμα αυτό[6]: « .... Η αρχή κάτω από την οποία μια αστική διαφορά πρέπει να μπορεί να τεθεί ενώπιον δικαστή είναι ένα από τα θεμελιώδη δικαιώματα που αναγνωρίζονται παγκόσμια». Επισημαίνω ότι οποιαδήποτε άλλη προσέγγιση θα επέφερε χάος στις εργασιακές σχέσεις και μεγάλη αδικία σε βάρος των εργοδοτουμένων καθότι θα έδιδε το δικαίωμα στους εργοδότες να προσλαμβάνουν υπαλλήλους, να τους εργοδοτούν για περίοδο μικρότερη των εικοσιέξι εβδομάδων, για παράδειγμα εικοσιέξι εβδομάδες παρά μια ημέρα, να τους απολύουν χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία και χωρίς να τους καταβάλλουν δεδουλευμένους μισθούς και ή ωφελήματα, εφόσον κανένα Δικαστήριο θα μπορούσε να τους εξαναγκάσει να το πράξουν . Ανεξαρτήτως των πιο πάνω όμως παρατηρώ ότι ο ενάγοντας αξιώνει γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, στη κλίμακα Λ.Κ 50.000-250.000, οι οποίες υπερβαίνουν τους μισθούς δύο ετών. Ο ετήσιος μισθός του σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης ανέρχεται σε Λ.Κ.12.127,57, περίπου. Στην υπόθεση Interamerican Insurance Co. Ltd v. Άντρη Μακρίδου[7] αποφασίστηκε ότι παρέχεται σε διάδικο το δικαίωμα να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο, ο οποίος δεν έχει συμπληρώσει υπηρεσία εικοσιέξι εβδομάδων εφόσον η αξίωση αυτού για αποζημιώσεις, υπερβαίνουν τις απολαβές δύο ετών. Ενόψει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι το παρόν Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Βλέπετε σχετικά Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ κα ν. Συμβούλιο Βελτιώσεως Γερμασόγειας
(1993)4Β Α.Α.Δ. 1256. [2]
(1988)1 C.L.R. 152 [3] page 154 [4] p.158 [5]
(1995)1 Α.Α.Δ. 938 [6] Σελίδα 185 [7]
(2000)1 Γ Α.Α.Δ. 1529 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο