← Κύπρος

Χρύσως Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, Αρ. Αγωγής: 8181/07, 12.3.2012

Χρύσως Κακοφεγγίτου ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ, Αρ. Αγωγής: 8181/07, 12.3.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 8181/07 Μεταξύ: Χρύσως Κακοφεγγίτου Ενάγουσας -και- Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ Εναγομένων Ημερομηνία: 12.3.2012 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: κα Μ. Στυλιανού για κ. Χρ. Κληρίδη Για τους Εναγόμενους: κ. Π. Πολυβίου για να ακούσει απόφαση κα Χαραλάμπους Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ενάγουσα εργοδοτήθηκε από τους εναγομένους κατά ή περί τα έτη 1984-1985 και απασχολήθηκε σε διάφορες θέσεις μέχρι τον Αύγουστο του

  1. Στη συνέχεια διορίσθηκε Διευθύντρια Πωλήσεων των εναγομένων στο Ισραήλ. Την 11.5.2000 οι εναγόμενοι τερμάτισαν τις υπηρεσίες της. Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα αξιώνει από τους εναγομένους το ποσό των ΛΚ14.546,85, που παράνομα κατακρατήθηκε από τους μισθούς της ενάγουσας, όπως επίσης αποζημιώσεις για επίδομα τηλεφώνου και ψυχαγωγίας, και συμφωνηθείσα αποζημίωση και ή «συμφωνηθείσα κατά χάρη πληρωμή» για τον τερματισμό των υπηρεσιών της με νέο τριετές συμβόλαιο, οφειλόμενο υπόλοιπο από μισθούς, γενικές αποζημιώσεις για παραβίαση της συμφωνίας εργοδότησης και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Οι εναγόμενοι κατεχώρησαν Υπεράσπιση στην οποίαν εγείρουν θέμα κατάχρησης της διαδικασίας και δεδικασμένου, και ζητούν την απόρριψη της αγωγής. Παραθέτω αυτούσιες τις σχετικές παραγράφους. «
  2. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η παρούσα αγωγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, λόγω της έγερσης και απόρριψης της Υπόθεσης Αρ. 694/00 ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και της απόρριψης της Πολιτικής Έφεσης Αρ. 11887 (που ήγειρε η ενάγουσα) εναντίον της απόρριψης της πιο πάνω υπόθεσης, από το Ανώτατο Δικαστήριο στη Δευτεροβάθμια Δικαιοδοσία του.
  3. Οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι στην παρούσα υπόθεση υπάρχει δεδικασμένο σαν αποτέλεσμα των Αποφάσεων του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και του Ανωτάτου Δικαστηρίου που αναφέρονται πιο πάνω. Περαιτέρω και/ή διαζευκτικά, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα κωλύεται από του να εγείρει την παρούσα αγωγή, ενόψει των πιο πάνω Αποφάσεων του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και του Ανωτάτου Δικαστηρίου». Την 28.5.2008 οι εναγόμενοι κατεχώρησαν αίτηση με την οποίαν εζήτησαν την προδικαστική εκδίκαση των πιο πάνω σημείων. Στην αίτηση επισυνάφθηκε η Αίτηση 694/00 που καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, η απόφαση του πιο πάνω Δικαστηρίου με την οποία απορρίφθηκε η Αίτηση και η απόφαση του Εφετείου, ημερομηνίας 16.12.2005, με την οποία επικυρώθηκε η πρωτόδικη απόφαση. Η αίτηση εκδικάσθηκε από αδελφό δικαστή ο οποίος εξέδωσε απόφαση την 20.10.2008 και απόρριψε την αίτηση. Την 13.2.2009 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα τροποποίησης της Απάντησης. Με την τροποποίηση η ενάγουσα περιορίζει τις αξιώσεις σε μια μόνο ήτοι στο αιτητικό της παραγράφου Α για καταβολή του ποσού των ΛΚ14.546,
  4. Σε απάντηση δε των θεμάτων που εγείρουν οι εναγόμενοι στις παραγράφους 2 και 3 της Υπεράσπισης τους, ήτοι κατάχρησης διαδικασίας και δεδικασμένου αναφέρει μεταξύ άλλων τα πιο κάτω τα οποία παραθέτω αυτούσια. «Περαιτέρω η Ενάγουσα θα ισχυριστεί ότι η απαίτηση αυτή ουδόλως καταχρηστική είναι ή υπάρχει δεδικασμένο καθ΄ ότι (α) Η Ενάγουσα ανακάλυψε μετά από έρευνα της με τις αρμόδιες υπηρεσίες την παρανομία της Εναγομένης εταιρείας πολύ πιο μετά την καταχώρηση και ή εκδίκαση της αίτησης 694/00 ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. (β) Εν πάση περιπτώσει το εν λόγω Δικαστήριο δεν είχε αρμοδιότητα να επιληφθεί απαίτησης για παράνομη ιδιοποίηση και ή αδικαιολόγητο πλουτισμό και ή άλλως πως ως η απαίτηση της Έκθεσης Απαίτησης στην παρούσα και ή εν πάση περιπτώσει δεν θα ήταν ορθό και ή πρέπον το θέμα αυτό να εκδικαστεί στο πλαίσιο της αίτησης 694/
  5. (γ) Οι ενέργειες και ή παραλείψεις διά το όλο θέμα της Εναγομένης είναι αντίθετες προς τη δημόσια πολιτική και ή είναι παράνομες και συνεπώς η Εναγομένη εμποδίζεται από του να εγείρει θέμα κατάχρησης ή δεδικασμένου και ή από του να προσπαθεί μετά των υπερασπίσεων αυτών να καλύψει μια παρανομία και ή παραβίαση της νομοθεσίας περί κοινωνικών ασφαλίσεων. (δ) Υπάρχουν ειδικές περιστάσεις οι οποίες δικαιολογούν κάτω από τις περιστάσεις την μη έγερση του θέματος αυτού στο πλαίσιο της πιο πάνω διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών»». Η υπόθεση ορίσθηκε σε διάφορες ημερομηνίες ενώπιον αδελφού δικαστή για οδηγίες και στη συνέχεια για ακρόαση. Τέθηκε ενώπιον μου για πρώτη φορά την 3.11.
  6. Την ημέρα εκείνη η συνήγορος των εναγομένων παρουσίασε στο Δικαστήριο την άδεια που είχε δοθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο την 27.10.2008 για καταχώρηση certiorari εναντίον της απόφασης του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 20.10.2008, στα πλαίσια της Πολιτικής Αίτησης 83/
  7. Παρουσίασε επίσης το διάταγμα certiorari που εκδόθηκε για ακύρωση της πιο πάνω απόφασης. Στο πρακτικό αυτό καταγράφεται και η δήλωση του κ. Χρ. Κληρίδη, δικηγόρου της ενάγουσας, ότι συγκατατίθετο στην έκδοση του διατάγματος και ότι δεν έφερε ένσταση στην αίτηση που κατεχώρησαν οι εναγόμενοι για προδικαστική εκδίκαση των θεμάτων που εγείρονται στην Υπεράσπιση. Την 18.1.2012 οι δύο πλευρές αγόρευσαν σε σχέση με τα προδικαστικά θέματα που εγείρονται ήτοι θέμα δεδικασμένου και κατάχρησης διαδικασίας. Ο κ. Πολυβίου αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου υποστήριξε ότι στην παρούσα υπόθεση εφαρμόζεται ο κανόνας του δεδικασμένου. Ανέλυσε τις τέσσερις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν και τόνισε ότι το δεδικασμένο περιλαμβάνει και τις διαφορές οι οποίες θα μπορούσαν να είχαν καταστεί αντικείμενο της προηγηθείσας διαδικασίας. Πέραν των πιο πάνω εισηγήθηκε ότι δεν πρέπει να επιτραπεί σε διάδικο ο οποίος επέλεξε να προσφύγει αρχικά στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, να προσφύγει στη συνέχεια εκ νέου, στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Αυτό θα συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας. Ως ανέφερε χαρακτηριστικά, ο «κατατεμαχισμός δικαστικών διαδικασιών, δεν πρέπει να επιτραπεί ως θέμα δημόσιας πολιτικής και δημοσίου συμφέροντος». Η κα Στυλιανού, αγορεύοντας ενώπιον του Δικαστηρίου αναφέρθηκε στο «ιστορικό της υπόθεσης» και σε μαρτυρία που αφορά την αξίωση της ενάγουσας για το ποσό των ΛΚ14.546,
  8. Αναφέρθηκε λεπτομερώς στις κατ΄ ισχυρισμό παράνομες αποκοπές που έγιναν από τους μισθούς της για καταβολή κοινωνικών ασφαλίσεων γεγονότα τα οποία «.ανακάλυψε μετά από έρευνα της με τις αρμόδιες αρχές . σε χρονικό διάστημα πολύ μεταγενέστερο της καταχώρησης της αίτησης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και μετά από την έκδοση απόφασης». Ενόψει των πιο πάνω εισηγήθηκε ότι το συγκεκριμένο θέμα δεν θα μπορούσε να είχε εγερθεί νωρίτερα και ότι συντρέχουν ειδικές περιστάσεις που δικαιολογούν τη μη έγερση του θέματος αυτού στο πλαίσιο της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Το θέμα δε που εγείρεται στην υπό κρίση υπόθεση δεν θα μπορούσε να είχε εγερθεί ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών καθότι δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα του. Η κα Στυλιανού εισηγήθηκε περαιτέρω ότι η εκδίκαση των προδικαστικών σημείων, στο παρόν στάδιο, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Παραδέχθηκε ότι το 2008 έγινε δήλωση εκ μέρους της ενάγουσας ότι δεν θα είχε ένσταση για εκδίκαση των προδικαστικών σημείων αλλά, σύμφωνα πάντα με την ίδια, «.η δήλωση δεν έγινε με την έννοια ότι αυτά θα μπορούν να εκδικαστούν οποτεδήποτε». Η προεκδίκαση, των νομικών σημείων, σύμφωνα πάντα με τη συνήγορο, θα έπρεπε να είχε γίνει αμέσως μετά τη δήλωση. Κρίνω σκόπιμο όπως εξετάσω πρώτα το τελευταίο θέμα που ήγειρε η συνήγορος της ενάγουσας, ήτοι κατά πόσο θα ήταν ορθό το Δικαστήριο να εξετάσει τις προδικαστικές ενστάσεις στο στάδιο αυτό, ήτοι μετά από παρέλευση τόσου μεγάλου χρονικού διαστήματος. Είναι γεγονός ότι τα θέματα αυτά θα μπορούσαν να είχαν εκδικαστεί προ πολλών ετών και συγκεκριμένα από το
  9. Από το φάκελο της υπόθεσης προκύπτει όμως ότι το Δικαστήριο ουδέποτε ενημερώθηκε για την έκδοση προνομιακού διατάγματος certiorari, το Δικαστήριο ενημερώθηκε για την ύπαρξη του διατάγματος αυτού πολύ πρόσφατα, όταν αυτό παρουσιάσθηκε από τη δικηγόρο των εναγομένων. Καθήκον ενημέρωσης του Δικαστηρίου είχαν και οι δύο πλευρές οι οποίες εμπλέκονταν στη διαδικασία ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Επισημαίνω δε ότι ο δικηγόρος της ενάγουσας συγκατατέθηκε στην προδικαστική εκδίκαση των θεμάτων που εγείρονται στην υπεράσπιση του και η δήλωση του αυτή τον δεσμεύει. Η επαίδευτος δικηγόρος της ενάγουσας κατά την αγόρευση του εισηγήθηκε ότι η εκδίκαση των προδικαστικών θεμάτων στο στάδιο αυτό, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Η εισήγηση αυτή παρέμεινε μετέωρη και κανένα στοιχείο δεν έχει προσκομισθεί προς υποστήριξη της. Το ζήτημα που εγείρεται είναι ζήτημα δημοσίας τάξεως και κατά τη κρίση μου θα υπήρχε κατάχρηση της διαδικασίας αν επιτρέπετο στην ενάγουσα να συνεχίσει τη διαδικασία ενώ υπήρχε δεδικασμένο. Η παράκαμψη του δεδικασμένου θα συνιστούσε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και όχι η εξέταση των υπό κρίση θεμάτων. Η έγερση ή η προώθηση περισσοτέρων της μιας διαδικασιών για την επίτευξη στόχων που μπορεί και έπρεπε να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία, συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας[1]. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου για την αποτροπή κατάχρησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, παρατίθονται αναλυτικά στην υπόθεση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τζεννάρο Περέλλα v. Διευθυντή των Φυλακών[2]. «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι΄ αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου». Στρέφομαι τώρα στην ουσία του θέματος, ήτοι κατά πόσο η ενάγουσα δύναται να εγείρει θέμα δεδικασμένου ή ως αποκαλείται αλλιώς στα συγγράμματα και τη νομολογία, «res judicata» ή «estoppel per rem judicata» ή «issue estoppel». Η νομική αυτή θέση εκφραζόταν με τις αρχές Interest reipublieae ut sit finis litium (το δημόσιο συμφέρον απαιτεί όπως οι δίκες έχουν ένα τέλος)[3] και Nemo debet bis vexari pro eadem causa (κανένας δεν πρέπει να αντιμετωπίζει τον ίδιο κίνδυνο δύο φορές). Η σημασία της πιο πάνω αρχής τονίζεται και στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England[4] όπου διαβάζουμε χαρακτηριστικά τα πιο κάτω: «.The doctrine of res judicata is not a technical doctrine applicable only to records: it is a fundamental doctrine of all courts that there must be an end of litigation». Η εφαρμογή του κωλύματος λόγω δεδικασμένου προϋποθέτει την ύπαρξη τεσσάρων βασικών στοιχείων: Ι. Η απόφαση να είναι τελεσίδικη. ΙΙ. Ταύτιση διαδίκων. ΙΙΙ. Ταύτιση της ιδιότητας των διαδίκων. IV. Ταύτιση των επιδίκων θεμάτων. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η Αγγλική απόφαση Henderson v. Henderson[5]. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «.where a given matter becomes the subject of litigation in, and of adjudication by, a court of competent jurisdiction, the court requires the parties to that litigation to bring forward their whole case, and will not (except) under special circumstances) permit the same parties to open the same subject of litigation in respect of matter which might have been brought forward as part of the subject in contest, but which was not brought forward, only because they have from negligence, inadvertence or even accident, omitted part of their case. The plea of res judicata applies, except in special cases, not only to points upon which the court was actually required by the parties to form an opinion and pronounce a judgment, but to every point which properly belonged to the subject of litigation, and which the parties exercising reasonable diligence, might have brought forward at the time». Με βάση τις πιο πάνω αρχές προκύπτει ότι δημιουργείται δεδικασμένο όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθησαν στην πρώτη διαδικασία αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν, αν ασκείτο εύλογη επιμέλεια να προβληθούν, αλλά δεν προβλήθηκαν. Οι αρχές αυτές υιοθετήθηκαν τόσο από τα Αγγλικά όσο και τα Κυπριακά Δικαστήρια[6]. Στην Κυπριακή απόφαση K.S.R. Commercio S.A. κ.α. v. Bluecoral Navigation Ltd[7] διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματά του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ΄ επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα». Όμοιος είναι και ο κανόνας που έχει καθιερωθεί από τον Άρειο Πάγο[8], σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα: «Το δεδικασμένο, εξαιτίας του οποίου δεν επιτρέπεται να εξετασθεί εκ νέου σε άλλη δίκη μεταξύ των ιδίων διαδίκων είτε ως κύριο αντικείμενο είτε ως προϋπόθεση άλλου δικαιώματος των αρμοδίως κριθέν με τελεσίδικη απόφαση ως πηγάζων από ορισμένη αιτία δικαίωμα εκτείνεται όχι μόνο στις ενστάσεις που προτάθηκαν και απορρίφθηκαν ουσιαστικά ή τυπικά, αλλά και σε εκείνες τις ενστάσεις οι οποίες, μολονότι υπήρχαν κατά την πρώτη επ΄ ακροατηρίου συζήτηση ή γεννήθηκαν αργότερα μέχρι τη συζήτηση ή γεννήθηκαν αργότερα μέχρι τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που έκρινε τελεσιδίκως τη διαφορά, δεν προτάθηκαν ή προτάθηκαν απαραδέκτως από το διάδικο υπέρ του οποίου υπάρχουν οι ενστάσεις αυτές». Κατά την εξέταση του θέματος το εκδικάζων Δικαστήριο δύναται να μελετήσει την απόφαση που εκδόθηκε νωρίτερα για να διαπιστώσει ποια νομικά και πραγματικά θέματα είχαν εξετασθεί στη προηγούμενη διαδικασία[9]. Ο κανόνας του δεδικασμένου εφαρμόζεται σε σχέση με όλα τα Δικαστήρια, το γεγονός δε ότι η προηγούμενη διαδικασία διεξήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών και όχι ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου ουδόλως επηρεάζει την εφαρμογή του κανόνα. Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England[10], διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «The doctrine applies equally in all courts and it is immaterial in what court the former proceeding was taken, provided only that it was a court of competent jurisdiction[11]». Παραθέτω συνοπτικά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης επί των οποίων εδράζεται το επίμαχο νομικό θέμα. Η ενάγουσα κατεχώρησε την 23.8.2000 στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών την αίτηση 694/00 με την οποία αξίωνε αποζημιώσεις για παράνομο τερματισμό της απασχολήσεως, ¼ του μισθού της για τους μήνες Φεβρουάριο, Μάρτη και Απρίλη του 2000, απολαβές 11 εργασίμων ημερών για το μήνα Μάιο και μέρος του 13ου μισθού που αντιστοιχεί για τους μήνες Ιανουάριο μέχρι Μάιο του
  10. Αξίωνε επίσης απώλεια καριέρας και σταδιοδρομίας. Την 7.10.2003 το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών εξέδωσε απόφαση μετά από ακρόαση. Το Δικαστήριο κατέληξε ότι η συμπεριφορά της αιτήτριας ήταν τέτοια που η πίστη και η εμπιστοσύνη των εργοδοτών της είχαν κλονισθεί και λογικά δεν αναμένετο να συνεχίσουν να την εργοδοτούν. Η αιτήτρια υπέδειξε τέτοια διαγωγή που κατέστησε τον εαυτό της υποκείμενο σε απόλυση χωρίς προειδοποίηση και ως εκ τούτου οι εργοδότες δεν είχαν υποχρέωση να της καταβάλουν οποιαδήποτε αποζημίωση. Σε σχέση δε με τις υπόλοιπες αξιώσεις της αιτήτριας ήτοι για καταβολή μέρους των μισθών της όπως επίσης και μέρους του 13ου μισθού της αφού το Δικαστήριο επεσήμανε ότι καμιά μαρτυρία δεν προσφέρθηκε ούτε προωθήθηκε κατά τη δίκη, απέρριψε την αίτηση στην ολότητα της. Η πρωτόδικη απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο την 16.12.2005[12]. Επτά περίπου χρόνια μετά την απόλυση της από τους εναγόμενους, η ενάγουσα κατεχώρησε την υπό κρίση υπόθεση με την οποίαν αξίωνε διάφορες αποζημιώσεις τις οποίες όμως τελικά τις περιόρισε σ΄ ένα ποσό ήτοι το ποσό των ΛΚ14.546,
  11. Το ποσό αυτό σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης είναι: «. οφειλόμενα και/ή παράνομα και/ή αδικαιολόγητα κατακρατηθέντα ποσά εκ μισθών και/ή ως οφειλόμενο και παράνομα κατακρατηθέν υπό της Εναγομένης ποσό για καταβολή κοινωνικών ασφαλίσεων που δεν έγινε και/ή ως αποζημίωση για παρασχεθείσα από την Ενάγουσα και κατ΄ εντολή της Εναγομένης εργασία και/ή προσφορά και/ή υπηρεσία, και/ή ως αποζημίωση για αυθαίρετη και/ή παράνομη παραβίαση της συμφωνίας εργοδότησης και/ή παροχής υπηρεσιών ημερ. 22.8.95 και/ή ως αποζημίωση δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust enrichment) και/ή του Άρθρου 70 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, για προσφερθείσες από την Ενάγουσα υπηρεσίες, χωρίς χαριστική πρόθεση, τα ευεργετήματα των οποίων καρπώθηκε αδίκως η Εναγομένη». Συγκρίνοντας τις δύο δικαστικές διαδικασίες προκύπτει ότι υπάρχει ταύτιση διαδίκων όπως επίσης και ταύτιση της ιδιότητας αυτών. Πέραν τούτου όμως ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση καθότι η απόφαση που εκδόθηκε από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και στη συνέχεια επικυρώθηκε από το Εφετείο ήταν τελεσίδικη. Το τελευταίο θέμα που χρήζει εξέτασης είναι κατά πόσο η αξίωση που εγείρει σήμερα η ενάγουσα θα μπορούσε να είχε συμπεριληφθεί στην Αίτηση 694/00 που εκδικάσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών. Ήταν η θέση της ενάγουσας, ως αυτή διαφαίνεται από τη δικογραφία και συγκεκριμένα από την Απάντηση που κατεχώρησε, ότι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, σύμφωνα με τη θέση του, δεν έχει αρμοδιότητα «.να επιληφθεί απαίτησης για παράνομη ιδιοποίηση και ή αδικαιολόγητο πλουτισμό και ή άλλως πως ως η απαίτηση της Έκθεσης Απαίτησης στην παρούσα και ή εν πάση περιπτώσει δεν θα ήταν ορθό και πρέπον το θέμα αυτό να εκδικαστεί στο πλαίσιο της αίτησης 694/00». Η πιο πάνω θέση προωθήθηκε και από τη δικηγόρο της ενάγουσας κατά την αγόρευση της. Ήταν η θέση της ότι ο περί Ετησίων Αδειών μετ΄ Απολαβών Νόμος του 1967, Ν.8/67, δυνάμει του οποίου καθιδρύθηκε το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών και ο περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμος του 1967 Ν.24/67, που ρυθμίζει ζητήματα που αφορούν τον τερματισμό απασχόλησης εργοδοτουμένου, δεν δίδουν δικαιοδοσία στο εν λόγω Δικαστήριο να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών περιορίζεται σε τρία μόνο θέματα, ήτοι τερματισμός της απασχόλησης, παροχή προειδοποίησης σε περίπτωση τερματισμού και τερματισμός της απασχόλησης λόγω πλεονασμού. Η αξίωση της ενάγουσας δεν εμπίπτει σε ένα από τα τρία θέματα και ως εκ τούτου δεν θα μπορούσε να είχε συμπεριληφθεί στην αίτηση που καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Τα δικαιοδοτικά όρια του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών δεν περιορίζονται μόνο στα πιο πάνω θέματα. Ο περί Ετησίων Αδειών μετ΄ Απολαβών (Τροποποιητικός) Νόμος 79

(1)/96 έχει διευρύνει τα όρια αυτά και έχει συμπεριλάβει[13]: «(ε) αυτοτελείς αξιώσεις που εγείρονται από τη σύμβαση εργασίας και περιλαμβάνουν απαιτήσεις για ετήσιες άδειες, δεδουλευμένο ημερομίσθιο, φιλοδώρημα, δέκατο τρίτο μισθό και οποιοδήποτε άλλο δικαίωμα προκύπτει από νόμο, κανονισμό, έθιμο, ατομική ή συλλογική σύμβαση». Η πιο πάνω νομοθεσία τέθηκε σε ισχύ από τη δημοσίευση της, τη 18.10.96, πριν την καταχώρηση της αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Καταλήγω ότι το 2000 όταν καταχωρήθηκε η αίτηση στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, η υλική αρμοδιότητα του πιο πάνω Δικαστηρίου επεκτείνετο και στις διαφορές που προβάλλει η ενάγουσα στην παρούσα αγωγή. Το επόμενο θέμα που εγείρεται είναι κατά πόσο η αξίωση αυτή θα μπορούσε να είχε καταστεί αντικείμενο της προηγηθείσας διαδικασίας, δηλαδή κατά πόσο η ενάγουσα θα μπορούσε να είχε προωθήσει την παρούσα απαίτηση στο πλαίσιο της προηγούμενης διαδικασίας. Ήταν η θέση της ότι πληροφορήθηκε τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αξίωση μετά την καταχώρηση της αίτησης ενώπιον του Δικαστηρίου. Το κριτήριο δεν είναι πότε η ενάγουσα τελικά πληροφορήθηκε τα γεγονότα που συνιστούν την παρανομία αλλά κατά πόσο ασκώντας εύλογη επιμέλεια θα μπορούσε να είχε προβάλει την αξίωση της σε σχέση με την παρανομία αυτή στην προγενέστερη διαδικασία. Οι κατ΄ ισχυρισμό παράνομες αποκοπές, από την Έκθεση Απαίτησης έγιναν κατά την περίοδο που η ενάγουσα εργοδοτείτο στην υπηρεσία των εναγομένων. Η ενάγουσα εργοδοτήθηκε στην υπηρεσία των εναγομένων για σειρά ετών και η εργοδότηση της διέπετο από τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, ημερομηνίας 22.8.1995. Ένας εύλογα θ΄ ανέμενε ότι η ενάγουσα θα εγνώριζε τους όρους της συμφωνίας αυτής και δη το ύψος των απολαβών που θα έπρεπε να λαμβάνει όπως επίσης και όλα τα ποσά που ήταν αφαιρετέα από τον μισθό της, για παράδειγμα ο φόρος εισοδήματος και οι κοινωνικές ασφαλίσεις. Πρόκειται για στοιχεία τα οποία ο κάθε εργαζόμενος αναμένεται να γνωρίζει. Ενόψει των πιο πάνω καταλήγω ότι η κατ΄ ισχυρισμό παρανομία, μ΄ εύλογη επιμέλεια, θα μπορούσε κάλλιστα να είχε προβληθεί στην προγενέστερη διαδικασία. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η αξίωση της ενάγουσας για καταβολή αποζημιώσεων ύψους ΛΚ14.546,85, θα μπορούσε να είχε συμπεριληφθεί στη πρώτη διαδικασία και ως εκ τούτου θεωρείται ως δεδικασμένη κατ΄ εφαρμογή των νομικών αρχών που περιγράφω πιο πάνω. Καταλήγω ότι η αγωγή είναι καταχρηστική και θα πρέπει να τερματισθεί. Η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον της ενάγουσας, (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Διευθυντή των Φυλακών v. Τζεννάρο Περρέλα
(1995)1 ΑΑΔ 217, 223, Williams v. Hunt [1905] 1 KB 512. [2]
(1995)1 ΑΑΔ 217. [3] Re May
(1885), 28 Ch. D. 516 C.A. at p.
  1. Re Graydon, Ex parte Official Receiver, [1896] 1 QB
  2. [4] 3η έκδοση, τόμος 15 παρ. 384-
  3. [5]
(1843)3 Have 100, 114. [6] Βλέπετε σχετικά μεταξύ άλλων Παμπορίδης v. Κτηματικής Τραπέζης Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 670. L.E. Walwin & Partners Ltd v. West Sussex Country Council [1975] 3 All ER 640, Public Trustee v. Kenward
(1967)2 All ER 870. [7]
(1995)1 Α.Α.Δ.
  1. 8 AΠ 135/1990 Ε.Ε.Δ. 49.886 Ε.Ε.Α.Δ. 24.
  2. [9] Halsbury's Laws of England (ανωτέρω) παρ.
  3. [10] (ανωτέρω) παρ.
  4. [11] Βλέπετε σχετικά Α. Γεωργιάδη και Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ 9619/07, 29.9.2008 , James Lazenby & Co v. McNicholas Construction Co Ltd
(1995)3 All ER 820, Barber v. Staffordshire County Council
(1996)2 All ER
  1. [12] ΠΕ
  2. [13] Άρθρο 12(ε) του Ν.8/67 ως έχει τροποποιηθεί από το Ν.79
(1)/96. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.