← Κύπρος

ANDREW FARRUGIA κ.α. ν. NAVASOTA GROUP κ.α., Αγωγή Αρ. 8213/11, 12  Μαρτίου 2012

ANDREW FARRUGIA κ.α. ν. NAVASOTA GROUP κ.α., Αγωγή Αρ. 8213/11, 12 Μαρτίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A54 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 8213/11 Μεταξύ:

  1. ANDREW FARRUGIA, από τη Μάλτα
  2. AURA LIMITED, από τη Μάλτα Εναγόντων - και - 1.NAVASOTA GROUP, από την Ιαπωνία 2.MARFIN POPULAR BANK PUBLIC COMPANY LTD, από την Λευκωσία 3.NATIONAL BANK OF GREECE (CYPRUS) LTD, από την Λευκωσία 4.STEINMAN HOLDINGS LIMITED, από την Λευκωσία 5.WHENECO LIMITED, από την Λεμεσό Εναγομένων ------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 14.12.2011 εναντίον της εναγόμενης 2 για έκδοση προσωρινού διατάγματος τύπου Norwich Farmacal Ημερομηνία: 12 Μαρτίου 2012 Για τους αιτητές-ενάγοντες: κα Πυρκώτου για Ανδρέα Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ Για την καθ' ης η αίτηση-εναγόμενη 2: κ. Γιορδαμλής για Ιωαννίδη Δημητρίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό κρίση αίτηση, οι αιτητές εξασφάλισαν μονομερώς διατάγματα παγοποίησης δυο τραπεζικών λογαριασμών των εναγομένων 4 και 5 που διατηρούντο στις εναγόμενες-καθ΄ων η αίτηση 2 και 3 αντίστοιχα (αιτητικό Α) και επιδιώκουν διατάγματα τύπου Norwich Farmacal για αποκάλυψη στοιχείων ταυτοτήτων και/ή διευθύνσεων και/ή των εγγεγραμμένων γραφείων των εναγομένων 4 και 5 και/ή των δικαιούχων των επίδικων ή οποιωνδήποτε τραπεζικών λογαριασμών καθώς και στοιχείων σε σχέση με τις συναλλαγές και/ή μεταφορές χρημάτων από και προς τους εν λόγω λογαριασμούς και σχετικών με τους λογαριασμούς εγγράφων (αιτητικά Β και Γ). Μετά την επίδοση του προσωρινού διατάγματος και της αίτησης στις εναγόμενες-καθ΄ων η αίτηση 2 και 3, η μεν πρώτη καταχώρησε ένσταση ενώ η εναγόμενη-καθ' ης η αίτηση 3 δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οπότε αφενός κατέστη απόλυτο το διάταγμα παγοποίησης και αφετέρου εκδόθηκαν εναντίον της, κατόπιν απόδειξης, τα ζητηθέντα διατάγματα. Ως εκ τούτου η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη αναφορικά με την εναγόμενη-καθ' ης η αίτηση
  3. Καταχωρώντας στις 14.12.2011 το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στην παρούσα αγωγή, οι ενάγοντες αξιώνουν δηλώσεις εναντίον των εναγομένων 1, 4 και 5 ότι συνωμοτώντας δόλια και/ή απατηλά και/ή μέσω ψευδών και/ή παραπλανητικών παραστάσεων απέσπασαν από τους ενάγοντες το ποσό των €104.162,50, το οποίο λόγω της παράνομης αποξένωσης και οικειοποίησης κρατείται από αυτούς δυνάμει καταπιστεύματος για λογαριασμό των εναγόντων και ζητούν διάταγμα να τους επιστραφεί, καθώς και γενικές, ειδικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις εναντίον τους, ενώ εναντίον των εναγομένων 2 και 3 αξιώνουν διατάγματα αποκάλυψης στοιχείων και συναλλαγών τραπεζικών λογαριασμών των εναγομένων 4 και 5 που διατηρούνται στις τράπεζες αυτές. Νομική βάση της αίτησης αποτελούν τα άρθρα 31 και 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, τα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, οι θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.28 θθ 1-4 και Δ.48 θθ 1-3, 8, 9 και 12, το άρθρο 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, η νομολογία και οι γενικές αρχές έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, οι αρχές επί διαταγμάτων τύπου Mareva Injunction, οι αρχές επί διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal καθώς και η συμφυής εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Στην μακροσκελή ένορκη δήλωση, ίδιας ημερομηνίας, της Αλεξίας Σολωμού, ασκουμένης δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων που εκπροσωπεί τους ενάγοντες, η οποία υποστηρίζει την αίτηση, καθώς και στην συμπληρωματική της ένορκη δήλωση ημερομηνίας 8.2.2012, αναφέρονται τα γεγονότα της υπόθεσης με επισύναψη των Τεκμηρίων 1-23 και 1-5 αντίστοιχα, που δεν αμφισβητούνται και παρατίθενται συνοπτικά στη συνέχεια. Η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων 1, 4 και 5 πηγάζει, κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων, από το αδίκημα της απάτης και της συνομωσίας για απάτη που διαπράχθηκε σε βάρος τους καθώς και από τις ψευδείς και παραπλανητικές παραστάσεις εκ μέρους των εναγομένων 1, 4 και 5, που οδήγησαν τους ενάγοντες να μεταβιβάσουν το συνολικό ποσό των €104.162,50 στους επίδικους τραπεζικούς λογαριασμούς στην Κύπρο. Συγκεκριμένα κατόπιν ενεργειών του ενάγοντα 1, ιδιοκτήτη της ενάγουσας 2, μετά από ηλεκτρονική έρευνα που διεξήγαγε, περί τα τέλη Δεκεμβρίου του 2010 προσεγγίστηκε από εκπροσώπους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους της εναγόμενης 1, οι οποίοι τον έπεισαν να προβεί σε τέσσερις επενδύσεις μέσω της εν λόγω εταιρείας, μεταξύ Ιανουαρίου και Απριλίου 2011, συνολικού ύψους €104.162,
  4. Μετά από την έκδοση και αποστολή από την εναγόμενη 1 στους ενάγοντες των σχετικών τιμολογίων και εγγράφων με τις σχετικές λεπτομέρειες των τραπεζικών λογαριασμών που θα καταβάλλονταν τα ποσά των επενδύσεων, οι ενάγοντες κατέβαλαν το ποσό των €30.652,50 στον αναφερόμενο τραπεζικό λογαριασμό της εναγόμενης 4 που διατηρείτο τότε στην εναγόμενη 2 και το ποσό των €73.510 στον τραπεζικό λογαριασμό της εναγόμενης 5 που διατηρείτο στην εναγόμενη
  5. Στη συνέχεια και επειδή οι ενάγοντες έπαυσαν να λαμβάνουν οποιεσδήποτε πληροφορίες για τα χρηματικά ποσά που είχαν επενδύσει, παρά τις τηλεφωνικές επικοινωνίες του ενάγοντα 1 με εκπρόσωπο της εναγόμενης 1, άρχισαν να υποψιάζονται ότι έπεσαν θύματα εξαπάτησης. Με βάση τις δημιουργηθείσες υποψίες, ο ενάγοντας 1 επικοινώνησε πάρα πολλές φορές με διάφορες αρμόδιες αρχές και οργανισμούς, όπως τις Αστυνομικές αρχές της Κύπρου, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Μάλτας και της Ιαπωνίας και άλλες αρχές (Τεκμήρια 19 (Α-Ζ), με βάση τις συμβουλές των οποίων αποτάθηκε στο δικηγόρο του στη Γερμανία. Κατόπιν των ερευνών του ενάγοντα 1 και του δικηγόρου του (Τεκμήρια 22 (Α-Ζ) προέκυψε ότι οι εταιρείες στις οποίες επένδυσαν οι ενάγοντες δεν υπήρχαν ούτε υπάρχουν. Κατόπιν έρευνας των δικηγόρων, που οι ενάγοντες διόρισαν και χειρίζονται την υπόθεση στην Κύπρο, προέκυψε ότι οι εναγόμενες 4 και 5 δεν είναι εγγεγραμμένες στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών της Κυπριακής Δημοκρατίας, παρόλο που σύμφωνα με τα Τεκμήρια 2-7, παρουσιάζετο να έχουν τα εγγεγραμμένα γραφεία τους σε Κυπριακές διευθύνσεις. Είναι η θέση των αιτητών-εναγόντων ότι δεν γνωρίζουν από ποια φυσικά πρόσωπα έχουν εξαπατηθεί εναντίον των οποίων ενδεχομένως θα πρέπει να κινήσουν δικαστικές διαδικασίες, ούτε επίσης γνωρίζουν κατά πόσο στους εν λόγω λογαριασμούς υπάρχουν αρκετά χρήματα ώστε να μπορέσουν να ικανοποιηθούν σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση του Δικαστηρίου προς όφελος τους, ενώ αν δεν υπάρχει αρκετό υπόλοιπο θα πρέπει να γνωρίζουν που μεταφέρθηκαν τα χρήματα προκειμένου να κινήσουν ενδεχομένως δικαστικές διαδικασίες σε άλλες δικαιοδοσίες. Αποτελεί εισήγηση των αιτητών-εναγόντων ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει προς όφελος τους την διακριτική του ευχέρεια και για λόγους δημοσίου συμφέροντος να επιτρέψει την άρση του τραπεζικού απορρήτου που δεσμεύει την εναγόμενη-καθ' ης η αίτηση 2 για να αποκαλύψει τις αιτούμενες πληροφορίες και στοιχεία. Στην ειδοποίηση περί πρόθεσης υποβολής ένστασης της καθ' ης η αίτηση 2, ημερομηνίας 16.1.2012, που έχει ως νομική βάση τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θθ 1-3 και 9, το άρθρο 29 του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66(Ι)/1997 όπως τροποποιήθηκε και την εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου, προβάλλονται ως λόγοι ένστασης ότι η εναγόμενη 2 έχει υποχρέωση τήρησης τραπεζικού απορρήτου βάσει του προαναφερθέντος άρθρου του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου, ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων χωρίς την κοινοποίηση, έγκριση ή συγκατάθεση των εναγομένων 4 και 5 και ότι οι εναγόμενες 4 και 5 δεν διατηρούν οποιοδήποτε λογαριασμό στην καθ' ης η αίτηση 2, η οποία είναι σε θέση να γνωρίζει μόνο στοιχεία πελατών που έχει συλλέξει βάσει της διαδικασίας προσδιορισμού ταυτότητας σε περίπτωση ανοίγματος λογαριασμού. Στην ένορκη δήλωση της Μιχαλίνας Μπενάκη, που συνοδεύει την ένσταση, αναφέρεται ουσιαστικά ότι οι εναγόμενες 4 και 5 δεν διατηρούν οποιοδήποτε λογαριασμό στην καθ' ης η αίτηση
  6. Κατά την ακρόαση της αίτησης αντεξετάστηκε εκ μέρους των αιτητών η ενόρκως δηλούσα της καθ' ης η αίτηση 2 και οι συνήγοροι με τις γραπτές τους αγορεύσεις υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα. Είναι αναμφισβήτητο, όπως προέκυψε από την αντεξέταση της κας Μπενάκη, ότι παρόλο που οι εναγόμενες 4 και 5 δεν διατηρούν λογαριασμό στην καθ' ης η αίτηση 2 σήμερα, είχαν λογαριασμό στο παρελθόν, που σε κάποιο στάδιο έχουν κλείσει. Η συνήγορος των αιτητών αναφέρθηκε στις αρχές της υπόθεσης Norwich Pharmacal Co. and Others v. Commissioners of Customs and Excise

(1973)2 All E.R. 943 και σε σχετικές αποφάσεις των Αγγλικών Δικαστηρίων. Στην εν λόγω υπόθεση, οι ενάγοντες ζητούσαν πληροφορίες ως προς τα στοιχεία των προσώπων που παραβίαζαν την ευρεσιτεχνία τους, με σκοπό να κινηθούν δικαστικά εναντίον τους και το Δικαστήριο τους παραχώρησε το δικαίωμα να ζητήσουν αποκάλυψη από αθώο τρίτο μέρος, το Τελωνείο, το οποίο είχε αναμειχθεί στην παράνομη πράξη επειδή θεωρήθηκε ότι είχε στην κατοχή του πληροφορίες, που θα επέτρεπαν στους ενάγοντες, να πληροφορηθούν την ταυτότητα του παραβάτη. Απορρίπτοντας τη θέση των εναγομένων ότι η ύπαρξη νομοθετικών διατάξεων και το δημόσιο συμφέρον απαγορεύει την αποκάλυψη εμπιστευτικών πληροφοριών, το Δικαστήριο τόνισε ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης, ως έκφανση του δημοσίου συμφέροντος, υπερτερεί της προστασίας των εμπιστευτικών δεδομένων τρίτων, αδικοπραγούντων προσώπων. Στην ίδια υπόθεση λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Discovery as a remedy in equity has a very long history. The chief occasion for its being ordered was to assist a party in an existing litigation. But this was extended at an early date to assist a person who contemplated litigation against the person from whom discovery was sought, if for various reasons it was just and necessary that he should have discovery at that stage. Such discovery might disclose the identity of others who might be joined as defendants with the person from whom discovery was sought. Indeed in some cases it would seem that the main object in seeking discovery was to find the identity of possible other defendants. It is not clear to me whether in all these cases the plaintiff had to undertake in some way to proceed against the person from whom he sought discovery if he found on discovery being ordered that it would suit him better to drop his complaint against that person and concentrate on his cause of action against those whose identity was disclosed by the discovery. But I would think that he was entitled to do this if he chose". Σχετική είναι και η απόφαση Bankers Trust Co. v. Shapira and Others
(1980)1 W.L.R. 1274, η οποία υιοθετήθηκε στην υπόθεση TBF (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας κ.α.
(2001)1(Α) ΑΑΔ 153. Στην υπόθεση Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc, VDC Ltd
(2003)EWHC 616 (Ch.) σημειώνεται ότι έχει πρωταρχική σημασία να μπορέσουν οι ενάγοντες να στοιχειοθετήσουν ότι η αδικοπραξία, ή άλλο αγώγιμο δικαίωμα πάνω στο οποίο στηρίζονται, συντελέστηκε. Παραμένει ως αναγκαιότητα να καταδειχθεί η εμπλοκή, αθώα ή μη, του καθενός από τα πρόσωπα εναντίον των οποίων ζητείται η έκδοση διατάγματος. Σύμφωνα και με τα λεχθέντα στις αποφάσεις British Steel Corp v. Granada Television Ltd
(1981)1 All E.R. 417 και Harrington v. North Politechnic
(1984)3 All E.R. 666, η θεραπεία της αποκάλυψης παρέχεται από το δίκαιο της επιείκειας, ως ένα όπλο υποβοήθησης ενός διαδίκου, σε εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία, εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή διευκόλυνσης στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω και αν τα ίδια δεν έχουν προσωπική ευθύνη. Η εφαρμογή των νομικών αρχών της Νοrwich αναγνωρίστηκε και στη μεταγενέστερη απόφαση Asworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)4 All E.R. 193, όπου υιοθετήθηκε η θέση ότι τέτοια θεραπεία, επεκτείνεται και σε υποθέσεις που αφορούν παραβάσεις συμβολαίου ή άλλες αδικοπραξίες και όπου η ταυτότητα του αδικοπραγήσαντος είναι γνωστή, αλλά είναι αναγκαία η αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών για την ετοιμασία και καταχώριση της απαίτησης καθώς και όπου ο αιτητής αναζητεί το διάδικο που απουσιάζει από την εικόνα της όλης υπόθεσης (Axa Equity & Law Life Assurance Society Plc v. National Westminster Bank Plc
(1998)CLC 1177, Aoot Kalmneft v. Denton Wild Sapte
(2002)1 Lloyd´s Rep. 417) ή ακόμη και σε υποθέσεις όπου το πρόσωπο από το οποίο αναζητούνται πληροφορίες, το τρίτο πρόσωπο στην υπόθεση, ενδεχομένως να αποτελεί μέρος της αδικοπραξίας και να μην είναι αθώο (CHC Software v. Hopkins and Wood
(1993)FSR 241). Στην υπόθεση Mitsui Co v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)3 All E.R. 511 αναφέρθηκαν οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν ώστε να παρασχεθεί θεραπεία της φύσης Norwich, στη σελ. 518: "The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are: (
  1. i)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer, (
  2. ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; And (iii) the person against whom the order is sought must: (
  3. a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; And (
  4. b)able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued". .......................... "I consider first whether the second condition is satisfied. I proceed in this judgment on the basis that he claimant needs further information which the defendant is likely to be able to provide before it can fully a properly plead a breach of the first limb .. . In a word the information sought is necessary to enable the action to be brought". In my judgment despite the argument of Mr Carr QC that there is no authority directly in point, it is clear that the exercise of the jurisdiction of the court under Norwich Pharmacal against third parties who are mere witnesses innocent of any participation in the wrongdoing being investigated is a remedy of last resort. (It is claimant's case that the defendant is such an innocent third party.) The jurisdiction is only to be exercised if the innocent third parties are the only practicable source of information. The whole basis of the jurisdiction against them is that, unless and until they disclose what they know, there can be no litigation in which they can give evidence: see e g Lord Kilbrandon in Norwich Pharmacal
(1973)2 All ER 943 at 973, 975,
(1974)AC 133 at 203, 205. Whilst there is a public interest in achieving justice between disputing parties, there is also a public interest in not involving third parties if this can be avoided: se John Donaldson MR in Harrington v. North London Polytechnic
(1984)3 All E.R. 666 at 670-671,
(1984)1 WLR 1293 at 1299. The Jurisdiction is both exceptional and only to be exercised when it is necessary: Lord Woolf CJ in Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd
(2002)4 All E.R. 193 at
(75). The necessity required to justify exercise of this intrusive jurisdiction is a necessity arising from the absence of any other practicable means of obtaining the essential information". Από τη νομολογία των Αγγλικών Δικαστηρίων προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις, που πρέπει να πληρούνται σε κάθε περίπτωση, για να καταστεί δυνατή η παροχή θεραπείας είναι α) να διαπράχθηκε ή να φαίνεται τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως ότι διαπράχθηκε αδικοπραξία σε βάρος του αιτητή από βασικό αδικοπραγήσαντα, β) το δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι είναι αναγκαίο να εκδοθεί το διάταγμα για σκοπούς εξυπηρέτησης της δικαιοσύνης και να είναι αναγκαίες οι πληροφορίες και γενικά η αποκάλυψη, προκειμένου να έχει ο ενάγων την πλήρη εικόνα της αδικοπραξίας ώστε να είναι δυνατή η καταχώριση ή η προώθηση της αγωγής εναντίον των προσώπων που κατ' ισχυρισμόν διέπραξαν την αδικοπραξία, γ) ο καθ' ου η αίτηση, αθώα ή μη, να είναι αναμεμειγμένος ή να εμπλέκεται ή να διευκόλυνε την αδικοπραξία και να είναι σε θέση να προμηθεύσει τον αιτητή με τις αιτούμενες πληροφορίες και ε) το αθώο τρίτο μέρος να είναι η μόνη, πρακτικώς εφικτή, πηγή πληροφόρησης του ενάγοντα. Το Δικαστήριο θα εξετάσει στη βάση της νομολογίας το ζήτημα κάτω από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 και τις αρχές της επιείκειας για να αποδώσει ή όχι διατάγματα αυτής της φύσης, που εφαρμόζονται και από τα Κυπριακά Δικαστήρια εφόσον δεν υπάρχει διαφορετική ρύθμιση από την εσωτερική νομοθεσία (Χριστοφίδη ν. Κοτζαναστάση
(1993)1 Α.Α.Δ. 718). Η φύση και η δραστικότητα τέτοιων διαταγμάτων επιβάλλει στο Δικαστήριο μια πιο αυστηρή προσέγγιση για να καταλήξει αν θα εγκρίνει ή όχι το αίτημα. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 AAΔ 263, η έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος είναι θέμα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Σύμφωνα δε με την απόφαση Inter Depol Limited v. Kyriakos Papavassiliou Ltd
(1984)1 ΑΑΔ 769, ακόμη και αν προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση καθώς και ορατό ενδεχόμενο να δικαιούται θεραπείας ο ενάγων, πρέπει να ικανοποιηθεί και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, ότι δηλαδή αν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. Κarydas Taxi Co. Ltd v. Komodikis
(1975)1 AAΔ 321, Acropol Shipping Company Ltd v. Rossis
(1976)1 ΑΑΔ 38, Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 AAΔ 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 AAΔ 231, G. Hadjikyriacos Co. Ltd v. United Biscuits Ltd
(1979)1 AAΔ 689, Μ. & M. Transport Co. Ltd v. Eteria Astikon Leoforion Lemessou Ltd
(1981)1 AAΔ 605, Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α.
(1982)1 ΑΑΔ 557, National Bank v. Motovia Ltd
(1987)1 AAΔ 303, Metro Shipping v. Global Cruises
(1989)1 ΑΑΔ 182, Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου
(1992)1 ΑΑΔ 54, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). Στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd κ.α. (πιο πάνω) έχει αναλυθεί με σαφήνεια το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και έχει λεχθεί ότι προτού το Δικαστήριο εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας, συνεκτιμώντας τις περιστάσεις της υπόθεσης που έχει ενώπιον του, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο αυτό. Ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη, αναφορά γίνεται κατά κανόνα στη δικογραφία, κυρίως στην έκθεση απαιτήσεως, σε συσχετισμό με τη νομική βάση της απαίτησης. Σε σχέση με το κριτήριο της πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγων σε θεραπεία αρκεί βάσει της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης υπό το φως της προσφερόμενης μαρτυρίας να καταδειχθεί μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας, κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων». Αναφορικά δε με το τρίτο κριτήριο μόνο τότε ικανοποιείται όταν δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα η θεραπεία που επιζητείται. Εάν τυχόν χρηματική αποζημίωση μπορεί να αποτελέσει ικανοποιητική θεραπεία για τον ενάγοντα στο τέλος της δίκης η έκδοση ή η διατήρηση σε ισχύ του παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος αποκλείεται. Όπως λέχθηκε ωστόσο στην υπόθεση Papastratis v. Petrides (πιο πάνω) δεν λαμβάνεται υπόψη μόνο ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης αλλά και άλλα δεδομένα που μπορεί να εμποδίσουν την πλήρη απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Είναι νομολογημένο ότι κατά την εκδίκαση αιτήσεων για παρεμπίπτοντα διατάγματα πρέπει να αποφεύγεται να λέγεται από το Δικαστήριο οτιδήποτε καθώς και να ασκείται ιδιαίτερη προσοχή ώστε να αποφευχθεί η αναφορά δηλώσεων που πιθανόν να θεωρηθεί ότι προδικάζει τα επίδικα θέματα που θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την εκδίκαση της αγωγής (βλ. μεταξύ άλλων Jonitexo v. Adidas (πιο πάνω)). Επανερχόμενη στην παρούσα υπόθεση, κρίνεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις βάσει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου εφόσον από τα προαναφερθέντα συνάγεται ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση καθώς και πιθανότητα επιτυχίας των αιτητών στην υπό κρίση αγωγή. Η δε καθ' ης η αίτηση-εναγόμενη 2 φαίνεται να κατέχει πληροφορίες λόγω του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο διατηρείτο σ' αυτήν ο λογαριασμός στον οποίο μεταφέρθηκε μέρος του αποσπασθέντος χρηματικού ποσού εκ μέρους των εναγομένων 1, 4 και 5 και ως εκ τούτου οι αιτητές νομιμοποιούνται να εγείρουν την αγωγή εναντίον της. Ειδικότερα, παρόλο που δεν έχει τεθεί από την καθ' ης η αίτηση 2 ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις προς έκδοση των διαταγμάτων (αιτητικά Β και Γ), εξετάζοντας τα γεγονότα της υπόθεσης κρίνεται ότι οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο στο βαθμό που απαιτείται σ' αυτό το στάδιο, ότι υπάρχει αδικοπραξία που διαπράχθηκε σε βάρος τους από τις εναγόμενες 1, 4 και 5, οι οποίες κατά τον ισχυρισμό των αιτητών με απάτη και/ή δόλο και/ή ψευδείς και παραπλανητικές παραστάσεις και/ή συνομωσία απέσπασαν το ποσό των €104.162,50 από τους αιτητές. Ως προς την ύπαρξη της ανάγκης έκδοσης των ζητουμένων διαταγμάτων ώστε να προωθηθεί η αγωγή εναντίον των αδικοπραγησάντων, οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι οι αιτούμενες αποκαλύψεις και πληροφορίες είναι απαραίτητες για την επίδοση και προώθηση της αγωγής εναντίον των εναγομένων 1, 4 και 5 καθώς και για να αποκαλυφθεί οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που συμμετείχε στην αδικοπραξία σε βάρος των αιτητών, εφόσον οι ίδιοι δεν έχουν γνώση σε σχέση με τα πρόσωπα που βρίσκονται πίσω από τις δόλιες πράξεις των εναγομένων 1, 4 και 5 αλλά και για να ανευρεθούν και να επανακτηθούν τα χρήματα των αιτητών. Η καθ' ης η αίτηση 2, υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα, αναμίχθηκε στην αδικοπραξία και είναι σε θέση να δώσει τις αιτούμενες πληροφορίες, εφόσον διαφάνηκε ότι κατά τον χρόνο μεταβίβασης μέρους του πιο πάνω ποσού εκ μέρους των αιτητών στην εναγόμενη 4 (Τεκμήρια 11-14), διατηρείτο λογαριασμός για τον οποίο, όπως προέκυψε από την μαρτυρία της κυρίας Μπενάκη, η καθ' ης η αίτηση 2 γνωρίζει τα στοιχεία των δικαιούχων με βάση τις πληροφορίες που συλλέγει κατά την διαδικασία προσδιορισμού ταυτότητας που γίνεται κατά το άνοιγμα των λογαριασμών. Είναι επίσης σε θέση η καθ' ης η αίτηση 2 να δώσει πληροφορίες για τις συναλλαγές στο συγκεκριμένο λογαριασμό αλλά και τυχόν άλλους λογαριασμούς που διατηρούντο σ' αυτή κατά τον ουσιώδη χρόνο από τις εναγόμενες 4 και 5. Με βάση τα πιο πάνω ως προς την τρίτη προϋπόθεση, κρίνεται ότι αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη μεταγενέστερα εφόσον οι αιτητές δεν θα είναι σε θέση να προωθήσουν ή και να εγείρουν αγωγή εναντίον των βασικών αδικοπραγησάντων αλλά και δεν θα είναι σε θέση να εντοπίσουν τα χρηματικά ποσά που δόλια αποσπάσθηκαν από αυτούς. Σαφώς δε, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των αιτητών στη παρούσα υπόθεση. Περαιτέρω, έχοντας μελετήσει με πολλή προσοχή όλα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, βάσει των προαναφερθέντων αρχών θεωρώ ότι η θέση της καθ' ης η αίτηση 2, ότι λόγω του τραπεζικού απορρήτου δεν μπορεί να δώσει τις αιτούμενες πληροφορίες, δεν είναι βάσιμη. Όπως ορθά υπέδειξε η συνήγορος των αιτητών, η απαγόρευση αποκάλυψης πληροφοριών σύμφωνα με το άρθρο 29
(1)του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου 66(Ι)/1997 όπως τροποποιήθηκε, υποχωρεί έναντι του δημοσίου συμφέροντος που εξυπηρετείται σε περιπτώσεις καταστολής δόλιων πράξεων ή εγκλημάτων Όπως κρίθηκε στην υπόθεση Tournier v. National Provincial and Union Bank of England
(1923)All E.R. 550, το δημόσιο συμφέρον υπερτερεί έναντι της εμπιστευτικής σχέσης τράπεζας-πελάτη. Από την παράγραφο 2(η) του ίδιου άρθρου προκύπτει ότι η απαγόρευση δεν εφαρμόζεται όταν «η παροχή πληροφοριών επιβάλλεται για λόγους δημοσίου συμφέροντος.». Αλλά και η εισήγηση της συνηγόρου ότι η εν λόγω απαγόρευση ισχύει όταν οι πληροφορίες δίδονται από λειτουργούς της τράπεζας προς ίδιο όφελος ευσταθεί, όπως συνάγεται από το λεκτικό του άρθρου 29
(1). Επίσης, κατά τα λεχθέντα στην υπόθεση Bankers Trust Co. v. Shapira and Others (πιο πάνω), όταν καταδεικνύεται το δικαίωμα του εξαπατηθέντος να λάβει τις αιτούμενες πληροφορίες, η τράπεζα δεν χρειάζεται να έχει την συγκατάθεση του πελάτη της. Ως προς την διατήρηση σε ισχύ του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος παγοποίησης, δυνάμει του αιτητικού Α της αίτησης, δεν γίνεται οποιαδήποτε εισήγηση εκ μέρους της συνηγόρου των αιτητών. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη την αναντίλεκτη θέση της καθ' ης η αίτηση 2 ότι οι εναγόμενες 4 και 5 δεν διατηρούν πλέον οποιοδήποτε λογαριασμό σ' αυτήν, κρίνεται ότι δεν είναι πρόσφορο να διατηρηθεί σε ισχύ τέτοιο διάταγμα, το οποίο και ακυρώνεται. Με βάση όλα τα πιο πάνω, ασκώντας την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, εκδίδονται διατάγματα υπέρ των αιτητών-εναγόντων και εναντίον της εναγόμενης-καθ' ης η αίτηση 2 ως οι παράγραφοι Β και Γ της αίτησης, με την διαφοροποίηση ότι η αποκάλυψη των στοιχείων θα γίνει εντός 10 ημερών από σήμερα. Σε σχέση με τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, λαμβάνοντας υπόψη την εισήγηση του συνηγόρου της εναγόμενης-καθ' ης η αίτηση 2 και ασκώντας την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, κρίνεται ότι θα είναι έξοδα δίκης και θα επιδικαστούν υπέρ των αιτητών-εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1, 4 και 5 στην περίπτωση που θα επιτύχει η αγωγή. Και αυτό επειδή οι αιτητές-ενάγοντες ζητούν την βοήθεια της εναγόμενης-καθ' ης η αίτηση 2 στον προσδιορισμό της ταυτότητας των προσώπων, που κατά τον ισχυρισμό τους τους εξαπάτησαν και η ένσταση της εναγόμενης-καθ' ης η αίτηση 2 οφείλετο στην αποφυγή συνεπειών από τυχόν αποκάλυψη των αιτουμένων πληροφοριών κατά παράβαση των καθηκόντων της χωρίς την συγκατάθεση των πελατών της. (Υπ.) ............... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΣΗ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: αίτηση αποκάλυψης εγγράφων - Norwich cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.