← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ντανιέλ Χατζηττοφή, Αρ. Αγωγής: 9037/05, 13.3.2012

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Ντανιέλ Χατζηττοφή, Αρ. Αγωγής: 9037/05, 13.3.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9037/05 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσας και Ντανιέλ Χατζηττοφή Εναγομένου και Μεταξύ: Αρ. Αγωγής: 8190/11 Δανιήλ Χατζηττοφή Ενάγοντα και Cyprus Investment and Securities Corporation Ltd Εναγομένων Ημερομηνία: 13.3.2012 Αίτηση για συνένωση ημερομηνίας 30.12.2011 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα στην αγωγή 9037/05: κα Κόκκινου για κ. Πολυβίου, για ν΄ ακούσει απόφαση κα Χούρη Για τον Εναγόμενο στην αγωγή 9037/05: κ. Γεωργίου για κ. Παπαντωνίου Για τον Ενάγοντα στην αγωγή 8190/11: κ. Γεωργίου για κ. Παπαντωνίου Για τον Εναγόμενο στην αγωγή 8190/11: κα Κόκκινου για κ. Πολυβίου, για ν΄ ακούσει την απόφαση κα Χαραλάμπους ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση ο εναγόμενος στην αγωγή 9035/05 ζητά τη συνένωση της με την αγωγή 8190/

  1. Η αίτηση βασίζεται στη Διάταξη 14 Θεσμοί 2, 3 και 4 Δ.30, Δ.33 θ.6 και Δ.48 Θεσμοί 1-7 και 9(ε) και Δ.57 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ο εναγόμενος, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι πρόσφατα ο δικηγόρος των εναγόντων παρέδωσε στο δικηγόρο του τα έγγραφα τα οποία προτίθεται να παρουσιάσει κατά την ακρόαση όπως επίσης και τη γραπτή δήλωση που προτίθεται να παρουσιάσει και υιοθετήσει ένας εκ των μαρτύρων των εναγόντων. Από τη μελέτη των εγγράφων προέκυψε ανάγκη συνένωσης των δύο αγωγών. Όλα τα έγγραφα που παραδόθηκαν στον εναγόμενο, σύμφωνα πάντα με τον ίδιο, αφορούν την εναγομένη στην αγωγή 8190/2011 ενώ η γραπτή δήλωση που προτίθεται να καταθέσει η μάρτυρας των εναγόντων αφορά τις σχέσεις του με τη CISCΟ, ήτοι την εναγομένη στην αγωγή 8190/
  2. Το συμφέρον της δίκαιης απονομής της δικαιοσύνης απαιτεί, σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα, τη νομική εμπλοκή της CISCO στην παρούσα διαδικασία, ήτοι στην αγωγή 9037/
  3. Οι ενάγοντες στην αγωγή 9037/05 ως επίσης και η εναγομένη στην αγωγή 8190/11, που θα αναφέρονται μετά απλώς ως οι «καθ΄ ων η αίτηση», καταχώρησαν ένσταση στην υπό κρίση αίτηση. Ήταν η θέση τους ότι τα έγγραφα που υπέγραψε ο εναγόμενος τόσο με τους ενάγοντες όσο και με την εναγόμενη στην 8190/11 δεν μπορούν να αποτελέσουν από μόνα τους ικανοποιητικό λόγο για την αιτουμένη θεραπεία. Αντίθετα, η συνένωση και συνεκδίκαση τους, θα περιέπλεκε τα επίδικα θέματα και θα καθυστερούσε την εκδίκαση της υπόθεσης 9037/05 η οποία είναι ορισμένη για ακρόαση ενώ στην αγωγή 8190/11 δεν έχουν καν συμπληρωθεί τα δικόγραφα. Οι ενάγοντες στην αγωγή 9037/05 ισχυρίζονται περαιτέρω ότι: «κ. Η παρούσα αίτηση αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης του εναγόμενου καθότι αυτός είχε προσπαθήσει κατά ή περί τον Νοέμβριο του 2009 να τροποποιήσει την υπεράσπιση και Ανταπαίτησή του προσθέτοντας ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο την εναγόμενη εταιρεία στην αγωγή 8190/2011 (CISCO) ανεπιτυχώς εφόσον το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση του. Έτσι η καταχώρηση της αγωγής 8190/2011 και η παρούσα αίτηση γίνεται για να μπορέσει ξανά ο εναγόμενος να ενώσει την δική του απαίτηση εναντίον της CISCO με την απαίτηση της Τράπεζας Κύπρου εναντίον του». Η Διάταξη 14 θεσμός 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει στο δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να διατάξει τη συνένωση δύο ή περισσοτέρων αγωγών είτε υπό του ιδίου ή διαφορετικών εναγόντων-αιτητών εναντίον του ιδίου ή διαφορετικών εναγομένων-καθ'ων η αίτηση, όταν οι απαιτήσεις των αγωγών αυτών περικλείουν κοινό σημείο νόμου ή ζητήματος τέτοιας σημασίας σε σχέση με τα υπόλοιπα θέματα που εγείρονται σε αυτές, που καθιστά τη συνένωση τους επιθυμητή. Η ύπαρξη του κοινού πραγματικού ή νομικού ζητήματος διαπιστώνεται αποκλειστικά από την Έκθεση Απαιτήσεως των αγωγών και ανεξάρτητα από το περιεχόμενο των Υπερασπίσεων[1]. Η άσκηση της διακριτικής αυτής εξουσίας εξαρτάται από τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης και ασκείται κατά τρόπο που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των διαδίκων. Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψιν, μεταξύ άλλων, την πολυπλοκότητα των εγειρομένων θεμάτων και τη δυνατότητα εκπροσώπησης μέσω του ιδίου δικηγόρου[2]. Σκοπός της συγκεκριμένης διάταξης είναι η αποφυγή της πολλαπλότητας της διαδικασίας και η εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου και εξόδων. Στρέφομαι τώρα στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης. Η βάση της αγωγής 9037/05 είναι παράβαση ορίου λογαριασμού margin account που άνοιξαν οι ενάγοντες, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, προς όφελος του εναγομένου, Ντάνιελ Χατζηττοφή. Ο εναγόμενος είχε προηγουμένως υποβάλει αίτηση για συμμετοχή στο Επενδυτικό Σχέδιο της Τράπεζας Κύπρου/CISCO. Ο εναγόμενος είχε υποχρέωση, ως αναγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης, όπως διορίσει την CISCO ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του με εξουσίες να προβαίνει σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για συμμετοχή του εναγομένου στο επενδυτικό σχέδιο υπογράφοντας πληρεξούσιο έγγραφο για τον σκοπό αυτό και συμφωνία με τη CISCO. Η αγωγή 8190/11 καταχωρήθηκε τη 12.12.
  4. Σύμφωνα με την οπισθογράφηση της Απαιτήσεως, ο εναγόμενος αξιώνει από την εναγομένη, ήτοι τη CISCO, γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τη ζημιά που υπέστη από τη συμμετοχή του στο Επενδυτικό Σχέδιο της Τράπεζας Κύπρου/CISCO, συνέπεια «απάτης και/ή δόλου και/ή ψευδών παραστάσεων και/ ή χωρίς καλή πίστη (not in good faith) και/ή κατά παράβαση των Νομίμων και/ή από Κανονισμούς απορρεόντων καθηκόντων της Εναγομένης και/ή λόγω παράβασης των σχέσεων εμπιστοσύνης (fiduciary duties) και/ή λόγω παράβασης καταπιστεύματος (breach of trust) και/ή παράβασης του Επενδυτικού Σχεδίου της Τράπεζας Κύπρου/CISCO ημερομηνίας 17.01.1997 και/ή παράβασης της «Συμφωνίας Διαχείρισης» και «Πληρεξουσίου Εγγράφου προς όφελος της CISCO» ημερομηνίας 3-02-1997 εκ μέρους της Εναγομένης και/ή αμέλειας και/ή λόγω του ότι η Εναγόμενη υπήρξε αδικαιολόγητη πλουτήσασα σε βάρος του Ενάγοντα». Συμφωνώ με την θέση των καθ΄ ων η αίτηση ότι με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, το μόνο κοινό στοιχείο των δύο αγωγών είναι η συμμετοχή του αιτητή στο επενδυτικό σχέδιο της Τράπεζας Κύπρου και ότι αυτό, ως επίσης και το γεγονός ότι κάποια έγγραφα που πιθανόν να είναι κοινά στις δύο διαδικασίες, δεν αποτελούν λόγο για έκδοση του αιτουμένου διατάγματος[3]. Στο σημείο αυτό επισημαίνω ότι η αγωγή 8190/2011 βρίσκεται στα αρχικά στάδια, δεν έχει καταχωρηθεί καν η Έκθεση Απαίτησης γεγονός που λαμβάνεται υπόψιν από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση Χ¨Αθανασίου v. Παρπερίδη κ.α[4] στην οποία το Δικαστήριο αφού έλαβε υπόψιν, μεταξύ άλλων το γεγονός αυτό, ήτοι ότι δεν είχε καταχωρηθεί Έκθεση Απαίτησης, απέρριψε την αίτηση για συνεκδίκαση των αγωγών. Ο χρόνος κατά τον οποίον υποβάλλεται η αίτηση για συνένωση αγωγών είναι επίσης ένα σημαντικό στοιχείο που συνεκτιμάται μαζί με τα άλλα, για την έκδοση της διαταγής. Ο πλέον κατάλληλος χρόνος για την υποβολή αίτησης είναι το στάδιο της αίτησης για οδηγίες, μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων[5]. Το παράδοξο στην υπό κρίση υπόθεση είναι ότι η μεν πρώτη αγωγή καταχωρήθηκε το 2005 πριν 7 περίπου χρόνια ενώ η δεύτερη πριν μερικές μόνο εβδομάδες και η δικογραφία της τελευταίας δεν έχει ακόμη συμπληρωθεί. Πέραν των πιο πάνω επισημαίνω ότι ενάγοντες και εναγόμενοι είναι διαφορετικοί στις δύο αγωγές. Ενάγοντας στην αγωγή 9037/05 είναι η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και Ντανιέλ Χατζηττοφή και στην αγωγή 8190/11 ενάγοντας είναι ο Δανιήλ Χατζηττοφή και Cyprus Investment and Securities Corporation Ltd, δηλαδή ο εναγόμενος στην πρώτη αγωγή είναι ενάγοντας στη δεύτερη. Το γεγονός αυτό αποτελεί ουσιώδες κώλυμα για τη συνένωση των δύο αγωγών. Σχετική είναι η αναφορά που γίνεται στο Halsbury's Laws of England[6] όπου διαβάζουμε τα πιο κάτω: «.On the other hand, there are may be circumstances which may make it undesirable or even impossible, or at least impracticable, to make an order for consolidation. Thus two actions cannot be consolidated where the plaintiff in one action is the same person as the defendant in another action unless one action can be ordered to stand as a counterclaim in the consolidated action». Στην υπό κρίση υπόθεση η μια αγωγή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανταπαίτηση στην άλλη, αφ΄ ης στιγμής η δεύτερη αγωγή στρέφεται εναντίον διαφορετικού προσώπου της CISCO, που δεν είναι διάδικος στην πρώτη αγωγή. Δηλαδή, η αξίωση στη δεύτερη αγωγή δεν στρέφεται εναντίον του ενάγοντα στην πρώτη αγωγή αλλά εναντίον τρίτου προσώπου. Ενόψει τούτου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η μια αγωγή θα μπορούσε να τύχει χειρισμού ως ανταπαίτηση στην άλλη αγωγή και συνεπώς η συνένωση των δύο αγωγών είναι πρακτικώς αδύνατη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για συνένωση και συνεκδίκαση των δύο υποθέσεων. Αντίθετα, τυχόν συνένωση τους όχι μόνο θα δημιουργούσε ανυπέρβλητες πρακτικές δυσκολίες στην διαδικασία αλλά δεν θα εξυπηρετούσε και τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και θα καθυστερούσε ακόμη περισσότερο την εκδίκαση της αγωγής 9037/05, παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται σοβαρά υπόψιν από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας[7]. Η αίτηση απορρίπτεται μ΄ έξοδα υπέρ των καθ΄ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Βλέπε σχετικά Samata Ltd v. Σταύρου [1998] 1 (Γ) 1876 και Κυπριακή Τράπεζα Ανάπτυξης Λτδ v. Apek Agro Industries κ.α [1999] 1 (Γ)
  5. [2] Βλ. Lewis v. Daily Telegraph Ltd (No 2)

(1964)1 All ER 705. [3] Samata Enterprises Ltd v. Γεωργίου Σταύρου
(1998)1 ΑΑΔ 1876 [4]
(1975)1 AAΔ 401 [5] Κ. Μενελάου κ.α. v. Κώστας Ξενοφώντος κ.α
(1989)1 Ε. Α.Α.Δ.
  1. [6] 4η έκδοση, τόμος 37, παρ.
  2. [7] Βλέπετε σχετικά MEDCON CONSTRUCTION LTD v. Χρ. Μαρνέρος και Σία Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 546. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.