Επί τοις αφορώσι την Κ. Ν. Zoo Bar Restaurant Ltd ν. Επί τοις αφορώσι την αίτηση της Alpha Bank Cyprus Ltd, Αρ. Αιτήσεως: 470/2011, 14 Μαρτίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A60 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αιτήσεως: 470/2011 ΜΕΤΑΞΥ: Επί τοις αφορώσι τον Περί Εταιρειών Νόμον Κεφ. 113, άρθρα 203, 209, 211 (e), 212(b), (
- c)213
(1)214
(1)& 333 Και Επί τοις αφορώσι την Κ. Ν. Zoo Bar Restaurant Ltd, Αρ. ΗΕ 88474 Και Επί τοις αφορώσι την αίτηση της Alpha Bank Cyprus Ltd 14 Μαρτίου 2012 Για τους αιτητές: κα Λιβέρα Για την εταιρεία: κα Δημητρίου R u l i n g Την 08.02.2012 ήταν ορισμένη για ακρόαση η αίτηση για διάλυση της πιο πάνω εταιρείας (στη συνέχεια η εταιρεία). Αν και οι δυο πλευρές δήλωσαν έτοιμες για ακρόαση της αίτησης, πριν την έναρξη τούτης η συνήγορος για την εταιρεία ήγειρε προκαταρτικό ζήτημα αναφορικά με τη διαδικασία που ήθελε ακολουθηθεί. Σύμφωνα με την κα Δημητρίου∙ αίτηση για διάλυση εταιρείας είναι εναρκτήρια αίτηση (originating summons), εν τούτοις, στην προκείμενη περίπτωση εφαρμογής τυγχάνουν οι περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμοί και οι περί Εταιρειών Κανονισμοί. Υπέβαλε συναφώς ότι ούτε οι κανονισμοί αλλά ούτε και ο νόμος, Κεφ. 113, επιτρέπουν προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας προς υποστήριξη της αίτησης, και συνεπώς, η διαδικασία περιορίζεται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Το αίτημα ήτο κεραυνός εν αιθρία για τους αιτητές και γι' αυτό το λόγο ζήτησαν χρόνο να τοποθετηθούν. Και η εταιρεία όμως ζήτησε τούτο το χρόνο ώστε να τοποθετηθεί εκτενέστερα και στη βάση αυθεντιών. Ως εκ τούτου η ακρόαση αναβλήθηκε και η αίτηση ορίστηκε την 17.02.2012, ώστε οι δυο πλευρές να αγορεύσουν αναφορικά με τη διαδικασία που ήθελε ακολουθηθεί. Την 17.02.2012 οι δυο πλευρές εφοδίασαν το δικαστήριο με γραπτές, και ομολογουμένως εμπεριστατωμένες, αγορεύσεις (βλ. έγγραφο Α, γραπτή αγόρευση αιτητών και έγγραφο Β, γραπτή αγόρευση εταιρείας). Αν δεν επαναλαμβάνω καθετί που εκεί αναφέρεται δεν είναι γιατί παραγνωρίζω το μόχθο των ευπαιδεύτων συνηγόρων, ούτε γιατί υποτιμώ τις εμπεριστατωμένες, επαναλαμβάνω, θέσεις τους. Πιο κάτω, όπου χρειάζεται, γίνεται αναφορά στις εκατέρωθεν θέσεις. Είναι γεγονός ότι ο σχετικός νόμος, Κεφ. 113, δεν κάνει οιανδήποτε αναφορά για τη διαδικασία που ακολουθείται κατά την ακρόαση τέτοιας αίτησης. Η σχετική αίτηση και οι προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για υποβολή τούτης αναφέρονται στο άρθρο 213 του Κεφ. 113. Περαιτέρω, το άρθρο 214 του Κεφ. 113 προσδιορίζει την εξουσία του δικαστηρίου ενόσω επιλαμβάνεται την ουσία της αίτησης και όχι τη διαδικασία που ακολουθείται στην ακρόαση τούτης. Περαιτέρω, ότι η παρούσα αίτηση είναι εναρκτήρια δεν χωρεί αμφιβολία, αυτό άλλωστε αποτελεί κοινή θέση των δυο πλευρών. Εν πάση περιπτώσει σχετική είναι και η απόφαση Beogradska Banka v. Westacre Investment Inc.
(1999)1 Α.Α.Δ. 124. Απλή και μόνο ανάγνωση των σχετικών κανονισμών, περί Εταιρειών Κανονισμοί και περί Εταιρειών (Εκκαθαρίσεις) Κανονισμοί 1933-1938, αποκαλύπτει ότι το ζήτημα που ηγέρθηκε δεν τυγχάνει διαπραγμάτευσης. Διαπιστώνεται εν τούτοις ότι όπου οι ημεδαποί κανονισμοί δεν επιλύουν, δηλαδή δεν πραγματεύονται, οιονδήποτε ζήτημα, το δικαστήριο μπορεί να ανατρέξει στους αντίστοιχους αγγλικούς κανονισμούς και να αντλήσει καθοδήγηση (βλ. κανονισμό 3 των περί Εταιρειών Κανονισμών). Προτού όμως ανατρέξω στους αγγλικούς κανονισμούς κρίνω ορθό να μνημονεύσω εδώ ό,τι αναφέρεται στο σύγγραμμα Odgers on Pleading and Practice, 21st edition, αναφορικά με διαδικασία απόδειξης και αντίκρουσης ισχυρισμών σε θέμα που αφορά εταιρεία, και που περιέχονται σε εναρκτήρια αίτηση. Σχετικό εν προκειμένω είναι το περιεχόμενο των σελίδων 321 μέχρι και 324. Το κρίσιμο όμως απόσπασμα, στη σελίδα 323, έχει ως ακολούθως∙ 'The evidence follows what we have already seen to be the normal Chancery procedure on originating applications, and is usually given by affidavit, though attendance for cross-examination can be had if desired'. Από το πιο πάνω απόσπασμα συνάγεται το συμπέρασμα ότι σε εναρκτήρια αίτηση η μαρτυρία προσφέρεται, συνήθως, με ένορκες δηλώσεις και όχι προφορικά, με τους διαδίκους να διατηρούν βεβαίως δικαίωμα αντεξέτασης. Το κατά πόσο αυτή η θέση διαφέρει εκεί και όπου η εναρκτήρια αίτηση έχει ως αντικείμενο την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης εταιρείας, σχετικά είναι τα συγγράμματα Pennington's Company Law, 4th edition και Halsbury's Laws of England, 3rd edition, volume 6, που και οι δυο πλευρές επικαλούνται. Στο σύγγραμμα Halsbury's, πιο πάνω, και συγκεκριμένα στην παράγραφο 1046 αναφέρεται ότι∙ '1046. Form and contents of petition. Every petition for the winding up of a company by the court, or subject to the supervision of the court, must be in the prescribed form, with such variations as circumstances may require(e). A petitioner must in his petition allege and prove the facts entitling him to present it, showing that one or more of the grounds specified in the Companies Act, 1948(f), for making a compulsory order exist; unless these allegations are contained in the petition it is demurrable (g), and the court will dismiss it (h), except in the case where a shareholder omits to state that he has held his shares for six months(i). Unless the address of the petitioner is given, security for costs will be ordered (k)'. Πιο κάτω στην παράγραφο 1052 αναφέρεται ότι∙ '1052. Attendance to satisfy registrar. After a petition has been presented, the petitioner or his solicitor must, on a day to be appointed by the registrar, attend before the registrar and satisfy him that the petition has been duly advertised, that the prescribed affidavit (
- u)verifying the statements therein and the affidavit of service (if any) (
- a)have been duly filed, and that the rules as to petitions have been duly complied with by the petitioner. No order is to be made on the petition of any petitioner who has not, before the hearing of the petition, so attended and satisfied the registrar(b)'. Kαθοδηγητικές και καθοριστικές είναι και οι αναφορές της παραγράφου 1054, όπου αναφέρεται ότι∙ '1054. Αffidavit verifying petition. Every petition must be verified by an affidavit referring thereto, which must be made by the petitioner, or by one of the petitioners, if more that one (h), or may in a proper case be made by his or their solicitor or agent when the latter knows the facts (i). In case the petition is presented by a corporation the affidavit should be made by some director, secretary, or other principal officer thereof(k). The affidavit must be sworn after and filed within four days after the petition is presented (l). Such affidavit is sufficient prima facie evidence of the statements in the petition (m), unless fraud is charged, in which case the facts alleged to constitute fraud must be set out in an affidavit(o). When the petition is presented by the Attorney-General on behalf of the Crown, the affidavit need not be made by the Attorney-General himself, but may be made by any fit and proper person, such as, in an income-tax case, the Solicitor of Inland Revenue(p). Notice of the filing of the statutory affidavit need not be given, but notice should be given of the filing of additional or supplemental affidavits(q). Affidavits in opposition to a petition must be filed within seven days of the date on which the affidavit verifying the petition is filed. Notice of the filing of every affidavit in opposition to such a petition must be given to the petitioner or to his solicitor or London agent on the day on which the affidavit is filed(r). An affidavit in reply to an affidavit filed in opposition to a petition must be filed within three days of the date on which notice of that affidavit is received by the petitioner, or his solicitor or London agent(s)'. Ανάλογη, διαπιστώνω, είναι και η προσέγγιση του συγγράμματος Pennington, πιο πάνω (βλ. σελίδες 696 μέχρι και 707). Επικαλούμενος τον κανονισμό 26 των Winding Up Rules, ο συγγραφέας του συγγράμματος υποδεικνύει ότι η αίτηση πρέπει να είναι σύμφωνη με τον τύπο που παρατίθεται στο παράρτημα (appendix) των κανονισμών. Μνημονεύει περαιτέρω καθετί που πρέπει να αναφέρεται στην αίτηση καθώς ότι η ένορκη δήλωση (affidavit), που πρέπει να επαληθεύει τα ισχυριζόμενα στην αίτηση, καταχωρείται εντός τεσσάρων ημερών από την καταχώριση της αίτησης. Σχετική υποσημείωση παραπέμπει στον κανονισμό 30 και αναφέρει ότι στην πράξη είναι σύνηθες η ένορκη δήλωση να καταχωρείται μαζί με την αίτηση. Με αναφορά στον κανονισμό 34 επεξηγείται ότι οιοσδήποτε επιθυμεί να ακουστεί στην ακρόαση της αίτησης οφείλει να γνωστοποιήσει τούτη την πρόθεσή του. Τυχόν ένορκη δήλωση εις αντίκρουση του αιτήματος, είτε από την ίδια την εταιρεία, είτε από συνεισφορέα, είτε ακόμη από πιστωτή, πρέπει να καταχωρείται εντός επτά ημερών από την ημερομηνία καταχώρισης της ενόρκου δηλώσεως του αιτητή. (βλ. κανονισμό 36 των Winding Up Rules). Δυνάμει του κανονισμού 36 και πάλιν ο αιτητής δύναται, εντός τριών ημερών, να καταχωρίσει μια ή και περισσότερες ένορκες δηλώσεις εις απάντηση (in reply) των ενόρκων δηλώσεων της ένστασης. Όπως εύστοχα υποδεικνύουν οι αιτητές στην αγόρευσή τους, στον Pennington, πιο πάνω, αναφέρεται περαιτέρω ότι∙ 'The evidence on the hearing consists of the affidavits filed in support of and against the petition, unless the court permits testimony to be given orally'. Σύμφωνα με τον Pennington, πιο πάνω, η ένορκη δήλωση του αιτητή που επαληθεύει την αίτηση αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη (prima facie proof) των γεγονότων που ισχυρίζεται και αρκεί για απόδειξη της υπόθεσης του αιτητή, εκτός εάν προβληθεί ένσταση, δηλαδή καταχωριστούν αντικρουστικές ένορκες δηλώσεις. Αναφορικά με την αποδεικτική αξία των ενόρκων δηλώσεων, και συγκεκριμένα του αιτητή, ενδιαφέρον είναι και ο λόγος (ratio) της υπόθεσης Re S. A. Hawken Ltd
(1950)2 All E.R. 408. To σύνολο της απόφασης έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, για ό,τι όμως αφορά την παρούσα σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από τις σελίδες 412 και 413∙ 'The conjoint effect of s.210
(5)and s.365 of the Act is that r.3 and r.30 of the Companies (Winding-up) Rules, 1949, apply, and, therefore, having regard to the authorities, prima facie the statutory affidavit is sufficient to support a petition under s.210. It is difficult to see why, on the language of r.3 and r.30, the statutory affidavit is applicable. In Re Gold Hill Mines
(3), LINDLEY, L.J., said (23 Ch. D.214): 'The statutory affidavit strictly is no proof of anything. It is hearsay as to almost everything in it, but it is sufficient to require an answer'. Its validity was challenged as long ago as 1882 in Re New Callao, Ltd
(4), but SIR GEORGE JESSEL, M.R., said that it had then been acted on for twenty years and the court could not throw any doubt on it. Notwithstanding the opportunities presented by subsequent Companies Acts, the legislature has not seen fit to replace this form of affidavit, which 'strictly is no proof of anything', and which, therefore, presumably could not result in anyone who should take his oath on it getting into trouble. The result of the decided cases appears to be that, while the statutory affidavit is always necessary, it is not always sufficient: see Re St. David's Gold Mining Co., Ltd
(5), and Re South Staffordshire Tramways Co.
(6); and it is never sufficient where the petition is based on allegations of fraud. In such cases the facts of the alleged fraud must be stated on affidavit: see Re St. David's Gold Mining Co., Ltd.
(5), Re South Staffordshire Tramways Co.
(6), and Re Ilfracombe Permanent Mutual Benefit Building Society
(7), per WRIGHT, J. ([1901] 1 Ch. 110). The court has never attempted to state exhaustively the circumstances in which, apart from cases based on allegations of fraud, the statutory affidavit is to be regarded as insufficient. Each case must depend on its peculiar facts. In BUCKLEY ON THE COMPANIES ACTS, 12th ed., p. 1028, it is stated, in the note to r. 30 of the Companies (Winding-up) Rules, 1949: 'In general the petitioner ought not to file any evidence beyond the statutory affidavit, unless evidence is filed in opposition .' I find this statement also in the 8th edition of BUCKLEY, dated 1902 [in a note to r.36 of the Companies Winding-up Rules, 1890, at p. 882]. I accept this statements so far as it goes, but, of course, much depends on the scope of the words 'in general'. In the ordinary case of a creditors' petition for a winding-up order on the ground of insolvency, no more that the statutory affidavit can be justified in the first instance'. Από τα πιο πάνω, συγγράμματα και νομολογία, συνάγονται τα ακόλουθα συμπεράσματα. Αίτηση ως η επίδικη υποστηρίζεται, σύμφωνα με τους κανονισμούς, από ένορκη δήλωση. Αυτή μάλιστα η ένορκη δήλωση, παρ' ότι εμπλουτισμένη με εξ ακοής μαρτυρία, αποτελεί εκ πρώτης όψεως απόδειξη, και χωρίς να αποκλείεται ή να παραγνωρίζεται τυχόν εξαίρεση στον κανόνα, φερειπείν ισχυρισμός δόλου, στις πλείστες των περιπτώσεων είναι ικανή και αρκετή για να οδηγήσει σε απόδειξη των ισχυρισμών της. Περαιτέρω, και η ένσταση προωθείται δια ενόρκου δηλώσεως, ενώ ο αιτητής έχει δικαίωμα απάντησης (reply) των ισχυρισμών που εκεί προβάλλονται. Αμφότερες οι πλευρές διατηρούν δικαίωμα αντεξέτασης των ενόρκως δηλούντων τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν αίτηση και ένσταση. Για καλό λόγο και υπο το φως τυχόν ιδιαίτερων γεγονότων ή νομικών σημείων που περιβάλλουν την αίτηση, το δικαστήριο δύναται να επιτρέψει πρόσθετη μαρτυρία, δηλαδή πρόσθετη της ενόρκου δηλώσεως που προβλέπεται στο παράρτημα. Κανένας εκ των κανονισμών διαλαμβάνει, ή έστω αφήνει να νοηθεί, ότι οιοσδήποτε εκ των διαδίκων δύναται να προσκομίσει πρόσθετη προφορική μαρτυρία. Η δε αναφορά του συγγράμματος Pennington, η οποία μνημονεύεται πιο πάνω και ομιλεί για προφορική μαρτυρία (testimony) που δύναται να επιτραπεί από το δικαστήριο, δεν ερμηνεύεται ως τίποτα άλλο πλην του δικαιώματος αντεξέτασης που οι διάδικοι απολαύουν. Όλα τα πιο πάνω με οδηγούν στο συμπέρασμα πως ορθή διαδικαστική προσέγγιση δεν είναι η εισηγούμενη από τους αιτητές αλλά εκείνη που εισηγείται η εταιρεία. Ας μου επιτραπεί εδώ, καταχρώμενος τη σοφία και τη μεστότητα του λόγου των πρωτόδικων, τότε, δικαστών στην υπόθεση D. J. Demades & Sons Ltd, ημερ. 28.05.1990, Αρτέμη Π.Ε.Δ. και Ναθαναήλ Ε.Δ., να μεταφέρω μέρος της απόφασής τους το οποίο ευσύνοπτα αποδίδει το σύνολο των θέσεων που πιο πάνω επιχείρησα να αναλύσω. Όπως ειπώθηκε λοιπόν στην υπόθεση Demades∙ 'Η ιδιαιτερότητα μιας Εταιρικής Αίτησης έγκειται στο μηχανισμό παρουσίασης της με βάση τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, και τους περί Εταιρειών Κανονισμούς του 1951. Η εκδίκαση γίνεται κατά κανόνα με βάση τα γεγονότα που στηρίζουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα, όπως πιστοποιούνται από τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν. Κατά τα άλλα, το δίκαιο της απόδειξης ισχύει όσον αφορά την αποδοχή και αξιολόγηση μαρτυρίας, ιδιαίτερα όταν ζητείται η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων'. Σημειώνεται εδώ ότι ανάλογα αναφέρονται και στην απόφαση της αίτησης 552/07 του επαρχιακού δικαστηρίου Λευκωσίας, αναφορικά με την εταιρεία Alkis H. Hadjikyriacos (Frou Frou Biscuits) Public Ltd, ημερομηνίας 13 Φεβρουαρίου 2009, από τον ευπαίδευτο Π.Ε.Δ. κο Λιάτσο, το σκεπτικό της οποίας υιοθετώ πλήρως. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, και χωρίς να παραγνωρίζεται τυχόν δικαίωμα για συμπληρωματική ή απαντητική ένορκη δήλωση ή για αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων, καταλήγω ότι η προσκόμιση πρόσθετης προφορικής μαρτυρίας δεν είναι επιτρεπτή εφόσον κανένας ιδιαίτερος λόγος υποδείχθηκε από τους αιτητές. Η ακροαματική διαδικασία θα διεξαχθεί στη βάση των ενόρκων δηλώσεων. (Υπ) ...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ε.χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο