Λεώνης Παρασκευαΐδου Μαυρονικόλα ν. Κυριάκου Ανδρέου κ.α., Αρ. Αγωγής: 4817/11, 14 Μαρτίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4817/11 Μεταξύ: Λεώνης Παρασκευαΐδου Μαυρονικόλα Ενάγουσας και
- Κυριάκου Ανδρέου
- Χριστίνας Παρασκευαΐδου
- Πανίκου Αριστοτέλους
- Σπύρου Σπύρου
- CK Restaurant System Franchisers Limited
- A & P (Andreou & Paraskevaides) Food & Beverages Ltd Εναγομένων ----------------------- Αίτηση ημερ. 8 Ιουλίου 2011 για Έκδοση Διαταγμάτων Τύπου Anton Piller 14 Μαρτίου,
- Για την Αιτήτρια-ενάγουσα: κ. Γ. Μούντης Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση-εναγόμενους: κ. Κ. Μιχαηλίδης μαζί με κ. Π. Σπανό ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Είναι κοινό έδαφος ότι η παρούσα υπόθεση συνιστά ένα ακόμη κρίκο στην αλυσίδα της δικαστικής διαμάχης εταιρειών στις οποίες εμπλέκονται μέλη της οικογένειας Παρασκευαΐδη. Η ενάγουσα είναι αδελφή της εναγόμενης
- Η κατάρρευση των σχέσεών τους οδήγησε, σταδιακά, στην αναζήτηση, εκατέρωθεν, δικαστικών θεραπειών. Επιβάλλεται όμως να περιοριστεί το Δικαστήριο στα όσα αφορούν την υπό κρίση Αίτηση. Η εναγόμενη 5 ενεγράφη το 1993 με σκοπό την ίδρυση και λειτουργία στην Κύπρο αλυσίδας εστιατορίων, των γνωστών διεθνώς ως Kentucky Fried Chicken (KFC). Αρχικοί μέτοχοι και διοικητικοί σύμβουλοί της ήταν οι εναγόμενοι 1 και
- Αργότερα, και υπό συνθήκες που δεν αφορούν άμεσα την υπό κρίση περίπτωση, αριθμός μετοχών μεταβιβάστηκε στο όνομα της ενάγουσας, η οποία και διορίστηκε ως τρίτη διοικητική σύμβουλος στην εναγόμενη
- Ό,τι ενδιαφέρει είναι πως η ενάγουσα σήμερα είναι μέτοχος μειοψηφίας. Η εναγόμενη 6 εταιρεία είναι θυγατρική άλλης, δημόσιας εταιρείας, στην οποία οι εναγόμενοι 1 και 2 έχουν την πλειοψηφία των μετοχών και σε όλους τους ουσιώδεις χρόνους προμήθευε την εναγόμενη 5 διάφορα προϊόντα, όπως κατεψυγμένες πατάτες, σιταροπούλα, μηλόπιτες και φρουτοχυμούς. Η ενάγουσα, στις 8.7.2011, καταχώρησε εκ μέρους της εναγόμενης 5 εταιρείας την παρούσα αγωγή, μέσω γενικού κλητηρίου εντάλματος. Τη χαρακτηρίζει ως παράγωγη (Derivative Action). Αξιώνει αποζημιώσεις συνεπεία απάτης και/ή δόλου και/ή παράβασης καθήκοντος διευθυντή και/ή παράνομης οικειοποίησης χρημάτων, περιουσίας της εναγόμενης 5, και/ή συνομωσίας προς απάτη, και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Την ίδια μέρα, καταχωρήθηκε και η υπό κρίση Αίτηση, με την οποία εξασφαλίστηκαν διατάγματα τύπου Anton Piller και Norwich Pharmacal. Συγκεκριμένα, διατάχθηκαν οι εναγόμενοι 1-5 να επιτρέψουν «σε ομάδα αναζήτησης» να εισέλθει σε υποστατικά των εναγομένων 4 και 5, έτσι ώστε να αναζητήσει, επιθεωρήσει, φωτοτυπήσει και λάβει σχετικά αντίγραφα τιμολογίων και αποδείξεων πληρωμής σχετικών με αγορές από την εναγόμενη 5 προϊόντων της εναγόμενης
- Διατάχθηκαν περαιτέρω οι εναγόμενοι 1-5, ή πρόσωπα που ενεργούν κατ΄ εντολή τους, να αποκαλύψουν ενόρκως, εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, οιαδήποτε έγγραφα ή συμφωνίες σχετικά με τις χρεώσεις της εναγόμενης 6 προς την εναγόμενη 5 για προϊόντα που τους παρέδιδαν και σχετικά με την πληρωμή συγκεκριμένου ποσού, τότε Λ.Κ.364.
- Παρεμβάλλω ότι τα διατάγματα Anton Piller ήδη εκτελέστηκαν. Περαιτέρω, οι εναγόμενοι, συμμορφούμενοι με την έκδοση των διαταγμάτων ένορκης αποκάλυψης, καταχώρησαν δύο ένορκες δηλώσεις, με ενόρκως δηλούντες τους εναγόμενους 3 και
- Είναι πανομοιότυπες. Θέτουν ότι οι ενδιαφερόμενοι επιθεώρησαν όλα τα έγγραφα τα οποία έχει η εναγόμενη 5, έκαναν επιλογή και φωτοτύπησαν περίπου 3.200 έγγραφα. Πέραν αυτών, καταλήγουν, δεν υπάρχουν άλλα έγγραφα προς αποκάλυψη. Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης στηρίζεται σε δύο ένορκες δηλώσεις, της ενάγουσας και του κ. Άλκη Χρυσοστόμου, ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο διετέλεσε Γενικός Διευθυντής, τόσο της μητρικής της εναγόμενης 6 εταιρείας, όσο και της εναγόμενης
- Όπως προβάλλει μέσα από την ένορκο δήλωση Χρυσοστόμου, η εναγόμενη 5 προμηθευόταν από την εναγόμενη 6 διάφορα προϊόντα. Μέρος των καθηκόντων του ήταν και η διαπραγμάτευση των τιμών των προϊόντων αυτών. Ήταν η ουσία των θέσεών του ότι, με οδηγίες του διευθύνοντα συμβούλου των εναγομένων 5 και 6 κ. Κυριάκου Ανδρέου, υπερχρέωνε την εναγόμενη 5 για την αγορά των εν λόγω προϊόντων. Έτσι, οι τιμές οι οποίες χρεωνόταν η εναγόμενη 5 ήταν πολύ μεγαλύτερες από αυτές που η εναγόμενη 6 χρέωνε άλλες εταιρείες για τα ίδια προϊόντα και κατά την ίδια χρονική περίοδο. Σχετικές καταστάσεις υπερχρεώσεων επισυνάπτονται στην υπό αναφορά ένορκο δήλωση. Θέτει περαιτέρω ο ενόρκως δηλών ότι η εναγόμενη 5 επιβαρύνετο αδικαιολόγητα και με έξοδα διανομής για τα προϊόντα που αγόραζε από την εναγόμενη
- Επαναλαμβάνοντας δε πως όλες οι υπερχρεώσεις λάμβαναν χώρα κατόπιν ρητών οδηγιών του Κυριάκου Ανδρέου, καταλήγει, τονίζοντας, ότι τις σχετικές καταστάσεις δεν τις απέστελλε στην ενάγουσα, καθότι είχε την εντύπωση ότι η προαναφερόμενη πρακτική ήταν εις γνώση όλων των μετόχων της εταιρείας. Σε πρόσφατη όμως συνάντησή του με την ενάγουσα αντιλήφθηκε ότι δεν είχε γνώση της πρακτικής αυτής, αλλά ούτε και είχε ενημερωθεί από οποιοδήποτε για τις προαναφερόμενες ενέργειες και υπερχρεώσεις. Η ενάγουσα, στη δική της ένορκο δήλωση, επικαλείται αγώγιμο δικαίωμα, στηριζόμενη στην έγερση παράγωγης αγωγής εκ μέρους της εναγομένης 5 εταιρείας. Αφού επεξηγεί τη μετοχική δομή, θέτει ότι οι εναγόμενοι 1 και 2, διοικητικοί σύμβουλοι της εναγόμενης 5 και κάτοχοι της πλειοψηφίας των μετοχών της, έχουν, σύμφωνα με το καταστατικό, τον έλεγχό της. Προσθέτει ότι κατά ή περί το τέλος Απριλίου 2011 ενημερώθηκε από τον Χρυσοστόμου σχετικά με το όλο φάσμα των υπερχρεώσεων. Μέχρι τη χρονική αυτή στιγμή, είχε πλήρη άγνοια των γεγονότων, λόγω δε της σχέσης εμπιστοσύνης που είχε μέχρι τότε με την αδελφή της - εναγόμενη 2 και τον εναγόμενο 1, ουδέποτε έλεγξε με λεπτομέρεια τα σχετικά τιμολόγια για να εντοπίσει την ύπαρξη της προαναφερόμενης πρακτικής υπερχρεώσεων. Αμέσως μετά την ενημέρωσή της από το Χρυσοστόμου, επιχείρησε με διάφορες ενέργειές της να διαπιστώσει τα πραγματικά γεγονότα. Ζήτησε, μεταξύ άλλων, από τον εναγόμενο 3, ο οποίος αντιπροσώπευε τους εναγόμενους 1 και 2, και τον εναγόμενο 4, γενικό διευθυντή της εναγόμενης 5, να συγκεντρώσουν όλες τις πληροφορίες που ζητούσε. Στις 28.6.2011 έλαβε χώρα μεταξύ τους συνάντηση, όπου και τη διαβεβαίωσαν ότι δεν εντόπισαν οποιεσδήποτε υπερχρεώσεις, ούτε οποιαδήποτε χρέωση για έξοδα διανομής. Διευθετήθηκε ακολούθως συνάντησή τους σε χώρο όπου βρίσκονταν οι σχετικοί φάκελοι της εναγόμενης
- Μετά από πρόχειρη έρευνά τους η ενάγουσα εντόπισε να υπάρχουν διάφορα τιμολόγια με υπερδιπλάσιες χρεώσεις της εναγόμενης 5 από αυτές που τύγχαναν άλλες εταιρείες, οι οποίες προμηθεύονταν τα ίδια προϊόντα από την εναγόμενη
- Μετά τη διαπίστωση αυτή, η ενάγουσα ζήτησε πλήρη εξέταση των φακέλων και λήψη αντιγράφων. Παρά τις επίμονες προσπάθειές της, και κάτω από συνθήκες που επεξηγεί, το αίτημά της αυτό δεν ικανοποιήθηκε. Με αυτά ως υπόβαθρο, και θέτοντας ότι υπάρχει τεράστιος κίνδυνος καταστροφής των σχετικών εγγράφων, τιμολογίων και αποδείξεων, αποτάθηκε μονομερώς στο Δικαστήριο αξιώνοντας και πετυχαίνοντας την έκδοση των προαναφερθέντων διαταγμάτων. Οι λόγοι ένστασης καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα. Συνοπτικά, θέτουν ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης των συγκεκριμένων διαταγμάτων, τόσο με βάση το γενικό πλαίσιο έκδοσης διαταγμάτων του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, όσο και δυνάμει των ειδικών προϋποθέσεων που καλύπτουν την έκδοση διαταγμάτων της μορφής Anton Piller και Norwich Pharmaca. Γίνεται επίσης επίκληση απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, μη παρουσίας της Αιτήτριας στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και υπέρμετρης καθυστέρησης χωρίς επαρκή αιτιολόγηση. Τρεις ένορκες δηλώσεις στηρίζουν την ένσταση: Των εναγομένων 3 και 4 και της κας Έλενας Κυριάκου, υπεύθυνης του λογιστηρίου της εναγόμενης
- Ο εναγόμενος 3, εγκεκριμένος λογιστής, είναι ο οικονομικός διευθυντής ομίλου εταιρειών που ανήκει στους εναγόμενους 1 και
- Αφού επεξηγεί τη μετοχική δομή των εμπλεκόμενων εταιρειών και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η ενάγουσα κατέστη μέτοχος και διοικητική σύμβουλος της εναγόμενης 5, βεβαιώνει ότι η εταιρεία αυτή τηρούσε όλα τα απαραίτητα βιβλία λογαριασμών. Τα βιβλία μπορούσε, ανά πάσα στιγμή, να επιθεωρήσει η ενάγουσα, υπό την ιδιότητά της ως διοικητική σύμβουλος. Προσθέτει σχετικά ότι αυτή ενημερωνόταν λεπτομερώς για την οικονομική πορεία της εναγόμενης 5 από τον αρχιλογιστή του ομίλου εταιρειών της οικογένειας Παρασκευαΐδη, ο οποίος ήταν ο εξ ολοκλήρου αρμόδιος για την οικονομική διαχείριση της εναγόμενης
- Διαχείριση η οποία περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, έγκριση όλων των τιμολογίων και υπογραφή όλων των επιταγών. Επεκτείνει σχετικά, αναφέροντας ότι οι ελεγκτές της εναγόμενης 5 ήταν οι ίδιοι με τους ελεγκτές των οικογενειακών εταιρειών της ενάγουσας και ετοίμαζαν ετησίως λογαριασμούς μέχρι και το τέλος του 2008, τους οποίους λάμβανε. Στη μακροσκελή ένορκο δήλωσή του γίνονται εκτεταμένες αναφορές σε απόκρυψη ουσιαστικών γεγονότων εκ μέρους της ενάγουσας, σχολιασμός της ένορκης δήλωσής της και αυτής του Χρυσοστόμου, και καταγραφή νομικών προσεγγίσεων. Χάριν οικονομίας του λόγου δεν κρίνεται σκόπιμη αναλυτική παράθεση στο στάδιο αυτό. Όπου είναι αναγκαίο, θα αναφερθεί το Δικαστήριο σε κατοπινό, κατάλληλο, σημείο της ενδιάμεσης απόφασής του. Ο εναγόμενος 4, επίσης εγκεκριμένος λογιστής, διορίστηκε στη θέση βοηθού γενικού διευθυντή της εναγόμενης 5 το
- Από τον Οκτώβριο του 2008 είναι γενικός διευθυντής της. Επιβεβαιώνει ότι η εναγόμενη 5 ετοίμασε εξελεγμένους λογαριασμούς μέχρι και το έτος 2008, τους οποίους παραλάμβανε η ενάγουσα ως διοικητική σύμβουλος. Για τα έτη 2007 και 2008 οι λογαριασμοί υπεγράφησαν από τον εσωτερικό εγκεκριμένο λογιστή της ενάγουσας κ. Σπύρο Σπυρίδη. Η εναγόμενη 5 τηρούσε πάντοτε και σύμφωνα με το νόμο βιβλία λογαριασμών, στα οποία καταγράφονταν ανελλιπώς όλες οι αγορές και πωλήσεις με τιμολόγια επί των οποίων αναγραφόταν ο πωλητής, η ποσότητα, το είδος του πωλούμενου εμπορεύματος και το τίμημα πώλησης. Οι τιμές στις οποίες αγόραζε η εναγόμενη 5 από την εναγόμενη 6 δεν ήταν πάντοτε οι ίδιες, αλλά καθορίζονταν κατά διαστήματα και ανάλογα με τις συνθήκες της αγοράς. Όλα τα τιμολόγια και τα έγγραφα, από της ίδρυσης της εταιρείας και λειτουργίας της μέχρι και σήμερα, φυλάσσονται αποθηκευμένα σε κιβώτια, σε χώρο που ανήκει σε εταιρεία της οικογένειας Παρασκευαΐδη. Σύμφωνα πάντα με τον ενόρκως δηλών, η ενάγουσα, παρόλο που τα γραφεία της βρίσκονται στο ίδιο κτίριο με αυτά της εναγόμενης 5, και παρά το ότι είχε στην κατοχή της τα βιβλία λογαριασμών της, ουδέποτε ζήτησε οποιαδήποτε πληροφορία ή επιθεώρησε οποιοδήποτε έγγραφο. Δίδοντας τη δική του εκδοχή, ως προς την εξέλιξη των γεγονότων από τις αρχές Μαΐου του 2011, θέτει ότι παρόλο που δεν ήταν σίγουρος εάν είχε υποχρέωση να δώσει οποιεσδήποτε πληροφορίες στην ενάγουσα, προθυμοποιήθηκε και προσπάθησε να την εξυπηρετήσει. Λόγω του όγκου όμως των εγγράφων, χρειαζόταν χρόνο. Ήταν η καταληκτική του τοποθέτηση ότι ουδέποτε τέθηκε ζήτημα καταστροφής οποιωνδήποτε εγγράφων της εναγομένης 5 εταιρείας και ότι ο ίδιος, ως ελεγκτής, γνωρίζει ότι η καταστροφή εγγράφων εταιρείας αποτελεί εγκληματική ενέργεια με σοβαρές ποινές. Τέλος, διερωτάται, σε τι θα εξυπηρετούσε καταστροφή εγγράφων, αφού, εν πάση περιπτώσει, τα πάντα ήταν καταγραμμένα στα βιβλία λογαριασμών της εναγόμενης
- Στην ένορκο δήλωσή της η Έλενα Κυριάκου καταγράφει τα γεγονότα που περιστρέφονται γύρω από τη μετάβαση της ενάγουσας στο χώρο όπου βρίσκονταν οι φάκελοι της εναγόμενης 5, τη μεταφορά τους στα γραφεία της εταιρείας και την αξίωση της ενάγουσας να της παραδοθούν. Θέτει η ενόρκως δηλούσα ότι δεν αρνήθηκε στην ενάγουσα την παράδοση των φακέλων, αλλά της εξήγησε ότι θα πρέπει να μιλήσει προηγουμένως με το διευθυντή της, εναγόμενο
- Και καταλήγει: «Την Πέμπτη 7.7.11, το πρωί, ο κ. Πανίκος μου είπε ότι θα έλθει η κ. Λεώνη την Δευτέρα 11.7.11 για να δει τα box files και να βγάλει φωτοτυπίες. Έτσι μου έδωσε οδηγίες να αρχίσω να παίρνω τα τιμολόγια της εταιρείας στο conference ημερολογιακός από το 2010 έως το
- (Το οποίο έπραξα με τη βοήθεια της Ξένιας και πήραμε πρώτα για τα έτη 2008-2010). Μου είπε να πω στη Ξένια ότι η κα Λεώνη θα μπορούσε να έβγαζε φωτοτυπία οτιδήποτε ήθελε, απλά θα έβγαιναν δύο αντίγραφα και θα υπογράφονταν από την ίδια την κυρία Λεώνη, το ένα θα το κρατούσε η κυρία Λεώνη, ενώ το δεύτερο θα ήταν για την εταιρεία.» Εκτεταμένες και πολυεπίπεδες ήταν οι αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνήγορων των διαδίκων. Κοινό χαρακτηριστικό τους είναι η εις βάθος ανάλυση της νομικής διάστασης των υπό κρίση διαταγμάτων και των προϋποθέσεων έκδοσής τους, προκειμένου να καταλήξουν, η κάθε πλευρά υπό το πρίσμα της δικής της βεβαίως προσέγγισης, στην τελική τους εισήγηση. Με το δέοντα σεβασμό στο έργο των συνηγόρων θα αποφύγει το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο, έστω και σύνοψη των θέσεών τους. Θα γίνει αυτό όπου είναι απαραίτητο, στην πορεία της απόφασης. Εισηγήθηκε, προκαταρκτικά, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ΄ ων η Αίτηση, ζητώντας ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων, ότι η διαδικασία προς έκδοση διαταγμάτων Anton Piller είναι άκυρη (nullity) εξ υπαρχής. Καθότι, όπως έθεσε, δεν μπορούσε η ενάγουσα, η οποία ισχυρίζεται ότι καταχώρησε παράγωγη αγωγή, να ζητά εκ μέρους και για λογαριασμό της εναγόμενης 5 και εναντίον της εναγόμενης 5 Anton Piller order ή άλλο διάταγμα. Στηρίχθηκε η προσέγγισή του αυτή στη μορφή της εγειρόμενης αξίωσης ως παράγωγης αγωγής και στη θέση ότι η ενάγουσα στην παρούσα περίπτωση ενεργεί ως αντιπρόσωπος της εναγόμενης 5, που είναι και ο αντιπροσωπευόμενος. Υπό το πρίσμα αυτό, κατέληξε, η αξίωση έκδοσης διαταγμάτων ισοδυναμεί με αναζήτηση διαταγμάτων από την εναγόμενη 5 εναντίον του εαυτού της. Είναι βεβαίως νομικό αξίωμα ότι είναι δικονομικά ανέφικτη η συνένωση προσώπου κάτω από οποιοδήποτε μανδύα ως ενάγοντα και εναγόμενου μαζί. Όπως έχει εντοπιστεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση Letco Company Limited a.o. v. Σωκράτη Ζ. Ηλιάδη κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 435, 441-442: «Η αρχή αυτή αντανακλάται στις πρόνοιες της Δ.9 θ.1 των θεσμών πολιτικής δικονομίας που εδράζεται στις διατάξεις της Δ.16 θ.1 των παλαιών θεσμών (που ίσχυαν πριν το 1962) του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας. Το πλαίσιο εφαρμογής της αντίστοιχης αγγλικής δικονομικής διάταξης εξηγείται στο Annual Practice 1958, σελ. 301, όπου, επισημαίνεται ότι είναι αδύνατη κάτω από οποιοδήποτε σχήμα, η συνένωση προσώπου ως ενάγοντα και εναγομένου στην ίδια αγωγή. Η αρχή αυτή χρονολογείται από μακρού και απαντάται στην απόφαση του Αρχιδικαστή Best στην υπόθεση Neale v. Turton όπου ανάφερε: "There is no principle by which a man can be at the same time plaintiff and defendant." Η ίδια αρχή επαναλαμβάνεται και σε μεταγενέστερες αποφάσεις: (Boyce v. Edbrooke
(1903)1 Ch. 836 και Ellis v. Kerr
(1910)1 Ch. 529). Τόσο ως θέμα δικονομικού κανόνα όσο και νομολογιακά αλλά και ως θέμα αρχής δεν μπορεί να γίνει δεκτή η εμφάνιση του ιδίου προσώπου ως ενάγοντα και εναγομένου. Όπως εύλογα μπορεί να υποθέσουμε, η αρχή εδράζεται στη φύση του αγγλικού δικαστικού συστήματος, που έχει στο επίκεντρο την αντιπαράθεση και την αναζήτηση της αλήθειας μέσω εκείνης της διαδικασίας. Η συνένωση του ιδίου προσώπου ως ενάγοντα και εναγομένου είναι αντινομική προς το στοιχείο της αντιπαράθεσης που αποτελεί το βάθρο της απονομής της δικαιοσύνης στον τομέα του αστικού δικαίου. Αυτό σε συνδυασμό με την επίσης ορθή διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι στα πλαίσια του κυπριακού δικαίου καταρρίπτεται το θεμέλιο της εξουσιοδότησης με την έγερση αγωγής από τον αντιπρόσωπο εναντίον του αντιπροσωπευομένου, καθιστούσε την διαγραφή της αγωγής αναπόφευκτη.» Η παρούσα αγωγή, όπως ρητά αναφέρεται στην ένορκο δήλωση της ενάγουσας που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση, αλλά και στην καταχωρηθείσα μεταγενέστερα έκθεση απαίτησης, εγέρθηκε με τη μορφή παράγωγης αγωγής. Mε βάση τον ισχυρισμό ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 αποτελούν την πλειοψηφία και την, συνακόλουθα, συνεπαγόμενη αδυναμία να εγερθεί η αγωγή στο όνομα της εναγόμενης 5 εταιρείας. Η παράγωγη αγωγή πηγάζει από το Δίκαιο της Επιείκειας και εγείρεται από μέτοχο εταιρείας και προς όφελός της. Η συνύπαρξη δύο καίριων στοιχείων είναι απαραίτητη προϋπόθεση προκειμένου να εισαχθεί παράγωγη αγωγή: Του δόλου και του ελέγχου της εταιρείας από τους αδικοπραγούντες κατά τρόπο που να αποτρέπει την ίδια την εταιρεία να εγείρει αγωγή στο δικό της όνομα. Ας σημειωθεί ότι το νοηματικό εύρος του δόλου στην περίπτωση αυτή δεν έχει τη στενή έννοια που καλύπτει το κοινοδίκαιο, αλλά την ευρύτητα που προσδίδει το δίκαιο της επιείκειας (Palmer's Company Law, Second Edition, p.81-86, para. 8.814). Το στοιχείο βέβαια του ελέγχου ικανοποιείται όταν οι λοιποί διευθυντές, είτε με τον έλεγχο που διατηρούν στις μετοχές, είτε με την πλειοψηφία που έχουν στο Διοικητικό Συμβούλιο, είναι σε θέση να εμποδίσουν την έγερση αγωγής. Έτσι, εάν η εταιρεία, υπό αυτές τις συνθήκες, δεν μπορεί να είναι ενάγοντας, θα πρέπει να είναι εναγόμενος. Όπως τέθηκε από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην πολύ πρόσφατη απόφαση Yiannis Georgios Mammous a.o. v. Mike Willstrop a.o., Πολιτική Έφεση 363/2008, ημερ. 24.1.2012: «Παράγωγη είναι η αγωγή που εγείρεται από ένα μέτοχο και βασίζεται σε αιτία αγωγής που έχει η εταιρεία, σε αντιπαράθεση με αιτία αγωγής που ανήκει στον μέτοχο. Το Κοινό Δίκαιο επιτρέπει σε ένα μέτοχο μειοψηφίας να εγείρει αγωγή εκ μέρους της εταιρείας σε περιπτώσεις όπου η εταιρεία δεν ενεργεί η ίδια, γιατί ο αδικοπραγών ελέγχει την εταιρεία και μπορεί να την εμποδίσει από του να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια. Ο κανόνας του Κοινού Δικαίου, που τέθηκε στην υπόθεση Foss v. Harbottle
(1843)67 Ε.R. 189, λέγει ότι αν μία εταιρεία γίνεται θύμα αδικήματος, τότε, επειδή αποτελεί διαφορετική οντότητα από τους μετόχους της, εκ πρώτης όψης είναι η εταιρεία που θα πρέπει να εγείρει αγωγή. Εντούτοις, η εξαίρεση στον γενικό κανόνα επιτρέπει σε ένα μέτοχο να εγείρει αγωγή εκ μέρους της εταιρείας, εάν υπάρχει δόλος εναντίον της μειοψηφίας και οι υπεύθυνοι του δόλου ελέγχουν την εταιρεία. Σχετικές με τους κανόνες που διέπουν το θέμα στην Κύπρο είναι, μεταξύ άλλων, οι υποθέσεις Θωμά κ.ά. v. Ηλιάδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1263 και Πιριλλής κ.ά. v. Κουή
(2004)1 Α.Α.Δ. 136.» Υπό το φως λοιπόν των αρχών που διέπουν το ζήτημα παράγωγης αγωγής, δεν παρέχεται έδαφος επιτυχίας στις εξεταζόμενες θέσεις που προβάλλει η πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση. Καθότι: Δεν χωρεί βεβαίως αμφιβολίας ότι η οποιαδήποτε θεραπεία επιζητείται προορίζεται προς όφελος και για λογαριασμό της εναγόμενης 5 εταιρείας, πλην όμως, και λαμβανομένης υπόψη της φύσης των διαταγμάτων, είναι αδύνατη η έκδοσή τους στην απουσία ως διάδικου της υπό αναφορά εταιρείας. Τελικά, μοναδικός σκοπός της έκδοσης διαταγμάτων τύπου Anton Piller και αποκάλυψης, είναι η προστασία μαρτυρίας και η μετέπειτα χρησιμοποίησή της προς όφελος της εναγόμενης εταιρείας και προς διαφύλαξη των συμφερόντων της. Διαφορετικά, υπό τις συνθήκες, ο όλος μηχανισμός και η φιλοσοφία επί της οποίας στηρίζεται η παράγωγη αγωγή, θα ήταν χωρίς νόημα και ουσιαστικό περιεχόμενο. Έτσι, προκειμένου να διαφυλαχθούν τα συμφέροντα της εταιρείας αυτής, η ενάγουσα, μέτοχος μειοψηφίας, κατέφυγε στο Δικαστήριο μέσω αυτής της αγωγής, αναζητώντας, μεταξύ άλλων, έκδοση διαταγμάτων προς όφελος της εναγόμενης 5, τα οποία σχετίζονται και προορίζονται να υποβοηθήσουν στην υποστύλωση αξιούμενων θεραπειών. Όπως έχει προαναφερθεί, τα εκδοθέντα διατάγματα έχουν ήδη εκτελεστεί. Με αυτό ως δεδομένο, προέκυψε, παρεμφερώς, το ερώτημα κατά πόσο είναι πλέον δυνατή ή δικαιολογημένη η συνέχιση της διαδικασίας ή εάν η προσπάθεια ακύρωσης των διαταγμάτων στερείται περιεχομένου. Το ζήτημα απασχόλησε σε σειρά αποφάσεων τα Αγγλικά δικαστήρια. Προκύπτει, ως θέμα αρχής, ότι όπου ενδιάμεσο διάταγμα εξασφαλίστηκε χωρίς επαρκή αποκάλυψη ουσιαστικών γεγονότων, γνωστών στον Αιτητή, ο Καθ΄ ου η Αίτηση δικαιούται στην ακύρωση των διαταγμάτων χωρίς περαιτέρω έρευνα. Υπάρχει ξεκάθαρη νομολογία, με βάση την οποία το γεγονός ότι ένα διάταγμα τύπου Anton Piller έχει εκτελεστεί, δεν είναι λόγος που οδηγεί στη μη ακύρωσή του. Ο LJ Kerr, στην υπόθεση Booker McConnell plc v. Plascow
(1985)CA Transcipt 137, έθεσε: «In my view, it is quite clear from these two decisions [WEA Records Ltd v. Visions Channel 4 Ltd [1983] 2 All ER 589, [1983] 1 WLR 721 and Randolph M Fields v. Watts
(1984)129 SJ 67] that in appropriate cases the court will discharge orders of this kind even after they have been fully executed». Και, ακολούθως, ο LJ Dillon, στην ίδια υπόθεση: «There is next the question whether a defendant can apply to set aside an Anton Piller order on the ground that it ought never to have been made after the order has been fully executed and the search of the defendant's premises has taken place. I have no doubt that a defendant ought to be able to make such an application and to show, if he can, that the order was obtained by non-disclosure of material facts or that, for other reasons, such as those indicated earlier in this judgment, the order ought never to have been made». Τα πιο πάνω ανοίγουν το δρόμο για εξέταση από το Δικαστήριο του ζητήματος της προβληθείσας απόκρυψης ουσιαστικών γεγονότων. Είναι θεμελιωμένο ότι το Δικαστήριο μπορεί χωρίς να υπεισέλθει στην ουσία του προσωρινού διατάγματος να το ακυρώσει αν εντοπισθεί ότι έχει γίνει απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του, τέτοιας μορφής που ενδεχόμενα να επηρέασε το Δικαστήριο. Η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς συνιστά εξαιρετικό μέτρο, καθότι παρέχεται κατά παρέκκλιση ενός από τους βασικούς κανόνες φυσικής δικαιοσύνης: του αποκλεισμού παροχής θεραπείας στην απουσία της άλλη πλευράς, στερώντας της έτσι την ευκαιρία να ακουστεί. Κανόνας προαιώνιος και αξία διαχρονική, η οποία βρήκε τον απόλυτο ορισμό της τον 6ο π.Χ. αιώνα στην αναφορά του γνωμικού ποιητή Φωκυλίδη «Μήδε δίκην δικάσης πριν αν αμφοίν μύθος ακούσης» και αποτυπώθηκε λακωνικά στο λατινικό αξίωμα «Audi alteram partem», ήτοι, «άκου και την άλλη πλευρά - άκου και τις δύο πλευρές». Η ύψιστη πίστη που καλύπτει κάθε μονομερή αίτηση επιβάλλει στους αιτητές να παρουσιάσουν κατά τρόπο ξεκάθαρο το όλο φάσμα των γεγονότων. Και εδώ ακριβώς υπεισέρχεται το θέμα της απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. H διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος και ο όλος μηχανισμός που την διέπει έχουν βαθιές τις ρίζες τους στο Δίκαιο της Επιείκειας. Οι παράμετροι προσέγγισης του όλου ζητήματος από τα Δικαστήρια έχουν τεθεί από τον Ralph Gibson L.J. σε επτά αριθμημένες παραγράφους στην κλασική επί του θέματος υπόθεση Brink´s Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 1 WLR 1350, 1356-1357: "In considering whether there has been relevant non-disclosure and what consequence the court should attach to any failure to comply with the duty to make full and frank disclosure, the principles relevant to the issues in these appeals appear to me to include the following.
(1)The duty of the applicant is to make "a full and fair disclousure of all the material facts:" see Rex v. Kensington Income Tax Commissioners, Ex parte Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 486, 514 per Scrutton L.J.
(2)The material facts are those which it is material for the judge to know in dealing with the application as made: materiality is to be decided by the court and not by the assessment of the applicant or his legal advisers: see Rex v. Kensington Income Tax Commissioners, per Lord Cozens-Hardy M.R., at p. 504, citing Dalglish v. Jarvie
(1850)2 Mac. & G. 231, 238, and Browne-Wilkinson J. In Thermax Ltd v. Schott Industrial Glass Ltd. [1981] F.S.R. 289, 295.
(3)The applicant must make proper inquiries before making the application: see Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87. The duty of disclosure therefore applies not only to material facts known to the applicant but also to any additional facts which he would have known if he had made such inquiries.
(4)The extent of the inquiries which will be held to be proper, and therefore necessary, must depend on all the circumstances of the case including (
- a)the nature of the case which the applicant is making when he makes the application; and (
- b)the order for which application is made and the probable effect of the order of the defendant: see, for example, the examination by Scott J. of the possible effect of an Anton Piller order in Columbia Picture Industries Inc. v. Robinson [1987] Ch. 38; And (
- c)the degree of legitimate urgency and the time available for the making of inquires: see per Slade L.J. in Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87, 92-93.
(5)If material non-disclosure is established the court will be "astute to ensure that a plaintiff who obtains [an ex parte injunction] without full disclosure . is deprived of any advantage he may have derived by that breach of duty:" see per Donaldson L.J. in Bank Mellat v. Nikpour, at p. 91, citing Warrington L.J. in the Kensington Income Tax Commissioners' case [1917] 1 K.B. 486, 509.
(6)Whether the fact not disclosed is of sufficient materiality to justify or require immediate discharge of the order without examination of the merits depends on the importance of the fact to the issues which were to be decided by the judge on the application. The answer to the question whether the non-disclosure was innocent, in the sense that the fact was not known to the applicant or that its relevance was not perceived, is an important consideration but not decisive by reason of the duty on the applicant to make all proper inquiries and to give careful consideration to the case being presented.
(7)Finally, it "is not for every omission that the injunction will be automatically discharged. A locus poenitentiae may sometimes be afforded:" per Lord Denning M.R. in Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87, 90. The court has a discretion, notwithstanding proof of material non-disclosure which justifies or requires the immediate discharge of the ex parte order, nevertheless to continue the order, or to make a new order on terms. "when the whole of the facts, including that of the original non-disclosure, are before [the court, it] may well grant . a second injunction if the original non-disclosure was innocent and if an injunction could properly be granted even had the facts been disclosed:" per Glidewell L.J. in Lloyds Bowmaker Ltd. V. Britannia Arrow Holdings Plc., ante, pp. 1343H -1344 A.» Στην υπόθεση Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστοφόρου κ.ά. [1995] 1 ΑΑΔ, 248, 265-266, τονίζεται η φύση της διαδικασίας μονομερούς αίτησης και το καθήκον που δημιουργείται στον αιτητή, ακριβώς λόγω του στοιχείου της υψίστης πίστεως που καλύπτει αιτήσεις αυτής της μορφής, για αποκάλυψη όλων των ουσιαστικών γεγονότων. Σημειώνεται δε ότι παράλειψη παρουσίασης τέτοιων γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου σε μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Η αποκάλυψη συναρτάται λοιπόν με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός είναι αντικειμενικό. Το στοιχείο δε της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. (Resola (Cyprus) Ltd v. Χάρη Χρίστου [1998] 1 ΑΑΔ, 598). Εύκολα εντοπίζεται από τα πιο πάνω ότι η αποκάλυψη των πραγματικών και ουσιωδών γεγονότων πρέπει να είναι πλήρης και δίκαιη (full and fair). Συνακόλουθα η εξεταζόμενη αρχή τυγχάνει εφαρμογής όχι μόνο στις περιπτώσεις που ένας αιτητής παραλείπει εντελώς να αποκαλύψει τα γεγονότα, αλλά και όπου αυτά εκτίθενται με τέτοιο τρόπο που μπορεί να είναι ελλιπής ή παραπλανητικός, ανεξάρτητα αν αυτό γίνεται εσκεμμένα ή όχι. Προς συμπλήρωση της νομικής πτυχής του εξεταζόμενου ζητήματος, παραθέτω πως στις αποφάσεις Harvardskiy Prumyslovy Holdings A.S. v. Daventree Resources Limited κ.ά.
(2008)1 ΑΑΔ 801, Ιερά Μητρόπολη Πάφου και Aristo Developers Ltd, Πολιτική Έφεση 211/2010, ημερ. 14.7.2011, και στην πολύ πρόσφατη CTO Public Company Limited κ.ά. και BAT (Cyprus) Limited κ.ά., Πολιτική Έφεση 263/2009, ημερ. 16.2.2012, κωδικοποιούνται οι σχετικές αρχές οι οποίες διέπουν το όλο φάσμα της απόκρυψης γεγονότων. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου: «Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης. Αυτό διότι ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο δίκαιο της επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υψίστης πίστεως. («uberrima fides»). (Δέστε τις υποθέσεις Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 WLR 1350, Γρηγορίου v. Χριστόφορου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269-70 και Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606). Η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από την μονομερή αίτηση πρέπει να είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση (Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1953). Έχει επίσης σημασία το πόσο ουσιώδες είναι το τυχόν μη αποκαλυφθέν στοιχείο και κατά πόσο αυτό θα επηρέαζε ή όχι το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος.» Εισηγήθηκαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι για τους Καθ΄ ων η Αίτηση ότι παρατηρείται στην υπό κρίση περίπτωση ουσιώδης απόκρυψη μεγάλου αριθμού στοιχείων από πλευράς της Αιτήτριας, ότι εντοπίζεται προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου και ότι αυτή δεν προσήλθε στο Δικαστήριο, ως όφειλε, με καθαρά χέρια. Ως τέτοια στοιχεία έθεσαν, μεταξύ άλλων, την παράλειψη των ενόρκως δηλούντων για την Αιτήτρια να αποκαλύψουν ότι οι λογιστές που είχαν την ευθύνη για την οικονομική διαχείριση της εναγόμενης 5 ενημέρωναν σε τακτά χρονικά διαστήματα και με όλες τις λεπτομέρειες την Αιτήτρια για όλο το φάσμα των οικονομικών δραστηριοτήτων της εναγόμενης 5, ότι οι ελεγκτές της εταιρείας αυτής ήταν οι ίδιοι ελεγκτές των οικογενειακών εταιρειών της ενάγουσας, ότι οι οικονομικές καταστάσεις της εναγόμενης 5 για σειρά ετών υπογράφονταν από εσωτερικό εγκεκριμένο λογιστή της ενάγουσας, ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ των μερών για πληρωμή των εξόδων διανομής από την εναγόμενη 5 και ότι ο ενόρκως δηλών για την Αιτήτρια, Χρυσοστόμου, βρίσκεται σε δικαστική διαμάχη με την εναγόμενη 6, διεκδικώντας αποζημιώσεις για παράνομη απόλυση ή εξαναγκασμό του σε παραίτηση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για την Αιτήτρια εισηγείται ότι είναι ανυπόστατοι οι εξεταζόμενοι ισχυρισμοί των Καθ΄ ων η Αίτηση και θέτει ότι η ενάγουσα απεκάλυψε πλήρως όλα τα σχετικά γεγονότα και στοιχεία που είχε στην κατοχή της. Προσθέτει περαιτέρω ότι εν πάση περιπτώσει τα οποιαδήποτε έγγραφα παρουσίασε η αντίδικη πλευρά δεν θα μπορούσαν να επηρεάσουν την υπό κρίση Αίτηση, ούτε και την τελική έκβασή της. Το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Χωρίς αμφιβολία, είναι καθήκον του κάθε αιτητή, όταν προσφεύγει μονομερώς στο Δικαστήριο αποζητώντας συγκεκριμένη θεραπεία, και στα πλαίσια της υποχρέωσης που έχει για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη, να θέτει ξεκάθαρα και ρητά στο σώμα της ένορκης δήλωσης τα ουσιαστικά γεγονότα, στρέφοντας την προσοχή του Δικαστηρίου στα συγκεκριμένα, κρίσιμα για την υπόθεση, στοιχεία. Πολύ περισσότερο επαυξάνεται αυτή η υποχρέωση κάθε αιτητή όταν επισυνάπτονται στην αίτηση ογκωδέστατα τεκμήρια. Καθότι δεν αναμένεται, υπό την πίεση του χρόνου και του επείγοντος που προκύπτει, να αναζητά το Δικαστήριο, ανατρέχοντας στον όγκο της μαρτυρίας, τα βασικά για την υπόθεση δεδομένα. Είναι αναγκαία η υπόμνηση των σημαντικών περιστατικών της υπόθεσης, προκειμένου να διαπιστωθεί αν η Αιτήτρια κάλυψε το καθήκον που έχει για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων. Η υφή της υπόθεσης, σε συνάρτηση με τα επιζητούμενα διατάγματα, συνιστούν το πλαίσιο οριοθέτησης της έκτασης του καθήκοντος αυτού. Το ουσιαστικό πλέγμα γεγονότων της παρούσας υπόθεσης περιστρέφεται γύρω από την προβληθείσα ανάγκη διαφύλαξης μαρτυρικού υλικού, σχετικού με επικαλούμενες υπερχρεώσεις, προκειμένου να διαφυλαχθεί η διαδικασία αξίωσης αποζημιώσεων στη βάση που θέτει η ενάγουσα και η οποία εκτέθηκε σε προηγούμενο στάδιο της απόφασης. Συνεπώς, ό,τι είχε σχέση με τα κυρίαρχα αυτά στοιχεία, την ύπαρξη δηλαδή τιμολογίων, οικονομικών καταστάσεων και την ευκαιρία ενημέρωσης για τα δεδομένα και τους λογαριασμούς της εταιρείας, ήταν απόλυτα σχετικό και ουσιαστικό. Και παράλειψη παράθεσης, ως ήταν καθήκον των Αιτητών (Α. Εργατίδης v. G. Georgalletos Enterprises Ltd κ.ά.
(2000)1 ΑΑΔ 995), με την απαραίτητη διαύγεια, όλων των σχετικών γεγονότων που τα κάλυπταν, οδηγούσε σε παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Καθότι το Δικαστήριο θα έπρεπε να γνωρίζει, όταν εξέταζε μονομερώς το αίτημα, το πλήρες φάσμα των γεγονότων που κάλυπταν τα πιο πάνω. Έτσι μόνο θα μπορούσε να αξιολογήσει τις ορθές τους διαστάσεις υπό το φως των αρχών άσκησης της εξουσίας του για έκδοση ή μη διαταγμάτων. Είναι επιβεβλημένη η παράθεση, σε σχετικά συνοπτική μορφή, των αρχών που διέπουν τα διατάγματα τύπου Anton Piller και των προϋποθέσεων έκδοσής τους, προκειμένου να γίνει ακόμη πιο κατανοητή η εντονότερη ανάγκη που υπάρχει για πλήρη αποκάλυψη σε υποθέσεις αυτής της μορφής και να καταστεί ευχερέστερη η αιτιολόγηση της κατάληξης του Δικαστηρίου. Η απόφαση Anton Piller KG v. Manufacturing Processess Ltd a.o.
(1976)1 All E.R. 779, σηματοδότησε και την αρχή της πορείας έκδοσης διαταγμάτων τέτοιου τύπου. Αναφέρονται τα ακόλουθα από τον Lord Denning στη σελ. 783: «. But it is far stronger thing to make such an order ex parte without giving him notice. This is not covered by the rules of court and must be based on the inherent jurisdiction of the court. There are one or two old precedents which give some colour for it, Hennessy v. Bohmann, Osborne & Co [1877] W.N. 14, and Morris v. Howell
(1999)22 LR Ir77, an Irish case. But they do not go very far. So it falls to us to consider it on principle. It seems to me that such an order can be made by a judge ex parte, but it should only be made where it is essential that the plaintiff should have inspection so that justice can be done between the parties; and when, if the defendant were forewarned, there is a grave danger that vital evidence will be destroyed, that papers will be burnt or lost or hidden, or taken beyond the jurisdiction, and so the ends of justice be defeated; and when the inspection would do no real harm to the defendant or his case». Στην υπόθεση Yiousif v. Salama
(1980)3 All E.R. 405, 407, λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Lord Donaldson: «I regard that as a very serious invasion of the rights of the defendants. Of course there is precedent for doing it. It is in the line of cases descended from Anton Piller KG v. Manufacturing Processes Ltd [1976] 1 All ER 779, [1976] Ch 55.. The essential feature of those cases, as I understand them, is that there is a very clear prima facie case leading the court to fear that the defendant will conceal or destroy essential evidence in the grossest possible contempt of the court and ( this is an important second limb) that should he do so the whole processes of justice will be frustrated because the plaintiff will be left without any evidence to enable him to put forward his claim. In that limited class of case I, for my part, think that the Anton Piller order is absolutely right. No court can stand by and see the processes of justice totally frustrated by a defendant in contempt of its order. But I cannot find anything in this case which brings it within that category. I regard the evidence of an intention to destroy the documentation as flimsy in the extreme. It is based on an allegation of forgery in the indorsement of a cheque. This has nothing whatever to do with the destruction of documents which the plaintiff says that he fears». Σε σχέση δε με την ακόμη πιο αυξημένη υποχρέωση πλήρους αποκάλυψης, χαρακτηριστικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Steven Gee, on Commercial Injuction, 5th Edition, para. 9.001: «This rule applies with special force to applications for Mareva or Anton Piller relief, which by their nature are particularly liable to cause substantial prejudice to a defendant or other parties. Thus Donaldson L.J. in Bank Mellat v Nikpour said: "The rule requiring full disclosure seems to me to be one of the most fundamental importance, particularly in the context of the Draconian remedy of the Mareva Injunction. It is in effect, together with the Anton Piller order, one of the law's two "nuclear" weapons. If access to such a weapon is obtained without the fullest and frankest disclosure, I have no doubt at all that is should be revoked"». Περαιτέρω, ανάλογη προσέγγιση εντοπίζεται στην απόφαση Columbia Picture Industries Inc and others v. Robinson and others
(1986)3 All E.R. 338, όπου αναφέρεται: "The nature of an Anton Piller order requires that an affidavit in support of the application for the order ought to err on the side of excessive disclosure because, in the case of material which falls into the area of possible relevance, the judge and not the plaintiff's solicitor should be the judge of relevance." Μέσα από την ένορκο δήλωση της Αιτήτριας προβάλλεται, διάχυτη, η εικόνα ότι είχε πλήρη άγνοια των όσων αφορούσαν την οικονομική κατάσταση της εναγόμενης 5, συμπεριλαμβανομένων των τιμών αγοράς προϊόντων από την εναγόμενη 6. Έντεχνα δε αφήνεται να πλανάται ότι επαπειλείται η καταστροφή των σχετικών τεκμηρίων, με ορατό τον κίνδυνο αδυναμίας επιδίωξης δικαστικής θεραπείας λόγω εξαφάνισης του μαρτυρικού υπόβαθρου. Κάτι τέτοιο όμως, στην πραγματικότητα, δεν υφίσταται. Αντίθετα, εντοπίζεται μέσα στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την ένσταση ότι η Αιτήτρια είχε κάθε ευκαιρία να ελέγχει τα οικονομικά δεδομένα της εναγόμενης 5, είτε μέσω των δικών της ελεγκτών, είτε μέσω των οικονομικών εκθέσεων και λογαριασμών που λάμβανε κατά τακτά χρονικά διαστήματα. Τονίζεται ότι τα γεγονότα αυτά δεν μπορούσε παρά να ήταν σε γνώση της Αιτήτριας, η οποία και τα απέκρυψε κατά τον ουσιώδη χρόνο της μονομερούς παρουσίασής της στο Δικαστήριο. Ήταν υποχρέωσή της να επισημάνει στο Δικαστήριο τα πιο πάνω και να επεξηγήσει την οποιαδήποτε επίδρασή τους υπό το πρίσμα της φύσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Απέκρυψε και απέφυγε επίσης, για προφανείς λόγους, να αποκαλύψει στο Δικαστήριο - το οποίο, ανάλογα, θα είχε την ευχέρεια να το αξιολογήσει υπό το πρίσμα των γεγονότων της υπόθεσης - το γεγονός ότι για σειρά ετών οι οικονομικές καταστάσεις της εναγόμενης 5 υπογράφονταν από τον εσωτερικό εγκεκριμένο λογιστή της ενάγουσας. Μάλιστα, παρουσιάζοντας μέρος των λογαριασμών αυτών στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση, παραλείπεται η αποκάλυψη των σελίδων στις οποίες φαίνεται η υπογραφή του συγκεκριμένου προσώπου. Οι σελίδες αυτές παρουσιάστηκαν μέσω των ενόρκων δηλώσεων των Καθ΄ ων η Αίτηση. Ακόμη, και ενώ μέρος των θέσεων της Αιτήτριας περιστρέφεται γύρω από παράνομη χρέωση της εναγόμενης 5 με έξοδα διανομής προϊόντων που αγόραζε από την εναγόμενη 6, για τα έτη 2000-2002, δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το στάδιο της μονομερούς εξέτασης συμφωνία διανομής (Distribution Agreement) μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών και η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμ. 5 στην ένορκη δήλωση Αριστοτέλους που συνοδεύει την ένσταση. Αναφέρεται σε αυτή: «This is to confirm our agreement that as from 1/08/00 our company A&P (Andreou & Paraskevaides) Foods and Beverages Ltd will carry out the distribution of frozen products and dry goods to all KFC restaurants in Cyprus for the amount of CYP 2500 per month». Τη συμφωνία αυτή επιβεβαιώνει ο Άλκης Χρυσοστόμου ως Γενικός Διευθυντής της εναγόμενης 5 εταιρείας. Με τα όσα καταγράφονται το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται, στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, στην ουσία της μεταξύ των μερών διαφοράς. Οι αναφορές έγιναν προκειμένου να καταδειχθεί το ουσιαστικό των γεγονότων, τα οποία δεν τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, εξεταζόμενο υπό το πρίσμα των δεδομένων της υπόθεσης. Η υποχρέωση, συνοπτικά, που είχε η πλευρά της Αιτήτριας να θέσει το όλο φάσμα αυτών των γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά το χρόνο προσφυγής της μονομερώς, κατά τρόπο δίκαιο, για να αξιολογηθεί η σημασία τους και να σταθμιστεί η επίδρασή τους στην κρίση για έκδοση ή μη, στην απουσία της άλλης πλευράς, των αιτούμενων διαταγμάτων. Είναι, ως απόρροια των ανωτέρω, κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Αιτήτρια απέκρυψε ουσιώδη στοιχεία και γεγονότα στο στάδιο της εξέτασης μονομερώς της Αίτησης για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Γεγονότα τα οποία γνώριζε ή, το ελάχιστο, θα μπορούσε να εξακριβώσει με απλή εύλογη έρευνα. Η μη αποκάλυψή τους στέρησε το Δικαστήριο από τη δυνατότητα σφαιρικής εκτίμησης της υπόθεσης, κάτω από τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60, των αρχών που διέπουν το ζήτημα έκδοσης μονομερώς διαταγμάτων και των συγκεκριμένων προϋποθέσεων που καλύπτουν την αναζήτηση διαταγμάτων τύπου Anton Piller. Καθότι, η τήρηση βιβλίων και ελεγμένων λογαριασμών είχε άρρηκτη σύνδεση με την εξέταση της απαραίτητης προϋπόθεσης της ύπαρξης σοβαρού κινδύνου και κατάδειξης ξεκάθαρης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης που θα οδηγούσε το Δικαστήριο σε δικαιολογημένο φόβο ότι οι εναγόμενοι θα κατέστρεφαν τα συγκεκριμένα έγγραφα. Στοιχεία άμεσα σχετικά, προκειμένου να αξιολογηθεί η σημασία και η επίδρασή τους κατά το στάδιο της μονομερούς εξέτασης του αιτήματος. Η ύπαρξη, εν τέλει, λεπτομερών λογαριασμών και καταγραφών στα βιβλία της εναγόμενης 5 των τιμολογίων και αγορών στις οποίες προέβαινε, εξαφάνιζε, ή τουλάχιστον καθιστούσε αμελητέο τον κίνδυνο καταστροφής των οποιωνδήποτε εγγράφων είχαν ήδη συμπεριληφθεί στα βιβλία αυτά. Περαιτέρω, η όλη συμπεριφορά της Αιτήτριας δεν συνάδει, για τους λόγους που ήδη αναλύθηκαν, με το επίπεδο καλής πίστης και εντιμότητας που και αναμένεται και επιβάλλεται σε διαδικασίες οι οποίες στηρίζονται στο Δίκαιο της Επιείκειας. Ως αποτέλεσμα της εκτροπής αυτής η απόρριψη της Αίτησης και η ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων είναι αναπόφευκτη. Απασχόλησε το Δικαστήριο το ζήτημα της επιστροφής των εγγράφων, με δεδομένη πλέον την κατάληξη ως προς την ουσία, την ορθότητα δηλαδή έκδοσης των επίδικων διαταγμάτων. Η απάντηση δίδεται στο πιο κάτω απόσπασμα, υπό τον τίτλο "Ordering the return of documents when an order for compulsory disclosure is set aside inter partes or on appeal" στο σύγγραμμα του Steven Gee, ανωτέρω, στη σελ. 526, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «
(8)With Anton Piller relief which has been set aside, a successful respondent has to apply to the court (normally the court which set aside the order) to order the claimant to restore the documents and information taken from him, because although the respondent has a substantive right to the documents and the information, there is a discretion whether to grant the relevant remedies of specific restitution and an injunction to protect the information because that information has been obtained under an order which has been set aside». Καταληκτικά, τα εκδοθέντα μονομερώς διατάγματα ημερ. 8 Ιουλίου, 2011, ακυρώνονται στην ολότητά τους. Τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος των Καθ΄ ων η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο