Ellinas Finance Public Company Limited ν. Γρηγόρη Γρηγορίου, Αρ. Αγωγής: 3655/07, 15.3.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3655/07 Μεταξύ: Ellinas Finance Public Company Limited Ενάγουσα και Γρηγόρη Γρηγορίου Εναγομένου ΚΑΙ ΔΙ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ Μεταξύ: Γρηγόρη Γρηγορίου Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα και
- Ellinas Finance Public Company Ltd
- Ellinas Finance (Custodian) Ltd
- Sharelink Securities and Financial Services Ltd Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων Ημερομηνία: 15.3.2012 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα και εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενους 1+2: κ. Λ. Παπαχαραλάμπους Για τον Εναγόμενο και εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντα: κ. Α. Παπαντωνίου, για ν΄ ακούσει απόφαση κα Δ. Δημητρώ Για εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενο 3: κα Α. Παπαδοπούλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, προτού όμως αυτή ολοκληρωθεί, ο συνήγορος του εναγόμενου και εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντα ήγειρε θέμα αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα αγωγή. Ήταν η θέση του ότι το Δικαστήριο δεν κέκτηται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την Ανταπαίτηση καθ΄ ότι το άθροισμα των αξιώσεων υπερβαίνει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου αυτού, που περιορίζεται σε €500.
- Οι ενάγοντες με την Έκθεση Απαίτησης αξιώνουν το ποσό των ΛΚ150.363,97 πλέον τόκους, το οποίο οφείλεται δυνάμει εγγράφου συμφωνίας χρηματοδοτήσεως επενδυτικού σχεδίου και διάταγμα πώλησης αριθμού μετοχών. Ο εναγόμενος με την υπεράσπιση του ισχυρίζεται, μεταξύ άλλων, ότι η πιο πάνω συμφωνία έχει συνομολογηθεί συνεπεία απάτης και/ή ψευδών παραστάσεων και απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό. Ανταπαιτεί απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία ν΄ ακυρώνεται η πιο πάνω συμφωνία και απόφαση με την οποία να διαγράφεται και/ή ακυρώνεται το κατ΄ ισχυρισμό χρέος. Ανταπαιτεί επίσης επιστροφή του ποσού των ΛΚ200.000 που αντιπροσώπευε την αξία των «υπό παρακαταθήκη μετοχών» και αποζημιώσεις «για παράβαση συμφωνίας και/ή εξ αιτίας αμέλειας», ποσό, «το οποίο ο εναγόμενος είχε στη διάθεση της ενάγουσας, αντιπροσώπευε την αξία των υπό παρακαταθήκη με την ευρεία έννοια εγγύηση μετοχών». Ήταν η θέση των δικηγόρων των εναγόντων και των εξ ανταπαιτήσεως εναγομένων ότι οι θεραπείες που ζητά ο εναγόμενος-εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντας, ήτοι ακύρωσης της επίδικης συμφωνίας και ακύρωση/διαγραφή του χρέους, αφορά το ίδιο αντικείμενο με την αγωγή, ήτοι την απαίτηση των εναγόντων και στηρίζεται επί των ιδίων γεγονότων. Πέραν τούτου στην ανταπαίτηση δεν αξιώνεται οποιοδήποτε ποσό πλην του ποσού των Λ.Κ.200.
- Έκαστος Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής έχει αρμοδιότητα ν΄ αποφασίζει για οποιαδήποτε αγωγή στην οποία το αμφισβητούμενο ποσό ή η αξία της επίδικης διαφοράς δεν υπερβαίνει τις €500.000[1]. Το αμφισβητούμενο ποσό ή η αξία της επίδικης διαφοράς, ως αναφέρεται ανωτέρω, θα είναι το ποσό ή η αξία που πραγματικά αμφισβητείται, μεταξύ των διαδίκων, ως αποκαλύπτεται αυτή στις έγγραφες προτάσεις[2]. Οι πρόνοιες του άρθρου 22
(5)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, έχουν τύχει εξέτασης στην υπόθεση Houssein Mehmed Birader v. Zeikiye Ali Osman[3]. Στην απόφαση του το Δικαστήριο τονίζει ότι η αξία της αξίωσης (value of the claim) πρέπει να διατυπώνεται με σαφή τρόπο στη δικογραφία. Διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «.It is clear however that the Court has to confine itself to the pleadings. It may be that the pleadings are vague, indefinite and inconclusive in this respect, and a Judge might require the parties, before the hearing and preferably when dealing with summons for directions with a view to ascertaining what is the value of the claim actually disclosed in the pleadings, to supplement the statement of claim and counterclaim : but we do not thing that it is desirable for a Court after the hearing started to go into the matter of Jurisdiction without application on either side, unless of course on the face of the pleadings such a question presents itself. On the other hand we realise that the practice to exaggerate claims and counterclaims has to be discouraged. It must be remembered that the Court or the Registrar as the taxing master can effectively deal with such extravagant claims or counterclaims by applying rigorously the Rules of Court regarding costs, specially Rules 7 and 17 of Order 59 of the Civil Procedure Rules». Τα πιο πάνω έχουν υιοθετηθεί verbatim και στην πιο πρόσφατη απόφαση Andreas G. Thoma v. Anastasia Georgiou Chambou[4]. Ο συνήγορος του εναγομένου-εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντα αγορεύοντας επί του θέματος εισηγήθηκε ότι το κατ΄ ισχυρισμό χρέος που αναφέρεται στην Ανταπαίτηση είναι ΛΚ150.363,97 πλέον τόκους όση είναι και η απαίτηση των εναγόντων. Αν προσθέσουμε το ποσό των ΛΚ150.363,97 στο ποσό των ΛΚ200.000 που αφορά αποζημιώσεις για τις μετοχές, το άθροισμα των ποσών αυτών υπερβαίνει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Τα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης έχουν κάποια ιδιαιτερότητα. Το πρώτο σημείο που επισημαίνω είναι ότι στην Ανταπαίτηση καμία αναφορά γίνεται σε ποσά, πλην του ποσού των ΛΚ200.000. Δεν περιέχονται οποιαδήποτε στοιχεία σε σχέση με την αξία της αξίωσης (value of the claim), δεν γίνεται αποτίμηση σε χρήμα όσον αφορά τη διαγραφή του χρέους και ακύρωση της συμφωνίας. Η αναφορά στο ποσό των ΛΚ150.363,97 έγινε για πρώτη φορά όταν ο συνήγορος ήγειρε το θέμα αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την Ανταπαίτηση. Εφαρμόζοντας τις αρχές που διατυπώθηκαν στην Birader v. Zekiye (ανωτέρω) από το Δικαστή Zekia, κρίνω ότι ήταν θεμιτό για το συνήγορο να το πράξει, ήτοι να αποτιμήσει σε χρήμα την αξίωση του, έστω και στο καθυστερημένο αυτό στάδιο. Το επόμενο θέμα που εγείρεται είναι κατά πόσο το ποσό ή η αξία αυτή πραγματικά αμφισβητείται. Η Ανταπαίτηση και συγκεκριμένα η αξίωση που αφορά τη διαγραφή του χρέους, επί της οποίας επικεντρώνεται και η εισήγηση του κ. Παπαντωνίου, είναι διατυπωμένη με ένα ιδιαίτερο, ασυνήθιστο τρόπο. Ο εναγόμενος δεν ζητά ακύρωση ή διαγραφή του «χρέους» αλλά διαγραφή του «ισχυριζόμενου χρέους». Στο δικόγραφο δε που καταχώρησε, πουθενά δεν παραδέχεται ότι από την επίδικη συμφωνία έχει προκύψει οποιοδήποτε χρέος, δεν αναγνωρίζει την ύπαρξη χρέους, τουναντίον το μόνο που αναφέρει είναι ότι δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό δυνάμει της συμφωνίας. Εκείνο που ζητά ο εναγόμενος είναι σε περίπτωση που εκδοθεί στο μέλλον απόφαση εναντίον του, για το εν λόγω ποσό, τότε το ποσό αυτό να διαγραφεί. Η αξίωση του δεν αφορά κάποιο ποσό που πραγματικά αμφισβητείται αλλά κάποιο ποσό που πιθανόν το Δικαστήριο να αποφασίσει στο μέλλον ότι ο εναγόμενος οφείλει στους ενάγοντες. Παρατηρώ περαιτέρω ότι οι αξιώσεις του εναγομένου που αφορούν ακύρωση συμφωνίας και διαγραφή χρέους έχουν την ίδια βάση με την αγωγή. Η βάση και των δύο διαδικασιών είναι η συμφωνία επενδυτικού λογαριασμού. Αφ΄ ης στιγμής αποφασισθούν τα θέματα που εγείρονται στην αγωγή θα επιλυθούν αυτόματα και οι αξιώσεις του εναγόμενου καθ΄ ην έκταση αφορούν την ακύρωση της συμφωνίας και διαγραφή του κατ΄ ισχυρισμού χρέους. Στην Αγγλική υπόθεση Thames Launches Ltd v. Trinity House Corpn of Deptford Strond[5] το Δικαστήριο τόνισε ότι όταν το ίδιο θέμα εκκρεμεί ενώπιον δύο Δικαστηρίων, είναι αναγκαίον να διασφαλισθεί ότι το θέμα θ΄ ακουσθεί μόνο μια φορά, ενώπιον ενός Δικαστηρίου. Διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «I understand the principle to be that if there are two courts which are faced with substantially the same question, it is desirable to be sure that that question is debated in only one of those two courts, if by that means justice can be done. Then he said: Counsel for the defendants says that the principle is that a man should not pursue a remedy in respect of the same matter in more than one court. In my judgment, the principle is rather wider than that. It is that no man should be allowed to institute proceedings in any court if the circumstances are such that to do so would really be vexatious. In my judgment, it is vexatious if somebody institutes proceedings to obtain relief in respect of a particular subject-matter where exactly the same issue is raised by his opponent in proceedings already instituted in another court in which he is not the plaintiff but the defendant .». Στην υπό κρίση υπόθεση τα θέματα δεν εγείρονται ενώπιον δύο διαφορετικών Δικαστηρίων, εγείρονται όμως ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου δύο φορές. Εφόσον τα θέματα που εγείρονται είναι τα ίδια, κρίνω ότι οι πιο πάνω αρχές τυγχάνουν εφαρμογής[6]. Ενόψει όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι η αξίωση του εναγόμενου για διαγραφή του χρέους των ΛΚ150.362,97, δεν αφορά αξία ή ποσό που πραγματικά αμφισβητείται αλλά πρόκειται για μια «πλασματική αξίωση» και ως τέτοια δεν καλύπτεται από τις πρόνοιες του άρθρου 22
(5)του Ν.14/60. Με βάση το δικόγραφο που κατεχώρησε ο εναγόμενος κρίνω ότι η αξίωση του δεν υπερβαίνει το ποσό των €500.000 και ως εκ τούτου το Δικαστήριο αυτό έχει αρμοδιότητα να την εκδικάσει. Πέραν τούτου τα θέματα θα πρέπει να αποφασισθούν μια φορά στα πλαίσια της αγωγής και όχι στα πλαίσια κάθε διαδικασίας ξεχωριστά ήτοι στα πλαίσια τόσο της αγωγής όσο και της ανταπαίτησης. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Άρθρο 22
(3)(α) του Ν. 14/60, ως έχει τροποποιηθεί. [2] Άρθρο 22
(5)του Ν. 14/60, ως έχει τροποποιηθεί. [3] ΠΕ 4299 ημερομηνίας 28.1.1960. [4]
(1986)1 CLR
- [5] 1 [1961] 1 All ER
- [6] Βλέπετε σχετικά Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 37, παρ. 446 και Royal Bank of Scotland Ltd v. Citrusdal Investment Ltd [1971] 3 All ER
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο