CIARA QUINN κ.α. ν. ANGLO IRISH BANK CORPORATION LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 4324/2011, 15 Μαρτίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A64 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4324/2011 Μεταξύ
- CIARA QUINN
- COLETTE QUINN
- BRENDA QUINN
- AOIFE QUINN
- SEAN QUINN JUNIOR
- PATRICIA QUINN
- QUINN WAY SWEDEN AB
- QUINN INVESTMENTS SWEDEN AB
- QUINN BUILDING SWEDEN AB
- QUINN SERVICES SWEDEN AB Εναγόντων/Αιτητών Και
- ANGLO IRISH BANK CORPORATION LIMITED
- KIERAN WALLACE
- KROSTEIN INVESTMENTS LIMITED
- CARCER MANAGEMENT LIMITED
- SAMONACA HOLDINGS LIMITED
- PAUL MCGOWAN
- BRYAN O' NEILL
- ROBERT DIX
- RORY O' FERRALL
- ELENA MICHAEL SERDOBOVA
- ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΕΓΓΛΕΖΟΥ
- A.T.S. SERVICES LIMITED
- ΕΦΟΡΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ & ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΠΑΡΑΛΗΠΤΗΣ Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση 15 Μαρτίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες -Αιτητές: κ. Σ. Πίττας και κ. Τ. Παντελή Για τον Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση 1: κα K. Κακουλή και κ. Γ. Χριστοδούλου Για τον Εναγόμενο - Καθ' ου η Αίτηση 2: κ. Χάρης Χαραλαμπίδης Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση 3, 4, 5 και 12: κα Παρτασίδου για κ. Γ. Τριανταφυλλίδη Για τους Εναγόμενους - Καθ' ων η Αίτηση 6 εώς 11: κ. Ν. Γεωργιάδης Παρών είναι ο Ενάγων 1 Παρών είναι εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση 1 ο εκτελεστικός διευθυντής και ενόρκως δηλών κ. Richard Woodhouse ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ H παρούσα διαδικασία αφορά, βασικά, την αναθεώρηση του προσωρινού διατάγματος το οποίο είχε εκδοθεί σε διάφορα μέρη στις 23.6.2011, στη βάση μονομερούς αίτησης η οποία καταχωρίστηκε στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής στις 20.6.
- Δευτερευόντως εξετάζει κατά πόσο δικαιολογείται ή όχι η έκδοση των αιτητικών υπό το Η, Θ και Ι της εν λόγω αίτησης τα οποία δεν είχαν τότε εγκριθεί. Στο μεταξύ είχε προηγηθεί η καταχώρηση την ίδια ημέρα της εν λόγω αγωγής με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Όπως αναφέρεται στην εντελώς αρχική πρόταση της οπισθογράφησης, η αγωγή έχει εγερθεί από τους «Ενάγοντες προσωπικά και/ή εκ μέρους των Εναγομένων Αρ. 3, 4 και 5», προβάλλοντας έτσι τη θέση ότι αυτή έχει και παράγωγο χαρακτήρα. Με όλους αδιακρίτως τους ενάγοντες να ενάγουν πρόσθετα και υπό την πιο πάνω αντιπροσωπευτική ιδιότητα, προς όφελος των ιδίων εταιρειών. Ήτοι των εναγομένων 3, 4 και 5, οι οποίες είναι εταιρείες περιορισμένης ευθύνης διά μετοχών. Εταιρείες, προφανώς παρομοίας φύσεως, είναι και οι ενάγουσες 7, 8, 9 και
- Οι ενάγοντες 1, 2, 3, 4, 5 και 6 είναι φυσικά πρόσωπα και οι πρώτοι πέντε φέρεται να έχουν άμεσο οικονομικό συμφέρον σε όλες τις πιο πάνω εταιρείες, ενάγουσες και εναγόμενες. Ειδικά όσον αφορά τις ενάγουσες 7 εώς 10 οι ενάγοντες 1 εώς 5 φέρεται να κατέχουν με διάφορους συνδυασμούς ολόκληρο το μετοχικό κεφάλαιο σε κάθε μια από αυτές. Ενώ το μετοχικό κεφάλαιο των εναγομένων 3, 4 και 5 φέρεται να κατέχεται εξ ολοκλήρου με διάφορους συνδυασμούς από τις ενάγουσες 7 εώς
- Αν και κανένα από τα διάφορα μέρη του προσωρινού διατάγματος της 23.6.2011 αφορά άμεσα στην πτυχή αυτή, είναι ευχερές στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι με το αιτητικό υπό το Α της γενικής οπισθογράφησης ζητείται, κατ' αρχάς, δηλωτική απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι οι ενάγουσες 7 εώς 10, με τους συνδυασμούς ανά δύο που αναφέρονται εκεί, κατέχουν τις μετοχές των εναγομένων 3, 4 και 5 ως καταπιστευματοδόχοι (trustees) και/ή αντιπρόσωποι (nominees) για λογαριασμό των εναγόντων 1 εώς
- Ακολούθως, ζητούνται διατάγματα για εγγραφή των μετοχών των εν λόγω εναγομένων εταιρειών στους ενάγοντες 1 εώς 5 σε ποσοστό 20% στον καθένα, και για διόρθωση του μητρώου μελών των εταιρειών αυτών αναλόγως. Από την ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει τη μονομερή αίτηση ημερομηνίας 20.6.2011 προκύπτει ότι οι θεραπείες οι οποίες αναφέρονται πιο πάνω σκοπό έχουν να δημιουργήσουν το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο που θα επιτρέψει στους ενάγοντες 1 εώς 5 να αμφισβητήσουν την επιχειρούμενη από τους εναγόμενους 1 εφαρμογή των συμφωνιών ενεχυρίασης μετοχών η εγκυρότητα των οποίων αποτελεί αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Όμως, χωρίς να υπάρχει, όπως διαπιστώνεται συναφώς, οποιαδήποτε αντιδικία με οποιοδήποτε από τους εναγόμενους σε σχέση με ό,τι επιχειρείται να εξυπηρετήσει η υπό το Α, ανωτέρω, θεραπεία. Ενώ οι θεραπείες υπό το Β, Γ, Δ και Ε της οπισθογράφησης ασχολούνται ακριβώς με το θέμα των προαναφερθεισών συμφωνιών. Συγκεκριμένα, με μια δέσμη θεραπειών υπό το γράμμα Β ζητείται η αναγνώριση ως άκυρων ή και ως ακυρώσιμων τριών συμφωνιών ενεχυρίασης των μετοχών τις οποίες κατέχουν οι ενάγουσες 7 εώς 10 στις εναγόμενες 3, 4 και 5, αντίστοιχα, για το λόγο ότι είχαν γίνει προς εξασφάλιση δανείων και/ή τραπεζικών διευκολύνσεων οι οποίες με βάση το δίκαιο της Ιρλανδίας και/ή της Σουηδίας είναι παράνομες και/ή άκυρες. Ενώ με μια άλλη δέσμη θεραπειών υπό το γράμμα Γ ζητούνται παρόμοιας φύσεως θεραπείες, και για τους ίδιους λόγους, σε σχέση με τρεις άλλες συμφωνίες ενεχυρίασης των μετοχών τις οποίες οι εναγόμενες 3, 4 και 5 κατέχουν σε αντίστοιχο αριθμό ρωσικών εταιρειών. Όλες οι συμφωνίες ενεχυρίασης φέρεται να έχουν γίνει μεταξύ των πιο πάνω εταιρειών και των εναγομένων 1 οι οποίοι είναι τραπεζικός οργανισμός με έδρα του την Ιρλανδία. Η θεραπεία υπό το γράμμα Δ είναι παρεπόμενη των αμέσως προαναφερθέντων θεραπειών, ενώ η θεραπεία υπό το γράμμα Ε είναι για αποζημιώσεις, βασιζόμενη σε διάφορες αιτίες οι οποίες φέρεται να προκύπτουν από τα ίδια γεγονότα. Όλες οι πιο πάνω θεραπείες επιδιώκονται από κοινού και από όλους τους ενάγοντες εναντίον όλων των εναγομένων πλην των εναγομένων 3, 4 και 5 εκ μέρους των οποίων, όπως δηλώνεται ευθέως σε διάφορα σημεία της προαναφερθείσας ένορκης δήλωσης, έχει εγερθεί η παρούσα αγωγή. Για συμπλήρωση της εικόνας όσον αφορά τους εναγόμενους, σημειώνεται ότι ο εναγόμενος 2 είναι ελεγκτής και έχει διορισθεί από τους εναγόμενους 1 ως παραλήπτης μετοχών δυνάμει κάποιων συμφωνιών ενεχυρίασης ενώ οι εναγόμενοι 6 εώς 11 έγινε προσπάθεια να διορισθούν από τους εναγόμενους 1 ως πρόσθετοι διοικητικοί σύμβουλοι των εναγομένων 3, 4 και 5 δυνάμει των επιδίκων συμφωνιών. Τέλος, ο εναγόμενος 12 είναι εταιρεία και ενεργεί ως γραμματέας και παροχέας υπηρεσιών σε σχέση με τις τελευταίες ενώ ο εναγόμενος 13 είναι ο Έφορος Εταιρειών. Όπως έχει αναφερθεί, το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 23.6.2011, εκδόθηκε σε πολλά μέρη τα οποία συμπίπτουν μεταξύ τους σε μεγάλο βαθμό. Με αυτό απαγορεύεται βασικά στους εναγόμενους 1, 2 και 6 εώς 11 να προβούν σε οποιεσδήποτε ενέργειες οι οποίες θα μπορούσαν να έχουν ως αποτέλεσμα την αλλαγή του status quo όσον αφορά το μετοχικό κεφάλαιο, τη διοικητική δομή και την περιουσιακή κατάσταση των εναγομένων 3, 4 και 5, ενεργώντας δυνάμει τριών συμφωνιών ενεχυρίασης των μετοχών των τελευταίων τις οποίες κατέχουν οι ενάγουσες 7 εώς
- Ενώ με τις θεραπείες στη μονομερή αίτηση υπό το Η, Θ και Ι, οι οποίες δεν έχουν δοθεί, επιδιώκεται να εμποδισθούν οι εναγόμενοι 1 και 2 να ενεργήσουν κατά οποιοδήποτε τρόπο δυνάμει των σχετικών συμφωνιών ενεχυρίασης που θα έχει ως αποτέλεσμα τον επηρεασμό κατά τον ίδιο πιο πάνω τρόπο των μετοχικών συμφερόντων των εναγομένων 3, 4 και 5 σε κατονομαζόμενες ρωσικές εταιρείες. Η μονομερής αίτηση βασίστηκε και κατά συνέπεια το προσωρινό διάταγμα εκδόθηκε δυνάμει των προνοιών του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Υποστηριζόμενη η πρώτη, όπως θα αναμένετο, από ένορκη δήλωση, η οποία είναι αχρείαστα μακρά στην προκειμένη περίπτωση. Έχει γίνει από δικηγόρο γραφείου το οποίο εκπροσωπεί τους ενάγοντες στην Ιρλανδία, η οποία όπως αναφέρει έχει προσωπική γνώση των σχετικών γεγονότων αλλά και από πληροφορίες που έλαβε από διάφορες πηγές τις οποίες αποκαλύπτει. Με την ένορκη δήλωση της η ενόρκως δηλούσα εξετάζει σε έκταση διάφορες πτυχές των οικονομικών δραστηριοτήτων των εναγόντων, και ειδικά των φυσικών προσώπων, οι οποίες έχουν σχέση με τους εναγόμενους 1 και φέρεται να αφορούν, μάλλον εμμέσως, το προαναφερθέν αντικείμενο της παρούσας αγωγής. Τις θεώρησε σχετικές για υποβοήθηση του δικαστηρίου στην άσκηση της εν λόγω εξουσίας του, για έκδοση του υπό αναθεώρηση προσωρινού διατάγματος. Εισαγωγικά, αναφέρονται σε σχέση με τους ενάγοντες και την εμπλοκή τους με τους εναγόμενους 1 τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες 1 εώς 5 είναι παιδιά της ενάγουσας 6 και του συζύγου της Sean Quinn πρεσβύτερου. Είναι δε όλοι μόνιμοι κάτοικοι Ιρλανδίας από όπου προφανώς κατάγονται. Ο τελευταίος είναι επιχειρηματίας και κατάφερε μέχρι τα μέσα της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα να δημιουργήσει μια πολύ εύρωστη οικονομικά επιχείρηση. Οι εργασίες της διεξαγόμενες, όπως συμβαίνει, σε παγκόσμια κλίμακα, καλύπτουν ένα ευρύ πεδίο δραστηριοτήτων. Η διεξαγωγή και ο έλεγχος τους γίνεται μέσω ενός δικτύου εταιρειών, 95 τον αριθμό, πάνω από τις οποίες βρίσκεται η ιθύνουσα εταιρεία Quinn Group (ROI) Ltd οι μοναδικοί μέτοχοι της οποίας είναι οι ενάγοντες 1 εώς
- Όλες μαζί οι εν λόγω εταιρείες συναποτελούν τον Όμιλο Quinn. Μέλη του Ομίλου είναι και οι ενάγουσες εταιρείες 7 εώς
- Έχουν συσταθεί και εγγραφεί στη Σουηδία και η ύπαρξη και η λειτουργία τους διέπεται από το σουηδικό νόμο. Το μετοχικό τους κεφάλαιο κατέχεται εξ ολοκλήρου, με διάφορους συνδυασμούς - δεν είναι όλοι μέτοχοι σε όλες τις εταιρείες - από τους ενάγοντες 1 εώς
- Ενώ οι εταιρείες αυτές κατέχουν με τη σειρά τους, και πάλι με κάποιους συνδυασμούς, όλες τις μετοχές των εναγομένων εταιρειών 3, 4 και
- Οι τελευταίες έχουν εγγραφεί και διατηρούν το εγγεγραμμένο γραφείο τους στην Κύπρο και είναι οι αποκλειστικές μέτοχοι ρωσικών εταιρειών οι οποίες δραστηριοποιούνται στη Ρωσία σε διάφορους τομείς της οικονομίας επενδύοντας για το σκοπό αυτό χρήματα του Ομίλου Quinn. Από τον πιο πάνω συσχετισμό προκύπτει ότι οι ενάγοντες 1 εώς 5 έχουν άμεσο συμφέρον στις εργασίες των εναγομένων εταιρειών 3, 4 και 5 και των θυγατρικών τους στη Ρωσία τις οποίες, προφανώς, ελέγχουν πλήρως. Περαιτέρω, είναι ο ισχυρισμός ότι καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους οι ενάγουσες εταιρείες 7 εώς 10 ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι (nominees) και καταμπιστευματοδόχοι (trustees) των εναγόντων 1 εώς 5 σε σχέση με τις μετοχές των εν λόγω εναγομένων εταιρειών. Κατά συνέπεια θεωρείται ότι οι ενάγοντες 1 εώς 5 είναι οι δικαιούχοι (beneficiaries) δυνάμει καταπιστεύματος (trust) των εν λόγω μετοχών. Στο μεταξύ, από τα μέσα της πρώτης δεκαετίας του 2000 και μετά ο Όμιλος Quinn ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα στην αγοραπωλησία χρηματιστηριακών αξιών γνωστών με την περιγραφική ονομασία contracts of difference, (CFD). Είχε θεωρηθεί, τότε, ως επικερδής τρόπος επένδυσης μεγάλων αποθεμάτων τα οποία διέθεταν εταιρείες του Ομίλου σε μετρητά. Και έτσι ήταν στην αρχή. Πραγματοποιήθηκαν επενδύσεις σε CFDs που αφορούσαν μετοχές εταιρειών οι οποίες δραστηριοποιούντο σε διάφορες χώρες και σε διαφορετικούς τομείς της οικονομίας. Ένας τομέας στον οποίο επένδυσαν σταδιακά μεγάλα ποσά αφορούσε CFDs σε σχέση με μετοχές των εναγομένων
- Οι αγοραπωλησίες γίνονταν μέσω συγκεκριμένης εταιρείας και οι πληρωμές, όταν αγοράζοντο CFDs, μέσω μιας άλλης εταιρείας, μέλη και οι δύο του Oμίλου Quinn. Όταν κατά το 2007 το επενδυτικό ενδιαφέρον του Ομίλου εστιάστηκε ιδιαίτερα σε CFDs μετοχών των εναγομένων 1, αυτό συνέπεσε με αλλεπάλληλες πτώσεις στη χρηματιστηριακή αξία των μετοχών αυτών. Ως αποτέλεσμα άρχισαν να υποβάλλονται προς τις εμπλεκόμενες στην εν λόγω δραστηριότητα εταιρείες του Ομίλου απαιτήσεις από τους παροχείς των συγκεκριμένων υπηρεσιών για κάλυψη των περιθωρίων (margin calls). Αποτελεί αυτό πτυχή του τρόπου συναλλαγής σε CFDs και συμβάλλει, με τη διάθεση του ελάχιστου δυνατού κεφαλαίου, στην απόδοση σε σύντομο χρόνο υψηλών κερδών όταν, βέβαια, τα CFDs αφορούν σε κερδοφόρες μετοχές. Όταν είναι το αντίθετο που συμβαίνει ο επενδυτής καλείται να καταβάλει τα περιθώρια (margins) και αυτό είναι προς ζημιά του. Όσο συνέχιζαν λοιπόν οι απαιτήσεις αυτές αυξάνετο και η ανάγκη εξεύρεσης χρημάτων για την ικανοποίηση τους. Όπως έχει δε ο σχετικός ισχυρισμός, τοιουτοτρόπως οι εναγόμενοι 1 κατέστησαν μεταξύ των ετών 2007 και 2009 ο μεγαλύτερος πιστωτής του Ομίλου Quinn. Συγκεκριμένα, είχαν παραχωρηθεί σε διάφορες εταιρείες του Ομίλου δάνεια και άλλης φύσεως τραπεζικές διευκολύνσεις ύψους, περίπου, €2.3 δισεκ. Αυτό συνέβηκε, όπως έχει αναφερθεί, στα πλαίσια κάλυψης των πιο πάνω αναγκών του Ομίλου. Ως αποτέλεσμα, χρεώστες σε σχέση με τα δάνεια και τις τραπεζικές διευκολύνσεις που φέρεται να παραχωρήθηκαν σχετικά από τους εναγόμενους 1 είναι εταιρείες ψηλά τοποθετημένες στην ιεραρχία του Ομίλου, αλλά και οι ενάγοντες 1 εώς 5 προσωπικά. Και όπου κάποια από τις εταιρείες αυτές ή κάποιος από τους εν λόγω ενάγοντες δεν εμφανίζεται ως δανειστής, συγκαταλέγεται σ' αυτούς που έχουν παραχωρήσει τις διάφορες εξασφαλίσεις στους εναγόμενους 1 σε σχέση με τις συγκεκριμένες δανειοδοτικές διευθετήσεις. Σ' αυτούς οι οποίοι παραχώρησαν τέτοιες εξασφαλίσεις περιλαμβάνεται και η ενάγουσα
- Αποτελούνται δε οι εξασφαλίσεις αυτές από προσωπικές εγγυήσεις και αναλήψεις υποχρέωσης για αποζημίωση, μέχρι επιβαρύνσεις κινητών και ακινήτων περιουσιακών στοιχείων καθώς επίσης ενεχυριάσεις μετοχών κατεχομένων σε εταιρείες του Ομίλου. Στην ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει τη μονομερή αίτηση περιγράφεται σε μεγάλη έκταση και με περισσή λεπτομέρεια η εμπλοκή, άμεση και έμμεση, των εναγόντων 1 εώς 6 σε θέματα που αφορούν στην παραχώρηση προς αυτούς, από τους εναγόμενους 1, διαφόρων τραπεζικών διευκολύνσεων έναντι συγκεκριμένων εξασφαλίσεων. Επίσης, γίνεται αναφορά στην αμφισβήτηση, για διάφορους λόγους, την οποία οι πρώτοι έχουν προβάλει μέσω δικαστικών διαδικασιών, οι οποίες άρχισαν στην Ιρλανδία εναντίον των εναγομένων 1 και 2, σε σχέση με τις εν λόγω τραπεζικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις. Αυτό φέρεται να συνέβηκε όταν οι τελευταίοι έλαβαν μέτρα εφαρμογής των προνοιών των σχετικών συμφωνιών τα οποία θα τους επέτρεπαν να διαφυλάξουν τις εξασφαλίσεις τις οποίες τους είχαν παραχωρήσει οι εν λόγω ενάγοντες για τις προαναφερθείσες τραπεζικές διευκολύνσεις, και περιλάμβαναν πρόσθετα το διορισμό ως παραλήπτη μετοχών του εναγόμενου 2 ο οποίος είναι ελεγκτής με έδρα την Ιρλανδία. Να σημειωθεί ότι στην εν λόγω ένορκη δήλωση, αναφορά στην ενάγουσα 6 και στον εναγόμενο 2 γίνεται μόνο σε σχέση με τα θέματα τα οποία είναι αντικείμενο των δικαστικών διαδικασιών που έχουν ληφθεί στην Ιρλανδία. Δεν αναφέρεται οτιδήποτε που να δικαιολογεί τη συμπερίληψη τους ως διαδίκων και στην παρούσα αγωγή. Γενικά, στα πλαίσια των προαναφερθέντων δικαστικών μέτρων τα οποία ελήφθησαν εναντίον των εναγομένων 1 και 2 στην Ιρλανδία, οι ενάγοντες 1 εώς 6 ισχυρίζονται ότι οι παραχωρηθείσες από αυτούς εξασφαλίσεις είναι άκυρες και κατά συνέπεια μη εφαρμόσιμες, βασικά, για τους λόγους ότι:
(1)τα παραχωρηθέντα από τους εναγόμενους 1 δάνεια και τραπεζικές διευκολύνσεις συνιστούσαν πράξεις χειραγώγησης της χρηματιστηριακής αγοράς προς όφελος της μετοχής τους, κατά παράβαση του Market Abuse (Directive 2003/6/EC) Regulations 2005, και
(2)τα ίδια δάνεια και τραπεζικές διευκολύνσεις συνιστούσαν ποινικό αδίκημα κατά παράβαση του άρθρου 60 της Companies Αct 1963 της Ιρλανδίας, καθ' ότι με αυτά παρείχετο οικονομική βοήθεια για αγορά των μετοχών τους. Περαιτέρω, προβάλλεται και ο ισχυρισμός ότι οι περιστάσεις παραχώρηση, όλων των εν λόγω τραπεζικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων συνιστούσαν παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας που είχαν οι εναγόμενοι 1 προς τους ενάγοντες 1 εώς
- Ως κυριότερη περίσταση αναφέρεται η παράλειψη μέριμνας από μέρους των εναγομένων 1 ώστε να λάβουν οι ενάγοντες 1 εώς 6 ανεξάρτητη νομική συμβουλή πριν από τη σύναψη των σχετικών συμφωνιών. Η έκθεση των γεγονότων αναφορικά με την πτυχή του, κατ' ισχυρισμό, παράνομου χαρακτήρα των εν λόγω συμφωνιών στις οποίες συμμετείχαν ως συμβαλλόμενα μέρη οι ενάγοντες 1 εώς 6, με αντισυμβαλλόμενους τους εναγομένους 1, καλύπτει σχεδόν το ήμισυ της 84 σελίδων ενόρκου δηλώσεως η οποία υποστηρίζει τη μονομερή αίτηση. Είναι άξιον επισήμανσης το γεγονός αυτό, όταν η μαρτυρία η οποία φέρεται να σχετίζεται με τις θεραπείες υπό το Β, Γ και Δ της γενικής οπισθογράφησης αρχίζει από τη σελίδα 45 και μετά ενώ σε 14 σελίδες του μέρους αυτού παρατίθενται μόνο κάποιοι όροι οι οποίοι διέπουν τις επίδικες συμφωνίες ενεχυρίασης μετοχών. Σε σχέση λοιπόν με τα θέματα που αφορούν την παρούσα αγωγή και τη διαδικασία αναθεώρησης του προσωρινού διατάγματος γίνεται, κατ' αρχάς, αναφορά στην ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει τη μονομερή αίτηση, στην παραχώρηση από τους εναγόμενους 1 προς την εταιρεία του Ομίλου με την ονομασία Quinn Finance πιστωτικών διευκολύνσεων δυνάμει συμφωνιών οι οποίες είχαν συναφθεί σε διάφορες ημερομηνίες μεταξύ των ετών 2007 και 2009 και διέπονται από το Ιρλανδικό δίκαιο. Συγκεκριμένα, οι συμφωνίες αυτές είχαν συναφθεί στις 17.12.2007, 8.2.2008, 10.2.2009 και 30.3.2009, αντίστοιχα. Δεν αναφέρονται, όμως, στην ένορκη δήλωση τα ποσά των διευκολύνσεων και ο σκοπός για τον οποίο φέρεται να είχαν παραχωρηθεί. Σχετική αναφορά γίνεται στα διάφορα έγγραφα των εν λόγω συμφωνιών, τεκμήρια 8 εώς 12, αντίστοιχα. Όπως αναφέρεται εκεί τα χρήματα για τα οποία δόθηκαν οι διευκολύνσεις θα χρησιμοποιούντο σε σχέση με διάφορες αναπτύξεις γης στη Ρωσία. Επίσης, δεν αναφέρεται στην ένορκη δήλωση, στο σημείο που εξετάζονται τα θέματα αυτά, από τη σελίδα 45 και μετά, ο χρόνος κατά τον οποίο τα χρήματα των διευκολύνσεων αναλήφθηκαν, πως χρησιμοποιήθηκαν και αν χρησιμοποιήθηκαν για κάποιο άλλο σκοπό. Πρόσθετα, στις συμφωνίες αυτές γίνεται, περαιτέρω, αναφορά στον τρόπο εξασφάλισης των εναγομένων 1 ως δανειστών. Στις εξασφαλίσεις που αναφέρεται ότι είχαν δοθεί φέρεται να περιλαμβάνονται και οι επίδικες συμφωνίες ενεχυρίασης οι οποίες είχαν παραχωρηθεί σε διάφορους χρόνους κατά ή και μετά τη συνομολόγηση των πιο πάνω δανειοδοτικών συμφωνιών. Συγκεκριμένα, κάποιες από τις ενεχυριάσεις αφορούν μετοχές τι οποίες κατέχουν οι ενάγουσες 7 εώς 10 στις εναγόμενες 3, 4 και
- Παραχωρήθηκαν στις 10.2.2009, 20.2.2009 και 30.3.2009, αντίστοιχα. Οι συμφωνίες αυτές είναι τα τεκμήρια 13, 14 και 15 και διέπονται από το κυπριακό δίκαιο. Τρεις άλλες συμφωνίες ενεχυρίασης οι οποίες επίσης αναφέρονται στην εν λόγω ένορκη δήλωση, τεκμήρια 43, 44 και 45, παραχωρήθηκαν στις 28.5.2008, 12.3.2009 και 24.4.2009 και αφορούσαν, αντίστοιχα, τις μετοχές τις οποίες κατέχουν οι εναγόμενες 3, 4 και 5 σε θυγατρικές τους εταιρείες οι οποίες εδρεύουν και δραστηριοποιούνται στη Ρωσία στον τομέα της εκμετάλλευσης ακίνητης περιουσίας. Όπως γίνεται αντιληπτό δικαιούχοι όλων των πιο πάνω ενεχυριάσεων είναι οι εναγόμενοι
- Εξελίξεις σε σχέση με ό,τι εμφανίζεται στην παρούσα υπόθεση να αποτελεί τη δικαστική διένεξη μεταξύ των εναγόντων και των εναγομένων άρχισαν να σημειώνονται περί τα μέσα Απριλίου το
- Τότε οι εναγόμενοι 1, ισχυριζόμενοι ενεργοποίηση συγκεκριμένου όρου των συμφωνιών ενεχυρίασης των μετοχών τις οποίες οι ενάγουσες 7 εώς 10 κατέχουν στις εναγόμενες 3, 4 και 5, τις πληροφόρησαν ότι τα δικαιώματα ψήφου των εν λόγω μετοχών είχαν περιέλθει σε αυτούς. Συνακόλουθα, θεώρησαν ότι έτσι απέκτησαν τον πλήρη έλεγχο των εναγομένων 3, 4 και
- Ενεργώντας δε στη βάση αυτή οι εναγόμενοι 1 προχώρησαν ακολούθως στο διορισμό των εναγομένων 6 εώς 11 ως πρόσθετων διοικητικών συμβούλων των εναγομένων 3, 4 και 5, προφανώς προσβλέποντας με τον τρόπο αυτό στην απόκτηση του ελέγχου και των θυγατρικών εταιρειών των τελευταίων στη Ρωσία. Μάλιστα, ένας εκ των πιο πάνω, φερομένων ως πρόσθετων συμβούλων, ο εναγόμενος 7, συγκάλεσε συνεδρία του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης 3 η οποία τελικώς δεν πραγματοποιήθηκε. Όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση, ο παροχέας υπηρεσιών και γραμματέας των εναγομένων 3, 4 και 5, εναγόμενος 12, προς τον οποίο απευθύνθηκε ο εναγόμενος 7 κοινοποιώντας του το διορισμό των πρόσθετων διοικητικών συμβούλων και απαιτώντας την εγγραφή τους στο σχετικό μητρώο, αρνήθηκε να εφαρμόσει την πιο πάνω απαίτηση. Δεν ικανοποιήθηκε ως προς το νόμιμο του διορισμού των εναγομένων 6 εώς 11 οπότε η όλη προσπάθεια παρέμεινε μετέωρη χωρίς να έχει αποφέρει το θεμιτό για τους εναγομένους 1 αποτέλεσμα. Ενώ θα πρέπει επίσης να σημειωθεί πως δεν αναφέρθηκε να έχουν ληφθεί στο παρόν στάδιο από τους εναγόμενους 1 και οποιαδήποτε μέτρα στη βάση των συμφωνιών ενεχυρίασης των μετοχών που κατέχουν οι εναγόμενες 3, 4 και 5 στις ρωσικές εταιρείες. Η προσπάθεια για απόκτηση του ελέγχου των τελευταίων έγινε με τον τρόπο που έχει περιγραφεί προηγουμένως, ήτοι με το διορισμό πρόσθετων διοικητικών συμβούλων για τις εναγόμενες 3, 4, και 5 στη βάση των συμφωνιών ενεχυρίασης οι οποίες είχαν συναφθεί με τις ενάγουσες 7 εώς
- Μάλιστα, σε μια περίπτωση έφτασαν στο σημείο, διά της ίδιας αυτής οδού, να διεκδικούν με συγκεκριμένο πρόσωπο τη θέση του γενικού διευθυντή των θυγατρικών των εναγομένων 4 και 5 στη Ρωσία, προς αντικατάσταση του υφιστάμενου γενικού διευθυντή των. Όπως διαπιστώθηκε προηγουμένως, βασική κοινή αξίωση όλων των εναγόντων είναι η με δηλωτική απόφαση αναγνώριση ως άκυρων ή ως ακυρώσιμων των επίδικων συμφωνιών ενεχυρίασης των μετοχών τις οποίες κατέχουν οι ενάγουσες 7 εώς 10 στις εναγόμενες 3, 4 και
- Και πρόσθετα, παρά την πιο πάνω διαπίστωση για μη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων σχετικά από τους εναγομένους 1, και των συμφωνιών ενεχυρίασης των μετοχών τις οποίες κατέχουν οι εν λόγω εναγόμενες εταιρείες σε ρωσικές εταιρείες. Ο έλεγχος δε ο οποίος ασκείται από την κάθε ομάδα μετόχων, ανωτέρω, στις εταιρείες των οποίων κατέχουν τις μετοχές πρέπει να θεωρείται ότι είναι πλήρης, καθ' ότι μεταξύ τους οι διάφοροι μέτοχοι κατέχουν όλες τις μετοχές στην κάθε μια από τις εν λόγω εταιρείες. Συνακόλουθα, οι ενάγοντες 1 εώς 5 ως οι μοναδικοί μέτοχοι, μεταξύ τους, των εναγουσών 7 εώς 10, έχουν τη δυνατότητα μέσω των εναγομένων 3, 4 και 5 να ελέγχουν πλήρως τις οικονομικές δραστηριότητες των θυγατρικών εταιρειών των τελευταίων στη Ρωσία. Ο λόγος που προβάλλεται προς υποστήριξη της πιο πάνω αξίωσης είναι ότι οι εν λόγω ενεχυριάσεις μετοχών παραχωρήθηκαν προς εξασφάλιση παράνομων και/ή άκυρων συμφωνιών για δάνεια και/ή άλλες τραπεζικές διευκολύνσεις παρομοίας φύσεως τις οποίες οι εναγόμενοι 1 παραχώρησαν στην εταιρεία Quinn Finance του Ομίλου. Επομένως, όπως έχει περαιτέρω ο σχετικός ισχυρισμός, αν δεν εμποδισθούν οι εναγόμενοι 1 από του να θέσουν υπό τον έλεγχο τους τις εναγόμενες 3, 4 και 5, τις οποίες, ας σημειωθεί, ακόμα δεν ελέγχουν, και κατ' επέκταση μέσω τους τις θυγατρικές τους εταιρείες στη Ρωσία, θα μπορέσουν ενδεχόμενα να ελέγξουν, πάνω σε παράνομη βάση και για δικό τους αποκλειστικό όφελος, τις οικονομικές δραστηριότητες των τελευταίων, με δυσμενείς συνέπειες για τα οικονομικά συμφέροντα των εναγόντων 1 εώς
- Αυτή είναι σε συντομία η θέση των εναγόντων 1 εώς 5 οι οποίοι προκειμένου να πείσουν για το δικαίωμα παρέμβασης τους με την έγερση της παρούσας αγωγής, την οποία περιγράφουν ως παράγωγη αγωγή, έχουν επικαλεσθεί πρόσθετα την ύπαρξη προς όφελος τους καταπιστευμάτων όσον αφορά τις μετοχές των εναγομένων 3, 4 και
- Ως καταπιστευματοδόχοι αναφέρονται οι ενάγουσες 7 εώς 10 οι οποίες είναι οι εγγεγραμμένες μέτοχοι των μετοχών των εν λόγω εναγομένων εταιρειών. Με μια δεύτερη ένορκη δήλωση η οποία καταχωρίστηκε προς υποστήριξη του εκδοθέντος πλέον προσωρινού διατάγματος οι ενάγοντες 1 εώς 5 κατάθεσαν και κάποια έγγραφα τα οποία φέρεται να επιμαρτυρούν την ύπαρξη προς όφελος τους, ήτοι ως δικαιούχων (beneficiaries), των πιο πάνω αναφερθέντων καταπιστευμάτων. Στη βάση των καταπιστευμάτων αυτών οι ενάγοντες 1 εώς 5 επιχειρούν, κατά τρόπο επίμονο, να πείσουν για τη θέση τους ότι αυτοί είναι οι πραγματικοί ιδιοκτήτες των μετοχών των εναγομένων 3, 4 και 5, δικαιούμενοι κατά συνέπεια στην έγερση της παρούσας αγωγής. Μετά δε και την κατάθεση των εν λόγω εγγράφων καταπιστεύματος θα πρέπει να θεωρείται ότι ο διαζευκτικός ισχυρισμός των εναγόντων 1 εώς 5 για ύπαρξη σχέσης αντιπροσωπευόμενου και αντιπροσώπου μεταξύ τους και των εναγουσών 7 εώς 10 έχει πλέον εγκαταλειφθεί. Άλλωστε δεν έχει προσκομισθεί και οποιαδήποτε μαρτυρία για εδραίωση, στον ελάχιστο έστω δυνατό βαθμό, της σχέσης αυτής. Η ιδιότητα των ως μετόχων των εναγουσών 7 εώς 10 οπωσδήποτε δε δημιουργεί αφ' εαυτής τέτοια σχέση, όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Re Polly Peck International plc
(1996)2 All E.R. 433, στη σελίδα 445, υιοθετώντας προς τούτο την κλασσική επί του θέματος απόφαση στην υπόθεση Salomon v. Salomon & Co (1895-9) All E.R. Rep.
- Πρόσθετα, προς συμπλήρωση της εικόνας για την ταυτότητα των πραγματικών εναγόντων στην παρούσα αγωγή, θα πρέπει επίσης να σημειωθεί πως οι ενάγουσες 7 εώς 10 δεν προβάλλουν στην πραγματικότητα οποιαδήποτε απαίτηση, και υπό οποιαδήποτε μορφή, εναντίον των εναγομένων. Όπως δε έχει διευκρινιστεί από τους συνηγόρους των εναγόντων 1 εώς 5, στη σελίδα 16 της γραπτής εισήγησης (αγόρευσης) τους, η συμπερίληψη τους υπό την ως άνω ιδιότητα έγινε για δύο μόνο λόγους. Πρώτο, διότι ως μέτοχοι που είναι των εναγομένων 3, 4 και 5 κατέχουν τις μετοχές τους ως καταπιστευματοδόχοι προς όφελος των εναγόντων 1 εώς
- Δεύτερο, διότι υπό την ιδιότητα τους αυτή είχαν υπογράψει τις επίδικες συμφωνίες ενεχυρίασης των εν λόγω μετοχών προς όφελος των εναγομένων
- Και όπως προστίθεται στη συνέχεια, μετά που οι ενάγουσες 7 εώς 10 ετέθησαν υπό αναγκαστική εκκαθάριση και ο εκκαθαριστής τους στη Σουηδία ζήτησε όπως αποσυρθεί από αυτές η αγωγή, οι ενάγοντες 1 εώς 5, προς το σκοπό προστασίας των εννόμων δικαιωμάτων τους, υπέβαλαν αίτηση με την οποία ζητούν τη συνένωση τους ως εναγομένων. Η εν λόγω αίτηση εκκρεμεί και δε δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση άλλη από την προαναφερθείσα γιατί επιδιώκεται να συνενωθούν οι ενάγουσες εταιρείες υπό την ιδιότητα αυτή. Δεν αναφέρθηκε, για παράδειγμα, αν ζητείται να προστεθούν ως εναγόμενες στα πλαίσια κάποιας αντιπροσωπευτικής αγωγής από τα είδη που αναφέρονται στην παρούσα απόφαση. Βέβαια, το γεγονός ότι οι ενάγουσες 7 εώς 10 υπέγραψαν τις εν λόγω συμφωνίες ενεχυρίασης μετοχών με τους εναγόμενους 1, συνάδει πλήρως με τη σχέση την οποία αυτές είχαν με τις εν λόγω μετοχές, και είτε ως μέτοχοι και μοναδικές δικαιούχοι των είτε ως καταπιστευματοδόχοι για τους ενάγοντες 1 εώς 5, όπως είναι ο ισχυρισμός των τελευταίων. Όμως, η φορτική παρουσία των εναγόντων 1 εώς 5 ως διαδίκων στην παρούσα αγωγή, με την ιδιότητα που φέρουν, αφαιρεί από τις ενάγουσες 7 εώς 10 την οποιαδήποτε ουσιαστική συμμετοχή την οποία δικαιωματικά θα μπορούσαν να είχαν σ' αυτή συνεπεία οποιασδήποτε από τις προαναφερθείσες δύο σχέσεις τους με τις μετοχές των εναγομένων 3, 4 και
- Ότι οι ενάγοντες 1 εώς 5 θεωρούνται ως οι μοναδικοί πραγματικοί ενάγοντες στην παρούσα αγωγή είναι διάχυτο από τις αναφορές οι οποίες υπάρχουν σχετικά στην ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει τη μονομερή αίτηση. Η τοποθέτηση δε αυτή διευκρινίζεται περαιτέρω από τους συνηγόρους των, μεταξύ άλλων, και στις σελίδες 11 (παράγραφος 17) και 15 της γραπτής εισήγησης τους, με την απόδοση σ' αυτούς της ιδιότητας των πραγματικών και τελικών ιδιοκτητών των μετόχων των εναγομένων 3, 4 και
- Ενώ για τις ενάγουσες 7 εώς 10 έχει ουσιαστικά επιλεγεί μια άνευ νομικού περιεχομένου συμμετοχή στην αγωγή, παρά τη σχέση που αυτές έχουν ή και που τους αποδίδεται με τις εν λόγω μετοχές. Η εντύπωση η οποία δίδεται είναι ότι δεν είναι αναγκαίες διάδικοι στην αγωγή και υπό οποιαδήποτε ιδιότητα. Εξετάζοντας περαιτέρω το θέμα της συμπερίληψης των εναγουσών 7 εώς 10 ως διαδίκων στην παρούσα αγωγή θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη και μια άλλη παράμετρος η οποία είναι σχετική. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με ό,τι έχει καθιερωθεί στο παρελθόν από τη σχετική νομολογία και έχει πρόσφατα επιβεβαιωθεί στην υπόθεση Roberts v. Gill & Co
(2010), UKSC 22, όταν προκαλείται ζημιά στην περιουσία καταπιστεύματος (trust), αυτός ο οποίος δικαιούται και πρέπει να λάβει δικαστικά μέτρα για την προστασία της είναι ο καταπιστευματοδόχος (trustee). Και μόνο όπου συντρέχουν ειδικές περιστάσεις, οι οποίες ουσιαστικά εξουδετερώνουν τη δυνατότητα αυτή, δύναται να εγείρει αγωγή για τον πιο πάνω σκοπό ο δικαιούχος (beneficiary) του καταπιστεύματος. Σε τέτοια περίπτωση ο καταπιστευματοδόχος συνενώνεται στην αγωγή ως εναγόμενος. Πρόκειται για είδος παράγωγης αγωγής όπως αυτή η οποία είναι γνωστή στο εταιρικό δίκαιο, (βλ. Nurcombe v. Nurcombe
(1985)1 All E.R. 65, στη σελίδα 71) Στην προκειμένη περίπτωση οι εξηγήσεις, ανωτέρω, οι οποίες έχουν δοθεί από τους συνηγόρους για τη συμπερίληψη των εναγουσών 7 εώς 10 στην αγωγή, ήτοι λόγω της αποδιδόμενης σε αυτές ιδιότητας του καταπιστευματοδόχου, δεν ευσταθούν. Και, μάλλον, η συμπερίληψη τους υπό την ιδιότητα αυτή αντίκειται στην πιο πάνω νομολογία, με δεδομένο και το γεγονός ότι οι ενάγοντες 1 εώς 5 θεωρούν ότι μόνο αυτοί, ως δικαιούχοι (beneficiaries) δυνάμει των καταπιστευμάτων, δικαιούνται να είναι ενάγοντες στην παρούσα αγωγή. Και έχοντας ως πρόθεση τους την προστασία, όπως διατείνονται, της περιουσίας των εν λόγω καταπιστευμάτων, δηλαδή των μετοχών των εναγομένων 3, 4 και 5 οι οποίες κατέχονται από τις ενάγουσες 7 εώς 10 ως καταπιστευματοδόχων. Καθώς επίσης της περιουσίας των εναγομένων 3, 4 και 5 που είναι οι μετοχές τις οποίες αυτές κατέχουν στις ρωσικές εταιρείες. Έπειτα, θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι οι ενάγοντες 1 εώς 5 δεν έδωσαν ποτέ, μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία, οποιεσδήποτε εξηγήσεις για την ύπαρξη ειδικών περιστάσεων οι οποίες θα τους επέτρεπαν να λάβουν οι ίδιοι την πρωτοβουλία έγερσης της παρούσας αγωγής αντί των καταπιστευματοδόχων, εναγουσών 7 εώς
- Κατά πόσο δε η παράλειψη αυτή έχει τελικώς εξαληφθεί, αφότου οι ενάγουσες 7 εώς 10 ετέθησαν υπό εκκαθάριση, ώστε να δικαιολογείται να συνενωθούν, υπό την ιδιότητα του καταπιστευματοδόχου, ως εναγόμενες στην αγωγή, δε φαίνεται να απασχόλησε οποιαδήποτε πλευρά και ειδικά αυτή των εναγόντων 1 εώς
- Όπως και να έχουν τα πράγματα αναφορικά με τη θέση των εναγουσών 7 εώς 10 στην παρούσα αγωγή, η αμετάβλητη και επίμονη θέση των εναγόντων 1 εώς 5 είναι ότι θα πρέπει να θεωρηθούν ως οι αδιαμφισβήτητοι και οι μοναδικοί ενάγοντες σε αυτή. Και αφού δεν έχουν προβάλει οποιοδήποτε ισχυρισμό και ούτε κατάθεσαν οποιαδήποτε μαρτυρία ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι κίνησαν την αγωγή οι ίδιοι προσωπικά για διεκδίκηση οποιωνδήποτε θεραπειών, θα πρέπει να εκληφθεί ότι θεωρούν πως η παρούσα έχει τη μορφή της παράγωγης αγωγής. Το έχουν άλλωστε δηλώσει κατ' επανάληψη. Δηλαδή, ότι έχουν κινήσει την παρούσα αγωγή με τη μορφή αυτή εκ μέρους των εναγομένων 3, 4 και 5 και όχι εκ μέρους οποιασδήποτε άλλης εταιρείας. Εξού και ο λόγος που τις έχουν συμπεριλάβει σε αυτή ως εναγόμενες για προστασία των περιουσιακών συμφερόντων τους. Και ασφαλώς αυτά δεν μπορεί να είναι άλλα από τις μετοχές τις οποίες οι τελευταίες κατέχουν στις ρωσικές εταιρείες, δεδομένης της φύσης της παράγωγης αγωγής. Αν και, θα πρέπει συγχρόνως να σημειωθεί, πως σε διάφορα σημεία της ένορκης δήλωσης γίνεται αναφορά και σε πρόθεση την οποία έχουν οι ενάγοντες 1 εώς 5 για διαφύλαξη των μετοχών τις οποίες οι ενάγουσες 7 εώς 10 κατέχουν, και αποτελεί περιουσιακό τους στοιχείο, στις εναγόμενες 3, 4 και
- Όμως, δεν συνένωσαν και τις ενάγουσες 7 εώς 10 ως εναγόμενες, όπως θα έπρεπε, δεδομένου ότι θα επρόκειτο για παράγωγη αγωγή. Ή έστω ως καταπιστευματοδόχων αφού όπως ισχυρίζονται, αυτές κατέχουν τις εν λόγω μετοχές δυνάμει καταπιστεύματος προς όφελος τους, όπως εξηγείται προηγουμένως ότι θα έπρεπε να είχαν πράξει σύμφωνα με το ισχύον δίκαιο, αν αυτή ήταν η πρόθεση τους και εφόσον θα συνέτρεχαν ειδικές περιστάσεις. Βέβαια, έχει ήδη διαπιστωθεί πως δεν ήταν ποτέ αυτή η πρόθεση των εναγόντων 1 εώς 5, και ότι η θέση τους ήταν και εξακολουθεί να παραμένει η ίδια ότι, βασικά, έχουν εγείρει μια παράγωγη αγωγή, με ό,τι μπορεί να αντιλαμβάνονται και να εννούν αναφορικά με τη σημασία του όρου αυτού. Στο αγγλικό δίκαιο αυτό το είδος της αγωγής είναι γνωστό ως derivative action. Στον όρο αυτό δίδεται περιεχόμενο με την ερμηνεία του στην υπόθεση Estmanco Ltd v. G.L.C.
(1982)1 All E.R. 437, στη σελ. 443, ως «the convenient name to apply to an action by a member of a company who sues on behalf of the company to enforce rights derived from the company". Επομένως, το ζήτημα το οποίο εγείρεται, και είναι στο επίκεντρο της όλης υπόθεσης, είναι κατά πόσο οι ενάγοντες 1 εώς 5 έχουν, υπό τις περιστάσεις, locus standi στην παρούσα αγωγή. Υπενθυμίζεται ότι οι ενάγοντες 1 εώς 5 είναι οι μοναδικοί μέτοχοι των εναγουσών 7 εώς 10 και οι ενάγουσες αυτές είναι οι μοναδικοί μέτοχοι των εναγομένων 3, 4 και
- Ό,τι διακυβεύεται στην κάθε περίπτωση είναι οι μετοχές, ως περιουσιακό στοιχείο, των εναγουσών 7 εώς 10 στις εναγόμενες 3, 4 και 5 και οι μετοχές των εναγομένων 3, 4 και 5 στις ρωσικές εταιρείες, αντίστοιχα. Όλες οι πιο πάνω μετοχές έχουν ενεχυριασθεί προς όφελος των εναγομένων 1, για εξασφάλιση συγκεκριμένων δανείων και άλλων τραπεζικών διευκολύνσεων που παραχώρησαν οι τελευταίοι προς την εταιρεία Quinn Finance του Ομίλου Quinn. Oπωσδήποτε δεν αποτελούν οι εν λόγω δύο δέσμες μετοχών περιουσιακό στοιχείο των εναγόντων 1 εώς 5 αφού αυτοί δεν εμφανίζονται ως οι κατά νόμο ιδιοκτήτες των. Βέβαια, υπάρχει ο ισχυρισμός ότι όσον αφορά τις μετοχές των εναγομένων 3, 4 και 5 αυτές κατέχονται προς όφελος τους δυνάμει καταπιστευμάτων, με τις ενάγουσες 7 εώς 10, οι οποίες εμφανίζονται ως οι κατά νόμο ιδιοκτήτριες, να είναι οι καταπιστευματοδόχοι (trustees). Προφανώς, εκλαμβάνοντας οι ενάγοντες 1 εώς 5, λανθασμένα, ως δεδομένο γεγονός πως λόγω των καταπιστευμάτων μπορούν να θεωρηθούν ως οι κατά νόμο ιδιοκτήτες των μετοχών των εναγομένων 3, 4 και 5 παρά ως οι δικαιούχοι των. Και ως οι κατά νόμο μέτοχοι πλέον των εν λόγω μετοχών ότι δικαιούνται να εγείρουν, όπως και έπραξαν, την παρούσα αγωγή εκ μέρους των εναγομένων 3, 4 και 5 ως παράγωγη αγωγή, θέση η οποία εκφράζεται ρητώς στην καταληκτική παράγραφο 179 της αρχικής ένορκης δήλωσης. Παρά την πιο πάνω διαπίστωση, εν τούτοις εξακολουθεί γενικά να υφίσταται μια σύγχυση η οποία προκαλείται αρχικά από τις διάφορες τοποθετήσεις των εναγόντων 1 εώς 5 όσον αφορά τις θεραπείες τις οποίες αξιώνουν με την παρούσα αγωγή. Ενώ η ίδια σύγχυση είναι διάχυτη και στις ένορκες δηλώσεις οι οποίες καταχωρίστηκαν εκ μέρους των, ειδικά στην αρχική, αλλά και στη γραπτή εισήγηση των συνηγόρων τους. Δεν υπάρχει και εκεί σαφής τοποθέτηση ως προς τα θέματα αυτά. Ενώ θα μπορούσε επίσης να λεχθεί πως οι τελευταίοι δεν ασχολήθηκαν καν με τη νομική πτυχή της παράγωγης αγωγής, αν και το θέμα έχει εγερθεί ευθέως από τους συνηγόρους των εναγομένων στα πλαίσια της ένσταση τους στο προσωρινό διάταγμα και στην αίτηση. Επομένως, δεδομένων όλων των ανωτέρω, στο παρόν στάδιο θεωρείται αναγκαίο όπως εξεταστεί και κατά πόσο οι ενάγοντες 1 εώς 5, ως μέτοχοι των εναγόντων 7 εώς 10, θα μπορούσαν δικαιωματικά να προβούν στην έγερση της παρούσας αγωγής προς όφελος και για λογαριασμό των τελευταίων, επιδιώκοντας τη διαφύλαξη των περιουσιακών τους στοιχείων που είναι οι μετοχές τις οποίες αυτές κατέχουν στις εναγόμενες 3, 4 και
- Η απάντηση είναι πασιφανής και, χωρίς να τίθεται καν θέμα παράγωγης αγωγής, ασφαλώς αρνητική. Από τη στιγμή που οι ενάγουσες 7 εώς 10 κίνησαν οι ίδιες την παρούσα αγωγή, υποτίθεται για να προστατεύσουν τα προαναφερθέντα περιουσιακά τους στοιχεία, η παρουσία των μετόχων τους, ήτοι των εναγόντων 1 εώς 5, ως εναγόντων στην αγωγή είναι εντελώς περιττή, και βεβαίως εκ του νόμου ανεπίτρεπτη. Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Πυριλλής ν. Λούης
(2004)1 Α.Α.Δ. 136, στη σελίδα 147, «Το κριτήριο είναι κατά πόσο ως έχουν τα πράγματα η εταιρεία - οι ενάγουσες 7 εώς 10 στην προκειμένη περίπτωση - μπορούσε η ίδια να ενεργήσει ή όχι προς προστασία των συμφερόντων της». Η απάντηση εδώ είναι ότι οι ενάγουσες 7 εώς 10 μπορούσαν και το έπραξαν, αν βέβαια αυτή ήταν η πρόθεση τους. Ενώ οι ενάγοντες 1 εώς 5 δεν έχουν δώσει και οποιοδήποτε λόγο γιατί έχουν εγείρει, όπως ισχυρίζονται μεταξύ άλλων, και προσωπική αγωγή κατά των εναγομένων 1 προκειμένου να ανακόψουν τις φερόμενες ως επιζήμιες ενέργειες των τελευταίων σε σχέση με τα περιουσιακά στοιχεία των εναγουσών 7 εώς
- Όμως, προφανώς, δεν ήταν ποτέ αυτός ο σκοπός της καταχώρησης από μέρους τους της παρούσας αγωγής, και είτε ως προσωπικής είτε ως παράγωγης. Ενώ όπως έχει ήδη διαπιστωθεί ούτε και οι ενάγουσες 7 εώς 10 είχαν ποτέ πρόθεση να εγείρουν οι ίδιες την παρούσα αγωγή υπό οποιαδήποτε μορφή. Μια άλλη εκδοχή παράγωγης αγωγής είναι αυτή που αναφέρεται στην παράγραφο 179, της ένορκης δήλωσης. Γίνεται και στην περίπτωση αυτή αδιακρίτως αναφορά σε παράγωγη αγωγή την οποία καταχώρησαν οι ενάγοντες εκ μέρους των εναγομένων 3, 4 και
- Σκοπός της όπως γίνεται αντιληπτό είναι η ανακοπή της προσπάθειας των εναγομένων 1 να ελέγξουν προς όφελος τους τις μετοχές των εναγομένων 3, 4 και 5 στις ρωσικές εταιρείες, όμως παραδόξως, κατ' επίκληση των συμφωνιών ενεχυρίασης τις οποίες έχουν συνάψει με τις ενάγουσες 7 εώς 10 για τις μετοχές που οι τελευταίες κατέχουν στις εναγόμενες 3, 4 και
- Ισχυουσών των λοιπών προϋποθέσεων τις οποίες θέτει η νομολογία για τη δικαιολόγηση έγερσης μιας τέτοιας αγωγής, ενάγοντες σε αυτή θα μπορούσε να είναι οι ενάγουσες 7 εώς 10 ως οι μέτοχοι των. Και οπωσδήποτε όχι οι ενάγοντες 1 εώς 5 οι οποίοι ουδεμία τέτοια σχέση έχουν με τις εναγόμενες 3, 4 και 5 με βάση το εταιρικό δίκαιο. Όμως, εν πάση περιπτώσει, όπως θα φανεί στη συνέχεια ούτε και αυτή την εκδοχή προάγουν οι ενάγοντες. Ενώ, θα μπορούσαν να είχαν εγείρει αγωγή για διαφύλαξη των συγκεκριμένων περιουσιακών τους στοιχείων οι ίδιες οι εναγόμενες 3, 4 και 5, όμως, δεν το έχουν πράξει, χωρίς να δίδονται και οποιεσδήποτε εξηγήσεις για αυτό, πέραν από τη γενική και αόριστη δήλωση περί απροθυμίας του εναγομένου 12 να ενεργήσει προς την πιο πάνω κατεύθυνση. Υπενθυμίζεται ότι είναι ο γραμματέας των εν λόγω εναγομένων εταιρειών. Ό,τι εξετάζεται πιο πάνω είναι, μεταξύ άλλων, δύο εκδοχές παράγωγης αγωγής οι οποίες συναγάγονται λόγω της μετοχικής σχέσης η οποία υπάρχει μεταξύ των εναγόντων 1 εώς 5 με τις ενάγουσες 7 εώς 10 και των εναγουσών αυτών με τις εναγόμενες 3, 4 και 5, τις οποίες, όμως, αγωγές οι πρώτοι φαίνεται να μην υιοθετούν. Προφανώς, για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί. Μάλιστα, όπως διευκρινίστηκε από τους συνηγόρους των στα πλαίσια της αγόρευσης τους, οι ενάγουσες 7 εώς 10 περιλήφθηκαν στην αγωγή λόγω της ιδιότητας τους, και μόνο, ως καταπιστευματοδόχοι στα καταπιστεύματα που έχουν προαναφερθεί. Και ότι, βασικά, ενάγοντες σε αυτή είναι μόνο οι ενάγοντες 1 εώς 5 οι οποίοι λόγω των καταπιστευμάτων θα πρέπει να θεωρηθούν ως οι πραγματικοί μέτοχοι των εναγομένων 3, 4 και
- Έχουν δε οι ενάγοντες αυτοί καταχωρήσει εκ μέρους των εν λόγω εταιρειών την παρούσα ως παράγωγη αγωγή προσθέτοντας τις ως εναγόμενες. Όμως, ουδόλως έχει εξηγηθεί πως θα μπορούσε να περιλαμβάνεται σε αυτή και προσωπική αγωγή των εναγόντων 1 εώς
- Πάντως, τα γεγονότα δεν υποστηρίζουν αυτή την εκδοχή και προφανώς ούτε και οι εν λόγω ενάγοντες την υιοθετούν. Τελικώς, οι ενάγοντες 1 εώς 5 θεωρώντας ότι ουσιαστικά είναι οι μόνοι ενάγοντες στην παρούσα αγωγή εν τούτοις δεν υιοθετούν κανένα από τα πιο πάνω αναφερθέντα σχήματα παράγωγης αγωγής. Ούτε θεωρούν ή εισηγούνται ότι έχουν κινήσει την παρούσα αγωγή διεκδικώντας προσωπικά οι ίδιοι οποιαδήποτε θεραπεία από οποιονδήποτε των εναγομένων. Ακόμα και η αξίωση τους στη γενική οπισθογράφηση υπό το γράμμα Α, η οποία περιγράφεται πιο πάνω, δε στρέφεται εναντίον οποιουδήποτε εναγόμενου. Ενώ ακόμα πιο αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι δε βασίζεται και σε οποιαδήποτε αυτόνομη αιτία αγωγής. Αλλά μάλλον με αυτή επιχειρείται να τεθεί το πραγματικό και νομικό υπόβαθρο - ήτοι η αναγνώριση τους ως οι κατά νόμο ιδιοκτήτες των μετοχών των εναγομένων 3, 4 και 5 - προκειμένου να νομιμοποιηθούν, όπως πιστεύουν, όσον αφορά την έγερση από τους ιδίους της παρούσας με τη μορφή της παράγωγης αγωγής. Προς το σκοπό δε αυτό υιοθέτησαν συγκεκριμένο σχήμα «παράγωγης αγωγής», αν μπορεί να ονομαστεί έτσι ό,τι προτείνουν ως μέσο διεκδίκησης των υπολοίπων θεραπειών οι οποίες αναφέρονται στη γενική οπισθογράφηση. Σε σχέση λοιπόν με την προτεινόμενη εκδοχή, η οποία φαίνεται να είναι και η επικρατέστερη προς επίτευξη των προσδοκιών των εναγόντων 1 εώς 5, παρατηρείται το εξής. Συγκεκριμένα οι ενάγοντες 1 εώς 5 θεωρούν την παρούσα ως παράγωγη αγωγή την οποία έχουν καταχωρήσει προς όφελος των εναγομένων 3, 4 και 5 για προστασία, ασφαλώς, και δεν μπορεί να είναι διαφορετικά, των μετοχών των τελευταίων στις ρωσικές εταιρείες, αφού πρώτα αποδίδουν στους εαυτούς τους την ιδιότητα του μετόχου των εναγομένων αυτών εταιρειών. Την ιδιότητα δε αυτή ισχυρίζονται ότι την κατέχουν ως οι δικαιούχοι των μετοχών των εν λόγω εταιρειών δυνάμει των προαναφερθέντων καταπιστευμάτων, για τα οποία καταπιστευματοδόχοι φέρεται να είναι οι ενάγουσες 7 εώς 10, με δεδομένο ότι οι μετοχές των εναγομένων 3, 4 και 5 είναι εγγεγραμμένες επ' ονόματι τους. Βέβαια, με τα όσα οι ενάγοντες 1 εώς 5 υποστηρίζουν, βασικά, δεν έχουν απεγδυθεί ποτέ την ιδιότητα του δικαιούχου των προαναφερθέντων καταπιστευμάτων. Ούτε αρνούνται ότι οι ενάγουσες 7 εώς 10 είναι οι καταπιστευματοδόχοι σε αυτά. Αντίθετα προτείνουν τη σχέση αυτή ως τρόπο παράκαμψης της εταιρικής ιδιότητας, την οποία αναμφισβήτητα φέρουν οι ενάγουσες 7 εώς
- Παρεμπιπτόντως, να σημειωθεί ότι ο πλήρης έλεγχος τον οποίο οι ενάγοντες κανονικά ασκούν επί των εναγουσών 7 εώς 10 ως οι μοναδικοί μέτοχοι τους, καθιστά αχρείαστη την ύπαρξη άλλης σχέσης μεταξύ τους και δη δυνάμει καταπιστεύματος. Είναι γι' αυτό που εγείρεται και σοβαρή υποψία για την αλήθεια των σχετικών ισχυρισμών και την όψιμη παρουσίαση των εγγράφων καταπιστεύματος. Εν πάση περιπτώσει, η πτυχή αυτή έχει εξεταστεί προηγουμένως και όπως διαπιστώθηκε ουδόλως βοηθά την υπόθεση που επιχειρούν να προβάλουν οι ενάγοντες 1 εώς
- Με τους ενάγοντες 1 εώς 5, να εμμένουν ότι δικαιούνται να εγείρουν την παρούσα αγωγή επιδιώκοντας την προστασία συγκεκριμένου περιουσιακού στοιχείου είτε των εναγουσών 7 εώς 10, παρά τις αντινομίες που επισημαίνονται συναφώς προηγουμένως, είτε των εναγομένων 3, 4 και 5, θα πρέπει να υπάρχει κατά νου η έννοια της παράγωγης αγωγής, η οποία έχει παρατεθεί προηγουμένως με αναφορά στην υπόθεση Estmanco Ltd v. G.L.C.
(1982)1 All E.R. 437, στη σελ. 443. Ενώ για μια λεπτομερή παράθεση των σχετικών, με το πιο πάνω είδος αγωγής, αρχών του εταιρικού δικαίου, σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Johnson v. Gore Wood & Co
(2001)1 All. E. R. 481 (H.L.), από την απόφαση στη σελίδα 528. Αναφέρει: «A company is a legal entity separate and distinct from its shareholders. It has its own assets and liabilities and its own creditors. The company's property belongs to the company and not to its shareholders. If the company has a cause of action, this represents a legal chose in action which represents part of its assets. Accordingly, where a company suffers loss as a result of an actionable wrong done to it, the cause of action is vested in the company and the company alone can sue. No action lies at the suit of a shareholder suing as such, though exceptionally he may be permitted to bring a derivative action in right of the company and recover damages on its behalf: see Prudential Assurance Co Ltd ν. Newman Industries Ltd (No 2)
(1982)1 All E.R. 354 at 357,
(1982)Ch 204 at 210. Correspondingly, of course, a company's shares are the property of the shareholder and not of the company, and if he suffers loss as a result of an actionable wrong done to him, then prima facie he alone can sue and the company cannot. On the other hand, although a share is an identifiable piece of property which belongs to the shareholder and has an ascertainable value, it also represents a proportionate part of the company's net assets, and if these are depleted the diminution in its assets will be reflected in the diminution in the value of the shares. The correspondence may not be exact, especially in the case of a company whose shares are publicly traded, since their value depends on market sentiment. But in the case of a small private company like this company, the correspondence is exact. Στη συνέχεια της πιο πάνω απόφασης και αφού διαπιστώνεται ότι οι πιο πάνω αρχές καθιερώθηκαν βασικά στην Prudential Assurance Co Ltd ν. Newman Industries Ltd (No 2), ανωτέρω, παρατίθεται από την υπόθεση αυτή το απόσπασμα το οποίο και εδώ υιοθετείται και ακολουθεί. Εξηγείται σε αυτό παραστατικά η απουσία ταύτισης όσον αφορά την απώλεια την οποία υφίσταται μια εταιρεία από βλάβη την οποία προκαλεί σε βάρος της κάποιος τρίτος, από την απώλεια την οποία μπορεί να υποστεί συγχρόνως ο μέτοχος της. Αναφέρονται, στις σελίδες 336 εώς 337, σε σχέση με τη θέση σε τέτοια περίπτωση του μετόχου, τα εξής: "But what he cannot do is to recover damages merely because the company in which he is interested has suffered damage. He cannot recover a sum equal to the diminution in the market value of his shares or equal to the likely diminution in dividend, because such a "loss" is merely a reflection of the loss suffered by the company. The shareholder does not suffer any personal loss. His only "loss" is through the company, in the diminution in the value of the net assets of the company, in which he has (say) a 3% shareholding. The plaintiff's shares are merely a right of participation in the company on the terms of the articles of association. The shares themselves, his right of participation, are not directly affected by the wrongdoing. The plaintiff still holds all the shares as his own absolutely unencumbered property. The deceit practised on the plaintiff does not affect the shares; it merely enables the defendant to rob the company. A simple illustration will prove the logic of this approach. Suppose that the sole asset of a company is a cash box containing £100,000. The company has an issued share capital of 100 shares, of which 99 are held by the plaintiff. The plaintiff holds the key of the cash box. The defendant by a fraudulent misrepresentation persuades the plaintiff to part with the key. The defendant then robs the company of all its money. The effect of the fraud and the subsequent robbery, assuming that the defendant successfully flees with his plunder, is (
- i)to denude the company of all its assets and (
- ii)to reduce the sale value of the plaintiff's shares from a figure approaching £100,000 to nil. There are two wrongs, the deceit practised on the plaintiff and the robbery of the company . But the deceit on the plaintiff causes the plaintiff no loss which is separate and distinct from the loss to the company. The deceit was merely a step in the robbery. The plaintiff obviously cannot recover personally some £100,000 damages in addition to the £100,000 damages recoverable by the company". Υπό το φως λοιπόν των αρχών τις οποίες καθιέρωσε η πιο πάνω νομολογία είναι σαφές ότι δεν είναι επιτρεπτή η καταχώρηση παράγωγης αγωγής από κάποιο μέτοχο έστω και αν από τη ζημιά η οποία προκαλείται στην εταιρεία υφίσταται και ο ίδιος ζημιά η οποία αντανακλάται στην αξία των μετοχών του. Υπάρχουν βέβαια εξαιρέσεις στις οποίες δεν θεωρείται χρήσιμο να γίνει αναφορά αφού στην προκειμένη περίπτωση ουδόλως έχει τεθεί θέμα να εμπίπτει η παρούσα αγωγή των εναγόντων 1 εώς 5 σε οποιαδήποτε εξαίρεση. Το εξέλαβαν ως απόλυτο δικαίωμα τους, από τη στιγμή που θεώρησαν τους εαυτούς ως τους πραγματικούς μετόχους των εναγομένων 3, 4 και 5, ότι μπορούσαν να εγείρουν εκ μέρους των την παρούσα αγωγή. Δεν έχει όμως θεμελιωθεί τέτοιο δικαίωμα με βάση την προσκομισθείσα εκ μέρους των εναγόντων 1 εώς 5 μαρτυρία και τις αρχές τις οποίες αναγνωρίζει σχετικά η προαναφερθείσα νομολογία. Η απουσία δε τέτοιας δυνατότητας ισχύει και στην περίπτωση που οι ενάγοντες 1 εώς 5 ισχυριστούν ότι είχαν εγείρει την παρούσα αγωγή εκ μέρους, ή και εκ μέρους, των εναγουσών 7 εώς 10, και τις συνενώσουν για το σκοπό αυτό ως εναγόμενες. Όπως είχαν τα πράγματα κατά την έγερση της παρούσας αγωγής, και δεν υπήρξε οποιαδήποτε διαφοροποίηση σχετικά στο μεταξύ, οι ενάγοντες 1 εώς 5 δεν ενομιμοποιούντο να είναι ενάγοντες σ' αυτή. Δεν είχαν τότε και εξακολουθούν να μην έχουν και τώρα locus standi ως ενάγοντες σ΄αυτή. Ενώ και με τις ενάγουσες 7 εώς 10 να έχουν μια χωρίς έννοια και περιεχόμενο συμμετοχή, η παρούσα αγωγή δεν έχει οποιοδήποτε λόγο ύπαρξης. Εν τούτοις, για οποιαδήποτε σημασία μπορεί πλέον να αποδοθεί, εξετάζεται στη συνέχεια και το θέμα της παραμονής ή όχι σε ισχύ του εκδοθέντος, προσωρινού διατάγματος. Η αναθεώρηση προσωρινού διατάγματος διεξάγεται στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Ειδικά αυτής που έχει καταθέσει η πλευρά του αιτητή ιδωμένης στο στάδιο αυτό υπό το φως και της μαρτυρίας την οποία έχει καταθέσει ο καθ' ου η αίτηση. Καθώς επίσης στη βάση της αρχής και των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960. Η διαπίστωση για τη συνύπαρξη των εν λόγω προϋποθέσεων, προκειμένου να ικανοποιηθεί το δικαστήριο να εκδώσει αλλά και να επιτρέψει στη συνέχεια την παραμονή σε ισχύ ενός προσωρινού διατάγματος, έχει εξεταστεί και επεξηγηθεί στην υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557 . Με αυτές τίθενται τα ελάχιστα αποδεκτά όρια για την άσκηση από το δικαστήριο της προαναφερθείσας εξουσίας. Θα πρέπει, κατ' αρχάς, να αποκαλύπτεται η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Σύμφωνα με την πιο πάνω προϋπόθεση ό,τι απαιτείται είναι η αποκάλυψη στην έκθεση απαιτήσεως, μέσω των ουσιωδών γεγονότων, και όπου αυτή δεν έχει ακόμα καταχωριστεί, στην ένορκη δήλωση η οποία στηρίζει τη σχετική αίτηση, συζητήσιμης υπόθεσης με την έννοια της στοιχειοθέτησης γνωστής κατά το νόμο αιτίας αγωγής. Στην ένορκη δήλωση η οποία καταχωρίστηκε συγχρόνως με τη μονομερή αίτηση, το μέρος αυτής το οποίο πραγματεύεται την επίδικη διαφορά, όπως αυτή προκύπτει μέσα από τη γενική οπισθογράφηση, προβάλλεται σε συνδυασμό με ό,τι προηγείται αυτού και αναφέρεται στις διαφορές μεταξύ των εναγόντων 1 εώς 6 και των εναγομένων 1, με την ακόλουθη αναφορά στην παράγραφο
- «Under the same circumstances described above, which the plaintiffs 1-6 executed the various pledges , charges and guarantee agreements to secure the financing and borrowing to support and maintain the Defendants 1 share price, the plaintiffs 7-10 (acting in their capacity as the nominees and trustees of plaintiffs 1-5) executed the following share Pledge Agreements in favour of Defendants 1, regarding the shares in the Defendants 3, 4 and 5:" Είναι πασιφανές ότι η πιο πάνω δήλωση δεν παραπέμπει σε συγκεκριμένες περιστάσεις οι οποίες να αφορούν άμεσα και συγκεκριμένα την παρούσα διαφορά. Ενώ στις παραγράφους 154 και 161 γίνεται ακόμα μια προσπάθεια για κατάδειξη της αιτίας αγωγής σε σχέση με αυτή. Αναφέρεται σ' αυτές ότι οι συμφωνίες ενεχυρίασης των μετόχων τις οποίες κατέχουν οι εναγόμενες 3, 4 και 5, αντίστοιχα, είναι άκυρες εξ υπαρχής ή ακυρώσιμες και κατά συνέπεια μη δυνάμενες εφαρμογής. Ο λόγος γι αυτό εντοπίζεται στον ισχυρισμό ότι οι προαναφερθείσες συμφωνίες, όπως αναφέρεται επί λέξει στην παράγραφο 154 (α), «purport to secure loans or financing pursuant to various financing agreements which under Irish law (which is the applicable law) are illegal or tainted with illegality or were made and executed for illegal purpose". Ο ίδιος, περίπου, ισχυρισμός υπάρχει και στην παράγραφο
- Βέβαια, είναι πλέον γνωστό, δεδομένων των σχετικών ισχυρισμών από τη σελίδα 45 της αρχικής ένορκης δήλωσης και μετά, ότι οι προαναφερθείσες ενεχυριάσεις φέρεται να είχαν δοθεί προς εξασφάλιση τεσσάρων συγκεκριμένων συμφωνιών δανειοδότησης της εταιρείας του Ομίλου Quinn Finance οι οποίες έγιναν με τους εναγόμενους
- Εν τούτοις, δεν υπάρχει και στην περίπτωση αυτή συγκεκριμένη αναφορά ότι είναι τις συμφωνίες αυτές που οι ενάγοντες 1 εώς 5 προσβάλλουν ως άκυρες ή και ως ακυρώσιμες και συνεπώς ως μη εφαρμόσιμες. Ούτε στους συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους οι εν λόγω δανειοδοτήσεις πάσχουν, όπως αναφέρεται πιο πάνω, υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά. Επομένως, διαπιστώνεται απουσία ισχυρισμών οι οποίοι στα πλαίσια μιας έκθεσης απαιτήσεως θα συνιστούσαν τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία θα αποκάλυπταν την αιτία αγωγής στην οποία εδράζονται οι θεραπείες που αξιώνονται από τους ενάγοντες 1 εώς
- Η χρήση αξιολογικών ισχυρισμών οι οποίοι περιγράφουν το είδος της αιτίας δεν είναι αρκετοί. Όπως ούτε και γενικόλογοι ισχυρισμοί, όπως αυτοί στην παράγραφο 128, ανωτέρω, οι οποίοι παραπέμπουν σε περιπτώσεις που αφορούν προσωπικές συμφωνίες παροχής εξασφαλίσεων τις οποίες συνήψαν οι ενάγοντες 1 εώς 6 με τους εναγόμενους 1, και είναι άσχετες προς απόδειξη της επίδικης διαφοράς, αποκαλύπτουν συζητήσιμη υπόθεση. Ακολουθεί η προϋπόθεση ότι η μαρτυρία ως έχει στην όψη της θα πρέπει να καταδεικνύει την ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούνται οι ενάγοντες 1 εώς 5 στις αξιούμενες θεραπείες. Όπως παρατηρείται στην υπόθεση Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1986)1 Α.Α.Δ. 253, «η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας», ήτοι αυτής που αναφέρεται πιο πάνω. Στην προκειμένη περίπτωση έχει ήδη διαπιστωθεί ότι δεν έχει προσκομισθεί μαρτυρία υπό μορφή ουσιωδών γεγονότων τα οποία να αποκαλύπτουν την αιτία αγωγής. Πόσο μάλλον μαρτυρία η οποία να είναι ικανή να αποδεικνύει, έστω εκ πρώτης όψεως, τα ουσιώδη αυτά γεγονότα. Δεν υπάρχει τέτοια μαρτυρία οπουδήποτε στις ένορκες δηλώσεις οι οποίες έγιναν εκ μέρους των εναγόντων 1 εώς 5 και ειδικά στην αρχική, στη βάση της οποία εκδόθηκε μονομερώς το προσωρινό διάταγμα. Όλες οι αναφορές και η μαρτυρία είναι σε σχέση με συμφωνίες δανείων και άλλες παρομοίας φύσεως τραπεζικές διευκολύνσεις οι οποίες παραχωρηθήκαν στην εταιρεία Quinn Finance από τους εναγόμενους 1 και τις εξασφαλίσεις τις οποίες παραχώρησαν σχετικά οι ενάγοντες 1 εώς
- Ουδεμία αναφορά γίνεται στα πλαίσια περιγραφής των προαναφερθέντων συναλλαγών και διευθετήσεως στις προαναφερθείσες δανειοδοτικές συμφωνίες, τεκμήρια 8 εώς 12, για τις οποίες φέρεται να έγιναν οι επίδικες συμφωνίες ενεχυρίασης μετοχών. Επιπλέον, όπως διαπιστώθηκε ήδη, δεν αναφέρεται στην ένορκη δήλωση επί της οποίας εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα, σε τι ποσό αφορούσαν τα δάνεια τα οποία παραχωρήθηκαν στην εταιρεία Quinn Finance δυνάμει των συμφωνιών τεκμήριο 8 εώς
- Ούτε πως, πότε και από ποιο συγκεκριμένο πρόσωπο έγιναν ανάληψη τα χρήματα των δανείων αυτών και πως τελικώς διατέθηκαν. Και ενώ γίνεται αναφορά στην προαναφερθείσα ένορκη δήλωση σε δάνεια συνολικού ύψους €1.3 δισεκ. τα οποία είχαν παραχωρηθεί προς τον Όμιλο Quinn και ειδικά στην εταιρεία Quinn Finance (παράγραφοι 52, 60, 72 και 79), εν τούτοις δεν υπάρχει μαρτυρία ότι τα ποσά των επίδικων δανείων περιλαμβάνονται στο πιο πάνω συνολικό ποσό. Ούτε έχουν συσχετιστεί τα εν λόγω δάνεια με το ποσό ύψους €904.910.000 τα οποία φέρεται να καταβλήθηκε σταδιακά, όπως αναλύεται στον κατάλογο τεκμήριο 5, για την πληρωμή περιθωρίων (margins) όταν υπήρξαν κλήσεις προς τούτο. Δεν είναι νομικά επιτρεπτό να διαπιστωθεί πάνω σε υποθετική βάση, και μόνο, ότι τα συγκεκριμένα δάνεια βρήκαν το δρόμο τους προς εξυπηρέτηση των, κατ' ισχυρισμό, παράνομων πράξεων των εναγομένων 1 ώστε να μπορεί να θεωρηθεί, έστω εκ πρώτης όψεως, ως παράνομος ο συγκεκριμένος δανεισμός. Επομένως, ούτε και αυτή η προϋπόθεση έχει ικανοποιηθεί. Υπό το φως των ανωτέρω, δε χρειάζεται να εξεταστεί και η τρίτη προϋπόθεση την οποία θέτει το άρθρο 32
(1), ήτοι κατά πόσο το προσωρινό διάταγμα είναι αναγκαίο προκειμένου να αποδοθεί το τέλος δικαιοσύνη. Όπως ούτε και η βασική αρχή την οποία καθιερώνει το ίδιο άρθρο και η οποία εξουσιοδοτεί την έκδοση διατάγματος αν τούτο κρίνεται δίκαιο ή πρόσφορο. Θα είναι οπωσδήποτε θεωρητικό το εγχείρημα όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση. Πόσο μάλλο σε σχέση με την προαναφερθείσα βασική αρχή αφού για την εξέταση της θα πρέπει πρώτα να ικανοποιηθεί το δικαστήριο ότι συντρέχουν οι προαναφερθείσες τρεις προϋποθέσεις. Εν τούτοις, παραμένει ένα θέμα το οποίο θα πρέπει επίσης να εξεταστεί. Αφορά στη διαφάνεια την οποία οι ενάγοντες 1 εώς 5 θα έπρεπε να είχαν επιδείξει κατά την παρουσίαση της αίτησης τους στο στάδιο που αυτή εξετάζετο μονομερώς από το δικαστήριο αλλά και σε σχέση με την αναθεώρηση του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος. Είναι αρχή δικαίου η οποία εκπηγάζει από την επιείκεια και εφαρμόζεται πέρα και πάνω και από το ίδιο το άρθρο 32
(1), με δεδομένο ότι η απόδοση του προσωρινού διατάγματος αποτελούσε ανέκαθεν θεραπεία η οποία ενέπιπτε σ' αυτό τον τομέα του δικαίου. Η σχετική αρχή ορίζει πως όταν διάδικος αξιώνει την έκδοση προσωρινού διατάγματος θα πρέπει να προβαίνει συγχρόνως σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη προς το δικαστήριο όλων των γεγονότων τα οποία αντικειμενικά θεωρούνται σημαντικά για την άσκηση από αυτό της συγκεκριμένης εξουσίας, (βλέπε M & Ch Mitsingas Trading Ltd ν. The Timberland Co
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1791 και Resola (Cyprus) Ltd, v. Χάρη Χρίστου,
(1998)1Β Α.Α.Δ. 598). Με βάση την ίδια λογική η υποχρέωση του εν λόγω διαδίκου εξακολουθεί να υφίσταται ώστε αυτός να υποχρεούται να αποκαλύψει και οποιαδήποτε γεγονότα τα οποία τυχόν να έχουν συμβεί μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος και τα οποία είναι εξίσου σημαντικά για την κρίση του δικαστηρίου κατά το στάδιο της αναθεώρησης του προσωρινού διατάγματος. Από τα θέματα τα οποία εξετάζονται στη συνέχεια διαπιστώνεται ότι υπήρξε κατάφωρη παραβίαση της πιο πάνω αρχής. Συγκεκριμένα, στην ένορκη δήλωση η οποία καταχωρίστηκε εκ μέρους των εναγόντων 1 εώς 5 μετά την καταχώρηση και της ένστασης, την οποία έχει ορκιστεί η ενάγουσα 4, συζητείται σε κάποια έκταση το θέμα της διάθεσης των χρημάτων τα οποία παραχωρήθηκαν από τους εναγόμενους 1 υπό μορφή τραπεζικών διευκολύνσεων προς τον Όμιλο Quinn. Στα πλαίσια της συζήτησης αυτής η ενόρκως δηλούσα ουσιαστικά παραδέχεται ότι δεν είναι όλα τα χρηματικά ποσά που είχαν παραχωρηθεί από τους εναγομένους 1, όπως αναφέρεται πιο πάνω, που χρησιμοποιήθηκαν προς εξυπηρέτηση του, κατ' ισχυρισμό, παράνομου σκοπού των, μέσα από την πληρωμή των περιθωρίων (margins). Και, αντίθετα, βεβαιώνεται ό,τι αναφέρεται ακροθιγώς στην αρχική ένορκη δήλωση (παράγραφο 59) ότι κάποια ποσά με τα οποία είχε δανειοδοτηθεί η εταιρεία Quinn Finance είχαν χρησιμοποιηθεί για την αποπληρωμή προηγούμενων δανείων τα οποία είχαν συνάψει εταιρείες του Ομίλου. Πρόκειται για σημαντική εκ των υστέρων αποκάλυψη στην οποία η ενόρκως δηλούσα υποχρεώθηκε να προβεί και να εξηγήσει αφού προκλήθηκε προς τούτο από την ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει την ένσταση των εναγομένων. Εν τούτοις, και πάλι δεν αποκαλύπτεται η συγκεκριμένη χρήση η οποία είχε γίνει των χρημάτων, τα οποία είχαν παραχωρηθεί με τις συμφωνίες δανείων τεκμήρια 8 εώς 12, από την εταιρεία Quinn Finance. Οπωσδήποτε η εταιρεία αυτή μέσω των αξιωματούχων της θα ήταν σε θέση να δώσει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες σε σχέση με την πιο πάνω πτυχή. Όμως, παρέλειψε να το πράξει. Και αντί της παρουσίασης μιας καθόλα σαφούς εικόνας γι΄ αυτή, γίνεται μια γενικόλογη αναφορά σχετικά. Δίδοντας έτσι την εντύπωση ότι όλα τα χρήματα τα οποία είχαν παραχωρήσει οι εναγόμενοι 1 στην εταιρεία Quinn Finance, περιλαμβανομένων αυτών που είχαν παραχωρηθεί δυνάμει των συμφωνιών δανειοδότησης, τεκμήρια 8 εώς 12, χρησιμοποιήθηκαν αποκλειστικά και μόνο για τους παράνομους σκοπούς των εναγομένων
- Ένα ακόμα θέμα που ίσως να είναι πιο σοβαρό και από το προηγούμενο αφορά σε αλλαγές οι οποίες φαίνεται ότι έχουν σημειωθεί σε σχέση με τις εναγόμενες 3, 4 και 5 και τα περιουσιακά τους στοιχεία που είναι οι θυγατρικές τους εταιρείες στη Ρωσία. Υπενθυμίζεται ότι η όλη προσπάθεια των εναγόντων 1 εώς 5 είναι να διατηρήσουν προς όφελος τους και μακριά από τις επεμβατικές προθέσεις των εναγομένων 1, τον έλεγχο των πιο πάνω εταιρειών. Με τις ένορκες δηλώσεις οι οποίες καταχωρίστηκαν προς υποστήριξη της ένστασης προβάλλονται ισχυρισμοί, υποστηριζόμενοι από σχετικά έγγραφα, ότι οι εναγόμενες 3, 4 και 5 άρχισαν πριν ακόμα και από την έκδοση του υπό εξέταση προσωρινού διατάγματος να προβαίνουν σε ενέργειες μεταβίβασης του μετοχικού κεφαλαίου των ρωσικών εταιρειών σε άλλα πρόσωπα, μέλη της ευρύτερης οικογένειας Quinn. Συγκεκριμένα, σε σχέση με τις εναγόμενες 4 και 5 η μεταβίβαση των μετοχών των εν λόγω θυγατρικών τους εταιρειών επιτεύχθηκε στις αρχές Ιουλίου το
- Σε σχέση με την εναγόμενη 3 η σχετική πληροφόρηση για παρόμοιας φύσεως κινήσεις προήλθε από το συνήγορο των εναγομένων 6 εώς 11 στο πλαίσιο της αγόρευσης του. Κατά συνέπεια δεν αποτελεί μαρτυρία. Ανεξάρτητα όμως με αυτό, επισημαίνεται ότι στην ένορκη δήλωση της η ενάγουσα 4 ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες 1 εώς 5 ως οι πραγματικοί ιδιοκτήτες των μετοχών των εναγομένων 3, 4 και 5, εδικαιούντο να λάβουν όλα τα αναγκαία μέτρα για προστασία των περιουσιακών τους στοιχείων. Η πιο πάνω δήλωση αποτελεί σαφή παραδοχή ότι σημειώθηκαν πράγματι κάποιες εξελίξεις όσον αφορά το πιο πάνω θέμα. Όμως, δεν αποκαλύπτονται τα σχετικά γεγονότα στην αρχική ένορκη δήλωση ή έστω ότι τροχιοδρομείτο η λήψη μέτρων προς την εν λόγω κατεύθυνση. Ακολούθως, ούτε και η ενάγουσα 4 αναφέρθηκε συγκεκριμένα σε τι συνίσταντο τα μέτρα τα οποία έχουν ληφθεί προκειμένου να διαμορφωθεί μια σαφής εικόνα όσον αφορά την πραγματική μετοχική κατάσταση των θυγατρικών των εναγομένων 3, 4 και 5 στη Ρωσία μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος Και, μάλλον, με τον ασαφή και γενικό τρόπο που τοποθετείται, όπως αναφέρεται πιο πάνω, ωσάν να επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς οι οποίοι προβάλλονται σχετικά στις ένορκες δηλώσεις οι οποίες υποστηρίζουν την ένσταση των εναγομένων. Εν πάση περιπτώσει, η παράλειψη εκ μέρους των εναγόντων 1 εώς 5 να δώσουν μια σαφή εικόνα ως προς τα γεγονότα που έχουν λάβει χώρα όσον αφορά το πιο πάνω θέμα, έστω και αν αυτά επεσυνέβησαν μετά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος, παραβιάζει την υποχρέωση τους για αποκάλυψη γεγονότων τα οποία οπωσδήποτε είναι σημαντικά στην άσκηση από το δικαστήριο της διακριτικής του εξουσίας στα πλαίσια της αναθεώρησης του εν υπό λόγω εξέταση διατάγματος. Συγκεκριμένα, οι πιο πάνω εξελίξεις είναι αρκούντως σημαντικές ώστε να επιδράσουν στην άσκηση της εν λόγω διακριτικής εξουσίας αναφορικά με την παραμονή ή μη του προσωρινού διατάγματος σε ισχύ. Οι εξελίξεις δε οι οποίες φέρεται να έχουν σημειωθεί στην προκειμένη περίπτωση, βασικά, καθιστούν αχρείαστο το προσωρινό διάταγμα αναφορικά με τις εναγόμενες 3, 4 και 5 καθώς επίσης την ανάγκη για έκδοση παρομοίου προσωρινού διατάγματος σε σχέση με τις θυγατρικές τους εταιρείες στη Ρωσία. Και όχι μόνο αυτό αλλά μάλλον καθιστούν αχρείαστη και την ίδια την αγωγή. Τέλος, αξίζει να τύχει ιδιαίτερου σχολιασμού το, χωρίς προηγούμενο, εγχείρημα εκ μέρους των εναγόντων 1 εώς 5 για καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Επικαλέστηκαν την ύπαρξη δικαιώματος προς τούτο μέσα από διαζευκτικούς και κατ΄ ουσία ανυπόστατους και αντινομικούς ισχυρισμούς. Δεν επικαλέστηκαν οποιαδήποτε νομολογία για στήριξη του και ειδικά σε σχέση με το ότι επρόκειτο για δήθεν παράγωγη αγωγή την οποία ήγειραν προς όφελος των εναγομένων εταιρειών 3, 4 και
- Ενώ, πρόσθετα, περιέπλεξαν τα πράγματα με την αχρείαστη, όπως βασικά διαπιστώθηκε με δική τους ομολογία, συμπερίληψη των εναγουσών 7 εώς 10 ως διαδίκων υπό την ιδιότητα αυτή. Αν και ήταν σε σχέση με τις μετοχές τις οποίες αυτές κατείχαν, υπό τη μορφή περιουσιακών στοιχείων, στις εναγόμενες 3, 4 και 5 που αξιώνουν την πιο σημαντική θεραπεία υπό το γράμμα Β της γενικής οπισθογράφησης. Ενώ και το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι το status quo σε σχέση με τις μετοχές αυτές που επιχείρησε να διατηρήσει. Στην παρούσα υπόθεση κρίθηκε ότι οι ενάγοντες 1 εώς 5, ως οι μοναδικοί στην ουσία ενάγοντες στην αγωγή, δεν έχουν locus standi σε αυτή για τους λόγους που έχουν προηγουμένως εξηγηθεί, με αναφορά αποκλειστικά μαρτυρία την οποία οι ίδιοι έχουν προσκομίσει. Η κρίση δε αυτή ήταν το αποτέλεσμα ενδελεχούς εξέτασης στην οποία υποβλήθηκε η συγκεκριμένη πτυχή με δεδομένο ότι όλοι οι διάδικοι επικέντρωσαν ιδιαίτερα την προσοχή τους σ' αυτή. Η σύγχρονη αντίληψη της νομολογίας όσον αφορά το θέμα του δικαιώματος έγερσης αγωγής από πρόσωπο άλλο από την εταιρεία προς το σκοπό διαφύλαξης των περιουσιακών της στοιχείων είναι ότι αυτό θα πρέπει να εξετάζεται προδικαστικά ώστε να αποφεύγεται η άσκοπη σπατάλη δικαστικού χρόνου και εξόδων, (βλ. Prudential Assurance Co Ltd v. Newman Industries Ltd (No. 2), ανωτέρω). Στην προκειμένη περίπτωση η εξέταση αυτή έγινε στα πλαίσια της αναθεώρησης του προσωρινού διατάγματος. Αν και σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις μπορεί στα πλαίσια αυτά να απορριφθεί μια αγωγή, (βλ. Polyford Holdings Ltd v. Rosestage Enterprises Ltd
(2007)1 B A.A.Δ. 1042), εν τούτοις όπως έχει προηγουμένως καταδειχθεί η παρούσα αποτελεί τέτοια περίπτωση. Με βάση λοιπόν όλους τους παραπάνω λόγους η αγωγή απορρίπτεται, συμπαρασύροντας το προσωρινό διάταγμα και κάθε άλλη διαδικασία σε αυτή η οποία βρίσκεται σε εκκρεμότητα. Όσον αφορά τα έξοδα της αγωγής και κάθε άλλης διαδικασίας η οποία έχει γίνει στα πλαίσια της και για την οποία δεν έγινε ειδική πρόνοια, επιδικάζονται προς όφελος των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων 1 εώς 5. Αυτά να υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............. Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο