Merian Shiarmen Μιλτιάδη Ιωάννη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Αγ. Αρ. 4645/07, 15 Μαρτίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Παρπαρίνου, Π.Ε.Δ. Αγ. Αρ. 4645/07 ΜΕΤΑΞΥ:- Merian Shiarmen Μιλτιάδη Ιωάννη, εξ Ην. Βασιλείου ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ - και - Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ---------------------------- Ημερομηνία: 15 Μαρτίου 2012 Για την Ενάγουσα: κ. Αχιλλέας Δημητριάδης Για τον Εναγόμενο: κα Θεανώ Μαυρομουστάκη ------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Η υπό εξέταση υπόθεση είναι αρκετά ενδιαφέρουσα καθότι με αυτή εγείρονται αρκετά νομικά σημεία που δεν απασχόλησαν προηγουμένως. Τα περισσότερα γεγονότα δεν αμφισβητούνται. Η ενάγουσα είναι Άγγλος υπήκοος η οποία από ηλικίας 9 ετών διαμένει εις Λονδίνο. Σε ηλικία 8-9 ετών απέκτησε, δυνάμει δωρεάς από τον πατέρα της ιατρό Μιλτιάδη Ιωαννίδη, την επίδικη οικία η οποία ευρίσκεται στην οδό Σάββα Ροτσίδη 37, ενορία Arab Ahmet του Δήμου Λευκωσίας. Ενεγράφη επ΄ ονόματι της την 1.10.73 (βλ. τεκμ. 2 και τεκμ. 7). Η οικία ενοικιάζετο στον Εκπρόσωπο του British Council ο οποίος όμως υπεχρεώθη να την εγκαταλείψει το 1974 λόγω του ότι αυτή ευρίσκετο στην γραμμή πυρών και ζημιά που υπέστη η οροφή (βλ. τεκμ. 2 επιστολή της ενάγουσας) λόγω της Τουρκικής Εισβολής. Η οικία χρησιμοποιήθηκε από την Ειρηνευτική Δύναμη των Ηνωμένων Εθνών από το Σεπτέμβριο 2001 μέχρι Ιανουάριο
- Αυτή χρησιμοποιήθηκε ως παρατηρητήριο και έφερε τον κωδικό «D-254» σύμφωνα με την κατάσταση των υποστατικών κάτω από τον έλεγχο της UNFICYP (βλ. τεκ. 27). Όλη την υπόλοιπη περίοδο η οικία ήταν (και είναι) ακατοίκητη και η πρόσβαση εις αυτήν δεν επιτρέπεται υπό της Εθνικής Φρουράς παρά μόνο εάν εξασφαλισθεί προηγουμένως άδεια από την Ειρηνευτική Δύναμη των Ηνωμένων Εθνών. Τα τεκμ. 9,6,7,8,44,10,21,29,28,26,27,24,23 και 22 αφορούν το αίτημα της UNFICYP δι΄ επάνδρωση του επίδικου ακινήτου και όλες τις ενέργειες που ακολούθησαν από τη σχετική υπηρεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας δια να γίνει κατορθωτό αυτό. Μέσα στις ενέργειες αυτές περιλαμβάνεται η ηλεκτροδότηση και παροχή ύδατος εις το υποστατικό όπως και η αποστολή επιστολής δια πληροφόρηση της εναγομένης περί της επικείμενης χρήσης (βλ. τεκμ. 8). Η επιστολή στάληκε στη δοθείσα υπό του Κτηματολογίου Λευκωσίας ως διεύθυνση ιδιοκτήτη και που ανήκε σε υποστατικό του πατέρα της όπου διέμενε ετεροθαλής αδελφή της. Ακολούθησε η επιστολή ημερ. 21.11.01, τεκμ. 11, που πληροφορούσε την ενάγουσα ότι η οικία της θα παραχωρείτο εις UNFICYP διά χρήσιν, ότι ήτο σε κακή κατάσταση και ότι θα εγένοντο σ΄ αυτή μεγάλες επιδιορθώσεις τα έξοδα των οποίων θα βάρυναν την Κυπριακή Δημοκρατία. Καλείτο δε η ενάγουσα εάν επιθυμούσε περισσότερη πληροφόρηση να αποταθεί στην Μ.Υ.2 Δώρα Λεύτον. Η επιστολή αυτή σύμφωνα με την ενάγουσα στάληκε στη σωστή διεύθυνση (βλ. σχ. τεκμ. 2). Το ότι η επίδικη οικία ευρίσκετο σε κακή κατάσταση φαίνεται και από το τεκμ. 45 που είναι έκθεση διά την κατάσταση της όταν επιθεωρήθηκε από τα Ηνωμένα Έθνη. Εις την παράγρ. 6 περιγράφεται η κατάστασης ως κακή (bad condition). (βλ. πρώτη σελίδα παράγρ. 6 και 8 όπως και δεύτερη σελίδα). Η ενάγουσα δια πρώτη φορά ήγειρε θέμα δια πληρωμή-αποζημίωση δια τη χρήση της οικίας της την 25.6.02 (βλ. τεκμ. 4). Η επιστολή της στάληκε στην UNIFICYP η οποία απήντησε με την επιστολή της τεκμ. 3 στις 9.7.02 η οποία την πληροφορούσε ότι αυτή προωθήθηκε στο Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων. Ακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ του ρηθέντος Υπουργείου (βλ. τεκμ. 13) και Επάρχου δια πληρωμή ενοικίων. Η Επαρχιακή Επιτροπή Καθορισμού Ενοικίων σε συνεδρία της ημερ. 3.9.02 αποφάσισε ότι η επίδικη οικία λόγω του μέρους όπου ευρίσκεται δεν είχε ενοικιαστική αξία. Πρόσθετα τα έξοδα που έγιναν δι΄ επισκευή της θα έπρεπε να θεωρηθούν ικανοποιητική αποζημίωση για τη χρήση από τα Ηνωμένα Έθνη. (βλ. τεκμ. 14,15,16,17,19). Η Μ.Υ. 2 με επιστολή της ημε. 24.9.02 (τεκμ. 15) πληροφόρησε τα πιο πάνω στην Ενάγουσα. Στις 29.6.04 ο δικηγόρος της Ενάγουσας απέστειλε επιστολή (βλ. τεκμ. 18) στο Γενικό Διευθυντή Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων με την οποία αφού ανέφερε τη θέση της Ενάγουσας ζήτησε πληροφόρηση του χρόνου χρήσης της οικίας, την ετοιμότητα δια πληρωμή ενοικίων και συνάντηση για να συμφωνηθεί το ακριβές ποσό δια πληρωμή κατά μήνα. Ο ίδιος τοποθετούσε την ενοικιαστική αξία του υποστατικού σε £1.500 μηνιαίως. Η Μ.Υ.2 απάντησε εκ μέρους του Υπουργείου με επιστολή ημερ. 2.7.04 και τον πληροφορούσε ό,τι πληροφόρησε και την Ενάγουσα με την επιστολή της ημερ 24.9.02 (τεκμ. 15) και πρόσθετα ότι η οικία χρησιμοποιείτο από την UNFICYP από 1.9.
- Στις 16.7.05 η ενάγουσα απετάθη στη Γενική Γραμματεία των Ηνωμένων Εθνών δια το πρόβλημα που την απασχολούσε. Η επιστολή απεστάλη εις το Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων διά χειρισμό (βλ. τεκμ. 2). Επίσης με επιστολή της ημερ. 17.8.05 προς την Ενάγουσα (βλ. τεκμ. 5) πληροφορούσε αυτή ότι το θέμα αφορούσε την Κυπριακή Δημοκρατία. Το Υπουργείο μέσω της Μ.Υ.2 με επιστολή της ημερ 26.8.05 πληροφορούσε την Ενάγουσα ότι η απαίτηση δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή δια τους λόγους που της εξηγήθηκαν ήτοι ότι η οικία ευρίσκεται εις τη νεκρή ζώνη, λόγω των εξόδων δια τη συντήρηση της και τελικά λόγω του ότι την επιδιόρθωση της την ανέλαβε η Κυπριακή Δημοκρατία. Δια την υδροδότηση, ηλεκτροδότηση και επιδιόρθωση της οικίας πληρώθησαν από την Κυπριακή Δημοκρατία £38 (€64,93) και £2142,48 (€3661,41) αντίστοιχα δια τα πρώτα δύο κονδύλια. Δια το τρίτο θέμα (επιδιόρθωση) κατάθεσε η Μ.Υ.2 τη μαρτυρία της οποίας δέχομαι καθότι δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία που την αντικρούει αλλά και διότι από το σύνολο της μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου αυτή είναι πειστική. Ως εκ τούτου τα ποσό των £44.550 (€76118,19) γίνεται μεν αποδεκτό πλην όμως λαμβάνοντας υπόψη ότι το δικογραφημένο ποσό είναι μόνο £40.000 (€68.344,06) αυτό είναι που γίνεται εύρημα στο Δικαστήριο. Είναι επίσης κοινό έδαφος ότι το υποστατικό και όλη η γειτνιάζουσα περιοχή ευρίσκεται σε απροσπέλαστη δια το κοινό περιοχή. Ο συνήγορος της ενάγουσας αρνείται την ύπαρξη της νεκρής ζώνης η οποία εν πάση περιπτώσει εάν υπάρχει κατά την εισήγηση του δεν μπορεί να είναι αντικείμενο Δικαστικής Γνώσης. Σύμφωνα με το σύγγραμμα «Δίκαιο της Απόδειξης» του Τάκη Ηλιάδη σελ. 48: «ο κανόνας της Δικαστικής Γνώσης επιτρέπει σε ένα Δικαστήριο να δέχεται ως αποδεδειγμένα μερικά αναμφισβήτητα και πασίδηλα γεγονότα. Στην Νεοκλέους ν. Γενικός Εισαγγελέας
(1993)1 Α.Α.Δ (31.5.93) λέχθηκε ότι «Δικαστική Γνώση μπορεί να ληφθεί μόνο για γεγονότα τα οποία είναι πασίγνωστα σε βαθμό που να αποτελούν κοινή γνώση». Στην Καρυδάς Ταξί Λτδ ν. Κωμοδίκη
(1975)1 C.L.R 321, 330 απεφασίσθη ότι μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο Δικαστικής Γνώσης στην Κύπρο ότι με την Τουρκική Εισβολή κατακτήθηκε και κατέχεται ένα μεγάλο μέρος του Κυπριακού Εδάφους. Εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης όλοι οι μάρτυρες ενώπιον του Δικαστηρίου κατάθεσαν ότι η επίδικη οικία βρίσκεται σε χώρο απροσπέλαστο από το κοινό με επιτρεπόμενη είσοδο μόνο σ΄ αυτούς που εξασφαλίζουν άδεια από την UNFICYP. Σύμφωνα με την αποδεκτή και μη αμφισβητούμενη μαρτυρία, αυτή ευρίσκεται μεταξύ φυλακίων των Τουρκικών Δυνάμεων Εισβολής και της Εθνικής Φρουράς εντός της ζώνης αυτής. Εις την Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας
(2001)3 Α.Α.Δ 672, 683 αναφέρεται:- «Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε σε ενδιάμεση απόφαση του (με την οποία απορρίφθηκε αίτημα των εφεσειουσών για την προσαγωγή προφορικής μαρτυρίας ως προς το καθεστώς της νεκρής ζώνης) ότι η κυριαρχία της Δημοκρατίας αναμφίβολα επεκτείνεται σε ολόκληρο το έδαφος της, όπως αυτό καθορίζεται από τη Συνθήκη Εγγύησης και ότι δεν έχει γίνει καμιά εκχώρηση του δικαιώματος αυτού στα Ηνωμένα Έθνη ή στην ΟΥΝΦΙΚΥΠ. Όπως έχει προβληθεί από τους εφεσίβλητους, η ούτω καλούμενη νεκρή ζώνη (buffer zone) καλύπτει τη γραμμή κατάπαυσης του πυρός των Τουρκικών Δυνάμεων και της Εθνικής Φρουράς της Δημοκρατίας μέσα στην οποία η Δημοκρατία έχει αποδεχθεί την ύπαρξη της ΟΥΝΦΙΚΥΠ σε μια προσπάθεια αποτροπής της παραβίασης της κατάπαυσης του πυρός και προώθησης στρατιωτικών κινήσεων.» Εις Κύπρο είναι αναμφισβήτητο και πασίδηλο γεγονός ότι από το 1974 μεταξύ των κατοχικών Τουρκικών Στρατευμάτων που ευρίσκονται στο βόρειο Τμήμα της Κύπρου και των νόμιμων στρατιωτικών δυνάμεων (Εθνική Φρουρά) της Κυπριακής Δημοκρατίας που ευρίσκεται εις το Νότιο Τμήμα της Κύπρου υπάρχει από ανατολάς προς δυσμάς η νεκρή ζώνη η οποία ελέγχεται από τις δυνάμεις των Ηνωμένων Εθνών. Εις αυτή η είσοδος είναι επιτρεπτή μόνον κατόπιν αδείας, προηγουμένως εξασφαλισθείσης από τις Δυνάμεις των Ηνωμένων Εθνών. Αυτό είναι αντικείμενο Δικαστικής Γνώσης. Η Ειρηνευτική Δύναμη των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο καθιδρύθηκε από το Γενικό Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών με την απόφαση S/5575 του Συμβουλίου Ασφαλείας της 4ης Μαρτίου 1964. Εν όψει των προνοιών του Άρθρου 105 του Καταστατικού Χάρτη και της Συνθήκης των Ηνωμένων Εθνών, έγιναν ειδικές διευθετήσεις που καθορίζουν ορισμένους όρους για την αποτελεσματική εκπλήρωση της αποστολής της Δύναμης όσο αυτή παραμένει στην Κύπρο. Οι διευθετήσεις ενσωματώθηκαν στη Συμφωνία. Η συμφωνία αυτή έχει αυξημένη ισχύ έναντι οποιουδήποτε εσωτερικού νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 169.3 του Συντάγματος (βλ. Malachtou v. Armefti
(1987)1 C.L.R 207, Pavlou v. Returning Officer & Others
(1987)1 C.L.R 252, 268, Σταυρινού ν. United Nations και άλλος
(1992)1 Α.Α.Δ 992, 1000.). Η συμφωνία είναι ημερ. 31ης Μαρτίου 1964 και επικυρώθηκε με τον Περί της Συμφωνίας της Αφορώσης εις το Νομικόν Καθεστώς της εν Κύπρω Δυνάμεως των Ηνωμένων Εθνών (Κυρωτικός) Νόμος του 1964, Ν.29/
- Ο Ν.29/64τροποποιήθηκε με το Ν.69/
- Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι υποχρεωμένη βάσει του άρθρου 19 της άνω Συμφωνίας να παράσχει στη Δύναμη περιοχές για γραφεία, στρατόπεδα ή έτερα καταλύματα δια τη στέγαση και εκπλήρωση της αποστολής της Δύναμης. Το άρθρο 19 έχει ως ακολούθως:- «Άρθρο
- Η Κυβέρνησις θα παράσχη τη Δυνάμει άνευ οιασδήποτε επιβαρύνσεως και εν συμφωνία μετά του Διοικητού τοιαύτας περιοχάς δια γραφεία, στρατόπεδα, ή έτερα καταλύματα ως ήθελον κριθή αναγκαία δια την στέγασιν της Δυνάμεως και την εκπλήρωσιν της αποστολής αυτής. Παρά το γεγονός ότι άπαντα τα τοιαύτα καταλύματα εξακολουθούν να παραμένωσιν εν τη εδαφική επικράτεια της Κύπρου, ταύτα θα είναι απαραβίαστα, υποκείμενα εις τον αποκλειστικόν έλεγχον και την αποκλειστικήν εξουσίαν του Διοικητού, όστις και μόνος δύναται να συναινέση εις την είσοδον αξιωματούχων προς άσκησιν καθηκόντων εντός των τοιούτων καταλυμάτων.» Μέσα στα πλαίσια αυτά και υποχρεωτικά βάσει των άνω δεσμεύσεων της η Κυπριακή Δημοκρατία συμφώνησε όπως η επίδικη οικία χρησιμοποιηθεί από την UNFICYP και η οποία την χρησιμοποίησε από το Σεπτέμβριο του 2001 μέχρι τον Ιανουάριο του
- Η αξίωση της ενάγουσας ως αυτή επέλεξε να τη δικογραφήσει στηρίζεται στους εξής πυλώνες. Πρώτο, επι του αστικού αδικήματος της παράνομης επέμβασης, δεύτερο παράβαση καθήκοντος απορρέοντος από το Νόμο και τρίτο δια παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στην ουσία όπως προκύπτει από την αγόρευση του συνήγορου της Ενάγουσας είναι δύο. Το δεύτερο καθορίζεται ως υποχρέωση της Κυπριακής Δημοκρατίας να καταβάλει αποζημιώσεις συνεπεία του πρώτου δηλαδή του αστικού δικαιώματος της παράνομης επέμβασης. Α. Παράνομη Επέμβαση Το Άρθρο 43
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ΚΕΦ. 148 έχει ως ακολούθως: "43
(1)Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο." Το αδίκημα είναι αγώγιμο per se και δεν χρειάζεται απόδειξη ζημιάς. Η είσοδος σε ακίνητη ιδιοκτησία άλλου χωρίς την συγκατάθεση κατόχου της ή χωρίς την εξουσιοδότηση από το Νόμο, συνιστά παράνομη επέμβαση. Όπου δεν αποδεικνύεται η ύπαρξη ζημιάς, μπορεί να επιδικαστούν μόνο ονομαστικές αποζημιώσεις και να μη δοθούν έξοδα ή ακόμη και να διαταχθεί ο ενάγων να καταβάλει έξοδα στον εναγόμενο. (Παπακόκκινου κ.α. ν. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379, Κakoullou and Another v. Kakoulli
(1985)1 C.L.R. 355, Ttantis v. Hadjimichael and Another
(1982)1 C.L.R. 301 και Ευθυβούλου κ.α. v. Συμβούλιο Βελτιώσεως Κισσόνεργας κ.α.,
(1998)1 Α.Α.Δ 1059). Όπου αποδεικνύεται παράνομη κατοχή ακινήτου το μέτρο αποζημιώσεων είναι η αγοραία ενοικιαστική αξία του ακινήτου και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό, αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία της περιουσίας (Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων
(1992)1 Α.Α.Δ. 882). Η καταβολή αποζημιώσεων με βάση τις πιο πάνω αρχές επιβάλλεται, έστω και αν ο ιδιοκτήτης δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία ή να την ενοικιάσει (Γενικός Εισαγγελέας v. Bahcecioglou και Αλλος,
(1998)1 Α.Α.Δ 426 όπου γίνεται αναφορά σχετικά με το θέμα στην Strand Electric and Engineering Co. Ltd v. Brisford Ltd
(1952)1 All E.R. 796). Σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία, ο ορθός τρόπος υπολογισμού των αποζημιώσεων για παράνομη επέμβαση είναι με βάση την ενοικιαστική αξία της ακίνητης περιουσίας σε σχέση με την σχετική χρονική περίοδο της επέμβασης και της χρήσης της ακίνητης ιδιοκτησίας. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 882, όπου λέχθηκε ότι το μέτρο αποζημίωσης για παράνομη κατοχή ακινήτου είναι η ενοικιαστική αξία του κτήματος και όχι το όφελος που προσπορίζεται ο παράνομος κάτοχος από τη χρήση της γης ή η ακριβής απώλεια του ιδιοκτήτη, ότι δηλαδή το κριτήριο για την αποζημίωση του ιδιοκτήτη είναι αντικειμενικό και αλληλένδετο με την ενοικιαστική αξία του κτήματος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την Αγγλική νομολογία, πρόσωπο που επεμβαίνει σε ακίνητη ιδιοκτησία και τη χρησιμοποιεί για δικούς του σκοπούς, πρέπει να καταβάλει αποζημιώσεις με βάση τις πιο πάνω αρχές, ανεξάρτητα από το αν ο ιδιοκτήτης θα μπορούσε ή όχι να χρησιμοποιήσει ο ίδιος την περιουσία του ή να την ενοικιάσει. (Δέστε μεταξύ άλλων Strand Electric and Engineering Co. Ltd v. Brisford Ltd
(1952)1 A11E.R. 796).». σελ.437-
- Εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης η Ενάγουσα αποδίδει ευθύνη εις την Κυπριακή Δημοκρατία διότι επέτρεψε στην UNFICYP να λάβει κατοχή του υποστατικού χωρίς την συγκατάθεση της. Επεμβαίνει εις την επίδικη οικία διότι επέτρεψε στη UNFICYP να την ελέγχει και να εμποδίζει την Ενάγουσα από του να την κατέχει. Όπως ήδη έχει αναφερθεί και είναι εύρημα του Δικαστηρίου η επίδικη οικία επιλέγη από την UNIFICYP διά να χρησιμοποιηθεί ως παρατηρητήριο της και η Κυπριακή Δημοκρατία μέσω των αρμοδίων Οργάνων, ήτοι Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων συγκατατέθηκε μέσα στα πλαίσια των υποχρεώσεων της που πηγάζουν από τη συμφωνία ημερ. 31.3.1964 (Ν.29/64). Ακριβώς λόγω των υποχρεώσεων της αυτών προέβη στις ενέργειες και πράξεις με τις οποίες η επίδικη οικία ετέθη υπό την κατοχή της UNFICYP. Ο εναγόμενος εις την Έκθεση Υπεράσπισης παράγρ. 1 αναφέρει ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και/ή αρμοδιότητας να εκδικάσει την παρούσα αγωγή καθότι τα εγειρόμενα ζητήματα αφορούν πράξεις κυβερνήσεως. Η Ενάγουσα, όπως η ίδια δήλωσε (βλ. επιστολή της ημερ. 16.7.05 μέρος του τεκμ. 2) είναι Άγγλος Υπήκοος. Το άρθρο 5 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου ΚΕΦ. 148 προβλέπει ως ακολούθως:- «Άρθρο
- Καμία αγωγή δεν εγείρεται δυνάμει των διατάξεων του Νόμου αυτού σε σχέση με πράξη Κυβέρνησης, δηλαδή οποιαδήποτε πράξη που προκαλεί βλάβη ή ζημιά σε πρόσωπο, το οποίο κατά το χρόνο της τέλεσης της πράξης δεν είναι πολίτης της Δημοκρατίας, και η οποία πράξη τελέστηκε από εκπρόσωπο των πολιτικών ή στρατιωτικών αρχών της Δημοκρατίας και είτε προηγουμένως εξουσιοδοτήθηκε ή μεταγενέστερα εγκρίθηκε από τη Δημοκρατία.» Το άρθρο αυτό λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης ως έχουν εκτεθεί ανωτέρω, εφαρμόζεται πλήρως εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης και συνεπώς η αγωγή δεν δύναται να επιτύχει επί τη βάσει αυτή. Β. Παραβίαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Σύμφωνα με την εισήγηση του συνήγορου της ενάγουσας η τελευταία ως ιδιοκτήτρια της επίδικης οικίας προστατεύεται από το άρθρο 8 και άρθρο 1 του Πρωτόκολλου 1 (ειρηνική απόλαυση περιουσίας) είτε από μόνα τους είτε σε συνδυασμό με το άρθρο 14 (προστασία από δυσμενή διάκριση). Ήταν περαιτέρω εισήγηση του ότι «το ότι η ενάγουσα εμποδίζεται από την ίδια τη Δημοκρατία ή μέσω της εντολοδόχου ή αδειούχου της - UNFICYP - η οποία εμποδίζει την πρόσβαση και χρήση της επίδκης οικίας και πάλιν δεν διαφοροποιούν την ευθύνη της Δημοκρατίας». Η οικία βρίσκεται κάτω από τον έλεγχο της Δημοκρατίας και εφαρμόζονται οι νόμοι της Δημοκρατίας καθότι είναι έδαφος της. Στο τέλος περιόρισε την ισχυριζόμενη παραβίαση στο ότι η Δημοκρατία επεμβαίνει εις την υπό της εναγούσης ειρηνική απόλαυση της περιουσίας της. Δεν της επιτρέπεται η πρόσβαση ή χρήση. Περαιτέρω η άνω επέμβαση στην ειρηνική απόλαυση συνιστά επιπρόσθετα δυσμενη διάκριση σε σχέση με την τοποθεσία της επίδικης οικίας. Αν ήταν όπως το έθεσε «ένα δρόμο πιο νότια» δεν θα υπήρχε αυτή η διάκριση την οποία η Δημοκρατία συνεχίζει να επιτρέπει. Παρέπεμψε δια υποστήριξη των θέσεων του στο σύγγραμμα Law of the European Convention on Human Rights των D.J. Harris, O'Boyle, Bates, Buckle.. 2η έκδοση σελ. 804-807 και απόφαση Ilascu and others v. Moldova and Russia 2002- VII 40 ECHR 1030 G C. Nα σημειωθεί ότι δήλωσε ότι η επίδικη κατοικία δεν ήτο η κατοικία της εναγούσης και γι΄ αυτό δεν υπάρχει ισχυρισμός παράβασης κάτω από το άρθρο 8 της Σύμβασης. Ο εναγόμενος αντιτάσσει ότι επέτρεψε μεν εις την Ειρηνευτική Δύναμη να ασκεί έλεγχο στη νεκρή ζώνη όπου και η οικία της εναγούσης πλην όμως δεν είχε επιλογή. Θέματα εθνικής ασφάλειας επέβαλλαν την εμπλοκή των Ηνωμένων Εθνών για διατήρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Με παραπομπή στην απόφαση του ΕΔΑΔ ημερ. 11.12.08 στην υπόθεση 45267/06 μεταξύ Kyriakoula Stephens v. Cyprus, Turkey and the National Nation εισηγήθηκε ότι ουδεμία ευθύνη έχει η Κυπριακή Δημοκρατία. Εις την Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1(Α) Α.Α.Δ 558, 567 λέχθησαν σχετικά με την «Παραβίαση Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών - Αγώγιμο Δικαίωμα» τα ακόλουθα στις σελ. 567-569:- «Παραβίαση Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και Ελευθεριών - Αγώγιμο Δικαίωμα. Το Σύνταγμα της Κύπρου κατοχυρώνει σε ιδιαίτερο κεφάλαιο - Μέρος II - τα Θεμελιώδη Δικαιώματα και Ελευθερίες του Ανθρώπου και επιβάλλει το σεβασμό τους. Τα δικαιώματα και οι ελευθερίες του ατόμου έχουν καθολικό χαρακτήρα. Δεσμεύονται οι πάντες να τα σέβονται και να αφίστανται από κάθε πράξη προσβολής τους. Η υπόσταση και το πεδίο εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων διαγνώστηκαν και δόθηκε έκφραση σ' αυτά στη θεμελιακή απόφαση Georghiades και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Περιορισμοί στα δικαιώματα του ανθρώπου, άλλοι από εκείνους που θέτει το Σύνταγμα, δεν χωρούν - Άρθρο 33.1 του Συντάγματος. Τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου δεν προσδιορίζονται με αναφορά στα αστικά δικαιώματα του ατόμου κατά το δίκαιο της χώρας. Προσιδιάζουν στο άτομο, έχουν καθολικό χαρακτήρα ταυτίζονται δε με τη φύση και την αυτονομία του ανθρώπου στον κοινωνικό και πολιτειακό χώρο. Το Σύνταγμα καθιστά την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων και την αποτελεσματική εφαρμογή τους πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας σ' όλες τις λειτουργίες της. Το Άρθρο 35 του Συντάγματος (το τελευταίο άρθρο του Μέρους II) προ-25 βλέπει: «Αι νομοθετικοί, εκτελεστικοί και δικαστικοί αρχαί της Δημοκρατίας υποχρεούνται να διασφαλίζωσι την αποτελεσματικήν εφαρμογήν των διατάξεων του παρόντος μέρους, εκάστη εντός των ορίων της αρμοδιότητος αυτής.» Το Άρθρο 35 επιβάλλει υποχρέωση σε κάθε μια από τις τρεις λειτουργίες της Πολιτείας να διασφαλίσει, μέσα στα όρια των αρμοδιοτήτων της, την αποτελεσματική εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η διαπίστωση παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η παροχή θεραπείας εμπίπτουν, ως εκ της φύσεως τους, στη σφαίρα της δικαστικής λειτουργίας. Οι θεραπείες που μπορεί να παρασχεθούν είναι εκείνες που προβλέπει το δίκαιο της χώρας, οι οργανικοί νόμοι που διέπουν τα της απονομής της δικαιοσύνης. (Βλ. Μεταξύ άλλων τον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960, (Ν. 14/60)και τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6.) Η πρόσβαση στο Δικαστήριο ρυθμίζεται από τους Θεσμούς που διέπουν την απονομή της δικαιοσύνης. (Βλ. επίσης Άρθρο 30.1 του Συντάγματος.) Οι θεραπείες που μπορεί να χορηγηθούν στο πεδίο της αστικής δικαιοδοσίας των δικαστηρίων περιλαμβάνουν αποζημιώσεις προς αποκατάσταση τρωθέντων δικαιωμάτων, επανόρθωση προκληθείσας βλάβης, απαγορευτικά και προστακτικά διατάγματα και θεραπείες παρεμφερείς προς αυτές. Καμμιά εξασφάλιση δικαιωμάτων δεν είναι αποτελεσματικί εάν δεν παρέχει τα μέσα για δικαστική προστασία με τις καθιερωμένες θεραπείες του δικαίου. Τοσούτω μάλλον η προστασία τωλ θεμελιωδών και αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων του ανθρώπου Χωρίς την προστασία αυτή τα δικαιώματα θα απέβαλλαν όχι μόνο το θεμελιώδη, αλλά και αυτό τούτο το χαρακτήρα τους ως δικαιώματα- μετατρεπόμενα σε διακηρύξεις καλής συμπεριφοράς. Στο ακόλουθο απόσπασμα από την Police v. Georghiada
(1983)2 C.L.R. 33, στο οποίο παραπέμπει το πρωτόδικο δικαστήριο αναφέρεται: «... a right vests thereupon to the victim to invoke constitutional, as well as municipal, law remedies for the vindication of his rights.» Ελληνική μετάφραση ελεύθερη: «... επί τούτου παρέχεται δικαίωμα στο θύμα να επικαλεσθεί τις θεραπείες που παρέχει το Σύνταγμα και το ημεδαπό δίκαιο γιο την προάσπιση των δικαιωμάτων του.» Η άλλη διάσταση της υποχρέωσης που επιβάλλει το Αρθρο 35 είναι η απαγόρευση κάθε πράξης επαγόμενης παραβίαση ή εισχώρηση στα θεμελιώδη δικαιώματα του ατόμου. Το απαραβίαστο της ιδιωτικής ζωής κατοχυρώνεται από το άρθρο 8
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (η Σύμβαση), που επίσης αποτελεί μέρος του εσωτερικού δικαίου της χώρας, ως αποτέλεσμα τον κυρωτικού Νόμου 39/62. Το άρθρο 13 της Σύμβασης προβλέπει: «Everyone whose rights and freedoms as set forth in this Convention are violated shall have an effective remedy before a national authority notwithstanding that the violation has been committed by persons acting in an official capacity.» Στα Ελληνικά: «Παν πρόσωπον του οποίου τα αναγνωριζόμενα εν τη παρούση Συμβάσει δικαιώματα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαν, έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίασις διεπράχθη υπό προσώπων ενεργούντων εν τη εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων των.» Καθοδηγητική για την ερμηνεία του Άρθρου 13 της Σύμβασης είναι η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Στην Klass v. FRGA 28 para 64
(1979), το Δικαστήριο προέβη στη διαπίστωση ότι: «Thus, Article 13 must be interpreted as guaranteeing an "effective remedy before a national authority" to everyone who claims that his rights and freedoms under the Convention have been violated.» Ελληνική μετάφραση ελεύθερη: «Τοιουτοτρόπως το Αρθρο 13 πρέπει να ερμηνευθεί ως εγγυούμενο την παροχή «αποτελεσματικής θεραπείας ενώπιον εθνικής αρχής» στον κάθε ένα που υποστηρίζει ότι τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που του εγγυάται η Σύμβαση έχουν παραβιασθεί.» (Βλέπε επίσης Raymond 5 HRR 161 σ. 165-167 [1980].) Στην Κύπρο οι διατάξεις του Άρθρου 13 αποτελούν μέρος του ημεδαπού δικαίου· κατοχυρώνουν δικαίωμα παροχής αποτελεσματικής θεραπείας παραβιάσεων των δικαιωμάτων που κατοχυρώνει η Σύμβαση, (που σε μεγάλο βαθμό είναι επάλληλα προς τα δικαιώματα που κατοχυρώνει το Μέρος II του Συντάγματος), από αρμόδιο δικαστήριο. Έτσι, εκτός από την καθαυτή φύση των δικαιωμάτων, που ενέχει το στοιχείο δικαστικής προστασίας, τις διατάξεις του Άρθρου 35 του Συντάγματος, που επιβάλλουν υποχρέωση περί τούτου, και το Άρθρο 13 της Σύμβασης κατοχυρώνει δικαίωμα παροχής θεραπείας για όλα τα θεμελιώδη δικαιώματα που είναι επάλληλα προς εκείνα του Ευρωπαϊκού Χάρτη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.» «Η Σύμβαση και το Πρώτο Πρωτόκολλο ή Πρόσθετο όπως συχνά αναφέρεται, δεν επεκτείνουν το δικαίωμα ιδιοκτησίας, όπως κατοχυρώνεται από το Σύνταγμα. Το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου προβλέπει: "Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή διά λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους, υπό νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου, όρους. Αι προαναφερόμενοι διατάξεις δεν θίγουσιν το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι Νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων." Το δικαίωμα που προστατεύεται από το άρθρο 1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου είναι το δικαίωμα της "ειρηνικής απόλαυσης" της περιουσίας: το δικαίωμα να έχει, χρησιμοποιεί, διαθέτει, ενεχυριάζει, δανείζει, ακόμη και να καταστρέφει ένας την περιουσία του. Εγγυάται το δικαίωμα ιδιοκτησίας και προστατεύει κυρίως την απόλαυση της από επεμβάσεις του Κράτους. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ερμήνευσε το άρθρο αυτό με σειρά αποφάσεων του. Η έννοια της "περιουσίας" στο άρθρο 1 έχει αυτόνομη σημασία η οποία, βέβαια, δεν περιορίζεται στην ιδιοκτησία υλικών αντικειμένων. Ορισμένα άλλα δικαιώματα και συμφέροντα που αποτελούν κεφάλαιο μπορούν να θεωρηθούν "περιουσιακά δικαιώματα", και έτσι "ιδιοκτησία" για τους σκοπούς του άρθρου αυτού. Περιλαμβάνει ακίνητα και κινητά, μετοχές και προνόμια ευρεσιτεχνίας, όπως επίσης συμβατικά δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων ενοικιάσεων, και δικαστικών αποφάσεων. Σύμφωνα με τη νομολογία του, το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου το οποίο στην ουσία διασφαλίζει το δικαίωμα ιδιοκτησίας, δημιουργεί τρεις ξεχωριστούς κανόνες. Ο πρώτος κανόνας, που βρίσκεται στην πρώτη πρόταση της πρώτης παραγράφου, είναι γενικού χαρακτήρα και διατυπώνει καθαρά την αρχή της ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας. Ο δεύτερος κανόνας, που περιέχεται στη δεύτερη πρόταση της πρώτης παραγράφου, καλύπτει τη στέρηση της κυριότητας την οποία θέτει υπό την αίρεση ορισμένων όρων. Ο τρίτος κανόνας, που περιέχεται στη δεύτερη παράγραφο, αναγνωρίζει ότι τα Συμβαλλόμενα Μέρη δικαιούντο μεταξύ άλλων, να ελέγχουν τη χρήση της περιουσίας σύμφωνα με το γενικό συμφέρον. Οι δεύτερος και τρίτος κανόνες ασχολούνται με συγκεκριμένες περιπτώσεις επέμβασης στο δικαίωμα ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας και, επομένως, πρέπει να ερμηνεύονται κάτω από το φως της γενικής αρχής που διατυπώνεται καθαρά στον πρώτο κανόνα. Το πρώτο άρθρο απαιτεί όπως κάθε επέμβαση πρέπει να είναι νόμιμη. Η δεύτερη πρόταση της πρώτης παραγράφου εξουσιοδοτεί τη στέρηση ιδιοκτησίας μόνο προς το δημόσιο συμφέρον και "κάτω από τους όρους που προβλέπονται από νόμο και από τις γενικές του διεθνούς δικαίου". Η δεύτερη παράγραφος του αναγνωρίζει ότι τα Κράτη έχουν το δικαίωμα να ελέγχουν τη χρήση της περιουσίας με συγκεκριμένους "νόμους". Επιπλέον, ο κανόνας δικαίου, που είναι μια θεμελιώδης αρχή μιας δημοκρατικής κοινωνίας, και είναι συμφυής σε όλα τα άρθρα της Σύμβασης επιβάλλει το καθήκον κάθε Κράτους ή άλλης δημόσιας αρχής της συμμόρφωσης προς τα δικαστικά διατάγματα ή αποφάσεις που εκδίδονται εναντίον τους. Επομένως, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο υπάρχει μια ακριβοδίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του δημόσιου συμφέροντος της κοινωνίας και των αναγκών της προστασίας των ατομικών θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου. Η ισορροπία αυτή καθίσταται σχετική μόνο όταν έχει αποδειχθεί ότι η επέμβαση ικανοποιεί τις ανάγκες της νομιμότητας και δεν είναι αυθαίρετη. Η δεύτερη πρόταση της πρώτης παραγράφου εφαρμόζεται σε περιπτώσεις απαλλοτριώσεων τα οποία είναι θέματα επέμβασης στην ειρηνική απόλαυση της περιουσίας. Μια τέτοια επέμβαση πρέπει να συνιστά "δίκαιη ισορροπία" μεταξύ των αναγκών των γενικών συμφερόντων της κοινωνίας και της απαίτησης της προστασίας των βασικών δικαιωμάτων του ατόμου. Οι όροι για την αποζημίωση που προβλέπεται από τη σχετική νομοθεσία είναι σημαντικοί ως προς τον υπολογισμό κατά πόσο το αμφισβητούμενο μέτρο αφενός σέβεται τις απαιτήσεις δίκαιης ισορροπίας και αφετέρου, ειδικά, κατά πόσο δεν επιβάλλει δυσανάλογο βάρος στον ιδιοκτήτη. Σχετικά με αυτό, η στέρηση περιουσίας χωρίς την καταβολή ενός ποσού εύλογα σχετικού με την αξία της θα συνιστά, κάτω από κανονικές συνθήκες, μια δυσανάλογη επέμβαση που δεν μπορεί να δικαιολογηθεί κάτω από το άρθρο
- Το άρθρο, όμως, αυτό δεν εγγυάται δικαίωμα πλήρους αποζημίωσης σε όλες τις περιστάσεις, μια και οι νόμιμοι αντικειμενικοί σκοποί του "δημόσιου συμφέροντος" μπορούν να επιτρέπουν λιγότερη αποπληρωμή από την πλήρη αγοραία αξία.» (βλέπε Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας, Ανδρέα Ν. Λοϊζου σελ. 139) Η επίδικη οικία παρόλο που ευρίσκεται εις την Επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά το χρόνο που αυτή ευρίσκετο κάτω από τον έλεγχο της UNFICYP ήταν «απαραβίαστη και υποκείμενη εις τον αποκλειστικό έλεγχο και εξουσία του Διοικητού της» βλ. άρθρο 19 της Συμφωνίας ημερ. 31.3.64 - Ν.29/64ως ετροποποιήθη. Καθ΄ όλους τους ουσιώδεις χρόνους προς την παρούσα αγωγή ευρίσκετο και ευρίσκεται εντός της νεκρής ζώνης (buffer ZONE). Εις αυτή τη ζώνη πλήρη έλεγχο έχει η UNFICYP. Εις τη συμφωνία ημερ. 31.3.64, Ν.29/64άρθρο 4 αναφέρεται:- «
- «Περιοχή επιχειρήσεων» περιλαμβάνει οιανδήποτε περιοχήν καθ΄ άπασαν την εδαφικήν επικράτειαν της Κυπριακής Δημοκρατίας (της τοιαύτης εδαφικής επικρατείας εν τοις εφεξής καλουμένης «Κύπρος») ένθα η Δύναμις αναδιπλούται προς εκπλήρωσιν της αποστολής αυτής ως καθορίζεται εν τη ουσιώδει παραγράφω 5 της αποφάσεως του Συμβουλίου Ασφαλείας της 4ης Μαρτίου 1964 (S/5575) στρατιωτικάς εγκαταστάσεις ή τα εν παραγράφω 19 των εν τη παρούση διευθετήσεων αναφερόμενα έτερα καταλύματα συγκοινωνιακάς γραμμάς και γραμμάς προμηθείας χρησιμοποιούμενας υπό της Δυνάμεως συμφώνως ταις παραγράφοις 32 και 33 των εν τη παρούση διευθετήσεων.» Ο σκοπός δε της UNFICYP όπως αναφέρεται εις το άρθρο 45 είναι "
- ........................... ....................... 'Εν κατακλείδι επιθυμώ νά επιβεβαιώσω ότι αι δραστηριότητες της Δυνάμεως θά καθοδηγώνται καλή τή πίστει ύπό της ανατεθείσης αυτή υπό του Συμβουλίου Ασφαλείας αποστολής. Έν τή έννοια ταύτη η Δύναμις, ως αύτη κατηρτίσθη υπό του Γενικού Γραμματέως και ενεργούσα βάσει των οδηγιών και υπό την αποκλειστικήν στρατιωτικήν διεύθυνση του Διοικητού, θα καταβάλλη πάσαν δυνατήν προσπάθειαν όπως έν τώ συμφέροντι της διατηρήσεως της διεθνούς ειρήνης και ασφαλείας, παρεμπόδιση επανάληψιν των μαχών και εφόσον παρίσταται ανάγκη συνεισφέρη εις την διατήρησιν και αποκατάστασιν του νόμου και της τάξεως και εις την επάνοδον της ομαλούς καταστάσεως.» Εις την Stephens v. Cyprus, Turkey and the United Nations Decision Appl. No. 45267/06, απόφαση ημερ. 11.12.08 στη σελ. 5 αναφέρονται τα ακόλουθα:- ( Να σημειωθεί ότι συμπτωματικά η επίδικη οικία εις την υπόθεση αυτή ευρίσκεται εις την ίδια περιοχή (Arab Ahmed District in Nicosia) όπως και η οικία της ενάγουσας στην παρούσα αγωγή) «UNFICYP maintains the military status quo in the buffer zone area. It keeps constant surveillance over the buffer zone through a system of observation posts, and through air, vehicle and foot patrols. Certain parts of the buffer zone are farmed or inhabited. There are several villages or special areas called Civil Use Areas within the buffer zone where more than 10,000 people live and/or work. Civilians may enter these areas freely. Elsewhere in the buffer zone, civilian movement or activity require specific authorization from the UN." Τα παράπονα της αιτήτριας (Κυριακούλας STEPHENS) εις την πιο πάνω αίτηση ήταν μεταξύ άλλων ότι εμποδίζετο να έχει ελεύθερη πρόσβαση στην οικία της η οποία ήταν κάτω από τον έλεγχο των Ηνωμένων Εθνών και ότι δεν αποζημιώθη δια την παράβαση των δικαιωμάτων της. Να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τα γεγονότα η Εθνική Φρουρά είχε φυλάκιο στον κήπο της οικίας και «αμυντικές θέσεις» στο γκαράζ της. Το ΕΔΑΔ στην απόφαση του στη σελ. 7 αναφέρει:- «Αs for the applicant's complaint concerning denial of access to her property without compensation, the Court notes the following: In so far as the complaint is directed against Cyprus and Turkey, the Court observes that these States do not have effective control over the buffer zone in which the applicant's house is located. The applicant has not challenged a particular action or inaction by these States or otherwise substantiated any breach by the said States of their duty to take all the appropriate measures with regard to the applicant's rights which are still within their power to take (see, mutatis mutandis, Ilascu and Others v. Moldova and Russia [GC], no. 48787/99, § 221, ECHR 2004-VII). It follows, that this complaint must be declared inadmissible as manifestly ill-founded pursuant to Article 35 § 3 and 4 of the Convention. To the extent that the applicant's complaint is directed against the UN, the Court notes that UNFICYP, which has control over the buffer zone, is a subsidiary organ of the UN created under the UN Charter and is under the exclusive control and command of the UN. Consequently, its actions and inactions are in principle attributable to the UN (see, mutatis mutandis, Behrami and Behrami v. France and Saramati v. France, Germany and Norway (dec.) [GC], nos. 71412/01 and 78166/01, § 143, ECHR 2007-...). The Court reiterates that the UN has a legal personality separate from that of its member states and is not a Contracting Party to the Convention (see Behrami and Behrami, § 144, ibid.). The Court therefore is not competent ratione personae to review its acts. Hence, this part of the application must be declared incompatible ratione personae with the provisions of the Convention.» Είναι αξιοσημείωτο ότι το ΕΔΑΔ εις την άνω απόφαση του είχε και έλαβε υπόψη του την ΙΙascu and others v. Moldova and Russia (άνω) επί της οποίας στηρίχτηκε ο συνήγορος της ενάγουσας. Εις την υπόθεση αυτή απεφασίσθη ότι παρόλο που η Moldova δεν ασκούσε εξουσία επί της Transdniestria εντούτοις είχε θετική υποχρέωση να λάβει διπλωματικά, οικονομικά, δικαστικά και άλλα μέτρα τα οποία ήταν μέσα στις δυνατότητες της ώστε να εξασφαλίσουν τα δικαιώματα των αιτητών τα οποία είναι εγγυημένα από τη Σύμβαση. Εις τη Holy Monasteries v. Greece Appl. No. 13092/87, 13984/88 απόφαση ημερ. 9 Δεκεμβρίου 1994, αναφέρθησαν τα ακόλουθα: «Proportionality of the interference
- An interference with peaceful enjoyment of possessions must strike a "fair balance" between the demands of the general interests of the community and the requirements of the protection of the individual's fundamental rights (see, among other authorities, the Sporrong and Lonnroth v. Sweden judgment of 23 September 1982, Series A no. 52, p. 26, para. 69). The concern to achieve this balance is reflected in the structure of Article 1 (Pl-1) as a whole (ibid.), including therefore the second sentence, which is to be read in the light of the general principle enunciated in the first sentence (see paragraph 56 above). In particular, there must be a reasonable relationship of proportionality between the means employed and the aim sought to be realised by any measure depriving a person of his possessions (see the James and Others judgment previously cited, p. 34, para. 50).
- Compensation terms under the relevant legislation are material to the assessment whether the contested measure respects the requisite fair balance and, notably, whether it does not impose a disproportionate burden on the applicants. In this connection, the taking of property without payment of an amount reasonably related to its value will normally constitute a disproportionate interference and a total lack of compensation can be considered justifiable under Article 1 (Pl-1) only in exceptional circumstances. Article 1 (Pl-1) does not, however, guarantee a right to full compensation in all circumstances, since legitimate objectives of "public interest" may call for less than reimbursement of the full market value (see the Lithgow and Others v. the United Kingdom judgment of 8 July 1986, Series A no. 102, pp. 50-51, para. 121)." Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω, η απαίτηση της ενάγουσας θα πρέπει να απορριφθεί. Όλες οι λεπτομέρειες πράξεων και/ή παραλείψεων όπως και λεπτομέρειες παραβάσεων και/ή παραβιάσεων που αναφέρονται εις την Έκθεση Απαίτησης δεν μπορούν να αποδώσουν ευθύνη εις την Κυπριακή Δημοκρατία. Η Κυπριακή Δημοκρατία ενήργησε και ενεργεί δια τα θέματα που ενδιαφέρουν μέσα στη νεκρή ζώνη, κατόπιν οδηγιών και επιθυμιών της UNFICYP και μέσα στα πλαίσια των Διεθνών Υποχρεώσεων της. Οι ενέργειες ή οι μη ενέργειες της ικανοποιούν τις ανάγκες της νομιμότητας και δεν κρίνονται αυθαίρετες. Με δεδομένα τα πιο πάνω και λαμβανομένου περαιτέρω υπόψη του πλήρους ελέγχου της νεκρής ζώνης που έχει η UNFICYP και των υποχρεώσεων που βαρύνουν την Κυπριακή Δημοκρατία όπως αυτές αναφέρονται εις το προοίμιο του Νόμου 29/64 ως έχει τροποποιηθεί δεν μπορεί κατά τη γνώμη μου η Κυπριακή Δημοκρατία να είναι υπεύθυνη. Δεν προβλήθηκε εισήγηση από πλευράς εναγούσης ότι η συμφωνία ημερ. 31.3.64 (βλ. Ν.29/64)δεν εξυπηρετεί λόγους δημοσίας ωφέλειας ή ότι είναι αντίθετη με τις γενικές αρχές του Διεθνούς Δικαίου. (βλ. άρθρο 1 του πρόσθετου πρωτοκόλλου της Σύμβασης). Ούτε τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ποια μέτρα μπορούσε να πάρει ώστε να αποτραπεί η δημιουργία της νεκρής ζώνης ή ο έλεγχος της UNFICYP στην νεκρή ζώνη ή πότε αυτή θα επιτρέπει την είσοδο ή όχι εις την νεκρή ζώνη ή λήψις απόφασης από αυτήν (UNFICYP) δια χρήσιν της οικίας ως παρατηρητήριο και δεν τα πήρε. Ούτε ασφαλώς με τα δεδομένα της υπόθεσης τίθεται θέμα δυσμενούς διάκρισης της εναγούσης. Επίσης οι ισχυρισμοί ότι η ενάγουσα υπέστη άγχος, ταλαιπωρία και αγωνία των όσων αποδίδει στην Κυπριακή Δημοκρατία έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα όσα αναφέρει στην επιστολή της ημερ. 25.6.02 τεκμ. 4 ότι ήταν ευχαριστημένη από την επιλογή των Ηνωμένων Εθνών να χρησιμοποιήσουν την οικία της. Ρητά αναφέρει "I was absolutely delight that you choose to use my property for U.N. purposes....." Περαιτέρω αυτή ζούσε στην Αγγλία από το 1970 ήτοι προ της Τουρκικής Εισβολής, δεν έζησε ποτέ στην επίδικη οικία και ούτε φάνηκε από το σύνολο της μαρτυρίας ότι είχε δεσμούς με αυτή πλην της οικονομικής αξίωσης. Δια την οικία της δεν ενδιαφέρθη παρά μόνο δια πρώτη φορά στις 25.6.02 (βλ. τεκμ. 4) ήτοι 26-27 περίπου έτη μετά την τουρκική εισβολή και αυτό μόνο δι΄ αποκόμιση οικονομικού οφέλους ήτοι ενοίκιο. Επίσης ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι ζήτησε σε συγκεκριμένη στιγμή άδεια να μεταβεί στην οικία της από τα Ηνωμένα Έθνη και της αρνήθηκαν ή ακόμα της αρνήθηκαν άδεια να διαμένει σε αυτήν. Σε περίπτωση που εξασφάλιζε τέτοια άδεια, η Εθνική Φρουρά, όπως φάνηκε από το σύνολο της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου δεν θα αρνείτο κάτι τέτοιο η οποία να σημειωθεί ενδιαφέρετο πάντοτε δια την ασφάλεια της καθ΄ ης η αίτηση και όχι να της στερήσει οποιοδήποτε δικαίωμα της. Δι΄ όλους τους πιο πάνω λόγους η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Α Π Ο Ζ Η Μ Ι Ω Σ Ε Ι Σ Θα προχωρήσω όμως να εξετάσω τις τυχόν αποζημιώσεις που θα δικαιούτο η ενάγουσα σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής της. Η αξίωση της δια το θέμα αυτό έχει ως βάση το ισχυριζόμενο πληρωτέο ενοίκιο πριν την Τουρκική Εισβολή. Δια το θέμα αυτό κατάθεσε η ενάγουσα και η μητέρα της (Μ.Ε.1). Η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι γνώριζε ότι η οικία ενοικιάζετο δια μέλος του British Council με ετήσιο ενοίκιο £1.
- Όταν ρωτήθηκε πώς το γνώριζε απάντησε ότι παρόλες τις έρευνες της και του δικηγόρου της δεν βρήκε το ενοικιαστήριο έγγραφο αλλά αυτό της το είπε ο πατέρας και η μητέρα της. Ο πατέρας της δεν κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Κατάθεσε η μητέρα της (Μ.Ε.1) η οποία είπε ότι την ενοικίαση την έκανε ο σύζυγος της. Γνώριζε όμως ότι το ενοίκιο της επίδικης οικίας ήταν £1.100 ετησίως. Ενοικιαστήριο έγγραφο δεν είχε να παρουσιάσει, το απέδωσε δε αυτό σε μετακόμιση που έκανε. Το Βρεττανικό Συμβούλιο (British Council) επίσης δεν κλήθηκε να καταθέσει. Άγνωστο γιατί. Εξέτασα την άνω μαρτυρία της ενάγουσας και Μ.Ε.1 και δεν μπορώ να την αποδεχθώ. Η ενάγουσα όπως η ίδια δήλωσε εγκαταστάθηκε εις Αγγλία από το
- Το 1974 όπως επίσης η ίδια δήλωσε ήταν 9 ετών. Συνεπώς το 1970 ήταν 4-5 ετών και το 1973 όταν της μεταβιβάσθη δυνάμει δωρεάς από τον πατέρα της ήταν περίπου 8 ετών. (βλ πιστοποιητικό εγγραφής τεκμ. 33). Η ίδια ουδέποτε διέμενε εις αυτό εφόσον σύμφωνα με τη μαρτυρία της Μ.Υ.1 η οικία από το 1960 ενοικιάζετο εις το British Council. Από την άλλη η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι έμαθε από τη μητέρα της ότι η οικία της κατείχετο από τα Ηνωμένα Έθνη και πήγε μάλιστα και την είδε. Όπως είπε αυτό έγινε όταν ήταν παιδί λίγο μετά τις φασαρίες του 1974 αλλά δεν θυμόταν τίποτε. Είναι παραδεκτό ότι η οικία κατείχετο από τα Ηνωμένη Έθνη από το Σεπτέμβρη
- Ήτοι τουλάχιστον 25-26 χρόνια μετά από το χρόνο που τον τοποθετεί η ενάγουσα και ασφαλώς δεν ήταν «παιδί». Συνεπώς η ενάγουσα δεν θυμάται ή δεν λέει την αλήθεια και διά τα δύο θέματα. Επίσης η επιστολή ημερ. 15.7.05 (μέρος του τεκμ. 2) τη διαψεύδει. Όπως αναφέρεται εκεί το έμαθε το
- Το πιο πιθανό είναι το πρώτο δηλ. ότι δεν θυμάται. Επίσης η ενάγουσα καταθέτοντας και αντεξεταζόμενη σχετικά με την κατάσταση της οικίας της το 1974 προσπάθησε να δείξει άγνοια και ότι αυτή είχε μικρή ζημιά. Στην επιστολή της όμως 15.7.05 (μέρος του τεκμ. 2) δέχεται ότι αυτή ήταν στη μέση των πυρών και η οροφή είχε υποστεί ζημιά. Η άνω επιστολή ημερ. 15.7.05 εγράφη σε ανύποπτο χρόνο και συνεπώς κατά την άποψη μου η αλήθεια ευρίσκεται εκεί. Αυτό υποστηρίζει και η καταγραφή των ζημιών που έγινε από τα Ηνωμένα Έθνη και Υπουργείο Συγκοινωνιών και Έργων την 20.12.01 (βλ. τεκμ 45) Πέραν όμως τούτων, η Μ.Ε.1 μητέρα της ενάγουσας, εις την άνω επιστολή που εγράφη από την ίδια, ως αμφότερες ισχυρίζονται και δια λογαριασμό της ενάγουσας, αναφέρει ότι η επίδικη οικία κληρονομήθηκε από τον πατέρα της ενάγουσας όταν αυτή ήταν 16 χρονών. Ισχυρισμός αντίθετος με τους ισχυρισμούς της εναγούσης ως έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, την πτωχή εντύπωση που σχημάτισα δι΄ αμφότερες τις πιο πάνω, ήτοι ότι επρόκειτο δια πρόσωπα που δεν γνώριζαν και δεν θυμούνταν καλά τα γεγονότα αλλά αυτοσχεδίαζαν προκειμένου να βοηθήσουν την υπόθεση της ενάγουσας, ότι δεν παρουσιάσθη στο Δικαστήριο ενοικιαστήριο έγγραφο αλλά ούτε κλήθηκε το British Council να καταθέσει περί αυτού χωρίς εξήγηση για την παράλειψη αυτή, αλλά και διότι όπως είναι παραδεκτό από τη Μ.Ε.1 ότι τα του θέματος της ενοικιάσεως τα διαχερίζετο ο πατέρας της εναγούσης, δεν μπορώ να δεχθώ τους ισχυρισμούς τους διά το ισχυριζόμενο ενοίκιο των £1.100 ετησίως. Με την απόρριψη της άνω μαρτυρίας καταρρέει το οικοδόμημα επί του οποίου στήριξε ο εκτιμητής Μ.Ε.2 κ. Ανδρέας Πανταζής τους υπολογισμούς του δι΄ αποζημιώσεις που υιοθέτησε και η ενάγουσα. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο ρηθείς μάρτυρας (Μ.Ε.2) ενώ στην έκθεση του τεκμ. 35 (και τεκμ. 35(α)) αναφέρεται σε συγκριτικά ενοίκια στο τέλος τα εγκαταλείπει και παίρνει ως βάση το ενοίκιο των £1.100 ετησίως. Εις το σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι η συγκριτική μέθοδος, η κατά τα άλλα πιο ασφαλής και αξιόπιστη μέθοδος, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί επί ανομοίων δεδομένων. Ασφαλή συμπεράσματα εξάγονται όταν τα συγκριτικά έχουν τα ίδια νομικά και φυσικά χαρακτηριστικά με το επίδικο (συγκριτικό) (βλ. Χατζιημιτσή ν. Δημοκρατία κ.α
(2000)1 Α.Α.Δ 1689, 1692, Δήμος Λευκωσίας ν. Παπουή
(2004)1 Α.Α.Δ 194, 201). Προς τούτο είναι συνεπώς ορθή η μαρτυρία της Μ.Υ.1 κ. Φάνης Κουκουλαρίδου. Ούτε ασφαλώς μπορεί το Δικαστήριο να στηριχθεί επί συμβιβασμών που έγιναν σε άλλες περιπτώσεις ώστε να μπορέσει να προβεί σε οιονδήποτε εύρημα αναφορικά με την ενοικιαστική αξία του επίδικου υποστατικού. Οι συμβιβασμοί γίνονται κάτω από τα δεδομένα εκάστης υπόθεσης με αμοιβαίες υποχωρήσεις. Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει το μηχανισμό που χρησιμοποίησε το ΕΔΑΔ στις γνωστές υποθέσεις Λοϊζίδου ν. Τουρκία, Ξενίδη-Αρέστη ν. Τουρκίας, Δημάδη ν. Τουρκίας (Appl. 15318/89, 46347/99, 16299/90) καθότι δεν τέθησαν στο Δικαστήριο τα αναγκαία οικονομικά μεγέθη όπως η αξία της οικίας, η ετήσια αύξηση της, το αναμενόμενο ποσοστό ενοικίου κ.λ.π. με αποτέλεσμα να μην μπορεί να αχθεί σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο ποσό ή ποσοστό αποζημίωσης. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, αφού λαμβάνω υπόψη την πρωτοτυπία του θέματος και ότι η ενάγουσα αναφορικά με τη περιουσία της και συγκεκριμένα την επίδικο οικία περιήλθε σε μια κατάσταση χωρίς η ίδια να ευθύνεται δι΄ οτιδήποτε, κρίνω ότι δεν θα πρέπει να ακολουθηθεί ο κανόνας ότι τα έξοδα θα πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και κατά συνέπεια να τα επιβαρυνθεί η ενάγουσα. Κρίνω υπό τας περιστάσεις ότι θα ήταν ορθό και δίκαιο να υποβληθεί μόνο τα πραγματικά έξοδα (out of pocket expenses) της άλλης πλευράς και αναλόγως εκδίδεται διαταγή προς τούτο. (Υπ) Λ. Παρπαρίνος Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c:\my documents\parparinos 2010-11/Final decisions cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο