← Κύπρος

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED ν. Αντωνίου Αντώνη κ.α., Αγωγή αρ.: 9519/2007, 15 Μαρτίου, 2012

MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED ν. Αντωνίου Αντώνη κ.α., Αγωγή αρ.: 9519/2007, 15 Μαρτίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 9519/2007 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED Ενάγοντες και

  1. Αντωνίου Αντώνη
  2. Αντωνίου Άννας Χαριλάου
  3. Χαριλάου Αντωνίου Χαριλάου Εναγομένων 15 Μαρτίου, 2012 Εναγόμενος αρ. 1 - αιτητής, παρών και εμφανίζεται αυτοπροσώπως. Για τους ενάγοντες - καθ΄ ων η αίτηση, εμφανίζεται η κα Α. Πασχαλίδου για τους κ.κ. Αντώνης Πασχαλίδης και Σία. Απόφαση για την αίτηση ημερ. 10.6.11 (αίτημα για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη ενδιάμεσης αίτησης) ----------------------------------------------------------------------- Προκύπτουν από τον φάκελο της διαδικασίας τα εξής (Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου (Αρ. 2)

(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1938, 1943): Κατά την εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής εξεδόθηκε, στις 25.9.08, απόφαση υπέρ των εναγόντων - καθ΄ ων η αίτηση («οι καθ΄ ων η αίτηση») και εναντίον όλων των εναγομένων. Αιτία αγωγής αποτελεί σύναψη συμφωνίας δανείου. Παροχείς του δανείου ήσαν οι καθ'ων η αίτηση και λήπτης του υπήρξε ο εναγόμενος αρ. 1-αιτητής («ο αιτητής»), ο οποίος ενάγεται ως ο πρωτοφειλέτης. Οι εναγόμενοι αρ. 2 και 3 ενάγονται ως οι εγγυητές του. Το κλητήριο ένταλμα επεδόθηκε στους εναγομένους αρ. 1 και 2 διά της τυχοκόλλησής του στην είσοδο οικίας επί της οδού Αιγαίως αρ. 11Α, στην Παλλουριώτισσα, ενώ το κλητήριο ένταλμα επεδόθηκε στον εναγόμενο αρ. 3 διά της τυχοκόλλησής του σε διαμέρισμα επί της οδού Ακροπόλεως αρ. 71 στο Στρόβολο. Η απόφαση εξεδόθηκε ερήμην. Στις 16.3.10 ο αιτητής υπέβαλε αίτηση διά της οποίας επεδιώκει την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό του διατάγματος διά του οποίου διετάχθηκε η υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος, την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό της διενεργηθείσας υποκατάστατης επίδοσης, την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό της απόφασης ημερ. 25.9.08 καθώς και την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό και/ή την αναστολή όλων των διαδικασιών που ακολούθησαν και βασίζονται στην απόφαση αυτή. Η αίτηση υποβάλλεται εκ μέρους και των τριών εναγομένων. Ο αιτητής χειρίζεται προσωπικώς την υπόθεση. Υπογράφει ο ίδιος τα διάφορα ένδικα μέσα τα οποία προωθεί, δίδει ο ίδιος μαρτυρία και εμφανίζεται αυτοπροσώπως ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι προφανές αναφέρω πως η αίτηση ημερ. 16.3.10, σε όση έκταση αυτή αφορά στους εναγομένους αρ. 2 και 3, είναι παράτυπη και αντικανονική εφ' όσον δεν καταχωρίζεται από τους ιδίους και ούτε από συνήγορό τους. Την αίτηση ημερ. 16.3.10 συνοδεύει μακροσκελής γραπτή ένορκη δήλωση του αιτητή, ο οποίος προβάλλει ισχυρισμούς προς θεμελίωση της κεντρικής θέσης του περί κακής επίδοσης του κλητηρίου εντάλματος. Συγκεκριμένα, ο αιτητής ισχυρίζεται πως περί τον Απρίλιο του έτους 2001 εγκατέλειψε την οδό Αιγαίως αρ. 11Α, στη Λευκωσία, η οποία αναφέρεται στα διάφορα δικαστικά έγγραφα ως η διεύθυνση διαμονής του και, άρα, ως η διεύθυνσή του για επιδόσεις. Διαμένει πλέον στο χωριό Λινού. Εξ ου και δεν πληροφορήθηκε εγκαίρως για την εναντίον του κρίσιμη δικαστική διαδικασία. Τα όσα καταγράφονται στα δικαστικά έγγραφα σχετικά με την διεύθυνση επίδοσης είναι ψεύδη. Ψεύδη είναι και τα όσα ισχυρίσθηκαν οι μάρτυρες των καθ'ων η αίτηση για να εξασφαλίσουν διάταγμα για την υποκατάστατη επίδοση της αγωγής στη διεύθυνση οδός Αιγαίως αρ. 11Α. Ο αιτητής προβάλλει, επίσης, ισχυρισμούς σχετικούς με και τις υπερασπίσεις της εικονικότητας δανείου, της σύναψης σύμβασης υπό το καθεστώς ψυχικής πίεσης καθώς και των αντισυμβατικών χρεώσεων του επίδικου τραπεζικού λογαριασμού. Η αίτηση ημερ. 16.3.10 αντιμετωπίζει την γραπτή ένσταση των καθ΄ων η αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από τις γραπτές ένορκες δηλώσεις της Μαρίας Αριστοδήμου, υπαλλήλου των καθ΄ ων η αίτηση, των ιδιωτών επιδοτών Γιάννου Ιωάννου και Κωνσταντίνου Αργυρού και της Έφης Σιακαλλή, υπαλλήλου των συνηγόρων των καθ΄ ων η αίτηση. Ο ιδιώτης επιδότης Γιάννος Ιωάννου, διά της ένορκης δήλωσής του ημερ. 5.7.10 ισχυρίζεται πως ο ίδιος προέβηκε στην υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος στον αιτητή ο οποίος, κατά τον χρόνο εκείνο, διέμενε με τη σύζυγό του σε ανώγειο οικία επί της οδού Αιγαίως αρ. 11Α. Ο Γιάννος Ιωάννου προσθέτει πως τόσον πριν από την υποκατάστατη επίδοση όσον και μετά συναντήθηκε με τον αιτητή στην οδό Αιγαίως αρ. 11Α και συνομίλησε μαζί του. Σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του Γιάννου Ιωάννου, ο αιτητής γνώριζε για τις προσπάθειες των καθ'ων η αίτηση να του επιδώσουν το κλητήριο ένταλμα και εσκεμμένως απέφευγε την επίδοση. Διά της ένορκης δήλωσής του ημερ. 5.7.10, ο ιδιώτης επιδότης Κωνσταντίνος Αργυρού ισχυρίζεται πως τον Μάιο του έτους 2009 ο αιτητής διέμενε σε ανώγεια κατοικία επί της οδού Αιγαίως αρ. 11Α. Και επειδή αυτός δεν ανταποκρινόταν στις προσπάθειές του να του επιδώσει πτωχευτική αίτηση, εξασφαλίστηκε διάταγμα για σχετική υποκατάστατη επίδοση. Στις 10.12.10 ο αιτητής κατεχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωσή του. Του υπεδείχθηκε πως το διάβημα αυτό είναι ατελέσφορο εφ΄ όσον έγινε άνευ αδείας. Ακολούθως, και συγκεκριμένα στις 17.1.2011, ο αιτητής κατεχώρισε αίτηση διά της οποίας επεδίωκε την παραχώρηση άδειας για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Μετά από ακρόαση η αίτηση ημερ. 17.1.11 απερρίφθηκε. Σχετική η απόφαση ημερ. 12.5.11. Ακολούθησε η καταχώριση, στις 10.6.11, της υπό συζήτησιν αίτησης («η αίτηση») με το ίδιο αίτημα. Την αίτηση υποστηρίζει εκτενής ένορκη δήλωση του ίδιου του αιτητή διατυπωμένη με λόγο πλατειαστικό, επαναληπτικό και όχι πάντοτε ευκρινή. Παρά ταύτα είναι σαφές πως ο αιτητής επιθυμεί να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση εν σχέσει με τα όσα οι ιδιώτες επιδότες Γιάννος Ιωάννου και Κωνσταντίνος Αργυρού ισχυρίζονται στις ένορκες δηλώσεις τους ημερ. 5.7.10. Επιθυμεί, επίσης, να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση εν σχέσει με τις υπερασπίσεις του. Οι καθ΄ ων η αίτηση ενίστανται. Στην γραπτή ένστασή τους, η οποία κατεχωρίστηκε 19.9.11, ισχυρίζονται, συνοπτικά, τα εξής: 1) Εναντίον του αιτητή εξεδόθηκε διάταγμα παραλαβής και ως εκ τούτου αυτός αδυνατεί να εμφανίζεται αυτοπροσώπως ενώπιον του Δικαστηρίου. Πρόκειται για το διάταγμα παραλαβή ημερ. 1.8.11 το οποίο εξεδόθηκε στα πλαίσια της πτωχευτικής αίτησης αρ. 639/09 (Ε.Δ. Λευκωσίας) Αντώνης Αντωνίου και το οποίο επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του μάρτυρος των καθ'ων η αίτηση Σταύρου Χριστοδούλου. 2) Η αίτηση είναι καταχρηστική εφ' όσον προηγήθηκε όμοια αίτηση ημερ. 17.1.11 η οποία απερρίφθηκε. 3) Σκοπός της αίτησης είναι η εκ των υστέρων νομιμοποίηση της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης του αιτητή ημερ. 10.12.10, η οποία κατεχωρίστηκε άνευ αδείας. 4) Ο αιτητή εισάγει νέους ισχυρισμούς και επεκτείνει τα επίδικα ζητήματα. 5) Ο αιτητής δικαιούται να αντεξετάσει τους μάρτυρες των καθ'ων η αίτηση. 6) Ο αιτητής δεν δικαιούται να ενεργεί εκ μέρους των εναγομένων αρ. 2 και 3. Έχω μελετήσει τα επίδικα νομικά ζητήματα και διεξήλθα τη μαρτυρία: Σημειώνω, κατ' αρχάς, πως η έκδοση διατάγματος παραλαβής εναντίον του αιτητή δεν αποτελεί αφ' εαυτής εμπόδιο για την αυτοπρόσωπη εμφάνισή του ενώπιον του Δικαστηρίου. Εφ' όσον δεν υπάρχει ενώπιόν μου μαρτυρία για το γεγονός πως ο Επίσημος Παραλήπτης έχει διοριστεί ως διαχειριστής της περιουσίας του αιτητή δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 55 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5. Σημειώνω, περαιτέρω, πως η καταχώριση και εκδίκαση μίας ενδιάμεσης αίτησης, ως η αίτηση ημερ. 16.3.2010, ρυθμίζεται από τη Δ.48 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Ιδίως, όσον αφορά στην ακρόαση τέτοιας αίτησης, ο θ.4
(2)της Διαταγής ορίζει πως αυτή «διεξάγεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39». Αναφερόμενος σε ένορκες δηλώσεις, ο θεσμός εννοεί αυτές που καταχωρούνται εξ αρχής μαζί με την ενδιάμεση αίτηση και την ένσταση καθώς και αυτές που καταχωρούνται στη συνέχεια ως συμπληρωματικές (επιπρόσθετες) των αρχικών, εφ΄ όσον δοθεί σχετική άδεια από το Δικαστήριο. Ο ίδιος θεσμός ορίζει πως «το Δικαστήριο ή Δικαστής, μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί, για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων». Από το γράμμα της Δ.48 θ.4
(2)προκύπτει πως η δυνατότητα καταχώρισης συμπληρωματικής (επιπρόσθετης) ένορκης δήλωσης δεν είναι δεδομένη ούτε αυτόματη και ούτε ατέρμονη. «. το κατά πόσο θα επιτραπεί σε ένα διάδικο να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση σε μια αίτηση ενδιάμεσης φύσεως εμπίπτει σαφώς στη διακριτική ευχέρεια του . Δικαστηρίου» (δείτε την απόφαση Ματθαίου κ.α.
(2008)1 (Α) Α.Α.Δ. 510, 514). Για να ασκηθεί η διακριτική εξουσία υπέρ του αιτήματος για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα πρέπει ο διάδικος που υποβάλλει το αίτημα να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχει καλός λόγος για κάτι τέτοιο. Ο «καλός λόγος» είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με το είδος της ενδιάμεσης αίτησης καθώς και με τη φύση των θεραπειών που αυτή επιδιώκει. Ο «καλός λόγος» συνυφαίνεται με τη σημασία που έχει η προτεινόμενη επιπρόσθετη μαρτυρία για την εκδίκαση της εκάστοτε ενδιάμεσης αίτησης, με την ευχέρεια παρουσίασης της μαρτυρίας αυτής διά των αρχικών ενόρκων δηλώσεων καθώς και με την ανάγκη αντίκρουσης μαρτυρίας του αντιδίκου. Βεβαίως, η αμφισβήτηση γεγονότων δεν θεμελιώνει, άνευ άλλου τίνος, «καλό λόγο» για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ώστε να απαντηθούν ισχυρισμοί του αντιδίκου ή να προσαχθεί πρόσθετη μαρτυρία. Στην προκειμένη περίπτωση και δεδομένων αφ' ενός της φύσης της αίτησης ημερ. 16.3.10 και αφ' ετέρου του κυρίαρχου λόγου για τον οποίον επιδιώκεται η ακύρωση και ή ο παραμερισμός της απόφασης ημερ. 25.9.08 (κακή επίδοση του κλητηρίου εντάλματος) συντρέχει, πράγματι, «καλός λόγος» για να επιτραπεί στον αιτητή να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση εν σχέσει με τα όσα ο ιδιώτης επιδότης Γιάννος Ιωάννου αναφέρει στις παρα. 7 έως και 14 της ένορκης δήλωσής του ημερ. 5.7.10. Εφ' όσον ο αιτητής βαρύνεται να αποδείξει τον κεντρικό ισχυρισμό του περί κακής επίδοσης θα πρέπει να του δοθεί ευκαιρία να συμπληρώσει τους σχετικούς ισχυρισμούς του για να αντικρούσει τα όσα σοβαρά ισχυρίζεται ο Γιάννος Ιωάννου. Συναφώς αναφέρω πως η επί τη βάσει της Δ.26 θ.14 και της Δ.17 θ.10 εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίζει αποφάσεις οι οποίες εξεδόθηκαν ερήμην είναι διακριτική. Γνώμονα αποτελεί η ανάγκη να εξισορροπηθούν αφ' ενός το δικαίωμα κάθε διαδίκου να ακουσθεί και αφ' ετέρου η ανάγκη προόδου και αποπεράτωσης της δίκης χωρίς προσκόμματα (Γεωργίου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου (Αρ. 2) (ανωτέρω), 1941). Στην προκείμενη περίπτωση και επί τη βάσει της ένορκης δήλωσης του αιτητή, η οποία υποστηρίζει την αίτηση ημερ. 16.3.10 αυτός θα πρέπει να αποδείξει ότι η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος ήταν κακή, οπότε η απόφαση ημερ. 25.9.08 θα ακυρωθεί ex debito justitiae (Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 247, 250). Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση επιτυγχάνει. Δίδεται άδεια στον εναγόμενο αρ. 1-αιτητή να καταχωρίσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης ημερ. 16.3.10, ως οι παρα. 7 έως και 14 της ένορκης δήλωσής του ημερ. 10.6.11. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση δύναται να καταχωρισθεί εντός είκοσι-μίας
(21)ημερών από σήμερα. Καμία διαταγή για τα έξοδα. (Υπ.)............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.