← Κύπρος

Αθανάσιου Δρούγκα ν. Μάριου Σταύρου, Αρ. Αγωγής: 3981/11, 20 Μαρτίου 2012

Αθανάσιου Δρούγκα ν. Μάριου Σταύρου, Αρ. Αγωγής: 3981/11, 20 Μαρτίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A73 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3981/11 Μεταξύ Αθανάσιου Δρούγκα, εξ Ελλάδος Eνάγοντα και Μάριου Σταύρου, εκ Λευκωσίας Εναγόμενου Αίτηση για συνοπτική απόφαση ημερ. 20.6.2011 Ημερομηνία: 20 Μαρτίου 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον αιτητή-ενάγοντα: κ. Δ. Συρίμης για Σωτήρη Αργυρού Δ.Ε.Π.Ε. Για τον καθ' ου η αίτηση-εναγόμενο: κα Κ. Θεοχαρίδου για Αγγελίδη, Ιωαννίδη, Λεωνίδου Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ο αιτητής-ενάγων ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης όπως η απαίτηση του στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα εναντίον του καθ' ου η αίτηση-εναγόμενου, πλέον έξοδα. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18 θθ 1-2 και 9(α), Δ.48 θθ 1-4 και 9 και Δ.64, υποστηρίζεται δε από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα ίδιας ημερομηνίας. Ο ενόρκως δηλών-ενάγων αναφέρει ότι έχει θετική γνώση των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση, τα οποία γνωρίζει πλήρως και για όσα γεγονότα δεν έχει προσωπική γνώση αναφέρει την πηγή της πληροφόρησης του, ενώ η αναφορά του σε νομικά θέματα γίνεται κατόπιν συμβουλών των δικηγόρων του. Συμφωνεί πλήρως με το περιεχόμενο του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής, το οποίο και υιοθετεί. Όπως φαίνεται και από τον φάκελο της υπόθεσης, η αγωγή καταχωρήθηκε στις 6.6.2011 και επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 9.6.2011, ο οποίος καταχώρησε εμφάνιση μέσω δικηγόρου στις 15.6.

  1. Σύμφωνα με νομική συμβουλή που έχει λάβει, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι η εμφάνιση που καταχωρήθηκε εκ μέρους του εναγόμενου στερείται οποιασδήποτε αξίας και καταχωρήθηκε τυπικά ώστε αυτός να κερδίσει χρόνο. Ο εναγόμενος οφείλει στον ενόρκως δηλούντα το ποσό των €100.000, πλέον τόκους και έξοδα, δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου ημερομηνίας 31.3.2011, το οποίο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  2. Επίσης, ο εναγόμενος του οφείλει το ποσό των €195,75, που κατέβαλε για χαρτοσήμανση του γραμματίου. Το εν λόγω χρέος του εναγόμενου εξακολουθεί να οφείλεται στον ενάγοντα παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του τελευταίου και παρόλο που ο εναγόμενος αναγνώρισε το χρέος του. Για σκοπούς πληρότητας, όπως αναφέρει ο ενόρκως δηλών, το ποσό των €100.000 δόθηκε από αυτόν στον εναγόμενο σε μετρητά και ο τελευταίος προς ικανοποίηση του χρέους εξέδωσε προς όφελος του ενάγοντα δύο επιταγές της Νέας Σ.Π.Ε. Λακατάμειας, των οποίων τους αριθμούς παραθέτει, για το ποσό των €50.000 έκαστη, που δεν τιμήθηκαν εφόσον επιστράφηκαν πίσω με την ένδειξη «ο λογαριασμός έχει παγοποιηθεί». Μετά από εκκλήσεις του εναγόμενου προς τον ενάγοντα για την πίστωση χρόνου προς εξόφληση των οφειλών του, ο εναγόμενος προχώρησε στην υπογραφή του επίδικου γραμματίου. Με επιστολή των δικηγόρων του ενόρκως δηλούντα, ο εναγόμενος κλήθηκε να καταβάλει τις προς αυτόν οφειλές του με την παράλληλη επίστηση της προσοχής του ότι ο ενάγων θα προχωρούσε στη λήψη νομικών μέτρων εναντίον του (Τεκμήριο 2), χωρίς ωστόσο να υπάρξει ανταπόκριση από τον εναγόμενο. Στο επίδικο γραμμάτιο αναφέρεται ότι το προαναφερθέν ποσό θα πληρωθεί σε δύο μηνιαίες δόσεις από €50.000 έκαστη στις 15.4.2011 και την 1.5.2011 αντίστοιχα και οι τόκοι θα πληρωθούν με την καταβολή της δεύτερης δόσης στις 15.5.
  3. Επίσης, αναφέρεται ρητά ότι σε περίπτωση καθυστέρησης πληρωμής οποιασδήποτε των δόσεων πέραν των 7 ημερών το γραμμάτιο θα καθίσταται ληξιπρόθεσμο. Παρόλο που έχουν παρέλθει οι εν λόγω ημερομηνίες, ο εναγόμενος δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι των οφειλών του. Με την θέση ότι ο εναγόμενος δεν έχει οποιαδήποτε υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση, ο ενάγων εισηγείται ότι είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί απόφαση εναντίον του εναγόμενου ως το αιτητικό της έκθεσης απαίτησης. Με την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης, που καταχωρήθηκε στις 10.11.2011 και βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.18, Δ.48 θθ 1-13 και Δ.64 καθώς και στη νομολογία, στις συμφυείς και αναφαίρετες εξουσίες και γενικές αρχές των Δικαστηρίων της χώρας και στο δόγμα της επιείκειας, ο καθ' ου η αίτηση-εναγόμενος προβάλλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης: - ότι η αίτηση είναι παράτυπη και/ή προβληματική και/ή αντικανονική καθόσον δεν έχει καλή και βάσιμη υπόθεση αφού η απαίτηση του αιτητή για δήθεν οφειλόμενα σ' αυτόν ποσά είναι αβάσιμη και/ή πηγάζει από άκυρη και/ή ακυρώσιμη συμφωνία και δικαιολογημένα αμφισβητούνται από τον εναγόμενο - ότι η αίτηση είναι παράτυπη και/ή προβληματική και/ή αντικανονική καθόσον δεν αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με τις πραγματικές συνθήκες υπό τις οποίες συνήφθη η ισχυριζόμενη συμφωνία, δηλαδή υπό το καθεστώς πίεσης και/ή εξαναγκασμού και λόγω της διανοητικής και ψυχικής κατάστασης του εναγόμενου που οδηγούν σε ακυρότητα της συμφωνίας, εφόσον δεν είναι προϊόν ελεύθερης και/ή ηθελημένης δήλωσης βουλήσεως του εναγόμενου - ότι η αίτηση είναι παράτυπη και/ή προβληματική και/ή αντικανονική και/ή καταχρηστική καθότι η οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των διαδίκων μόνο σε διαδικασία αγωγής μπορεί να επιλυθεί - ότι η αίτηση είναι παράτυπη και/ή προβληματική και/ή αντικανονική και/ή καταχρηστική εφόσον με αυτήν ο αιτητής επιδιώκει να στερήσει το αναφαίρετο δικαίωμα του εναγόμενου να ακουστεί και να εκθέσει την άποψη του στα επίδικα θέματα - ότι η αίτηση είναι παράτυπη και/ή προβληματική και/ή αντικανονική καθόσον δεν παρέχει την νομική βάση επί της οποίας στηρίζεται - ότι η αίτηση είναι καταχρηστική της δικαστικής διαδικασίας καθώς και αδικαιολόγητη και εκδικητική, ο δε εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση ώστε ενδείκνυται να του επιτραπεί να την προβάλλει ασκώντας το αναφαίρετο δικαίωμα του και - ότι η αίτηση αποτελεί προσπάθεια πίεσης στον εναγόμενο για να καταβάλει τα κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενα ποσά χωρίς να του δοθεί το δικαίωμα να ακουστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Στην ένορκη του δήλωση ίδιας ημερομηνίας που συνοδεύει την ένσταση, ο εναγόμενος, όπως αναφέρει, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης, εκτός όπου αναφέρει ρητώς το αντίθετο. Έχοντας αναγνώσει την αίτηση, την ένορκη δήλωση του ενάγοντα και το κλητήριο ένταλμα της αγωγής, ο εναγόμενος αρνείται και διαφωνεί με τους ισχυρισμούς του ενάγοντα, εκτός όπου ρητά τους αποδέχεται, υιοθετώντας και επαναλαμβάνοντας τους λόγους της ένστασης του. Ο εναγόμενος παραδέχεται τις ημερομηνίες καταχώρησης των δικογράφων της υπόθεσης, διαφωνεί ωστόσο με τον ενάγοντα ότι η εμφάνιση του στερείται αξίας και καταχωρήθηκε τυπικά για να κερδίσει χρόνο, καθότι έχει καλή υπεράσπιση με νομική αξία και βασιμότητα. Αναφέρει, επίσης, ότι δεν υπάρχει εναντίον του οποιαδήποτε ιδιωτική ποινική υπόθεση σχετικά με τις αναφερόμενες από τον ενάγοντα επιταγές. Η ισχυριζόμενη από τον ενάγοντα υπογραφή του εναγόμενου σε γραμμάτιο δεν παράγει οποιαδήποτε νομικά αποτελέσματα εφόσον κατά το εν λόγω διάστημα η ψυχική, ψυχολογική και διανοητική του κατάσταση ήταν τέτοια που δεν του επέτρεπε να αντιλαμβάνεται και να κατανοεί το τι υπέγραφε και τους λόγους που υπέγραφε. Δεν ήταν ικανός προς το συμβάλλεσθαι καθότι δεν είχε σώες τις φρένες. Επίσης, εξαναγκάστηκε από τον ενάγοντα και τους αντιπροσώπους του και δέχθηκε ψυχική πίεση και εξαπατήθηκε με ψευδείς παραστάσεις να υπογράψει την οποιαδήποτε συμφωνία, την οποία ισχυρίζεται ο ενάγοντας ότι υπάρχει αλλά ο εναγόμενος αρνείται, και οποιαδήποτε συμφωνία δεν είναι προϊόν ελεύθερης βούλησης και ηθελημένης προσωπικής του δήλωσης. Ο ενάγων εκμεταλλεύθηκε την άσχημη παθολογική, ψυχολογική και ψυχική κατάσταση του εναγόμενου και θέλησε να εκμεταλλευθεί την υπέρογκη περιουσία του για να προσποριστεί ίδιον όφελος. Ως προς την ισχυριζόμενη καθυστέρηση με την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι θα ήταν αρνητική η καθυστέρηση στην υπόθεση και για τον ίδιο αλλά έχει αναφαίρετο δικαίωμα να ακουστεί και να εκθέσει τις απόψεις του, πριν την έκδοση απόφασης εναντίον του. Οι προθέσεις του ενάγοντα δεν είναι γνήσιες και ο σκοπός του είναι να εκμεταλλευθεί την κατάσταση της υγείας του εναγόμενου. Ο εναγόμενος διερωτάται για ποιο λόγο να λάβει μετρητά ύψους €100.000 από τον ενάγοντα, εφόσον ο ενάγοντας θα του προσέφερε εργασίες και υπηρεσίες στην υπό ανέγερση πολυκατοικία του στη Λακατάμεια. Επίσης, πως είναι δυνατό ο ενάγων να ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος του οφείλει ποσά από την εκτέλεση εργασιών και ταυτόχρονα να του έδωσε σε μετρητά το εν λόγω ποσό. Τόσο η υπογραφή του επίδικου γραμματίου όσο και των επιταγών έγινε σε περίοδο που ο εναγόμενος ήταν ανίκανος να συμβάλλεται εφόσον στο παρελθόν υπήρχε διάταγμα Δικαστηρίου (Τεκμήριο 1) και παρά την αποκατάσταση του πρέπει να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, ενώ σύμφωνα με τον θεράποντα γιατρό του όταν διακόπτει την φαρμακευτική αγωγή δεν λειτουργεί φυσιολογικά (Τεκμήριο 2). Περαιτέρω, ο εναγόμενος αναφέρει ότι δεν είναι γνήσια η πρόθεση του ενάγοντα εφόσον δεν είναι δυνατό αυτός να ισχυρίζεται ότι υπογράφηκε γραμμάτιο στις 31.3.2011 προς αντικατάσταση δύο επιταγών που εξέδωσε προς όφελος του ο εναγόμενος για μετρητά και στις 11.5.2011 να του επιδίδεται επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 5.5.2011, με την οποία ο ενάγων απαιτεί το εν λόγω ποσό που προκύπτει από τις επιταγές (Τεκμήριο 3). Η εν λόγω επιστολή συντάχθηκε μετά την 1.5.2011, που σύμφωνα με το γραμμάτιο ήταν η ημερομηνία πληρωμής της δεύτερης δόσης. Συνεπώς ο ενάγων, ενώ ισχυρίζεται ότι υπογράφηκε γραμμάτιο για αντικατάσταση των επιταγών, ζητά και το ποσό που προκύπτει από τις επιταγές με σκοπό να ξεγελάσει τον εναγόμενο και να διεκδικήσει από αυτόν το ποσό των €200.000, ενώ η αλήθεια είναι ότι δεν του οφείλεται τίποτε από τον εναγόμενο. Με την εισήγηση, τέλος, ότι το επίδικο γραμμάτιο δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις της νομοθεσίας, είναι άκυρο και δεν μπορεί να εκτελεστεί λόγω άκυρου τόκου και ελλείψει νόμιμης αντιπαροχής, πέραν και ανεξάρτητα από το γεγονός ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, ο εναγόμενος ζητά την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος του αιτητή. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκαν και οι συνήγοροι των δύο πλευρών καταχωρώντας γραπτές αγορεύσεις υποστήριξαν τις θέσεις κάθε πλευράς αντίστοιχα με αναφορά στα γεγονότα και τις νομολογιακές αρχές. Εκ μέρους του αιτητή-ενάγοντα ο συνήγορος του εισηγήθηκε ότι ο αιτητής-ενάγων έχει ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις που τίθενται από τη Δ.18 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Με αναφορά στη φύση της απαίτησης και στην έλλειψη ικανοποιητικών στοιχείων εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση-εναγόμενου που να πιθανολογούν την ύπαρξη ουσιαστικής υπεράσπισης εφόσον οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί για έλλειψη δικαιοπρακτικής ικανότητας δεν μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο σε τέτοιο συμπέρασμα και σχολιάζοντας επί μέρους θέσεις της ένστασης, ο συνήγορος εισηγήθηκε την απόρριψη των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτήν και όπως η αίτηση γίνει δεκτή. Αντίθετα εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση-εναγόμενου προβάλλει η εισήγηση ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπεράσπιση στην υπόθεση, όπως με λεπτομέρεια προβάλλεται στην ένορκη του δήλωση, ενόσω ο ενάγων γνώριζε την ευάλωτη κατάσταση της υγείας του εναγόμενου και έχει αλλότρια κίνητρα όπως διαφαίνεται από τα γεγονότα, δεδομένου ότι αναφέρεται στην έκδοση του γραμματίου σε αντικατάσταση επιταγών ενώ διεκδίκησε από τον εναγόμενο την οφειλή εκ των επιταγών μετά την έκδοση του γραμματίου. Με τη θέση ότι θα πρέπει να επιτραπεί στον εναγόμενο να θέσει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 30 του Συντάγματος και του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η συνήγορος του εναγόμενου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης. Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 6.6.2011 και επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 9.6.
  4. Σημείωμα εμφάνισης εκ μέρους του εναγόμενου καταχωρήθηκε στις 15.6.
  5. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, ο ενάγων, με αναφορά στην υπογραφή εκ μέρους του εναγόμενου του επίδικου γραμματίου έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος απαιτεί από αυτόν το ποσό των €100.000 και των €195,75 για την χαρτοσήμανση του, πλέον τόκους και έξοδα. Οι νομολογιακές αρχές που αφορούν την έκδοση συνοπτικής απόφασης έχουν θεμελιωθεί σε πάγια νομολογία, όπου τονίζεται ότι η δικαιοδοσία δυνάμει της Δ.18, ως εξαιρετικό μέτρο, θα πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή ώστε να μην αποκλείεται διάδικος να εγείρει οποιαδήποτε υπεράσπιση, την οποία μπορεί πράγματι να έχει. Στην απόφαση Μεττή ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ

(2002)1(Α) ΑΑΔ 417, έχουν λεχθεί χαρακτηριστικά τα ακόλουθα: «Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η διαδικασία της συνοπτικής απόφασης είναι κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών και αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Απόφαση συνεπώς δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφού το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο εναγόμενος να διαθέτει υπεράσπιση ή ότι δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση, καταγράφοντας συνάμα την κατάληξή του αυτή. Η συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 είναι απαραίτητη για την ύπαρξη δικαιοδοσίας. Κατά συνέπεια, εκτός αν ο ενάγων ικανοποιήσει πρώτα τις διαδικαστικές αυτές απαιτήσεις, το δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης.» Σύμφωνα με το κείμενο της Δ.18 θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών αλλά και τη νομολογία ο ενάγων θα πρέπει να ικανοποιήσει ότι συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) Το κλητήριο να είναι ειδικώς οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6, (β) να έχει καταχωρηθεί σημείωμα εμφανίσεως από τον εναγόμενο και (γ) η αίτηση να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του ενάγοντος ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Με την ένορκη δήλωση πρέπει να επιβεβαιώνεται η αιτία της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και να δηλώνεται η πίστη του ενόρκως δηλούντος ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. (βλ. και ΣΠΕ Πέγειας ν. CAA Travel Media Ltd
(2008)1 (Β) ΑΑΔ 837). Η μη ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση καθόσον η τήρηση τους σχετίζεται με τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 CLR 130). Όπως έχει υποδειχθεί στη νομολογία, αν κριθεί ότι ο ενάγων με αυστηρή τήρηση και προσήλωση στις τεχνικές διατυπώσεις της Δ.18 θ.1 έχει ικανοποιήσει τις πιο πάνω προϋποθέσεις (βλ. N.V. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1912), το βάρος μετατίθεται στους ώμους του εναγόμενου, ο οποίος για να εξασφαλίσει δικαίωμα υπεράσπισης θα πρέπει να παρουσιάσει λεπτομέρειες που να δείχνουν ότι υπάρχει καλόπιστη υπεράσπιση ή εγείρονται θέματα που πρέπει να εκδικαστούν ή αποκαλύπτονται γεγονότα που κρίνονται αρκετά ώστε να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλλει υπεράσπιση (βλ. Μεττή ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, (πιο πάνω)). Το Δικαστήριο στη διαδικασία αυτή δεν προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών ή σε ευρήματα όσον αφορά την υπεράσπιση του εναγόμενου, ως να εκδίκαζε την ουσία της υπόθεσης. Αρκεί να αποκαλυφθεί συζητήσιμο θέμα προς εκδίκαση ώστε να δοθεί άδεια για υπεράσπιση (βλ. Λαζάρου ν. Μακεδόνα
(1999)1(Β) ΑΑΔ 817). Αν οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί, όσον απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, δικαιολογούν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης, η αίτηση για συνοπτική απόφαση δεν μπορεί να επιτύχει (βλ. Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ κ.α. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας Α.Ε. (Αρ. 1)
(2001)1(Α) ΑΑΔ 418). Επανερχόμενη στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, από το φάκελο της διαδικασίας προκύπτει ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων πληρούνται εφόσον αφενός το κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 6.6.2011 είναι ειδικά οπισθογραφημένο βάσει της Δ.2 θ.6 και αφετέρου ο εναγόμενος έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης στις 15.6.2011. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων προκύπτει, από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση του, ότι ο ενόρκως δηλών, ενόψει των όσων αναφέρει στην παράγραφο 1 της ένορκης του δήλωσης, είναι πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, γνωρίζοντας αυτά προσωπικά. Έχοντας ικανοποιήσει ο ενάγων τις τρεις απαιτούμενες προϋποθέσεις, θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσο ο εναγόμενος παρουσιάζει τέτοια στοιχεία και γεγονότα ώστε να αποσείει το βάρος που μετατίθεται στους ώμους του για να του δοθεί το δικαίωμα από το Δικαστήριο να υπερασπιστεί στην παρούσα αγωγή. Εξετάζοντας την ένσταση του καθ' ου η αίτηση-εναγόμενου και τους ισχυρισμούς που εκεί προβάλλονται, όπως αναλυτικά παρατέθηκαν πιο πάνω, κρίνεται ότι προβάλλεται καλόπιστη υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση. Η θέση του συνηγόρου του αιτητή-ενάγοντα ότι ελλείπει μαρτυρία ικανή να υποδείξει υπεράσπιση δεν με βρίσκει σύμφωνη. Ο καθ' ου η αίτηση-εναγόμενος δεν αμφισβήτησε την ύπαρξη του επίδικου γραμματίου συνήθους τύπου, το οποίο σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του ενάγοντα αποτελεί τη βάση της απαίτησης και είναι το Τεκμήριο 1 της αίτησης. Χωρίς να αξιολογούνται οι ισχυρισμοί του ενόρκως δηλούντα-εναγόμενου ή να εξάγονται ευρήματα αναφορικά με την υπεράσπιση του, κάτι ανεπίτρεπτο σύμφωνα με τη νομολογία, κρίνεται ότι οι ισχυρισμοί της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση, για τους οποίους ο ενόρκως δηλών δεν αντεξετάστηκε, φανερώνουν την ύπαρξη υπεράσπισης και επιδίκων θεμάτων εναντίον της αξίωσης που πρέπει να εκδικαστούν (βλ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου (πιο πάνω)). Τόσο η θέση του εναγόμενου ότι πιέστηκε, εξαναγκάστηκε και εξαπατήθηκε κατά την έκδοση του γραμματίου όσο και η απαίτηση του ενάγοντα, μετά την υπογραφή του επίδικου γραμματίου, με το Τεκμήριο 2 της αίτησης να του πληρωθεί το ποσό των €100.000 δυνάμει των δυο επιταγών που -σημειωτέον ότι δεν αναφέρονται οι ημερομηνίες τους- και κατά τον ισχυρισμό του αντικαταστάθηκαν με το επίδικο γραμμάτιο, αποτελούν θέματα που σχετίζονται με την εγκυρότητα του επίδικου γραμματίου και χρήζουν διασαφήνισης μέσα στα πλαίσια της δίκης. Όπως προνοείται στην επιφύλαξη του άρθρου 80 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, σε οποιοδήποτε δικαστικό μέτρο δυνάμει γραμματίου συνήθους τύπου αποτελεί, μεταξύ άλλων, επαρκή υπεράσπιση ότι η έκδοση του γραμματίου επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη (βλ. Χαραλάμπους κ.α. ν. Χρημ. Πάνθηρα Λτδ
(2000)1(Β) ΑΑΔ 733 και Χριστοφόρου κ.α. ν. Paneuropean Insurance Co Ltd
(2002)1(Γ) ΑΑΔ 1644). Αυτό που αβίαστα συνάγεται από τα τεθέντα ενώπιον του Δικαστηρίου είναι ότι εγείρεται θέμα εξαναγκασμού ή εξαπάτησης του εναγόμενου υπό το φως του ιστορικού της υγείας του δυνάμει των Τεκμηρίων 1 και 2 της ένστασης καθώς και αμφισβητούμενα γεγονότα ενόψει της, μεταγενέστερα της υπογραφής του επίδικου γραμματίου, απαίτησης του ενάγοντα δυνάμει των δυο προγενέστερα εκδοθεισών επιταγών που ως ο ίδιος επικαλείται αντικαταστάθηκαν με το γραμμάτιο, που δεν είναι δυνατό να διασαφηνιστούν σ' αυτό το στάδιο, όπου το Δικαστήριο δεν είναι ορθό να αξιολογήσει τις προβαλλόμενες θέσεις, ανεξάρτητα από την πιθανότητα επιτυχίας τους. Κρίνεται συνεπώς ότι όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αναφορικά με την προβαλλόμενη υπεράσπιση φανερώνουν ότι αναφύονται προς εξέταση τόσο αμφισβητούμενα γεγονότα όσο και νομικά θέματα στη βάση των πραγματικών δεδομένων, τα οποία σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας σαφώς δεν είναι ξεκάθαρα. Όπως η πρόσφατη δε νομολογία υποδεικνύει στο στάδιο της διαδικασίας συνοπτικής απόφασης δεν πρέπει να εξετάζονται νομικά ζητήματα που εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση, καθότι αυτά πρέπει να εξετάζονται κατά την κανονική δίκη όπου οι διάδικοι θα έχουν την ευκαιρία να παρουσιάσουν τις θέσεις τους με κάθε λεπτομέρεια, κάτι που δεν είναι επιτρεπτό να γίνεται στη συνοπτική δίκη (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1(Β) ΑΑΔ 977). Η νομολογία υποδεικνύει ότι, η ορθή αντίληψη σε σχέση με τα δικαιώματα του διάδικου βάσει των προνοιών του άρθρου 30 του Συντάγματος μας και των σχετικών διατάξεων της Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επιβάλλει όπως η έκδοση απόφασης βάσει της συνοπτικής διαδικασίας που προβλέπει η Δ.18 θ.1 περιορίζεται στις περιπτώσεις εκείνες που έκδηλα καταδεικνύεται ότι ο εναγόμενος δεν έχει καμιά υπεράσπιση στην εναντίον του αγωγή (βλ. Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1968, Σχίζας ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2004)1(Γ) ΑΑΔ 1866). Εν όψει όλων των προαναφερθέντων κρίνεται ότι ο καθ' ου η αίτηση-εναγόμενος ικανοποίησε το Δικαστήριο ότι γνήσια προβάλλει, και όχι για σκοπούς καθυστέρησης της διαδικασίας, μία καλόπιστη υπεράσπιση υποστηρίζοντας γεγονότα και εγείροντας νομικά επιχειρήματα, που δεν είναι επιτρεπτό να κριθούν στην παρούσα διαδικασία και για τα οποία σαφώς δεν αποφαίνομαι και που θα πρέπει να εξεταστούν κατά την κανονική δίκη, με αποτέλεσμα να του δοθεί το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή. Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται υπέρ του καθ' ου η αίτηση-εναγόμενου και εναντίον του αιτητή-ενάγοντα και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) .......... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject : Civil / Other actions / Interim / Aitisi gia sunoptiki apofasi cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.