← Κύπρος

ΜΙΧΑΛΗ ΛΟΪΖΙΔΗ ν. ΕΛΑΜΑΥ ΛΤΔ κ.α., Γενική Αίτηση αρ.: 1127/11, 22 Μαρτίου 2012

ΜΙΧΑΛΗ ΛΟΪΖΙΔΗ ν. ΕΛΑΜΑΥ ΛΤΔ κ.α., Γενική Αίτηση αρ.: 1127/11, 22 Μαρτίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A76 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΠΑΡΠΑΡΙΝΟΥ, Π.Ε.Δ. Γενική Αίτηση αρ.: 1127/11 ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ, ΚΕΦ. 113, άρθρα 276 μέχρι 283 και άρθρα 284 μέχρι 297 και άρθρα 298 μέχρι 344 - και - ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΑΦΟΡΩΣΙ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ELAMAY LIMITED, HE129599 METAΞΥ : ΜΙΧΑΛΗ ΛΟΪΖΙΔΗ, - και - 1. ΕΛΑΜΑΥ ΛΤΔ, 2. ΚΡΙΣ ΙΑΚΩΒΙΔΗ, 3. CORPORATE RECOVERY AND INSOLVENCY GROUP LTD, η οποία διεξάγει επιχείρηση υπό την Ονομασία (trading
  2. as)CRI GROUP, ----------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22 Μαρτίου 2012 Αίτηση ημερ. 11.10.11 διά διάταγμα διατάσσον την αναστολή διαδικασίας εκ εκουσίας εκκαθάρισης της ELAMAY LTD ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή : κ. Xρ. Φρακάλας. Για τους Καθ΄ ων η αίτηση: κ. Ν. Γεωργιάδης. ----------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Αιτητής καταχώρισε τη Γενική Αίτηση, με την οποία αιτείται τα ακόλουθα διατάγματα: «1. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου για τη συνέχιση της εκκαθάρισης της Καθ΄ης η Αίτηση 1 εταιρείας ELAMAY LTD με την εποπτεία του Δικαστηρίου. 2. Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου όπως ο κ. Μιχάλης Λοϊζίδης, από τη Λεμεσό, συμπεριληφθεί στον κατάλογο πιστωτών της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 εταιρείας ELAMAY LTD κατά τη διαδικασία της εκκαθάρισης της. 3. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει όπως κάθε απόφαση που λήφθηκε κατά τη συνέλευση των πιστωτών της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 εταιρείας ELAMAY LTD που έγινε στις 23.9.2011 συμπεριλαμβανομένης και οποιασδήποτε απόφασης για την έγκριση διευθέτησης (arrangement) για εκούσια εκκαθάριση ακυρωθεί και όπως η συνέλευση πιστωτών επαναληφθεί με τη συμμετοχή όλων των πιστωτών που δυνατό να υποβάλουν χρέη προς επαλήθευση δυνάμει του άρθρου 298 του περί Εταιρειών Νόμου που δικαιούνται να είναι παρόντες στη Συνέλευση Πιστωτών συμπεριλαμβανομένου και του Αιτητή Μιχάλη Λοϊζίδη. 4. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την παύση του Καθ΄ ου η Αίτηση 2, Κρίς Ιακωβίδη, από τη Λευκωσία, και/ή της Καθ΄ ης η Αίτηση 3 CORPORATE RECOVERY AND INSOLVENCY GROUP LTD, η οποία διεξάγει επιχείρηση υπό την ονομασία (trading
  3. as)CRI GROUP, από του να ενεργούν και/ή να συμμετέχουν με οποιοδήποτε τρόπο στην εκκαθάριση της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 εταιρείας ELAMAY LTD. 5. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου για επιστροφή οποιουδήποτε ποσού που πληρώθηκε από την Καθ΄ ης η Αίτηση 1 εταιρεία ELAMAY LTD προς τον Καθ΄ ου η Αίτηση 2, Κρις Ιακωβίδη, και/ή την Καθ΄ ης η Αίτηση 3, CORPORATE RECOVERY AND INSOLVENCY GROUP LTD, η οποία διεξάγει επιχείρηση υπό την ονομασία (trading
  4. as)CRI GROUP. 6. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου όπως συγκληθεί Συνέλευση Πιστωτών της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 εταιρείας ELAMAY LTD εντός 30 ημερών από την έκδοση του παρόντος Διατάγματος, στην οποία θα συμπεριληφθεί και θα λάβει μέρος ως πιστωτής της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 εταιρείας ELAMAY LTD ο Αιτητής Μιχάλης Λοϊζίδης, με δικαίωμα ψήφου που αντιστοιχεί σε χρέος ύψους €277.638,46 πλέον τόκους προς 6% από την 19.7.2010.» Παράλληλα, την ίδια ημέρα, ήτοι την 11.10.11, εξασφάλισε κατόπιν μονομερούς αιτήσεως διάταγμα αναστολής της διαδικασίας εκκαθάρισης της άνω εταιρείας. Σύμφωνα με τα όσα ο Αιτητής ισχυρίζεται στην Ε/Δ του, που συνοδεύει την αίτηση, μέσα στα πλαίσια της συμφωνίας του με την ELAMAY LTD (εν της εφεξής «η εταιρεία»), διά ανέγερση πολυκατοικίας προέκυψαν διαφορές, με αποτέλεσμα οι αξιώσεις εκατέρωθεν να παραπεμφθούν σε διαιτησία. Η απαίτηση της «εταιρείας» είναι διά €638.968,84, ενώ η Ανταπαίτηση του Αιτητή είναι €277.638,46. Σε συνάντησή του με τον Καθ΄ ου η αίτηση 2, ο τελευταίος τον πληροφόρησε ότι η «εταιρεία» θα οδηγείτο σε διάλυση λόγω οφειλών της σε τρίτους. Πρόταση του διά συμβιβασμό στην πιο πάνω διαιτησία απερρίφθη από τον Αιτητή. Διεφάνη, σύμφωνα πάντοτε με τον Αιτητή, ότι ο καθ΄ ου η Αίτηση 2 ενεργούσε τότε ως Σύμβουλος της εταιρείας και αυτό εξηγεί και το ποσό των €10.000 που έχει ζητηθεί από τους Καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3 διά αμοιβή για εργασίες της εκκαθάρισης. Σύμφωνα με νομική συμβουλή που έλαβε, ο Καθ΄ ου η αίτηση 2 δεν δικαιούται αμοιβή ως εκκαθαριστής διά υπηρεσίες προς την «εταιρεία» που προσέφερε πριν τον διορισμό του. Το ίδιο ισχύει και διά την Καθ΄ ης η αίτηση 3. Περαιτέρω, ως μη εξασφαλισμένοι πιστωτές της «εταιρείας» αποκλείονται από του να ενεργούν ως εκκαθαριστές και ακόμη λόγω του ότι οι ειδοποιήσεις των Καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3 δεν καθορίζουν ποιο πρόσωπο ασκεί καθήκοντα εκκαθαριστή. Τυχόν άσκησή των από την Καθ΄ ης η αίτηση 3, απαγορεύεται ρητά από τον Νόμο. Σε κατοπινό στάδιο ο Αιτητής έλαβε επιστολή των Καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3, ημερ. 8.9.11, με επισυνημμένα έγγραφα, μεταξύ των οποίων και πρόσκληση διά να παρουσιασθεί σε συνέλευση πιστωτών της εταιρείας που θα λάμβανε χώρα την 23.9.11 και ώρα 10.30 π.μ., στα γραφεία της Καθ΄ ης η αίτηση 3. Ως αποτέλεσμα, στις 22.9.11 υπέβαλε στους Καθ΄ ων η αίτηση 2 και 3 επαλήθευση της απαίτησης του για ποσό €277.638,46. Οι Καθ΄ ων η αίτηση με επιστολή τους της ίδιας ημερομηνίας γνωστοποίησαν στον Αιτητή, μεταξύ άλλων, ότι «οι Διευθυντές της εταιρείας δεν τον θεωρούν πιστωτή και ως εκ τούτου, δεν θα του επιτρέπετο να παρευρεθεί στη συνέλευση πιστωτών». Ο Αιτητής δεν απεδέχθη τα πιο πάνω, και στις 23.9.11, και ώρα 10.30 π.μ., παρουσιάσθηκε μαζί με τον δικηγόρο του στα γραφεία της Καθ΄ ης η αίτηση 3, όπου θα λάμβανε χώρα η συνέλευση των πιστωτών της «εταιρείας». Εκεί συνεπλήρωσαν παρουσιολόγιο που τους δόθηκε. Εν συνεχεία παρουσιάσθηκε ο Καθ΄ ου η αίτηση 2, ο οποίος τους διέταξε όπως αποχωρήσουν από το γραφείο καθότι δεν επρόκειτο να γίνουν αποδεκτοί στη συνέλευση πιστωτών. Σε εκπρόσωπο άλλης εταιρείας, που δεν παρουσιάζεται στον κατάλογο πιστωτών, επετράπη να παρευρεθεί ως «παρατηρητής». Ακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ Αιτητή και Καθ΄ ων η αίτηση, με την οποία ο καθένας επέμενε στις θέσεις του. Εν συνεχεία, ο Αιτητής εκφράζει φόβους διά σοβαρό ενδεχόμενο να επιδιωχθεί η μετακίνηση περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας σε άλλα πρόσωπα που είναι συνδεδεμένα με τους διευθυντές της «εταιρείας». Στηρίζει τον ισχυρισμό του αυτό στο ότι δύο συνδεδεμένες με την «εταιρεία», εταιρείες φαίνονται ως πιστωτές της διά τα ποσά των €180.184 και €129.982 αντίστοιχα και οι μέτοχοι και διευθυντές της είναι ίδιοι και στις τρεις εταιρείες. Περαιτέρω, αναφέρει ότι το αξιούμενο υπό της «εταιρείας» ποσό εναντίον του περιλαμβάνεται στην Έκθεση Περιουσιακών Στοιχείων και Υποχρεώσεων που ετοιμάσθη από τους Καθ΄ ων η αίτηση 1-3, ενώ η δική του αξίωση δεν την αποδέχονται, με μόνη δικαιολογία ότι οι διευθυντές της «εταιρείας» δεν την αποδέχονται ως χρέος. Επίσης, προβάλλεται ότι εκτός και εάν επέμβει το Δικαστήριο, τότε η εκκαθάριση θα προχωρήσει χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στον ίδιο να υποβάλει και διεκδικήσει την απαίτηση του. Οι Καθ΄ ων η αίτηση κατεχώρισαν ένσταση, όπου προβάλλονται μεταξύ άλλων ως λόγοι ένστασης ότι ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται στην καταχώριση της παρούσας αίτησης, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 290 του Κεφ. 113 και 32 του Ν.14/60, ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος, Κεφ. 6, και νομολογία. Επίσης, ότι ο Αιτητής δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη και το Δικαστήριο, χωρίς να αποδειχθεί το κατ΄ επείγον του αιτήματος ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση, ενήργησε καθ΄ υπέρβαση εξουσίας. Η ένσταση συνοδεύεται από Ε/Δ του Καθ΄ου η αίτηση 2. Εις αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρονται τα προσόντα και πείρα του. Εν συνεχεία, με διάφορους συλλογισμούς αμφισβητεί την Απαίτηση του Αιτητή εναντίον της «εταιρείας». Πρόσθετα, δηλώνει ότι οι διευθυντές της «εταιρείας» θεωρούν ότι η Απαίτηση του Αιτητή δεν έχει καμία πιθανότητα επιτυχίας. Εν συνεχεία δέχεται ότι συνάντησε τον Αιτητή στις 21.4.11 και του εξήγησε ότι οι διευθυντές της «εταιρείας» του ζήτησαν την επαγγελματική του συμβουλή και καθοδήγηση σε σχέση με αίτηση εκκαθάρισης υπό του Διευθυντή των Κοινωνικών Ασφαλίσεων, όπως και διάφορες ενέργειες που προέβη σχετικά με αυτή, αλλά και την προσπάθεια του για συμβιβασμό με τον Αιτητή. Όλα αυτά όμως δεν έχουν καμία σχέση με την αμοιβή του των €10.000, η οποία αφορά τη διαδικασία εκούσιας εκκαθάρισης, η οποία οδήγησε στα ψηφίσματα της 23.9.11, ήτοι (α) η εταιρεία να εκκαθαριστεί εκούσια, και (β) να διοριστεί ο ίδιος εκκαθαριστής. Το ποσό αυτό ο ομνύων το θεωρεί λογικό και έχει συμφωνηθεί με τους διευθυντές και εγκριθεί από τους μετόχους. Ακολούθως ο ενόρκως δηλών δέχεται ότι τις 23.9.11 ζήτησε από τον Αιτητή και δικηγόρο του όπως αποχωρήσουν από το γραφείο του διότι οι διευθυντές της εταιρείας δεν τον θεωρούσαν ως πιστωτή της «εταιρείας», αλλά ακόμη και αν του επιτρέπετο να παραστεί και ψηφίσει στη Συνέλευση των Πιστωτών, η ψήφιση του δεν θα αλλοίωνε το τελικό αποτέλεσμα της ψηφοφορίας. Αναφερόμενος στα περιουσιακά στοιχεία της «εταιρείας», δηλώνει ότι αυτά αποτελούνται από ένα διαμέρισμα βεβαρυμένο με υποθήκη και την Απαίτηση εναντίον του Αιτητή. Η αξία του διαμερίσματος, κατά τον ομνύοντα, είναι χαμηλότερη από το ποσό της υποθήκης. Επίσης, ότι δεν υπάρχει οτιδήποτε το μεμπτό σε σχέση με τις ενδοεταιρικές οφειλές, ενώ οιοσδήποτε ισχυρισμός περί του αντιθέτου του Αιτητή είναι αυθαίρετος. Η μόνη περίπτωση πληρωμής οποιουδήποτε ποσού στους πιστωτές της «εταιρείας» είναι αυτή της επιτυχίας της απαίτησης της «εταιρείας» εναντίον του Αιτητή. Εάν από την άλλη επιτύχει ο Αιτητής στην Απαίτηση του, τότε θα μπορεί να προχωρήσει στην επαλήθευση του χρέους. Περαιτέρω προβάλλει ότι η Απαίτηση του Αιτητή στο παρόν στάδιο δεν περιλαμβάνεται στην Κατάσταση των Περιουσιακών Στοιχείων της «εταιρείας» διότι οι διευθυντές της, κατόπιν νομικής συμβουλής, έκριναν και αποφάσισαν ότι η Απαίτηση του Αιτητή δεν έχει πιθανότητες επιτυχίας. Προβάλλεται επίσης ότι ο Αιτητής δεν αποκάλυψε τα ακόλουθα ουσιώδη γεγονότα. Συγκεκριμένα, ότι ο διορισμός του έχαιρε της συγκατάθεσης των πιστωτών της εταιρείας και ότι και αν ακόμα επιτρεπόταν στον Αιτητή η παρουσία του στη συνέλευση των πιστωτών και ασκούσε το δικαίωμα ψήφου, καμία αλλαγή δεν θα είχε στο τελικό αποτέλεσμα, καθότι και πάλιν θα διοριζόταν εκκαθαριστής ο ίδιος. Προβάλλει δε αυτό με αναφορά στους πιστωτές και στο δικαίωμα ψήφου που είχαν. Περαιτέρω, είναι ο ισχυρισμός του περί ανυπαρξίας του κατ΄ επείγοντος όταν εκδίδετο το υπό εξέταση διάταγμα και ότι η Αίτηση είναι καταχρηστική και το εκδοθέν διάταγμα εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς, καθότι με αυτό ο Αιτητής στοχεύει να «δέσει τα χέρια» του εκκαθαριστή. Περαιτέρω, με αυτήν επιδιώκεται η δημιουργία μιας χαώδους κατάστασης, πρόκλησης ανυπολόγιστης ζημιάς στην εταιρεία και πρόκληση αδυναμίας καταβολής ασφάλειας για έξοδα του Αιτητή στη διαδικασία διαιτησίας. Ακόμη, η συνέχιση του διατάγματος και αναστολή της εκκαθάρισης δυνατόν να έχει ως αποτέλεσμα την καταχώριση νέας αίτησης εκκαθάρισης της «εταιρείας» από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με δυσμενείς συνέπειες σε όλους, πλην του Αιτητή, καθότι σε τέτοια περίπτωση η εταιρεία δεν θα έχει την ίδια ευχέρεια προώθησης της Απαίτησης εναντίον του. Οι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους προώθησαν, όπως ήταν φυσικό, τις θέσεις των διαδίκων που εκπροσωπούν. Θα επανέλθω σ΄ αυτές, όπου κριθεί αυτό αναγκαίο. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίου Νόμου, Ν.14/60, άρθρα 4, 5, 9, του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, άρθρο 290 του Περί Εταιρειών Νόμου ΚΕΦ. 113 και στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48, θ.θ 1-4, 8 και 9, στις Αρχές της Επιείκειας και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Tα κριτήρια και προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σε αίτηση για διάταγμα στη βάση του άρθρου 32, του Νόμου 14/1960, μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα: 1. Πρέπει να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά τη δίκη. 2. Να υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία. 3. Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. (βλ., μεταξύ άλλων, Odysseos v. Pieris Estates Ltd

(1976)1 C.L.R. 38, Karydas Taxi v. Komodikis
(1975)1 C.L.R 38, Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, Α/φοί Μυλωνά Α.Ε. κ.ά. ν. Μ. Abraamides & Co Ltd,
(1998)1 Α.Α.Δ 1513, Nemitsas Industries Ltd v. S. & S. Maritime Lines Ltd and Others
(1976)1 C.L.R. 302, Constantinides v. Makriyiorghou & Another
(1978)1 C.L.R. 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, M & M Transport v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 C.L.R. 605, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Απαιτείται από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία πρέπει να καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. (βλ. Eurocypria Airlines Ltd v. 1. Κυπριακή Δημοκρατία κ.α. Π.Ε. 170/11 ημερ. 20.10.11). Στην απόφαση ABP Holdings Ltd v. Ανδρέα Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 γίνεται ανάλυση των πιο πάνω άρθρων. Ως αναφέρεται στη σελ. 699 όπου επαναβεβαιούται η υπόθεση Cyprus Palestine Plantations Company Limited v. Olivier & Company (Cyprus) Limited 16 C.L.R. 122, το άρθρο 4 του ΚΕΦ. 6 παρέχει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα όταν αυτό αφορά μόνο το αντικείμενο της αγωγής και στη σε. 701 αναφέρεται ότι τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ΚΕΦ. 6 κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 που προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (ίδε Cyprus Palestine Platations Ltd v. Olivier & Co (Cyprus) Ltd 16 C.L.R 122, Sophocles Mamas & Co v. Corl F.S. Borgward and the Chartered Bank
(1962)C.L.R. 209, London & Overseas Co v. Tempest Bay Shipping
(1978)1 C.L.R 367, Compania Portoguesa de Transportes Maritime of Lisbon v. Sponsalia Shipping Co Ltd
(1987)1 C.L.R 11) το άρθρο 4 του ΚΕΦ. 6 εφαρμόζεται μόνο όπου η περιουσία δια την οποία ζητείται το διάταγμα είναι αντικείμενο της αγωγής και το διάταγμα που προβλέπει το άρθρο αυτό σκοπεί εις την προστασία της περιουσίας, αντικείμενο της αγωγής κατά τη διάρκεια που εκκρεμεί η αγωγή. Όταν η περιουσία είναι αντικείμενο της αγωγής τότε το άρθρο 4 δύναται να εξετασθεί ανεξάρτητα από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. Εις την υπόθεση Παπαστράτης ν. Πετρίδης
(1979)1 C.L.R. 231 αποφασίστηκαν τα ακόλουθα: «... with exception of cases where property is the subject of the action, in all other cases an application for an interlocutory order under section 4 of Cap. 6 cannot be considered independently of the provisions of section 32 of Law 14/60; Section 32 of Law 14/60 is of a wider application than section 4 of Cap.6 and consequently, when an application is considered under this section the provisions of section 4 of Cap. 6 are automatically taken into account;» To άρθρο 5 του ΚΕΦ. 6 τυγχάνει εφαρμογής σε αγωγές αναφορικά με χρέος ή αποζημιώσεις και είναι δυνατή βάσει αυτού η έκδοση διατάγματος δέσμευση ακινήτου περιουσίας εναγομένου, είτε εγγεγραμμένου είτε δικαιούμενου να εγγραφεί προς τον σκοπόν ικανοποίησης απόφασης την οποίαν ήθελε επιτύχει να εκδώσει ο ενάγοντας. Επίσης πρέπει να αναφερθεί ότι εις το παρόν στάδιο και στο πλαίσιο της παρούσης διαδικασίας πρέπει το Δικαστήριο να αποφύγει τη διεξοδική διερεύνηση και εξέταση επίδικων θεμάτων της αγωγής. (ίδε Adidas v. Jonitexo
(1984)1 C.L.R 263). To πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξετασθεί είναι αυτό της μη αποκάλυψης, λόγος ένστασης, ο οποίος εάν επιτύχει συνήθως έχει καταλυτικές συνέπειες σε αίτηση όπως η υπό εξέταση. Σύμφωνα με την ισχύουσα νομολογία βαρύνει τον αιτητή σε μονομερείς αιτήσεις η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων που είναι γνωστά εις αυτόν αλλά και εκείνα που θα μπορούσε ν' αποκαλύψει με εύλογη έρευνα ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια. (ίδε Γενικός Εισαγγελέας (Νο.2) ν. Γεώργιου Σαββίδη
(1979)1 C.L.R 349.) Στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248 λέχθηκε περαιτέρω ότι ο Δικαστής κρίνει αν το γεγονός που παρελήφθηκε είναι ουσιαστικό, αν δεν ήταν γνωστό στον Αιτητή και δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό και αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης. Αυτά ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα αλλά δεν είναι και οι μόνοι παράγοντες. Τελικά το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια παρ' όλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στην μονομερή αίτηση, να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους. Εις την Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α
(1996)1 Α.Α.Δ 597 λέχθηκε ότι «το στοιχείο εξαπάτησης (deceit) δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής» (ίδε επίσης Govelfret Ro-Ro Services N.V κ.α. ν. The Cyprus Potato Marketing Board
(1996)1 Α.Α.Δ 733. Εις την Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. - υπό εκκαθάριση κλπ ν. Daventree Resources Ltd κ.ά., Π.Ε 9/2007, ημερ. 10.7.08, λέχθησαν τα ακόλουθα: «(α) Η μη αποκάλυψη των ουσιωδών στοιχείων. Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι ένα πρόσωπο που εμφανίζεται ως διάδικος και επιζητεί την έκδοση ενός διατάγματος, έχει την υποχρέωση να θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα. Σε μονομερείς αιτήσεις (ex parte applications) το Δικαστήριο πρέπει να βρίσκεται σε θέση να αξιολογεί όλα τα στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν τη λήψη μιας απόφασης και μέσα σε αυτά τα πλαίσια δεν έχει άλλη επιλογή παρά να βασίζεται στο περιεχόμενο των δηλώσεων του δικηγόρου και το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων του αιτητή. Έτσι προκύπτει η ανάγκη της πλήρους αποκάλυψης γεγονότων (Attorney-General and another (No. 2) v. Savvides [1979]1 C.L.R. 349). Όπως έχει τονιστεί από το Δικαστή Καλλή στην υπόθεση Cobelfret Ro-Ro Services κ.ά. ν. Τhe Cyprus Potato Marketing Board
(1996)1 A.A.Δ. 733, "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58, Abdu Ali ASltobeiqui v. M/V Nada G. and another
(1985)1 C.L.R. 543, Sekavin S.A. v. Ship "Platon Ch"
(1987)1 C.L.R. 297, Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030 και Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597." Στην υπόθεση The King v. The General Commisioners fo the Purposes of the Income Tax Acts for the District of Kensington, Ex parte Princess Edmond De Polignac [1917] 1 K.B. 486) όπου το θέμα της μη αποκάλυψης όλων των ουσιωδών στοιχείων εξετάστηκε σε έκταση, το Δικαστήριο εξέδωσε προσωρινό διάταγμα με το οποίο ο Διευθυντής του Φόρου Εισοδήματος κλήθηκε να απαντήσει γιατί να μην εκδοθεί ένταλμα Prohibition το οποίο θα απαγόρευε τον καθορισμό καταβολής φόρου εισοδήματος που θα έπρεπε να καταβληθεί από την αιτήτρια (Πριγκίπισσα Edmond De Polignac). Η τελευταία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που περιέχονταν σε ένορκη δήλωση της, δεν ήταν Αγγλίδα υπήκοος, δεν ήταν κάτοικος Αγγλίας εκτός μόνο για προσωρινούς λόγους και δεν είχε συμπληρώσει ποτέ συνολική διαμονή έξι μηνών στην Αγγλία σε ένα οποιοδήποτε χρόνο. Αντίθετα η αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ήταν Γαλλίδα υπήκοος και μόνιμη κάτοικος Γαλλίας. Από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν εκ μέρους των καθ΄ ων η αίτηση και της αιτήτριας ως απάντηση, διεφάνη ότι η αιτήτρια είχε πληρώσει για την ενοικίαση και επίπλωση ενός διαμερίσματος στην περιοχή Chelsea του Λονδίνου και ότι τα έξοδα συντήρησης του διαμερίσματος τα κατέβαλλε από κοινού μαζί με τον αδελφό της. Το Δικαστήριο ακύρωσε το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης, αφού η αιτήτρια απέκρυψε ή παρουσίασε ψευδώς γεγονότα, που ήταν ουσιώδη με την αίτηση που καταχώρισε. Όπως έθεσε τα θέμα ο Δικαστής Scrutton L.J., "It has been for many years the rule of the Court, and one which it is of the greatest importance to maintain, that when an applicant comes to the Court to obtain relief on an ex parte statement he should make a full and fair disclosure of all the material facts - facts, not law. He must not misstate the law if he can help it - the Court is supposed to know the law. But it knows nothing about the facts, and the penalty by which the Court enforces that obligation is that if it finds out that the facts have not been fully and fairly stated to it, the Court will set aside any action which it has taken on the faith of the imperfect statement." Σε μετάφραση, "Έχει καθιερωθεί για πολλά χρόνια ως κανόνας του Δικαστηρίου και ένας κανόνας μεγάλης σπουδαιότητας που θα πρέπει να διατηρηθεί, ότι όταν ένας αιτητής έρχεται στο δικαστήριο επιζητώντας ανακούφιση με μονομερή αίτηση θα πρέπει να προβαίνει σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων, όχι του νόμου Δεν πρέπει αν μπορεί να παραθέτει λανθασμένα το νόμο αφού το δικαστήριο θεωρείται ότι γνωρίζει το νόμο. Το Δικαστήριο όμως δεν γνωρίζει τίποτε για τα γεγονότα και ο αιτητής θα πρέπει να παραθέτει πλήρως και δικαίως τα γεγονότα, και η τιμωρία με την οποία το δικαστήριο εφαρμόζει αυτή την υποχρέωση, είναι ότι όταν διαπιστώνει ότι τα γεγονότα δεν έχουν παρουσιαστεί πλήρως και δικαίως, το δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει οποιοδήποτε διάταγμα έχει εκδώσει με βάση την ατελή έκθεση." H υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο εκείνα τα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά επεκτείνεται και σε εκείνα τα γεγονότα τα οποία ο αιτητής θα μπορούσε να αποκαλύψει με μια εύλογη έρευνα. (Βλ. Χριστοφόρου ν. Γρηγορίου
(1995)1 Α.Α.Δ 248). Αν ο αιτητής παραλείψει να συμμορφωθεί με την πιο πάνω υποχρέωση τότε το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να προβεί στην έκδοση του διατάγματος, ανεξάρτητα αν η παράλειψη ήταν αθώα ή σκόπιμη. (Βλ. Lloyds Bowmaker Ltd v. Britannia Arrow Holdings plc (Lavens, third party)
(1983)3 All E.R. 178). To θέμα της υποχρέωσης αποκάλυψης των γεγονότων εξετάστηκε στην αγγλική υπόθεση Brink´s - MAT Ltd v. Elcombe and others [1988]3 All E.R. 188) στην οποία τονίστηκαν τα ακόλουθα:
(1)Ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβαίνει σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων.
(2)Τα ουσιώδη στοιχεία είναι εκείνα τα οποία θα πρέπει να γνωρίζει ο Δικαστής όπως αυτά καθορίζονται από το Δικαστή και όχι από τους δικηγόρους των διαδίκων.
(3)Η υποχρέωση της αποκάλυψης δεν περιορίζεται στα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά και σε εκείνα που μπορούσαν να αποκαλυφθούν με μια εύλογη έρευνα.
(4)Η έκταση της έρευνας που πρέπει να γίνει εξαρτάται από τα περιστατικά της υπόθεσης που περιλαμβάνει τη (
  1. i)φύση της υπόθεσης και (
  2. ii)το επιζητούμενο διάταγμα και τα επακόλουθα της έκδοσης του για τον εναγόμενο.
(5)Το Δικαστήριο που διαπιστώνει τη μη αποκάλυψη θα πρέπει να αποστερήσει από τον αιτητή οποιοδήποτε πλεονέκτημα που έχει αποκομίσει.
(6)Η μη αποκάλυψη που οφείλεται σε αθώα συμπεριφορά ή σε μη ορθή εκτίμηση της σχετικότητας της είναι μια σημαντική πτυχή, αλλά όχι αποφασιστική στην εξέταση της μη αποκάλυψης, και
(7)Κάθε παράλειψη δεν εξυπακούει την άμεση ακύρωση του διατάγματος. Το θέμα της μη αποκάλυψης απασχόλησε την κυπριακή δικαιοσύνη στην υπόθεση Demstar Ltd ν. Ζim Israel Navigation Co Ltd κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, στην οποία οι ενάγοντες, στην ένορκη δήλωση που καταχώρισαν προς υποστήριξη του αιτήματος του για την παροχή άδειας για επίδοση της αγωγής στο εξωτερικό, παρέλειψαν να αναφέρουν ότι στη σχετική φορτωτική που είχε επισυναφθεί στην ένορκη δήλωση, υπήρχε όρος για παραπομπή της διαφοράς σε αλλοδαπή δικαιοδοσία. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η μη αποκάλυψη της διαφοράς σε Δικαστήριο της αλλοδαπής αποτελούσε εκτροπή από την υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και προέβη στην ακύρωση του σχετικού διατάγματος. (Βλέπε επίσης Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168). Η ίδια γραμμή με τα ίδια ακριβώς γεγονότα ακολουθήθηκε στην υπόθεση Caspi Shipping Ltd κ.ά. ν. Πλοίου Saphire Seas (Aρ.2)
(1997)1 Α.Α.Δ. 833, στην οποία τονίστηκε ότι: "Έχει νομολογιακά καθιερωθεί ότι ένας διάδικος που ζητά τη χορήγηση θεραπείας με μονομερή αίτηση (ex parte), πρέπει να προβαίνει σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων τα οποία μπορεί να επενεργήσουν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παράσχει θεραπεία. (Altobeiqui v. M/V Nada G. and Another
(1985)1 C.L.R. 543. Ειδικότερα στην υπόθεση Zachariades Ltd v. Economides
(1989)1 C.L.R. 437, τονίστηκε ότι η μη αποκάλυψη όρου με τον οποίο διαφορές μεταξύ των συμβαλλομένων παραπέμπονται σε διαιτησία στην αλλοδαπή συνιστά παραβίαση της υποχρέωσης για πλήρη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος." Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της FEDOSSOVA LARISSA (Aρ. 2) για διάταγμα Certiorari
(1997)1 A.A.Δ. 1333, η αιτήτρια ζητούσε την έκδοση εντάλματος Certiorari για την ακύρωση διατάγματος κατάσχεσης σε χέρια τρίτου επειδή υπήρξε παραβίαση του δικαιώματος εκπροσώπησης της κατά παράβαση του άρθρου 30.3 του Συντάγματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αφού η αιτήτρια παρέλειψε να αποκαλύψει πρακτικό του Δικαστηρίου στο οποίο φαινόταν ότι το Δικαστήριο της είχε δώσει την ευκαιρία να εκπροσωπηθεί πριν από την έκδοση του επίδικου διατάγματος.» Εις την παρούσα υπόθεση, σύμφωνα με τους Καθ΄ ων η αίτηση, ο Αιτητής απέκρυψε: (α) «Ότι η παρουσία του στη συνέλευση των πιστωτών δεν θα μπορούσε να είχε αλλάξει το τελικό αποτέλεσμα της ψηφοφορίας όπως αναφέρεται στην επιστολή του κ. Ιακωβίδη, ημερ. 30.10.11», και (β) Παραπλάνησε το Δικαστήριο ότι η Ανταπαίτηση του στην Απαίτηση της εταιρείας τον καθιστά δικαιωματικά πιστωτή με δικαίωμα ψήφου που θα μπορούσε να επηρεάσει την τελική έκβαση της ψηφοφορίας στη συνέλευση των πιστωτών. Εξέτασα με μεγάλη προσοχή και τα δύο αναφερόμενα πιο πάνω θέματα και δεν συμφωνώ με την εισήγηση των Καθ΄ ων η αίτηση. Τα γεγονότα αυτά ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου, τα οποία έλαβε υπόψη, όπως ιδιαίτερα έλαβε υπόψη τα όσα αναφέρει ο Αιτητής στην παρ. 12 της Ε/Δ του, σε συνάρτηση με το επισυνημμένο τεκμήριο 2. Σύμφωνα με αυτά, στις 15.9.11 του στάληκε ταχυδρομικώς επιστολή των Καθ΄ων η αίτηση 2 και 3, ημερ. 8.9.11, μαζί με τα επισυνημμένα έγγραφα που περιελάμβαναν και πρόσκληση σε συνέλευση πιστωτών της «εταιρείας» που θα γινόταν στις 23.9.11 και ώρα 10.30 π.μ. στα γραφεία της Καθ΄ ης η αίτηση 3. Παρατηρώντας το τεκμήριο 2, εις αυτό αναγράφεται ότι απευθύνεται «ΠΡΟΣ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΓΝΩΣΤΟΥΣ ΠΙΣΤΩΤΕΣ». Αναφέρεται στον Καθ΄ ου η αίτηση 1, αναφέρεται ότι εσωκλείονται
(1)Ειδοποίηση Συνέλευσης Πιστωτών,
(2)Γενικό και Ειδικό Πληρεξούσιο και
(3)Επαλήθευση Χρέους. Περαιτέρω, φαίνεται να υπογράφεται από τον Καθ΄ου η αίτηση 2 «για» την Καθ΄ ης η αίτηση 3. Εις την επισυνημμένη εις αυτήν Ειδοποίηση Συνέλευσης Πιστωτών αναφέρεται ο τόπος και χρόνος της συνέλευσης, ο τρόπος ψηφοφορίας και τελειώνει με τη φράση «με διάταγμα του Συμβουλίου» και υπογράφει ο Ιωάννης Ιωάννου, Διευθυντής. Mε δεδομένο τα πιο πάνω, οι Καθ΄ ων αίτηση δεν μπορούν να προβάλλουν την εισήγηση διά παραπλάνηση ή απόκρυψη ότι ο Αιτητής δεν είναι «δικαιώματι πιστωτής». Όσον αφορά την επιστολή του Καθ΄ ου η αίτηση 2 ημερ. 3.10.11, τεκμήριο 10, εις την Ένορκο Δήλωση του Αιτητή, πλην του ότι αυτή παρουσιάσθη στο Δικαστήριο, θα πρέπει να λεχθεί ότι το θέμα δεν είναι κατά πόσο εκ των υστέρων διεφάνη ότι έστω και αν ήταν παρών ο Αιτητής στη συνέλευση και ασκούσε το δικαίωμα ψήφου δεν θα αλλοιώνετο το αποτέλεσμα, αλλά ότι του στερήθηκαν τα δικαιώματα αυτά, δηλαδή η παρουσία του και το δικαίωμα ψήφου. Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί ένστασης δεν μπορούν να επιτύχουν. Το επόμενο θέμα που θα πρέπει να εξετασθεί είναι ο λόγος ένστασης που αφορά την ανυπαρξία του κατ΄ επείγοντος ή άλλης ιδιαίτερης περίστασης, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει τη μονομερή αίτηση. Πολύ διαφωτιστική υπόθεση επί του θέματος είναι η Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598, όπου στη σελ. 604 λέχθησαν τα ακόλουθα: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση. Όπως διαπιστώνει ο Κωνσταντινίδης, Δ., σε δύο αποφάσεις του - (In Re Stavros Hotel Appartments Ltd.
(1994)1 A.A.Δ. 836 In Re B.P. CYPRUS LTD.
(1996)1(b) A.A.Δ 836 το υπαρκτό του επείγοντος αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το Άρθρο 9 του ΚΕΦ. 6. Στη Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ και άλλης
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453, σελ. 1462, τονίστηκε ότι:- «Η έκδοση προσωρινού διατάγματος εξ πάρτε, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσο παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί.» (Βλ. επίσης Timberland v. Evans & Sons Ltd & Άλλων
(1998)1 Α.Α.Δ 1179). Πολύ σωστά παρατηρεί ο συνήγορος των Καθ΄ ων η αίτηση ότι στην Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση δεν χρησιμοποιείται ούτε καν η λέξη «επείγον». Το θέμα δεν είναι όμως κατά πόσο χρησιμοποιείται η λέξη αυτή ή όχι. Εις την Μιχαηλίδης ν. Πουργουρίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 1263, 1268 λέχθηκαν: «.. Αφ΄ης στιγμής από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνόδευε την αίτηση, το στοιχείο του επείγοντος ήταν σαφές, το Δικαστήριο είχε την εξουσία να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα μονομερώς και δη στηριζόμενο στο άρθρο 9, του Κεφ. 6, έστω και αν δεν γινόταν, όπως και δεν γινόταν, επίκλησή του στην αίτηση». Εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης και χωρίς να αποφασίζει οτιδήποτε το Δικαστήριο, ο προβαλλόμενος κίνδυνος αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων, όπως αυτός προβάλλεται στην παρ. 27 της Ε/Δ Λοιζίδη, σε συνάρτηση με τα άλλα στοιχεία που παρατίθενται εις τις παρ. 28-30, αλλά και η ισχυριζόμενη συμπεριφορά του Καθ΄ ου η αίτηση 2, όπως αυτή προβάλλεται στις παρ. 20-21, το στοιχείο του επείγοντος ήταν σαφές και συνεπώς το Δικαστήριο μπορούσε να προχωρήσει επί τη βάση της μονομερούς αίτησης. Πέραν όμως των πιο πάνω, πιστεύω ότι η μονομερής αίτηση μπορεί να δικαιολογηθεί και από άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Σύμφωνα με το άρθρο 9, του Κεφ. 6, η εξουσία του Δικαστηρίου διά έκδοση μονομερούς διατάγματος εδράζεται και στις περιπτώσεις όπου συντρέχει οποιαδήποτε άλλη ιδιαίτερη περίσταση. Εις τα περιστατικά της παρούσης υπόθεσης, η ιδιαιτερότητα της συνίσταται στο ότι αφορά εκούσια εκκαθάριση εταιρείας όπου οι διευθυντές, μέτοχοι και συνδεδεμένες εταιρείες είναι ταυτόχρονα και πιστωτές της εταιρείας. Επίσης, η αποστολή πρόσκληση στον Αιτητή ως πιστωτή για να παρουσιασθεί σε συνέλευση των πιστωτών της εταιρείας στις 23.9.11 και ο Καθ΄ ου η αίτηση 2 πριν ακόμη διορισθεί εκκαθαριστής από τη συνέλευση πιστωτών, εξεδίωξε τον Αιτητή και δικηγόρο του απ΄ αυτή με τον τρόπο που έχει αναφερθεί. Επίσης η χρέωση €10.000 συν Φ.Π.Α (βλ. τεκ. 2 ένορκη δήλωση Λοϊζίδη) υπό των Καθ΄ ων η Αίτηση 2 και 3 «σχετικά με την βοήθεια που τους έχει παρασχεθεί μέχρι σήμερα..» που έγινε στις 8.9.11 πριν την σύγκληση της Συνέλευσης Πιστωτών της εταιρείας στις 23.9.11 και πριν διορισθεί οποιοσδήποτε εκκαθαριστής αλλά ζητείτο έγκριση του στην άνω Συνέλευση Πιστωτών ως εξόδων της Εκκαθάρισης. Όλα αυτά κατά τη γνώμη μου αποτελούν ιδιάζουσες περιστάσεις, όπως αναφέρεται στο άρθρο 9. Όπως έχει αποφασισθεί στις Κυρίσαββα ν. Κίζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 και Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 Α.Α.Δ 741, ο παράγων του κατ΄ επείγοντος δεν είναι το μόνο αποκλειστικό κριτήριο καταχώρισης μονομερούς αιτήσεως. Αναφορικά με τις προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32, παρατηρώ τα ακόλουθα. Συμφωνώ με την εισήγηση του συνηγόρου των Καθ΄ ων η αίτηση διά όλα όσα αναφέρει σχετικά με το άρθρο 290 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Σύμφωνα με τη νομολογία [βλ. Αναφορικά με την Εταιρεία G. I. P Constructions Ltd (σε εκκαθάριση)
(1999)1 Α.Α.Δ. 315, 321, 322], κάποιος δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πιστωτής, υφιστάμενος ή ενδεχόμενος μελλοντικός πιστωτής, εν τη εννοία του άρθρου 213
(1)και 243
(1)του Νόμου από τη στιγμή που τελεί υπό αμφισβήτηση η απαίτηση (ανταπαίτηση) του. Το ίδιο θα πρέπει να ισχύσει και αναφορικά με το άρθρο
  1. Παρόλα ταύτα, το θέμα δεν εξαντλείται μέχρι εδώ. Εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης παρουσιάσθη η ακόλουθη εικόνα. Στις 8.9.11 ο Καθ΄ ου η αίτηση 2, πριν ακόμη διορισθεί εκκαθαριστής της «εταιρείας», απέστειλε στον Αιτητή το τεκμήριο 2 εκ μέρους της Καθ΄ ης η αίτηση
  2. Με αυτό φαίνεται ότι ο Αιτητής θεωρείτο πιστωτής της «εταιρείας» και καλείτο σε συνέλευση των πιστωτών που θα ελάμβανε χώρα την 23.9.11 διά να ψηφίσει «για διορισμό εκκαθαριστή, Εποπτικής Επιτροπής και για οποιοδήποτε άλλο θέμα που πιθανό να προέκυπτε». Επίσης, τον προμήθευσαν με όλα τα έγγραφα διά επαλήθευση της οφειλής του. Ο Αιτητής προχώρησε σε επαλήθευση αποστέλλοντας στις 22.9.11 (βλ. τεκμήριο 3 Ε/Δ Λοϊζίδη), αποστέλλοντας το σχετικό έντυπο. Την ίδια ημέρα ο Καθ΄ου η αίτηση 2 του απέστειλε την επιστολή του (τεκμήριο 4 στην Ε/Δ Λοϊζίδη), με την οποία τον πληροφορούσε ότι οι διευθυντές της εταιρείας δεν τον θεωρούσαν ως πιστωτή και ως εκ τούτου δεν θα του επιτρέπετο να παρουσιασθεί στη συνέλευση πιστωτών και ότι η πρόσκληση προς αυτόν έγινε κατόπιν παρότρυνσης του ιδίου «ως θέμα αρχής και βέλτιστης πρακτικής». Το τι ακολούθησε την επομένη ήδη έχει λεχθεί. Τονίζεται διά ακόμη μια φορά ότι στο στάδιο μέχρι του σημείου εκδίωξης του αιτητή από τον χώρο που θα ελάμβανε χώρα η συνέλευση των πιστωτών, ο Καθ΄ ου η αίτηση δεν είχε διορισθεί ακόμη εκκαθαριστής της εταιρείας. Η αλλαγή της θέσης των Διευθυντών της εταιρείας αναφορικά με το status του Αιτητή δεν εξηγήθηκε εις την Ένορκο Δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Απλά αναφέρεται στην παρ. 16 της Ενόρκου Δηλώσεως του Καθ΄ου η αίτηση ότι αυτό έγινε κατόπιν νομικής συμβουλής. Το ίδιο δεν αναφέρεται εις την επιστολή των Καθ΄ων η αίτηση ημερ. 22.9.11, τεκμήριο 4 Ενόρκου Δηλώσεως Λοϊζίδη. Περαιτέρω η χρέωση υπό των Καθ΄ ων η αίτηση του ποσού των €10.000 πλέον Φ.Π.Α στο χρόνο που έγινε η χρέωση αλλά και ο τρόπος έγκρισης και εξασφάλισης του δεν φαίνεται να είναι ορθός στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Χωρίς να αποφασίζεται οτιδήποτε και τονίζοντας ακόμη μια φορά ότι όλα παραμένουν ανοικτά, είμαι της γνώμης ότι με το υλικό που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και έχει αναφερθεί πιο πάνω, ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου
  3. Εφόσον δε υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά τη δίκη, τότε υπάρχει και η πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση «υπενθυμίζεται ότι οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν τη μοναδική παράμετρο κρίσης του συγκεκριμένου θέματος. Υπόψη λαμβάνονται και άλλα στοιχεία και μεταβλητά κριτήρια και σε τελική ανάλυση η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εξαρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν το αίτημα [βλ. Κυρίσαββα (άνω)]. Ας μην μας διαφεύγει ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. Τhe Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ 179 με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων που επιδιώκει τη θεραπεία». Αυτά λέχθησαν στην Όξινου κ.α. ν. Μαρία Ρολή Λου, Πολ. Έφεση 310/08, ημερ. 17.6.11, σελ.
  1. Με βάση αυτά, είμαι της γνώμης ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου
  2. Τέλος, όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας, ο συνήγορος των Καθ΄ ων η αίτηση εισηγήθηκε ότι τυχόν συνέχιση του διατάγματος θα έχει ως αποτέλεσμα την επίτευξη των αλλότριων σκοπών του Αιτητή. Η «εταιρεία» θα εξουδετερωθεί και δεν θα μπορεί να διαχειρισθεί τη διαδικασία της διαιτησίας και με τον τρόπο αυτό θα επωφεληθεί εις βάρος των πιστωτών της εταιρείας. Πιστεύω ότι τα πιο πάνω παραβλέπουν ότι τυχόν ακύρωση του διατάγματος θα έχει ως αποτέλεσμα η κυρίως αίτηση του Αιτητή να παραμείνει χωρίς αντικείμενο. Εκείνο που θα πρέπει να προέχει είναι η διατήρηση της παρούσης κατάστασης πραγμάτων (status quo ante) μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Όπως έχει νομολογηθεί, αυτή θα πρέπει να διατηρείται όπως είχε κατά το χρόνο που προέκυψε η διαφορά και παράλληλα διατήρηση της για όλο το χρονικό διάστημα που εκκρεμεί η εκδίκαση της αγωγής. (Μichael v. Brevinos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578 και Κουνούνα ν. C & A Simonos Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 1361). Διά όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η πλάστιγγα κλίνει υπέρ του Αιτητή. Τελειώνοντας θα πρέπει να λεχθεί ότι το μέρος του διατάγματος που αναφέρεται ότι η αναστολή ισχύει και μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε έφεσης σε σχέση με τη γενική αίτηση θα πρέπει να ακυρωθεί, όπως πολύ ορθά υπέδειξε και ο συνήγορος των Καθ΄ ων η αίτηση. Εξουσία διά έκδοση διατάγματος τέτοιας έκτασης στο στάδιο που εξεδόθη το διάταγμα δεν υπάρχει στο Δικαστήριο (βλ. ASPIS LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC LTD v. Λεονώρας άλλως γνωστής Λώρα Σιακατίδου, Πολ. Έφεση 146/2010, ημερ. 20.10.11. Διά όλους τους πιο πάνω λόγους, το εκδοθέν διάταγμα ημερ. 11.10.11 γίνεται απόλυτο, πλην του μέρους που έχει ως ακολούθως: «... και οποιαδήποτε έφεση σε σχέση με αυτή. ...» Τα έξοδα να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα και να είναι εις βάρος των Καθ΄ ων η αίτηση, όπως αυτά θα υπολογισθούν από την Πρωτοκολλητή, και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι δε πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της Γενικής Αίτησης. [Υπ.] Λ. Παρπαρίνος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΓ c:\my documents\parparinos 2010-11/interim decisions cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.