Χριστόδουλου Γιάλλουρου ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας, Αρ. Αγωγής: 445/06, 23.3.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A82 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 445/06 Μεταξύ: Χριστόδουλου Γιάλλουρου Ενάγοντα -και- Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λευκωσίας Εναγομένων Ημερομηνία: 23.3.2012 Αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 16.1.2006 Εμφανίσεις: Για Αιτητή: κα Η. Ιωάννου, για ν΄ ακούσει την απόφαση κ. Α. Αιμιλιανίδης Για Καθ΄ ου η αίτηση: κ. Α. Αποστολίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας, σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης κατείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο τη θέση Γενικού Διευθυντή στην υπηρεσία του εναγομένου. Μετά τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας του αξίωσε από τους εναγόμενους τα δικαιώματα που εδικαιούτο λόγω της συνταξιοδότησης του. Οι εναγόμενοι απέρριψαν το αίτημα του. Ο ενάγοντας προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την πιο πάνω πράξη. Οι εναγόμενοι κατέβαλαν στον ενάγοντα κατά διάφορα διαστήματα κάποια ποσά συνεχίζουν όμως να οφείλουν το συνολικό ποσό των ΛΚ34.084 .Ο ενάγοντας αξιώνει, πέραν του πιο πάνω ποσού, γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις. Οι εναγόμενοι κατεχώρησαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση, στην οποία ισχυρίζονται ότι ο ενάγοντας λανθασμένα έχει υπολογίσει το μισθό του και τα συνταξιοδοτικά του ωφελήματα στην κλίμακα Α16, αντί στη εγκεκριμένη κλίμακα Α15+
- Η υπόθεση τέθηκε ενώπιον μου, για πρώτη φορά το Νοέμβριο του
- Τη 14.11.2011 το Δικαστήριο έθιξε το θέμα αρμοδιότητας του να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση και συγκεκριμένα κατά πόσο το θέμα που εγείρεται στην αγωγή, ήτοι ο υπολογισμός των μισθών και ωφελημάτων του ενάγοντα στην κλίμακα Α15+2 αντί Α16, εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου ή του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Την 12.12.2011, ημέρα που ήταν ορισμένη η υπόθεση για οδηγίες ο δικηγόρος του ενάγοντα δήλωσε στο Δικαστήριο ότι το θέμα εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου ενώ ο κ. Αιμιλιανίδης, εκ μέρους των εναγομένων, δήλωσε ότι θα μελετούσε το θέμα σε βάθος και σε περίπτωση που κατέληγε ότι εγείρετο θέμα δικαιοδοσίας, θα καταχωρούσε αίτηση τροποποίησης του δικογράφου του. Ένα περίπου μήνα αργότερα οι εναγόμενοι κατεχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούν τροποποίηση του δικογράφου τους και συγκεκριμένα όπως στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση που κατεχώρησαν προστεθεί η πιο κάτω παράγραφος. «Ο εναγόμενος εγείρει προδικαστική Ένσταση ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας, εφόσον οι προβαλλόμενες Αποφάσεις και οι αιτούμενες θεραπείες, στο σύνολό τους ή και τίνες εξ αυτών, αφορούν το Δημόσιο Δίκαιο και υπόκεινται σε προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο και όχι σε Αγωγή ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου». Ο ενάγοντας κατεχώρησε ένσταση στην αίτηση. Είναι η θέση του ότι με την παρούσα αίτηση οι εναγόμενοι-αιτητές προσπαθούν να εισάξουν νέα υπεράσπιση και να συμπεριλάβουν ισχυρισμούς αβάσιμους και ανεδαφικούς. Η αίτηση καταχωρείται πολύ καθυστερημένα, «σε ιδιαίτερα προχωρημένο στάδιο της υπόθεσης μετά από σειρά άλλων αναβολών της ακρόασης και σε βλάβη του ενάγοντα». Καμία εξήγηση δε δίδεται για την καθυστέρηση αυτή. Η υπό κρίση αίτηση είναι, σύμφωνα πάντα με τους καθ΄ ων η αίτηση, «.κακόπιστη, ενοχλητική και εκδικητική, έχει σκοπό να καθυστερήσει τη γρήγορη εκδίκαση της παρούσας αγωγής και συνιστά κατάχρηση των διαδικασιών». Η ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει τροποποίηση διέπεται από τις πρόνοιες της Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση στο γενικό κανόνα αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής[1]. Η σύγχρονη τάση είναι ότι μια τροποποίηση πρέπει να επιτρέπεται έστω και αν διαπιστώνεται ότι υπήρξε κάποια αμέλεια ή καθυστέρηση στην προώθηση της νοουμένου όμως ότι δεν θα προκληθεί δυσχέρεια στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε ν΄ αποκατασταθεί με την καταβολή των εξόδων και ότι δεν πρόκειται για κακόπιστη ή αχρείαστη τροποποίηση ή για τροποποίηση που τείνει να περιπλέξει τα επίδικα θέματα[2]. Η καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης ως αναφέρω και ανωτέρω δεν είναι εκ προοιμίου επιλήψιμη, αποτελεί όμως παράγοντα που συνεκτιμάται με τα υπόλοιπα στοιχεία. Καθοδηγητικό επί του θέματος είναι το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση Χρίστου v. Στυλιανού Αζά[3]. «Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια. Βλέπετε Ευριπίδου ανωτέρω και Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd & Άλλου
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 33, Sait Electronic S.A. v. The Ship «Dominique» & Others
(1992)1 ΑΑΔ 264, επισημαίνει τη σύμπτωση προσέγγισης που παρατηρείται στην αγγλική νομολογία αναφορικά με την αναγκαιότητα για τη σύντομη ολοκλήρωση της δίκης. Περαιτέρω δε υιοθετεί το παρακάτω απόσπασμα από την απόφαση της δικαστικής επιτροπής της Βουλής των Λόρδων Ketteman v. Hansel Properties Ltd [1988] 1 All ER, 38: «Furthermore, to allow an amendment before a trial begins is quite different from allowing it at the end of the trial to give an apparently unsuccessful defendant an opportunity to renew the fight on an entirely different defence». Όταν η αίτηση καταχωρείται σε καθυστερημένο στάδιο, απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλει ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σχετίζεται με τη «γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης[4]». Στην υπό κρίση υπόθεση οι αιτητές δεν επιχειρούν να εισάξουν νέα βάση υπεράσπισης ως ήταν η θέση του καθ΄ ου η αίτηση αλλά εγείρουν θέμα δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να εκδικάσει την αγωγή. Θέμα δικαιοδοσίας μπορεί να εγερθεί καθ΄ οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας, μπορεί και πρέπει να εγερθεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο ακόμη και ενώπιον του Εφετείου[5]. Στην απόφαση R. v. Dennis[6] διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «.It is always the duty of this court, even although objection is not put forward by counsel or in the notice of appeal, to take note of a point which goes to the jurisdiction of the Court of trial». Απόφαση που εκδίδεται από Δικαστήριο το οποίο δεν είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει την υπόθεση είναι άκυρη. Το θέμα της δικαιοδοσίας, ως αναφέρω και ανωτέρω, το ήγειρε το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα ως είχε καθήκον να πράξει, την 14.11.2011 και ζήτησε τις απόψεις των δύο πλευρών επί του θέματος. Ο εκπρόσωπος των εναγομένων ζήτησε χρόνο να το μελετήσει και παράλληλα δήλωσε ότι αν έκρινε ότι όντως εγείρεται θέμα δικαιοδοσίας θα προέβαινε σε τροποποίηση του δικογράφου του για να το συμπεριλάβει και να το θέσει και στο ορθό πλαίσιο. Αυτό τελικά έπραξε. Όλα τα πιο πάνω προκύπτουν από το φάκελο της υπόθεσης. Αδυνατώ να αντιληφθώ που εντοπίζεται η κακοπιστία ή τα εκδικητικά κίνητρα εκ μέρους των αιτητών στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Είναι γεγονός ότι το θέμα θα μπορούσε να είχε εγερθεί νωρίτερα και να είχε συμπεριληφθεί στην Υπεράσπιση που καταχωρήθηκε. Ο λόγος όμως που δεν έχει συμπεριληφθεί είναι προφανής. Το θέμα της δικαιοδοσίας προέκυψε όταν ηγέρθη από το Δικαστήριο. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι οι προθέσεις των αιτητών στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν γνήσιες. Στην ένσταση εγείρεται και θέμα καθυστέρησης της εκδίκασης της υπόθεσης. Είναι γεγονός ότι η εκδίκαση της υπόθεσης έχει καθυστερήσει, για την καθυστέρηση αυτή όμως δεν ευθύνονται οι αιτητές. Από το φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι μεγάλο ποσοστό ευθύνης για την καθυστέρηση φέρει ο ίδιος ο καθ΄ ου η αίτηση. Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι το θέμα που επιχειρούν να εισάξουν οι αιτητές στην υπεράσπιση τους είναι ουσιώδες για την έκβαση της υπόθεσης και η συμπερίληψη του πρέπει να επιτραπεί έστω και στο στάδιο αυτό. Παρατηρώ ότι ο καθ΄ ου η αίτηση στην ένσταση του επεκτείνεται και στο θέμα της δικαιοδοσίας. Κρίνω ότι αυτό δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να εξετασθεί το θέμα της δικαιοδοσίας, ήτοι στα πλαίσια αίτησης τροποποίησης, εφόσον το θέμα αυτό αποτελεί και το αντικείμενο της αίτησης. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης. Τροποποιημένη υπεράσπιση να κατατεθεί εντός 10 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος και τροποποιημένη απάντηση 10 μέρες μετά την επίδοση της τροποποιημένης υπεράσπισης. Η συνήθης πρακτική είναι τα έξοδα ν΄ ακολουθούν το αποτέλεσμα στην συγκεκριμένη περίπτωση όμως κρίνω ορθό και δίκαιο ενόψει του θέματος που εγείρεται, ήτοι αυτό της δικαιοδοσίας, τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έχει εγερθεί να παρεκκλίνω από τη γενική πρακτική. Τα έξοδα της αίτησης και όσα χαθούν λόγω της τροποποίησης ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο θα είναι έξοδα δίκης. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Βλέπετε σχετικά Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού ως διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Στυλιανού Σάββα
(1992)1 ΑΑΔ 704, 707. [2] Βλέπετε σχετικά Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου
(1991)1 ΑΑΔ 394, Halsbury's Laws of England 4η έκδοση, τόμος 37, παρ. 272, The Annual Practice 1958, 621. [3]
(1992)1 ΑΑΔ 704, 707. [4] Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Σιακόλα
(2002)1 (Α) ΑΑΔ 223, 228 και SABA & Co (T.M.P) v. T.M.P. Agents
(1984)1 ΑΑΔ 426. [5] Βλέπετε σχετικά Oscrofi & Other v. Benabo and Another [1967] 2 All ER 548, Whall and Another v. Bulman [1953], Central Co-operative Bank v. Cy. E.M.S.
(1984)1 CLR
- [6] [1924] 1 KB 867,
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο