Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Tsountas Associates Architects κ.α., Αρ. Αγωγής: 9687/2010, 26 Μαρτίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A84 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου Αρ. Αγωγής: 9687/2010 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και
- Tsountas & Associates Architects
- Παναγιώτης Τσούντα
- Νίκη Τσούντα Εναγομένων Αίτηση ημερ. 4.11.11 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 26 Μαρτίου 2012 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: κα Γ. Μαλέκου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενους/Καθ'ων η Αίτηση 1 και 2: κ. Μ. Χαραλάμπους για Παπαχαραλάμπους και Αγγελίδης ΔΕΠΕ. ---------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε στις 17.11.10 οι Ενάγοντες/Αιτητες αξιώνουν από τους Εναγομένους 1, 2 και 3 το ποσό των €10.117,38, πλέον τόκους προς 14,10% από 29.9.10 επί του ποσού των €9.899,77 με κεφαλαιοποίηση των τόκων 2 φορές ετησίως κάθε 30 Ιουνίου και 31 Ιανουαρίου πλέον διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την πώληση του ενυπόθηκου κτήματος ιδιοκτησίας του Εναγομένου 2 το οποίο υποθήκευσε προς εξασφάλιση και εγγύηση κάθε υποχρέωσης του Εναγομένου 1 προς τους Ενάγοντες πλέον έξοδα και ΦΠΑ. Το ποσό των €10.117,38 αποτελεί όριο τρεχούμενου λογαριασμού εκ ΛΚ5.000 το οποίο ενέκριναν οι Ενάγοντες στους Εναγομένους 1 υπό την εγγύηση των Εναγομένων 2 και 3 δυνάμει γραπτής συμφωνίας και απόφασης/έγκρισης που δόθηκε από τους Ενάγοντες. Είναι η θέση των Εναγόντων ότι οι Εναγόμενοι παρέβηκαν τους όρους της συμφωνίας και ότι παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις τους προς αυτούς να εξοφλήσουν τα χρεωστικά υπόλοιπα αυτοί παρέλειψαν με αποτέλεσμα να τερματίσουν τη λειτουργία του τρεχούμενου λογαριασμού και να καλέσουν τους εγγυητές να προσέλθουν και να ξοφλήσουν το ποσό για το οποίο ευθύνονται. Η αγωγή επιδόθηκε στους Εναγομένους 1 και 2 στις 29.11.10 οι οποίοι στις 15.12.10 καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης μέσω δικηγόρου και στις 4.11.11 οι Ενάγοντες/Αιτητές καταχώρησαν την υπό εξέταση Αίτηση η οποία βασίζεται στη Δ.18, θ.1, 2 και 9 (α) και Δ.48, θθ.1-4 & 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας με την οποία ζητούν συνοπτική απόφαση εναντίον των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση 1 και 2 ως το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο απαίτησης εναντίον τους καθότι στερούνται υπεράσπισης. Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η Αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκο δήλωση του Πολύδωρου Πολυδώρου ημερ. 4.11.
- Στην εν λόγω ένορκη δήλωση, ο Π. Πολυδώρου αναφέρει ότι είναι στην υπηρεσία των Εναγόντων και συγκεκριμένα στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών και είναι ένας εκ των υπευθύνων για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης χρεωστικών λογαριασμών διαφόρων πελατών στους οποίους περιλαμβάνεται και ο λογαριασμών των Εναγομένων. Στον ίδιο έχει ανατεθεί η παρακολούθηση του λογαριασμού των Εναγομένων, έχει στην κατοχή και υπό τον έλεγχο και την φύλαξη του διάφορα έγγραφα που αφορούν το λογαριασμό των Εναγομένων και είναι εξουσιοδοτημένος από τους Ενάγοντες για να προβεί στην ένορκη δήλωση. Μέρος των καθηκόντων του είναι η ετοιμασία καταστάσεων προβληματικών λογαριασμών μεταξύ των οποίων και για την παρούσα υπόθεση. Είναι η θέση του ότι αληθώς οι Εναγόμενοι 1 και 2 οφείλουν στους Ενάγοντες τα απαιτούμενα ποσά δυνάμει απόφασης έγκρισης των Εναγόντων, εγγράφου συμφωνίας και εγγυητήριου εγγράφου τα οποία επισυνάπτει ως Τεκμήρια. Επισυνάπτει επίσης το αντίγραφο της υποθήκης Υ12643/04, καταστάσεις της τελευταίας κεφαλαιοποίησης του λογαριασμού των Εναγομένων, ανακοινώσεις που δημοσιεύτηκαν στον ημερήσιο τύπο για την αύξηση του βασικού επιτοκίου όπως και αντίγραφα των προειδοποιητικών επιστολών αλλά και των επιστολών τερματισμού που έχουν σταλεί στους Εναγομένους/Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 αλλά και στην Εναγομένη
- Επισυνάπτει επίσης κατάσταση λογαριασμού με το υπόλοιπο ημερ. 29.9.
- Είναι η θέση του ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν έχουν καμία υπεράσπιση στην αγωγή και αιτείται την έκδοση απόφασης εναντίον τους. Οι Εναγόμενοι/Καθ'ων η Αίτηση 1 και 2 στις 11.11.11 καταχώρησαν υπεράσπιση με την οποία απορρίπτουν την απαίτηση και ζητούν από τους Ενάγοντες να αποδείξουν αυστηρά τους ισχυρισμούς τους και ειδικότερα ο Εναγομένος 2 ισχυρίζεται ότι δεν έγινε καμία έγκυρη συμφωνία εγγύησης μεταξύ του και των Εναγόντων αντίθετα οποιαδήποτε τυχόν τέτοια συμφωνία είναι άκυρη λόγω μη συμμόρφωσης με τους νόμους και τους κανονισμούς και/ή καθότι έχει ληφθεί με ψευδείς παραστάσεις και κατά αποκρύψη ουσιωδών στοιχείων. Οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 καταχώρησαν στις 30.1.12 ένσταση στην Αίτηση η οποία ήταν εκπρόθεσμη αλλά με σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου και με τη σύμφωνο γνώμη της συνηγόρου των Εναγόντων εγκρίθηκε η καταχώρηση της. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2 και Διευθυντή της Εναγομένης 1, Παναγιώτη Τσούντα. Η ένσταση έχει την ίδια νομική βάση ως η αίτηση, και επιπρόσθετα βασίζεται στο Άρθρο 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν14/60 όπως έχει τροποποιηθεί καθώς και στην πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι θέσεις ότι δεν έγινε καμία συμφωνία μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων 1 στις 9.11.04 ούτε και μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένου 2 στις 10.11.04, η συμφωνία ημερ. 9.11.04 είναι παράνομη, άκυρη και αντίθετη με το νόμο και τους κανονισμούς, οι Ενάγοντες έχουν περιελάβει τόκους πέραν των νομίμων και/ή αυτών που δικαιούνται και/ή προέβηκαν σε ανατοκισμό, η συμφωνία 9.11.04 είναι αντίθετη με τους νόμους και/ή κανονισμούς που διέπουν τη συμφωνία στεγαστικού δανείου, η αίτηση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.18, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για έκδοση συνοπτικής απόφασης και ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν πολύ καλή υπεράσπιση. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ο Εναγόμενος 2 και Διευθυντής της Εναγόμενης 1 δηλώνει ότι εξουσιοδοτημένος από την Εναγομένη 1 να προβεί στην ένορκη δήλωση και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς και τις θέσεις του κ. Πολύδωρου Πολυδώρου που περιέχονται στην ένορκη δήλωση του, ισχυρίζεται ότι δεν έγινε καμία συμφωνία μεταξύ των διαδίκων είτε στις 9.11.04 είτε στις 10.11.04 και άνευ επηρεασμού της πιο πάνω θέσης του είναι επίσης οι ισχυρισμοί του ότι στη συμφωνία υπάρχει υπερχρέωση τόκων γεγονός που την καθιστά άκυρη και/ή παράνομη, η κατάσταση λογαριασμού δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα καθότι είναι προϊόν ανατοκισμού και/ή χρέωσης παράνομων και ανύπαρκτων τόκων και ότι η Αίτηση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις που τάσσουν η νομολογία και η Δ.18, θ.1 καθότι τα στοιχεία που παραθέτει ο Πολύδωρος Πολυδώρου δεν αποδεικνύουν ξεκάθαρη απαίτηση των Εναγόντων έναντι των Εναγομένων. Είναι επίσης η θέση του ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν πολύ καλή υπεράσπιση. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση, κανένας από τους ενόρκως δηλούντες δεν αντεξετάστηκε και οι συνήγοροι τους κατέθεσαν στο Δικαστήριο εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις, υποστηρίζοντας ο καθένας τη θέση του. Η διαδικασία για συνοπτική απόφαση δυνάμει της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να εκδίδει συνοπτική απόφαση σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο Ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου ως εκ τούτου είναι άσκοπο να επιτραπεί στον Εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπιση του (βλέπε Jones v. Stones
(1984)AC122). H Δ.18 προνοεί μια ειδική διαδικασία για καθορισμό δικαιωμάτων χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης σε τρόπο που να αποκλείει τον Εναγόμενο από το δικαίωμα του να αντικρούσει εκτενέστερα τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα. Η τήρηση και συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις που θέτει η διαταγή αυτή είναι απαραίτητη για να παρέχεται στο Δικαστήριο η δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση και για το λόγο αυτό αν ο ενάγοντας δεν ικανοποιήσει πρώτα αυτές τις προϋποθέσεις, το θέμα του κατά πόσο ή όχι ο εναγόμενος προβάλλει αρκετούς ισχυρισμούς που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την υπόθεση δεν εγείρεται. Οι προκαταρκτικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να έχει το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη Δ.18, θ.1(α) την απαραίτητη δικαιοδοσία για να εκδώσει συνοπτική απόφαση είναι οι ακόλουθες:
- i)Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2, θ.6.
- ii)Ο εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρίσει εμφάνιση. iii) Πρέπει να υπάρχει ένορκη δήλωση του ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Με την ικανοποίηση των πιο πάνω αναφερόμενων προκαταρκτικών προϋποθέσεων, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγομένου ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την υπόθεση (βλέπε Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 CLR 265, CYEMS CO LTD v. Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 CLR 897 και Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 CLR 333). Στην υπό εξέταση υπόθεση οι πρώτες δύο προκαταρκτικές προϋποθέσεις της Δ.18-θ.1(α) πληρούνται εφόσον το κλητήριο ένταλμα που έχει καταχωρισθεί είναι ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Δ.2, θ.6 και οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν καταχωρήσει εμφάνιση μέσω δικηγόρου. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή το θέμα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, θέμα καθοριστικό για την ύπαρξη δικαιοδοσίας για έκδοση απόφασης, σχετικές είναι οι υποθέσεις Stavrinides v. Ceskoslovenska Obschondi Banke AS
(1972)1 CLR130, 135-7, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782 και The Chain Gulf Traders Ltd κ.ά. ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ
- Η Δ.18, θ.2 αναφέρει ότι μια αίτηση για συνοπτική απόφαση με βάση τη Δ.18, θ.1 πρέπει να συνοδεύεται με αντίγραφο της ένορκης δήλωσης και των τεκμηρίων που εκεί αναφέρονται. Μια αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει στην ουσία να συμμορφώνεται μόνο με τις αυστηρές προϋποθέσεις του θ.1(α) της Δ.
- Ένας αιτητής που ζητά συνοπτική απόφαση χρειάζεται μόνο να επιβεβαιώσει ουσιαστικά την απαίτησή του. Η υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω) η οποία πραγματεύεται το ζήτημα, αντιπαραθέτει την περίπτωση προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα με την περίπτωση του ομνύοντα που καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει και εξηγεί πως η Δ.39, θ.2 περιορίζεται σε ενδιάμεσες αιτήσεις και δεν εφαρμόζεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Αναγνωρίζεται στην περίπτωση που ο ενάγων/αιτητής είναι εταιρεία πως κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της για να καταλήξει πως το ζήτημα κρίνεται με βάση τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Πρέπει να σημειωθεί ότι το ζήτημα της καταλληλότητας του ομνύοντα στη βάση της Δ.18, θ.1 είναι ζήτημα που αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του προσώπου αυτού. Στην παρούσα υπόθεση, το πρόσωπο που ορκίζεται την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι στην υπηρεσία των Εναγόντων στο τμήμα προβληματικών λογαριασμών στο οποίο εμπίπτει και ο λογαριασμός των Εναγομένων και όπως αναφέρει του έχει ανατεθεί η παρακολούθηση, μεταξύ άλλων λογαριασμών και του λογαριασμού των Εναγομένων. Έχει στην κατοχή του όλα τα έγγραφα που αφορούν τους ισχυρισμούς και την Απαίτηση των Εναγόντων τα οποία μάλιστα επισυνάπτει και ως Τεκμήρια στην ένορκη δήλωση του και επιβεβαιώνει κατά τρόπο θετικό την αξίωση των Εναγόντων. Είναι επίσης το πρόσωπο το οποίο έχει ετοιμάσει την κατάσταση λογαριασμού και την προσυπογράφει. Είναι η θέση μου με βάση όλα τα πιο πάνω ότι οι Ενάγοντες ικανοποιούν και τις τρεις προϋποθέσεις όπως θέτει η Δ.18 θ.1 και έτσι το βάρος απόδειξης τίθεται στους ώμους των Εναγομένων 1 και 2 να αποδείξουν ότι έχει το δικαίωμα καταχώρησης υπεράσπισης. Σύμφωνα με τη νομολογία σε αυτό το στάδιο οι Εναγόμενοι 1 και 2 πρέπει να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα για να αποδείξουν ότι έχουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αναφέρω σχετικά τις υποθέσεις:
(1)Hermes Insurance Co Ltd v. Ioulios Theodorides, Π.Ε. 6464, ημερ. 16.6.1983,
(2)Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd v. Abdul Aziz Tlais, Π.Ε. 7491, ημερ. 28.2.1991,
(1)ΑΑΔ 339,
(3)Ανδρέας Σωκράτους ν. Παναγιώτη Ανδρέου κ.α., Π.Ε. 9227, ημερ. 22.1.1997 και
(4)C.Y.E.M.S. Co Ltd v. The Central Co-Operative Industries Co Ltd, Π.Ε. 6347, ημερ. 27.10.
- Παραθέτω αποσπάσματα από τις πρώτες δύο υποθέσεις τα οποία μιλούν από μόνα τους: Hermes Insurance Co Ltd v. Ioulios Theodorides: «. If he is satisfied upon the affidavits before him that there really is a defence upon the merits, it is a matter of right, unless there be something very extraordinary (which I can hardly conceive), that the Defendant should be able to raise that defence upon the merits, either to the whole or to a part. He may fall far short of satisfying a Judge that there is a defence upon the merits; still he may do so if he discloses such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. » Trans Middle east Trading (T.M.E.T.) Ltd v. Abdul Aziz Tlais: «Η βασική αρχή είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα για υπεράσπιση. Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Από απλή ανάγνωση την ένστασης και μόνο καθίσταται κατά τη γνώμη μου σαφές ότι ο ουσιαστικός λόγο που προωθούν οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι ο ισχυρισμός τους για παράνομες χρεώσεις τόκων και/ή παράνομο ανατοκισμό που κατ' ισχυρισμό οδηγούν τις συμφωνίες σε ακυρότητα. Σημειώνω εδώ ότι επιδερμικά οι Εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται ότι δεν υπόγραψαν καμία συμφωνία με τους Ενάγοντες. Οι εν λόγω ισχυρισμοί όμως δεν προωθούνται ουσιαστικά, αντίθετα το τι προωθούν οι Εναγόμενοι 1 και 2 είναι τη θέση τους ότι οι όποιες συμφωνίες μεταξύ των διαδίκων δεν μπορούν να έχουν οποιαδήποτε νομική ισχύ λόγω των λανθασμένων και παράνομων χρεώσεων και υπερχρεώσεων τόκου και ανατοκισμού. Το γεγονός αυτό καθίσταται ακόμα πιο σαφές αν κάποιος προστρέξει στο δικόγραφο με τίτλο Υπεράσπιση των Εναγομένων 1 και 2 το οποίο καταχωρήθηκε και βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου και στο οποίο οι μόνοι ισχυρισμοί ουσιαστικά των Εναγομένων 1 και 2 είναι οι υπερχρεώσεις τόκων. Σε ό,τι αφορά τον λόγο ένστασης που αφορά παράνομους τόκους και ανατοκισμούς ο Παναγιώτης Τσούντας που ορκίζεται την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αναφέρει ότι η όποια συμφωνία τυχόν ίσχυε μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων 1 και 2 έχει καταστεί άκυρη και/ή παράνομη λόγω υπερχρέωσης τόκου και/ή παράνομη χρέωση τόκου και επίσης ότι η κατάσταση λογαριασμού δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα καθότι τα οφειλόμενα ποσά είναι υπέρογκα και/ή διογκωμένα και/ή χρεωμένα με παράνομους και/ή ανύπαρκτους τόκους και επίσης είναι η θέση του ότι οι Ενάγοντες έχουν παράνομα προβεί σε ανατοκισμό. Όλα τα πιο πάνω, πάντοτε σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, καθιστούν τη συμφωνία άκυρη και παράνομη αλλά και συνηγορούν υπέρ της θέσης του ότι οι Ενάγοντες δεν πληρούν τις προϋποθέσεις που τάσσονται με βάση τη Δ.18 θ.1 για έκδοση συνοπτικής απόφασης καθότι δεν έχουν ξεκαθαρισμένη απαίτηση εναντίον των Εναγομένων 1 και
- Όπως έχει ήδη λεχθεί σε αυτό το στάδιο οι Εναγόμενοι 1 και 2 έχουν καθήκον να αποσείσουν το βάρος απόδειξης που βρίσκεται στους ώμους τους, ότι δηλαδή έχουν εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή. Σημειώνω ότι εκείνο που έχει σημασία είναι η παράθεση τέτοιων στοιχείων από τους Εναγόμενους 1 και 2 που να καταδεικνύουν ότι υπάρχει δικάσιμο θέμα χωρίς να πρέπει απαραίτητα να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι η προβαλλόμενη υπεράσπιση θα επιτύχει. Αναφέρω ενδεικτικά την υπόθεση Ν. ν. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1(Γ) ΑΑΔ1912. Έχω διαβάσει επίσης και τις αγορεύσεις των δύο μερών όπου σε κάθε μια από αυτές υποστηρίζεται η αντίστοιχη θέση. Παρατηρώ ότι ο τρόπος με τον οποίο υπολογίζεται ο τόκος από πλευράς Εναγόντων για να καταλήξουν στο αξιούμενο ποσό δηλαδή υπολογισμός συμβατικού τόκου και τόκου υπερημερίας λαμβάνοντας υπόψη και τη θέση των Εναγομένων, όσον επιδερμικά και αν αυτή τίθεται περί παράνομης χρεώσεις τόκων και/ή ανατοκισμό που δεν προνοούνται στις συμφωνίες συνηγορούν υπέρ της θέσης ότι θα πρέπει να δοθεί η ευκαιρία στους Εναγομένους 1 και 2 να προβάλουν τις θέσεις τους αυτές στην υπεράσπιση που θα καταχωρήσουν και να μπορέσει το Δικαστήριο μέσω της κανονικής πλέον διαδικασίας να εκδώσει την απόφαση του. Ενόψει των ανωτέρω η Αίτηση των Εναγόντων/Αιτητών αποτυγχάνει και απορρίπτεται, δίδεται στους Εναγομένους 1 και 2 το δικαίωμα να καταχωρήσουν υπεράσπιση η οποία θα πρέπει να καταχωρηθεί εντός 30 ημερών από σήμερα. Επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων-Καθ΄ων η Αίτηση 1 και 2 και εναντίον των Εναγόντων-Αιτητών τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο θα είναι πληρωτέα όμως στο τέλος της δικαστικής διαδικασίας. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 02.05.2012 και ώρα 09:00 π.μ. για να διαπιστωθεί κατά πόσον υπάρχει συμμόρφωση με τις οδηγίες του Δικαστηρίου. (Υπ.) ............... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /εκ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο