ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 7537/06, 27 Μαρτίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A86 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7537/06 Μεταξύ: ELLINAS FINANCE PUBLIC COMPANY LTD Εναγόντων και ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΑΤΖΗΙΩΑΝΝΟΥ Εναγομένου ------------------------- Αίτηση ημερ. 12.9.2011 για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 27 Μαρτίου 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές- ενάγοντες: κ. Κνώφος για Κώστα Π. Δημητριάδη Δ.Ε.Π.Ε. Για τον καθ' ου η αίτηση-εναγόμενο: κα Ν. Χατζηϊωάννου για Α.Κ. Χατζηϊωάννου & Υιοί. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση οι αιτητές ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης με την προσθήκη παραγράφων καθώς και προσθήκη φράσεων, αντικατάσταση λέξεων και αντικατάσταση και διαγραφή φράσεων σε υφιστάμενες παραγράφους, παραθέτοντας το κείμενο των τροποποιήσεων στο αιτητικό. Νομική βάση της αίτησης αποτελούν οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 και Δ.48 θθ 1-4 και 9, καθώς και η νομολογία, η γενική πρακτική και η συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του Αιμίλιου Έλληνα, διευθυντή των αιτητών-εναγόντων, ο οποίος ως αναφέρει γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από αυτούς να προβεί στην ένορκη δήλωση του, όσα δε γεγονότα δεν γνωρίζει προσωπικά και αποτελούν νομικά θέματα τα πληροφορείται από τους δικηγόρους του. Οδηγίες και πληροφορίες εκ μέρους των εναγόντων προς τους δικηγόρους τους για την σύνταξη των δικογράφων τους στην παρούσα αγωγή δόθηκαν από τον κ. Κωνσταντίνο Παπαχαραλάμπους, υπάλληλο των εναγόντων κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο κ. Παπαχαραλάμπους παρέλειψε να πληροφορήσει τους εν λόγω δικηγόρους για το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης με αποτέλεσμα να μην δικογραφούνται στην έκθεση απαίτησης όλα τα απαραίτητα γεγονότα για την επιτυχία της αξίωσης των εναγόντων. Συγκεκριμένα, δεν ενημερώθηκαν οι δικηγόροι και δεν συμπεριελήφθησαν στα δικόγραφα τα θέματα που αφορούν τη συμφωνία περί προπληρωμής ή κεφαλαιοποίησης του τόκου, την παράταση πληρωμής του χρέους του εναγόμενου προς τους ενάγοντες με συγκεκριμένο αντάλλαγμα, την επιβάρυνση του εναγόμενου με όλα τα έξοδα του επίδικου δανείου, το γεγονός ότι ο εναγόμενος πλήρωσε μέρος των τόκων και τις συνέπειες της μη έγκαιρης προπληρωμής των τόκων. Η αναγκαιότητα για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης έγινε αντιληπτή στις αρχές Σεπτεμβρίου, σε συνάντηση του ενόρκως δηλούντος με τους δικηγόρους των εναγόντων για την προετοιμασία της ακρόασης, οπότε ο ενόρκως δηλών διαπίστωσε τις πιο πάνω ελλείψεις και όπως τον πληροφορούν οι δικηγόροι του είναι αναγκαία η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Η παρούσα αίτηση υποβάλλεται χωρίς καθυστέρηση και είναι καλόπιστη, ορθή, εύλογη και δικαιολογημένη υπό τις περιστάσεις. Σύμφωνα με νομική συμβουλή που έχει ο ενόρκως δηλών, η ικανοποίηση του αιτήματος των εναγόντων εξυπηρετεί το καλώς νοούμενο συμφέρον της δικαιοσύνης εφόσον η ανάγκη για τροποποίηση δημιουργήθηκε πρόσφατα, θα δοθεί η ευκαιρία στους ενάγοντες να παρουσιάσουν την υπόθεση τους κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο ώστε να απονεμηθεί δικαιοσύνη, δεν επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα του εναγόμενου εφόσον δεν έχει αρχίσει η ακρόαση της αγωγής και ο εναγόμενος μπορεί να ικανοποιηθεί με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα, ενώ αν δεν ικανοποιηθεί το αίτημα των εναγόντων αυτοί θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά. Στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης του καθ' ου η αίτηση-εναγόμενου που καταχωρήθηκε στις 18.11.11 και βασίζεται στους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 θ.14, Δ.20, Δ.25, Δ.48 και Δ.64 καθώς και στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: - η αγωγή καταχωρήθηκε στις 17.11.2006 και η παρούσα αίτηση σχεδόν 5 χρόνια μετά την έγερση της αγωγής - η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες ή ακρόαση τουλάχιστον 13 φορές από τις 6.6.207 μέχρι σήμερα, με 14η φορά την 25.11.2011 - το γεγονός ότι οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι τώρα ανακάλυψαν ασάφειες στην απαίτηση τους δεν δικαιολογεί την τροποποίηση μετά από 5 σχεδόν χρόνια - οι ενάγοντες γνώριζαν τα γεγονότα που ισχυρίζονται στην αίτηση τους από την έγερση της αγωγής - η αίτηση είναι κακόπιστη και αβάσιμη - η αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις της δικονομίας και/των κανονισμών και/ή είναι αντικανονική καθότι δεν αποκαλύπτεται λόγος για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης - η αίτηση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και οι προβαλλόμενοι λόγοι δεν την δικαιολογούν - η προτεινόμενη τροποποίηση αλλάζει άρδην την εικόνα της απαίτησης των εναγόντων και των δικογράφων - η αίτηση είναι καθυστερημένη και καταχρηστική και οι προβαλλόμενοι λόγοι δεν είναι σύμφωνοι με τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και - τυχόν έγκριση της αίτησης θα επιφέρει καθυστέρηση στη διαδικασία και περαιτέρω ταλαιπωρία στον εναγόμενο, ο οποίος εγείρει και ανταπαίτηση. Την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης συνοδεύει ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του εναγόμενου, ο οποίος αναφέρεται στα γεγονότα της υπόθεσης που γνωρίζει προσωπικά, εκτός όπου αναφέρει διαφορετικά. Σύμφωνα με τον εναγόμενο, μετά την καταχώρηση και επίδοση της αγωγής σ' αυτόν, καταχωρήθηκε στις 6.12.2006 εμφάνιση από τους προηγούμενους δικηγόρους του. Στις 22.2.2007 καταχωρήθηκε η υπεράσπιση και ανταπαίτηση του, στην οποία γίνεται ρητή αναφορά στις παράνομες υπερχρεώσεις των τόκων και στον παράνομο ανατοκισμό, καθώς και για την παρανομία της συνεχούς εγγύησης και τις ενεχυριάσεις μετοχών. Με την απάντηση τους στην υπεράσπιση και την υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, οι ενάγοντες αναφέρουν λεπτομέρειες και αρνούνται ειδικά τους ισχυρισμούς του και συνεπώς δεν είναι δυνατό να ανακάλυψαν τώρα τις ισχυριζόμενες παραλείψεις, όπως αναφέρουν. Στις 6.6.2007 που η αγωγή είχε οριστεί για οδηγίες, οι ενάγοντες ζήτησαν ημερομηνία ακρόασης, που ορίστηκε για τις 14.12.2007, 26.9.2008 και 30.3.2009, οπότε με αίτημα των τότε δικηγόρων του αναβλήθηκε και στις τρεις ημερομηνίες. Στις 26.11.2009 που η αγωγή ήταν ορισμένη πάλι για ακρόαση, στην παρουσία του ίδιου του εναγόμενου και του κ. Έλληνα, μετά από διαφωνίες με τους τότε δικηγόρους του αυτοί αποσύρθηκαν και ο ενόρκως δηλών ζήτησε αναβολή της ακρόασης για να διορίσει νέους δικηγόρους. Οι ενάγοντες είχαν ένσταση στο αίτημα του δηλώνοντας ότι ήταν έτοιμοι να προχωρήσουν με την ακρόαση της αγωγής, αλλά το Δικαστήριο του έδωσε το χρόνο που ζήτησε και στις 15.9.2010 διόρισε νέους δικηγόρους. Στις 17.9.2010 και 16.12.2010, οι δικηγόροι του ζήτησαν αναβολή της ακρόασης λόγω της αίτησης πτώχευσης που εκκρεμούσε εναντίον του και η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 17.1.2011, 24.2.2011 και 31.3.2011 και για ακρόαση στις 27.9.2011. Σημειώνει, επίσης, ο ενόρκως δηλών ότι υπάρχει ανταπαίτηση στην απαίτηση των εναγόντων που διαμορφώθηκε με τα γεγονότα όπως είχαν κατά την ημέρα καταχώρησης της. Όπως συμβουλεύεται από τους δικηγόρους του, η αγωγή είναι ενοχλητική και καταχρηστική και η προτεινόμενη τροποποίηση αποτελεί προϊόν δεύτερης σκέψης, οφείλεται δε στο ότι έχει ο ίδιος δικαίωμα να απαιτήσει από τους ενάγοντες με άλλη αγωγή το ποσό των £109.898,90 πλέον τόκους από το 2007, το οποίο προέκυψε από πώληση άλλων μετοχών που είχαν ενεχυριαστεί προς εξασφάλιση εγγυήσεων του για άλλο δάνειο, όπου ο ίδιος ήταν εγγυητής και οι ενάγοντες έλαβαν το εν λόγω ποσό ενώ ο πρωτοφειλέτης είχε ήδη εξοφλήσει την οφειλή του. Οι ενάγοντες παράνομα και αντικανονικά προσπαθούν να αυξήσουν το ποσό ώστε να μην είναι δυνατό να συμψηφιστούν οι απαιτήσεις. Επαναλαμβάνοντας τους λόγους ένστασης ο ενόρκως δηλών, σύμφωνα με τις συμβουλές του δικηγόρου του θεωρεί ότι η προτεινόμενη τροποποίηση δεν πρέπει να εγκριθεί εφόσον δεν δίδεται καμία εξήγηση και/ή αιτιολογία για την καταχώρηση της αίτησης τόσο καθυστερημένα, δεδομένου ότι οι ενάγοντες ήταν έτοιμοι στις 26.11.2009 να προχωρήσουν με την ακρόαση της αγωγής, η διαδικασία θα εκτροχιαστεί και αν εγκριθεί η αίτηση θα εισαχθεί νέος πυρήνας αγωγής, εντελώς διαφορετικός από τον προηγούμενο με αναπόφευκτες αρνητικές επιπτώσεις στα δικαιώματα του και στην πορεία της υπόθεσης. Κατά την ακρόαση της αίτησης δεν αντεξετάστηκαν οι ενόρκως δηλούντες. Οι συνήγοροι στις γραπτές τους αγορεύσεις με αναφορά στη σχετική νομολογία για το θέμα και αναπτύσσοντας τους ισχυρισμούς της κάθε πλευράς, υποστήριξαν τις θέσεις τους αντίστοιχα. Οι αρχές που διέπουν το επιτρεπτό ή μη του αιτήματος για τροποποίηση σύμφωνα με τη Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών είναι πολύ καλά γνωστές. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει τροποποίηση του κλητηρίου ή των εγγράφων προτάσεων σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είναι ευρύτατη. Όσο πιο έγκαιρα υποβάλλεται η σχετική αίτηση τόσο πιο εύκολα ασκείται η διακριτική ευχέρεια για αποδοχή της. Όπου η αίτηση γίνεται καλόπιστα, ακόμη και αν εντοπίζεται αμέλεια ή απροσεξία στο δικόγραφο και ανεξάρτητα από την καθυστέρηση υποβολής της αίτησης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την τροποποίηση, νοουμένου ότι ικανοποιηθεί ότι είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων κι αυτή δεν προκαλεί αδικία στην άλλη πλευρά εκτός από ταλαιπωρία, η οποία μπορεί να αποκατασταθεί με επιδίκαση εξόδων (βλ. μεταξύ άλλων Georghiou and another v. Pistolia
(1969)1 ΑΑΔ 613, Mahattou v. Viceroy Shipping Co. Ltd
(1979)1 ΑΑΔ 542, United Sea Transport Co. Ltd v. Zakou
(1980)1 ΑΑΔ 510, Ευριπίδου v. Καννάουρου
(1985)1 ΑΑΔ 24, Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 ΑΑΔ 607, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 934, Χρίστου v. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, SABA and Co. v. T.M.P. Agents
(1994)1 ΑΑΔ 426). Κάθε περίπτωση, φυσικά, πρέπει να εξετάζεται και αποφασίζεται με βάση τα δικά της γεγονότα (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. v. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 237). Στην υπόθεση Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω) λέχθηκε ότι η τροποποίηση των εγγράφων προτάσεων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πρέπει να συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. και Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223). Βασική αρχή που διέπει την τροποποίηση είναι η κατά κανόνα έγκρισή της με ευκολία πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ενώ όταν έχει αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης και οι διάδικοι προσφέρουν ενόρκως τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου η τροποποίηση δεν γίνεται με τόση ευκολία δεκτή. Είναι νομολογημένο ότι όταν η αναγκαιότητα της τροποποίησης ήταν έκδηλη από καιρό ή σαφώς φανερή αλλά δεν είχε ζητηθεί, η τροποποίηση δεν θα επιτραπεί όχι μόνο επειδή θα δημιουργήσει περισσότερη καθυστέρηση αλλά και λόγω του ότι οι διάδικοι οφείλουν να ετοιμάζουν τη δικογραφία τους με την απαραίτητη προσοχή και ενδελέχεια και να καταγράφουν από την αρχή τις συγκεκριμένες θέσεις τους, τις οποίες έπρεπε ή μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να γνωρίζουν ή ήταν γνωστές σε αυτούς. Όσο πιο καθυστερημένα γίνεται η αίτηση τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος του αιτητή που πρέπει να αποσείσει για να επιτραπεί η τροποποίηση. Όπως προκύπτει από τη νομολογία το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια με μεγάλη φειδώ μετά την έναρξη της δίκης όταν πλέον το στάδιο υποβολής της αίτησης είναι πολύ καθυστερημένο έχοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης και τις επιπτώσεις που θα επιφέρει μια τέτοια καθυστερημένη αίτηση στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 33, Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607). Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1956, στη σελίδα 456 όπου αναλύεται ο αντίστοιχος Αγγλικός Θεσμός Ο.28 r.1, αναφέρεται το εξής: «But the Court will not readily allow at the trial an amendment, the necessity for which was abundantly apparent months ago, and then not asked for (Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. p. 361)». Αχρείαστες ή άσχετες τροποποιήσεις, επίσης, δεν πρέπει να επιτρέπονται και το Δικαστήριο πάντοτε εξετάζει το ουσιώδες της προς εισαγωγή τροποποίησης. Χωρίς να αποφασίζεται η ουσία του θέματος ή να αξιολογούνται οι θέσεις των διαδίκων είναι πρόδηλο ότι η αιτούμενη τροποποίηση πρέπει να είναι σχετική με το επίδικο θέμα (βλ. Alexandra Rent a Car Ltd v. Νεάρχου
(1992)1 ΑΑΔ 111). Όπως προκύπτει από το δικογραφικό φάκελο η αγωγή καταχωρήθηκε στις 17.11.
- Με αυτήν οι ενάγοντες απαιτούν από τον εναγόμενο το ποσό των £109.874,96 πλέον τόκους, οφειλόμενο δυνάμει δανείου και/ή οφειλής χρέους και/ή εγγράφου, που ο εναγόμενος έναντι του δανείου που του παραχωρήθηκε εξέδωσε, αποδέχθηκε, υπέγραψε και παρέδωσε στους ενάγοντες περί τις 4.10.
- Στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτηση, που καταχωρήθηκε στις 23.2.2007, ο εναγόμενος αρνείται την αξίωση των εναγόντων κατόπιν άρνησης των ισχυρισμών τους και ανταπαιτεί από αυτούς το ποσό των £100.000, ως την αξία των ενεχυριασθεισών μετοχών κατά τον ουσιώδη χρόνο καθώς και αποζημιώσεις. Στην απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, που καταχωρήθηκε στις 27.4.2007, οι ενάγοντες αρνούνται τις θέσεις του εναγόμενου και την ανταπαίτηση του, εμμένοντας στην αξίωση τους. Η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 6.6.2007 κατόπιν αίτησης ορισμού και στη συνέχεια για ακρόαση στις 4.12.2007, 26.9.2008, 30.3.2009 και 26.11.2009, οπότε μετά την απόσυρση των δικηγόρων του εναγόμενου αναβλήθηκε για οδηγίες στις 15.12.
- Τότε ορίστηκε για ακρόαση στις 17.9.10, ενόσω εμφανίζοντο νέοι δικηγόροι για τον εναγόμενο και έκτοτε ορίζετο για ακρόαση και για οδηγίες κατόπιν αιτημάτων αναβολών εκ μέρους των συνηγόρων του εναγόμενου μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης τροποποίησης. Εξετάζοντας με πολλή προσοχή τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των διαδίκων όπως προβάλλουν από την υπό κρίση αίτηση, την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν αντίστοιχα, υπό το φως των νομολογιακών αρχών και των εισηγήσεων των συνηγόρων και των δυο πλευρών, θεωρώ ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης, όπως θα επεξηγηθεί στη συνέχεια. Όπως προβάλλει από τα γεγονότα που συνοψίστηκαν πιο πάνω όπως τα επικαλούνται οι αιτητές, παρόλο που οι δικηγόροι που εκπροσωπούν τους ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή στις 17.11.2006, η αναγκαιότητα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης διαφάνηκε στο στάδιο ετοιμασίας της ακρόασης της υπόθεσης στις αρχές Σεπτεμβρίου του 2011 και αφού προηγουμένως είχε ορισθεί για ακρόαση η υπόθεση αρκετές φορές. Έχει εξηγηθεί ότι, τις πληροφορίες και τις οδηγίες προς τους δικηγόρους για την ετοιμασία των δικογράφων είχε δώσει, κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπάλληλος των εναγόντων. Μετά τη διαπίστωση των παραλείψεων επί των δικογραφηθέντων γεγονότων κρίθηκε αναγκαίο να ζητηθεί η προσθήκη γεγονότων και η διαμόρφωση των ισχυρισμών των εναγόντων στην ορθή τους διάσταση προς παρουσίαση της θέσης τους στην ολότητα της, χωρίς να μεταβάλλεται το ύψος του αξιούμενου ποσού. Όπως έχει επισημανθεί, είναι υποχρέωση κάθε διαδίκου να θέτει με πολλή προσοχή τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου στα δικόγραφα που καταχωρεί και στην παρούσα υπόθεση υπάρχει αμέλεια, η οποία ωστόσο μπορεί να διορθωθεί σε αυτό το στάδιο της δίκης. Τα δεδομένα φανερώνουν ότι η μη συμπερίληψη ουσιωδών γεγονότων στην έκθεση απαίτησης δεν μπορεί να αποδοθεί σε κακοπιστία των εναγόντων, αν και η καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης είναι πρόδηλη (βλ. Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1956, στη σελίδα 456). Αποτελεί εισήγηση της συνηγόρου του εναγόμενου ότι η αίτηση καταχωρήθηκε κακόπιστα εφόσον στις 26.11.2009 οι ενάγοντες δήλωσαν ετοιμότητα για ακρόαση της υπόθεσης, φέροντας ένσταση στο αίτημα του εναγόμενου να αναβληθεί η υπόθεση για να διορίσει άλλο δικηγόρο μετά την απόσυρση, την ημέρα εκείνη, του δικηγόρου του. Δεν μπορώ να συμφωνήσω ότι η εν λόγω αντίδραση των εναγόντων μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα κακοπιστίας ως προς την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης καθότι ακόμη και αν άρχιζε η ακρόαση της υπόθεσης τότε, υπήρχε η δυνατότητα των εναγόντων να αιτηθούν για την τροποποίηση των ισχυρισμών τους όταν ανακαλύπτοντο οι παραλείψεις, το δε αίτημα τους σε τέτοια περίπτωση θα κρίνετο από το Δικαστήριο στη βάση των δεδομένων και της πορείας που θα ελάμβανε η υπόθεση. Από την άλλη, το ιστορικό της πορείας της υπόθεσης καταδεικνύει ότι η καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης τουλάχιστον μέχρι την καταχώρηση της παρούσας αίτησης οφείλεται στον εναγόμενο, εφόσον όπως διαφαίνεται στα πρακτικά, αλλά και ο ίδιος αποδέχεται, ζητούσε μέσω των δικηγόρων του αναβολή των οριζομένων ακροάσεων για δικούς του λόγους. Όπως και η νομολογία υποδεικνύει, ακόμη και τυχόν αμέλεια ή απροσεξία στη σύνταξη των δικογράφων που δεν οφείλεται σε κακοπιστία των διαδίκων, δεν μπορεί να στερήσει αυτούς από τη δυνατότητα να προβάλλουν ουσιώδεις ισχυρισμούς για την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Και στην παρούσα περίπτωση, όπως λέχθηκε ήδη, δεν μπορεί να αποδοθεί κακοπιστία στους ενάγοντες καθότι θα ήταν αυθαίρετο τέτοιο συμπέρασμα, ενόψει των δεδομένων της υπόθεσης και της προεκτεθείσας μαρτυρίας του ενόρκως δηλούντος των αιτητών ως προς το θέμα αυτό. Η τροποποίηση ζητείται πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας οπότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η δίκη εκτροχιάζεται αν αυτή επιτραπεί και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε μετά τον εντοπισμό στοιχείων που καθιστούν αναγκαία την τροποποίηση, με την οποία θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ουσιώδη και σχετικά με τα επίδικα θέματα γεγονότα ώστε να επιλυθεί η όλη διαφορά των διαδίκων. Η παρούσα υπόθεση σαφώς διαφοροποιείται από την υπόθεση Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσ. Παραλήπτη (πιο πάνω), λόγω του ότι στην υπόθεση εκείνη η αίτηση τροποποίησης είχε υποβληθεί σε πολύ προχωρημένο στάδιο της δίκης, αφού είχαν ακουστεί μάρτυρες για τους ενάγοντες και εναγόμενους και μετά από πάροδο πολλών ετών αφού καταχωρήθηκε η αγωγή. Αλλά και από την υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, διαφοροποιείται η παρούσα υπόθεση καθότι δεν προέκυψε ότι ζητήθηκαν επανειλημμένα αναβολές για να καταχωρηθεί αίτηση τροποποίησης ώστε να τίθεται θέμα παράβασης εκ μέρους των εναγόντων της αρχής της διεξαγωγής της δίκης εντός ευλόγου χρόνου σύμφωνα με την Συνταγματική επιταγή. Όπως τονίστηκε στην απόφαση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1005, το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στις αιτήσεις τροποποίησης είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης και τελικά ο κρίσιμος παράγων, από τους παράγοντες στους οποίους το Δικαστήριο βασίζει την απόφαση του, είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Όπως λέχθηκε στην απόφαση αυτή, όταν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί τον διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα θέματα τα οποία εγείρει (βλ. και την πρόσφατη απόφαση της πλειοψηφίας Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου ΛΤΔ ν. Χρίστου Χαρίδη, Πολ. Έφ. Αρ. 50/2010, ημερομηνίας 11.5.2011). Απόρριψη της αίτησης υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα θα ισοδυναμούσε με άρνηση να ακουστούν οι ενάγοντες κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Θεωρώ ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δεν θα πρέπει να στερηθούν οι ενάγοντες του δικαιώματος να προβάλλουν τους ισχυρισμούς τους ενώπιον του Δικαστηρίου, δεδομένου μάλιστα ότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις προτεινόμενες νέες παραγράφους της έκθεσης απαίτησης οι ενάγοντες επικαλούνται ουσιώδη πραγματικά γεγονότα και θέματα. Βέβαια η ουσία και ειδικότερα το βάσιμο των επικαλούμενων γεγονότων και ισχυρισμών, που ως είναι πρόδηλο εξειδικεύουν τη θέση των εναγόντων, δεν μπορούν να εξεταστούν σ' αυτό το στάδιο και επισημαίνεται ότι οι ενάγοντες έχουν το βάρος να αποδείξουν τους οποιουσδήποτε ισχυρισμούς τους. Αναμφίβολα η τροποποίηση που επιζητείται είναι αναγκαία εφόσον με αυτή θα τεθούν γεγονότα που θεμελιώνουν τους ισχυρισμούς των εναγόντων ενώπιον του Δικαστηρίου, ενόψει του ελλιπούς περιεχομένου της αρχικής έκθεσης απαίτησης για τους λόγους που επεξηγήθηκαν. Ως προς τη θέση του καθ' ου η αίτηση ότι η αίτηση δεν βασίζεται στο ορθό νομικό πλαίσιο είναι πρόδηλο ότι είναι αστήρικτη και κρίνεται ανυπόστατη. Το ίδιο ισχύει και για τον ισχυρισμό του ότι η καταχώρηση της αίτησης συνιστά κατάχρηση διαδικασίας. Αναφορικά δε με τη θέση του καθ' ου η αίτηση ότι επιζητείται πλήρης αλλαγή της απαίτησης των εναγόντων δεν συμφωνώ καθότι δεν προκύπτει ότι αυτή μεταβάλλεται με τις αιτούμενες τροποποιήσεις. Εξάλλου σύμφωνα με τη νομολογία όταν πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις ακόμη και η εισαγωγή νέας απαίτησης ή η προσθήκη ανταπαίτησης μπορεί να εγκριθεί μέσα στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1956, στη σελίδα 459, Άννα Latouf Agini v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος
(1999)1 ΑΑΔ 11). Δεν μπορεί άλλωστε να θεωρηθεί ότι αν επιτραπεί η τροποποίηση θα προκληθεί ζημιά στον καθ' ου η αίτηση ενόψει της αοριστίας της σχετικής θέσης του. Ο καθ' ου η αίτηση-εναγόμενος μπορεί να καταχωρήσει τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση ενώ οι αιτητές-ενάγοντες δεν απαλλάσσονται από το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους, θα έχει ωστόσο την δυνατότητα ο εναγόμενος να αντεξετάσει τους μάρτυρες των εναγόντων, οι οποίοι, όπως ήδη επισημάνθηκε, έχουν το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους και δεν μπορεί να προβλεφθεί στο στάδιο αυτό ότι ο καθ' ου η αίτηση θα είναι αδύνατο να αντικρούσει τους εν λόγω ισχυρισμούς. Η οποιαδήποτε βλάβη του καθ' ου η αίτηση κατά συνέπεια μπορεί να αποκατασταθεί με την επιδίκαση εξόδων. Κρίνεται κατ' επέκταση ότι η αίτηση είναι επιτρεπτή και εγκρίνεται ως προς την αιτούμενη τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης ενόψει της αντίληψης ότι δεν θα προκληθεί αδικία στον καθ' ου η αίτηση και αυτός ικανοποιείται στο στάδιο αυτό με την καταβολή των εξόδων. Δίδονται συνεπώς οδηγίες όπως τροποποιημένη έκθεση απαίτησης καταχωρηθεί εντός 7 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος, να ακολουθήσει εντός 15 ημερών η καταχώρηση της τροποποιημένης υπεράσπισης και ανταπαίτησης, η δε τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση να καταχωρηθεί σε 10 ημέρες ακολούθως. Τα έξοδα, που περιλαμβάνουν τόσο τα έξοδα της αίτησης καθ' ολοκληρίαν όσο και όσα καθίστανται αναγκαία λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται εναντίον των αιτητών-εναγόντων και υπέρ του καθ' ου η αίτηση-εναγόμενου και θα καταβληθούν στο τέλος της υπόθεσης, αφού υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject : Civil /Interim /Aitisi tropopoiisis cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο