← Κύπρος

ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ ν. ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΦΦΑ, Αρ. Αγωγής: 11119 / 04, 28 Μαρτίου, 2012

ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ ν. ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΦΦΑ, Αρ. Αγωγής: 11119 / 04, 28 Μαρτίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A87 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 11119 / 04 Μεταξύ: ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ Ενάγουσας και ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΦΦΑ Εναγόμενου ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΩΣ ΩΣ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 12/6/07 Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ Ενάγουσας και ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΦΦΑ Εναγόμενου ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΕΩΣ ΩΣ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΗΜΕΡ. 27/11/08: Μεταξύ: MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ Ενάγουσας και ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΦΦΑ Εναγόμενου ΚΑΙ ΔΙΑ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΕΩΣ: Μεταξύ: Δημήτρη Καφφά Εξ ανταπαιτήσεως Ενάγοντα και

  1. MARFIN POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, πρώην Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ
  2. Λαϊκή Επενδυτική Ε.Π.Ε.Υ. Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εξ ανταπαιτήσεως Εναγομένων 28 Μαρτίου,
  3. Για τους ενάγοντες-εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους 1: κα Μ. Λοϊζου για Ιωαννίδης & Δημητρίου (για ν΄ ακούσει απόφαση η κα Χρ. Ιωαννίδου) Για τον εναγόμενο-εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντα: κ. Αντ. Παπαντωνίου Για τους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους 2: κα Χρ. Ιωαννίδου Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι ενάγοντες, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, διεξάγουν τραπεζικές εργασίες. Στις 17.11.1998 συνήψαν συμφωνία με τον εναγόμενο, Τεκμ. 1, για συμμετοχή του στο «Σχέδιο Επενδυτής». Με βάση τη συμφωνία αυτή παραχώρησαν στον εναγόμενο πιστωτικές διευκολύνσεις με όριο για το ποσό των τότε Λ.Κ.100.000 σε τρεχούμενο λογαριασμό, προς το σκοπό αγοράς και πώλησης από τον εναγόμενο μετοχών μέσω της Λαϊκής Επενδυτικής Λτδ-εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2, ως πληρεξούσιου αντιπρόσωπου του. Σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο, με το οποίο ο εναγόμενος διόριζε την πιο πάνω εταιρεία ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του, υπέγραψε στις 24.11.1998, Τεκμ.
  4. Δυνάμει της προαναφερθείσας συμφωνίας, Τεκμ. 1, οι ενάγοντες άνοιξαν προς όφελος του εναγόμενου λογαριασμό στον οποίο καταχωρούνταν οι διάφορες χρεώσεις και πιστώσεις σχετικά με την αγορά και πώληση των κινητών αξιών που προέβλεπε η συμφωνία. Είναι η δικογραφημένη θέση των εναγόντων ότι κατ΄ ακολουθία της συμβατικής τους σχέσης με τον εναγόμενο, η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, σε διάφορες χρονικές περιόδους προέβηκε προς όφελος και για λογαριασμό του εναγόμενου, σε αγορά και πώληση αξίων εγγεγραμμένων στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου (ΧΑΚ), χρεώνοντας και πιστώνοντας ανάλογα το λογαριασμό του εναγόμενου στους ενάγοντες. Θέτουν, περαιτέρω, ότι κατά τη διάρκεια λειτουργίας του προαναφερόμενου λογαριασμού οι εξασφαλίσεις, που είχε συνεισφέρει υπό μορφή μετοχών ο εναγόμενος, είχαν μειωθεί κάτω από το ποσοστό κάλυψης του ορίου λογαριασμού του, κατά παράβαση ουσιώδους όρου της επίδικης συμφωνίας, Τεκμ.
  5. Παρά δε τις σχετικές υποδείξεις τους, ο εναγόμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί με την παραχώρηση εξασφαλίσεων για την κάλυψη του λογαριασμού του κι έτσι οι ενάγοντες, με επιστολή τους ημερ. 12.7.2002, Τεκμ. 21, τερμάτισαν τη λειτουργία του εν λόγω λογαριασμού και τον κάλεσαν να εξοφλήσει κάθε χρεωστικό υπόλοιπο. Ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει η παρούσα δικαστική διεκδίκηση, με την οποία αξιώνεται ποσό Λ.Κ.105.615,74σ, πλέον τόκους 12.25% από 1.7.2002 μέχρι εξόφλησης. Η έκθεση υπεράσπισης καλύπτει έκταση 80 δακτυλογραφημένων σελίδων. Είναι πολυδιάστατη και πολυεπίπεδη. Μέσα από αυτή προβάλλεται ποικιλία ισχυρισμών και νομικών λόγων, προσδίδοντας έτσι ιδιαίτερη πολυπλοκότητα στην όλη υπόθεση. Ως γενικό σχόλιο παραθέτω τα όσα το παρόν Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να καταγράψει σε προηγούμενη απόφαση, στην αγωγή 10165/2003 ημερ. 29.5.2009, στην οποία τους εναγόμενους αντιπροσώπευε ο ίδιος συνήγορος που εμφανίζεται για τον εναγόμενο στην παρούσα υπόθεση: «Η έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης καλύπτει 45 πυκνογραμμένες σελίδες και δεν ανταποκρίνεται στην αναμενόμενη, και νομικά επιβεβλημένη, καταγραφή, με απλό, λιτό και απέριττο τρόπο, των βασικών θέσεων των εναγομένων. Με επαναλαμβανόμενο και διαζευκτικό δε τρόπο, τίθενται δεκάδες ισχυρισμοί, οι οποίοι καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα της νομικής επιστήμης. Σειρά προβαλλόμενων ισχυρισμών είτε δεν προωθήθηκαν, είτε παρέμειναν παντελώς ανυπόστατοι, πλήττοντας έτσι και την όλη πειστικότητα των θέσεων των εναγομένων. Ενδεικτικό της σύγχυσης που καλύπτει την προσέγγιση της πλευράς της Υπεράσπισης, είναι και το γεγονός ότι σε μέρη της τελικής αγόρευσης γινόταν αναφορά σε δεδομένα που δεν αφορούσαν τα επίδικα θέματα και τα γεγονότα που καλύπτουν την υπό κρίση περίπτωση, όπως επίσης επιχειρείτο η στήριξη θέσεων κατά παρέκκλιση παραδεκτών γεγονότων. Ενδεικτικά καταγράφω .» Και προσθέτω τα όσα το Ανώτατο Δικαστήριο παρέθεσε στην Πολιτική Έφεση Αρ. 356/2008, Γρηγόρης Γρηγορίου και Euroinvestment & Finance Ltd, ημερ. 22 Δεκεμβρίου 2011: «Όπως παρατήρησε στην πρωτόδικη απόφαση το εκδικάσαν την αγωγή Δικαστήριο, ανεξαρτήτως του ποιες θέσεις τελικά θα υποστήριζε ο εφεσείων και ως προς ποια θέματα θα κατέθετε, με την υπεράσπισή του ήγειρε οτιδήποτε θα μπορούσε να εγερθεί σε μια υπεράσπιση σε τέτοιου είδους υπόθεση και όχι μόνο. Βρισκόμενοι σε αυτό το σημείο, δεν μπορούμε παρά να παρατηρήσουμε ότι η καταχώρηση δικογράφων αυτής της έκτασης δημιουργεί πολύ περισσότερες δυσχέρειες από εκείνες τις οποίες επιχειρεί να αντιμετωπίσει. Πέραν του ότι ένα τέτοιο δικόγραφο αντίκειται προς τους Θεσμούς και υπόκειται σε διαγραφή, οι αχρείαστη πλατειασμοί και η συμπερίληψη κάθε δυνατού νομικού ενδεχομένου σε ένα δικόγραφο, όχι μόνο δεν προσθέτει ασφάλεια, αλλ΄ αντίθετα αποκαλύπτει ανασφάλεια και προκαλεί αβεβαιότητα και σύγχυση ως προς το ποιο είναι τελικά το σημαντικό και ποιο το επουσιώδες, και, ασφαλώς, ως προς το πού θα πρέπει να εστιάσει την προσοχή του το Δικαστήριο». Ακόμη ένα σχόλιο. Από της καταχώρησης της αγωγής παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα κατά το οποίο σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου - στις οποίες, κατά κανόνα, εμφανιζόταν ο ίδιος συνήγορος - επέλυσε, νομολογιακά, μεγάλο αριθμό θεμάτων, τα οποία καλύπτονται και προβάλλονται ως υπερασπίσεις από τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγομένου. Παρά ταύτα, δεν παρατηρήθηκε, ως ήταν και ορθό και πρέπον, μεταβολή προσέγγισης των θέσεων που προβάλλονται ως τέτοιες υπερασπίσεις. Είναι, χαρακτηριστικό, το πιο κάτω απόσπασμα στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση Αρ. 305/2008, Παναγιώτης Ζερβού κ.ά. και Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ημερ. 21 Δεκεμβρίου 2011: «Εκείνο που προκαλεί μεγάλη απορία, είναι ότι ενώ ο κ. Α. Παπαντωνίου φαίνεται να εκπροσωπούσε τους Εφεσείοντες στις δύο υποθέσεις, Συρίμη και Καλλικά, πιο πάνω και πρόβαλε ακριβώς τα ίδια επιχειρήματα τα οποία απορρίφθηκαν, εντούτοις στην προφορική αγόρευσή του ενώπιον μας δεν θεώρησε σκόπιμο να μας παραπέμψει σ΄ αυτές και στα όσα είχαν αποφασιστεί». Ας επανέλθουμε όμως, μετά τις πιο πάνω παρεμβολές - οι οποίες και θα έχουν ουσιαστική επιρροή στη δομή και πορεία της παρούσας απόφασης - στις δικογραφημένες θέσεις του εναγόμενου. Για σκοπούς του μέρους αυτού της απόφασης, είναι αρκετό να λεχθεί, συνοπτικά, ότι μέσα από την έκθεση υπεράσπισης απορρίπτονται οι ισχυρισμοί των εναγόντων, προσβάλλεται η εγκυρότητα της μεταξύ των μερών συμφωνίας και του πληρεξουσίου εγγράφου, τίθενται ισχυρισμοί περί αθέμιτου επηρεασμού, ψυχικής πίεσης, παραβίασης εκ μέρους των αντιδίκων της μεταξύ των μερών συμφωνίας και αποδίδεται έλλειψη επιμέλειας σε αυτούς. Τέλος, ανταπαιτητικά, αξιώνεται η ακύρωση των μεταξύ των μερών συμφωνιών, η διαγραφή του προβαλλόμενου από τους ενάγοντες χρέους και η έκδοση προς όφελος του εναγόμενου απόφασης για σημαντικό ποσό χρημάτων στη βάση παράλειψης των αντιδίκων του να διαχειριστούν κατά το δέοντα τρόπο τις μετοχές που ενεχυριάστηκαν σε αυτούς. Η υπόθεση των εναγόντων στηρίχθηκε στα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες Κυριάκος Αναστασιάδης, υπάλληλος τους, υπεύθυνος για την παρακολούθηση και επίβλεψη του λογαριασμού του εναγόμενου (ΜΕ1), Φρόσω Χάμπου, η οποία εργαζόταν κατά τα έτη 1999-2000 στο τμήμα επενδυτικών λογαριασμών της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2 (ΜΕ2), Λίλη Παντελή, της υπηρεσίας είσπραξης χρεών των εναγόντων (ΜΕ3), Μιχάλης Ξιούρος, χρηματιστή κατά τον ουσιώδη χρόνο της εξ ανταπαιτήσεως εναγομένης 2 (ΜΕ4), Πανίκκος Χριστοφόρου, υπάλληλος στο τμήμα εκκαθάρισης συναλλαγών του ΧΑΚ (ΜΕ5) και Χάρης Σαββίδης, χρηματιστής, ο οποίος μεταξύ των ετών 1995-2000 εργαζόταν στην εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 με καθήκοντα να λαμβάνει και να διαβιβάζει εντολές στο ΧΑΚ εκ μέρους της (ΜΕ6). Για την υπεράσπιση κατέθεσε ως μόνος μάρτυρας ο ίδιος ο εναγόμενος. Σκιαγράφηση και μόνο των όσων κατατέθηκαν στο Δικαστήριο είναι αρκετή για να καλύψει το στάδιο αυτό της απόφασης: Ο ΜΕ1 είχε την παρακολούθηση και επίβλεψη του λογαριασμού του εναγομένου. Στην κατοχή και φύλαξή του είχε σειρά εγγράφων που αφορούν την παρούσα υπόθεση, τα οποία και κατέθεσε. Μεταξύ αυτών, τη σχετική αίτηση που υπέβαλε ο εναγόμενος στους ενάγοντες για συμμετοχή στο σχέδιο πιστωτικών διευκολύνσεων που έφερε το όνομα «Σχέδιο Επενδυτής», Τεκμ.
  6. Εξηγώντας το σκοπό του σχεδίου αυτού ανέφερε ότι στον πελάτη παρέχει τη δυνατότητα λήψης πιστωτικών διευκολύνσεων, ώστε να μπορεί να προβαίνει σε αγοραπωλησίες μετοχών που ήταν εγγεγραμμένες στο ΧΑΚ. Οι αγοραπωλησίες θα γίνονταν μέσω της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης
  7. Για σκοπούς λειτουργίας του σχεδίου, ο εναγόμενος υπέγραψε διάφορα έγγραφα, μεταξύ των οποίων πληρεξούσιο έγγραφο, Τεκμ. 2, με το οποίο διόριζε τη Λαϊκή Επενδυτική ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του για να προβαίνει στις πράξεις που αναφέρονται στο εν λόγω πληρεξούσιο, και συμφωνία με την οποία συμφώνησε με την Λαϊκή Επενδυτική στην καταβολή διαφόρων ποσών και προμηθειών για τη διενέργεια των χρηματιστηριακών πράξεων και συναλλαγών, στις οποίες θα προέβαινε προς όφελός του, Τεκμ.
  8. Με βάση τη συμφωνία, Τεκμ. 1, οι ενάγοντες άνοιξαν, στο όνομα του εναγόμενου, τραπεζικό λογαριασμό τύπου υπέρβασης (overdraft account). Έτσι, ο εναγόμενος είχε ένα περιθώριο υπέρβασης από την τράπεζα, το οποίο μπορούσε να χρησιμοποιεί για να προβαίνει σε επενδύσεις στο ΧΑΚ. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος έδινε εντολή στη Λαϊκή Επενδυτική για την αγορά συγκεκριμένων μετοχών και η τελευταία χρέωνε το λογαριασμό υπέρβασης για τις αγορές των μετοχών που επιθυμούσε ο εναγόμενος. Ανάλογα, σε περίπτωση που ο εναγόμενος προέβαινε σε πώληση μετοχών του χαρτοφυλακίου του, ο πιο πάνω λογαριασμός πιστωνόταν με την καθαρή αξία της πώλησης των μετοχών. Παρέθεσε, στη συνέχεια, ο ΜΕ1 ως Τεκμ. 5, κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού, την επεξήγησε και ανέλυσε τη διαδικασία που ακολουθείται στους ενάγοντες για το άνοιγμα ενός λογαριασμού. Στη συνέχεια, και λόγω του ότι η κατάσταση λογαριασμού βασίζεται στις χρηματιστηριακές πράξεις στις οποίες προέβη η Λαϊκή Επενδυτική στο όνομα του εναγόμενου, παρουσίασε ως Τεκμ. 6 αναλυτική κατάσταση των χρηματιστηριακών αυτών πράξεων, την οποία επίσης επεξήγησε. Πρόσθεσε ακόμη ότι τόσο η ενάγουσα όσο και η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, απέστελλαν προς τον εναγόμενο, στην ταχυδρομική του διεύθυνση, κατά τακτά χρονικά διαστήματα, καταστάσεις, τόσο του λογαριασμού του, όσο και όλων των αγοραπωλησιών που διενεργούνταν από τη Λαϊκή Επενδυτική με εντολές του και προς όφελός του. Ουδέποτε ο εναγόμενος, παρά τη συνεχή ενημέρωσή του, αμφισβήτησε οτιδήποτε. Αντίθετα, προχώρησε σε σειρά αναλήψεων από το λογαριασμό του, μεταξύ Φεβρουαρίου 1999 και 14.1.2000, συνολικού ύψους τότε Λ.Κ.469.
  9. Τέλος, ο μάρτυρας κατέθεσε και επεξήγησε ανακατασκευασμένη κατάσταση λογαριασμού, με σταθερό επιτόκιο 8% και χωρίς ανατοκισμό, Τεκμ.
  10. Την έθεσε ως διαζευκτική αξίωση των εναγόντων σε περίπτωση που δεν θα γινόταν δεκτή η αξίωσή τους για επιτόκιο πέραν του 8% και με κεφαλαιοποίηση δύο φορές το χρόνο. Μεταξύ των καθηκόντων της ΜΕ2 ήταν και η ετοιμασία των εγγράφων που αφορούσαν τις χρηματιστηριακές συναλλαγές και το άνοιγμα επενδυτικών λογαριασμών. Καταθέτοντας, ανάφερε ότι τα Τεκμ. 13 και 14 τα ετοίμασε σε συνεργασία με τον προϊστάμενό της, τα υπέγραψε και ταχυδρομήθηκαν στη διεύθυνση του εναγόμενου, όπως αυτή ήταν καταχωρημένη στα αρχεία της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης
  11. Αφορούν τυποποιημένες επιστολές για προβληματικούς λογαριασμούς. Η ΜΕ3 αναγνώρισε το Τεκμ. 23 ως κατάσταση την οποία ετοίμασε και αφορά την κατάσταση λογαριασμού του εναγόμενου. Για την ετοιμασία της χρησιμοποίησε σταθερό επιτόκιο 8% και αφαίρεσε όλα τα έξοδα τα οποία είχε χρεωθεί ο λογαριασμός. Λεπτομερώς επεξήγησε τη δομή της κατάστασης αυτής. Πώς λειτουργούσε πρακτικά το «Σχέδιο Επενδυτής» επεξηγήθηκε με επάρκεια από το ΜΕ
  12. Συνοπτικά, ο εναγόμενος-πελάτης, τηλεφωνούσε σε χρηματιστή ή λειτουργό της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2, ή έδινε οδηγίες διά ζώσης ή με τηλεομοιότυπο. Ο χρηματιστής καταχωρούσε στο ηλεκτρονικό σύστημα της Λαϊκής Επενδυτικής την εντολή του πελάτη, η οποία και διαβιβαζόταν ηλεκτρονικά στο σύστημα του ΧΑΚ. Εάν η πράξη εκτελείτο, ανάλογα πιστωνόταν ή χρεωνόταν ο λογαριασμός επενδυτή του εναγόμενου στους ενάγοντες. Τόσο ο εναγόμενος όσο και ο οποιοσδήποτε άλλος πελάτης της Λαϊκής Επενδυτικής, ενημερώνονταν καθημερινά για την κάθε πράξη που λάμβανε χώρα στο όνομά του, είτε τηλεφωνικά, είτε με τηλεομοιότυπο. Επίσης, κάθε μήνα οι ενάγοντες απέστελλαν κατάσταση του λογαριασμού του εναγόμενου στην ταχυδρομική του διεύθυνση, όπου φαίνονταν οι χρεοπιστώσεις που είχαν γίνει το συγκεκριμένο μήνα στο λογαριασμό επενδυτή. Ακόμη, ο πελάτης ενημερωνόταν από το μητρώο κάθε εταιρείας που ήταν εισηγμένη στο ΧΑΚ, για την οποιαδήποτε μεταβολή στην κατάσταση της μετοχικής του μερίδας. Υπήρχε, τέλος, ακόμη μία μέθοδος ενημέρωσης, μέσω αποστολής τριμηνιαίων καταστάσεων χαρτοφυλακίου. Με αυτά όλα, δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει χρηματιστηριακή πράξη στο όνομα του εναγόμενου χωρίς να το γνωρίζει ή να το μάθει πολύ σύντομα. Εν πάση περιπτώσει, προέκτεινε ο μάρτυρας, ο εναγόμενος ουδέποτε προέβη σε οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με διενέργεια οποιασδήποτε χρηματιστηριακής πράξης στο όνομά του χωρίς την εντολή ή τη συναίνεσή του. Ήταν ουσιαστικό μέρος της μαρτυρίας του η θέση ότι η Λαϊκή Επενδυτική ουδέποτε πρόσφερε υπηρεσίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου στον εναγόμενο και πως όλες οι χρηματιστηριακές πράξεις έγιναν με δικές του εντολές και βάσει δικής του επενδυτικής απόφασης. Άλλωστε, συμπλήρωσε, ο εναγόμενος εργαζόταν σε άλλο χρηματιστηριακό γραφείο, ήταν γνώστης του επενδυτικού συστήματος και του τρόπου που λειτουργούσε και μπορούσε να λάβει, και λάμβανε, τις επενδυτικές του αποφάσεις από μόνος του. Τέλος, ο μάρτυρας επεξήγησε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο εναγόμενος υπέγραψε στην παρουσία του τα Τεκμ. 16 και
  13. Με βάση το πρώτο, διά της υπογραφής του αναγνώρισε όλες τις πράξεις που είχαν γίνει μέχρι 28.6.2001 επ΄ ονόματί του από τη Λαϊκή Επενδυτική ως γενόμενες κατόπιν δικών του εντολών. Με βάση το δεύτερο, ημερ. 3.1.2002, ο εναγόμενος ζητά την αποδέσμευση από το χαρτοφυλάκιό του 70.000 δικαιωμάτων μετοχών (warrants) συγκεκριμένης εταιρείας, της «Λατομεία Φαρμακάς». Ο ΜΕ5 κλήθηκε προκειμένου να παρουσιάσει έγγραφα σε σχέση με όλες τις χρηματιστηριακές πράξεις που διενεργήθηκαν στο όνομα του εναγόμενου στο ΧΑΚ από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, για την περίοδο 1998-
  14. Όλες τις σχετικές συναλλαγές τις εκτύπωσε από το δικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή, μέσω του οποίου έχει πρόσβαση σε όλα τα αρχεία του ΧΑΚ και στο ηλεκτρονικό σύστημα διαπραγμάτευσης. Κατέθεσε ως Τεκμ. 32 όλες τις πιο πάνω πράξεις και τις επεξήγησε με λεπτομέρεια. Όπως κατέθεσε ο τελευταίος μάρτυρας για τους ενάγοντες, ΜΕ6, σε κάθε περίπτωση όπου παρέχονταν υπηρεσίες διαχείρισης κεφαλαίων, υπεγράφετο πάντοτε ειδική συμφωνία με τους πελάτες, με την οποία αναλαμβανόταν η εκ μέρους τους λήψη επενδυτικών αποφάσεων. Με βάση την εμπειρία του και την ενασχόλησή του, τόσο με το χρηματιστηριακό κομμάτι της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2, όσο και με άλλη εταιρεία, ήταν σε θέση να γνωρίζει ότι η Λαϊκή Επενδυτική δεν πρόσφερε στον εναγόμενο υπηρεσίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου, αλλά μόνο υπηρεσίες για λήψη και διαβίβαση εντολών στο ΧΑΚ, στα πλαίσια της συμφωνίας του «Σχεδίου Επενδυτής». Τον εναγόμενο τον γνώριζε πολύ καλά, αφού από την ημέρα που αυτός ενεγράφη στο πιο πάνω σχέδιο, μέχρι και τον Ιούνιο του 2000, ενεργούσε, ο ΜΕ6 δηλαδή, ως χρηματιστής του, διαβιβάζοντας εκ μέρους του εντολές στο ΧΑΚ. Ήταν απόλυτος ότι λάμβανε συχνότατα εντολές από τον εναγόμενο, είτε διά ζώσης, είτε στο κινητό τηλέφωνό του, το οποίο γνώριζε ο εναγόμενος, είτε στο σταθερό τηλέφωνο της Λαϊκής Επενδυτικής. Λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που παρήλθε, δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί οποιαδήποτε συγκεκριμένη εντολή του εναγόμενου, ήταν όμως πάγια τακτική και πρακτική της Λαϊκής Επενδυτικής, την οποία και ακολουθούσε πιστά, ότι καμία εντολή διαβιβαζόταν στο ΧΑΚ, χωρίς τη ρητή προς τούτο εντολή του πελάτη. Άλλωστε, όπως επεξήγησε, η Λαϊκή Επενδυτική δεν είχε οποιοδήποτε λόγο, ούτε θα αποκόμιζε οποιοδήποτε όφελος με το να ενεργήσει για λογαριασμό και στο όνομα του πελάτη, χωρίς τις ρητές προς τούτο εντολές του. Καταλήγοντας, κατέθεσε ότι ο εναγόμενος δεν υπέγραψε καμία συμφωνία για παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών ή υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου με τη Λαϊκή Επενδυτική και ήταν σε θέση να λαμβάνει τις δικές του επενδυτικές αποφάσεις, αφού ήταν έμπειρος επενδυτής, γνώστης του χρηματιστηριακού συστήματος και εργαζόταν σε χρηματιστηριακό γραφείο. Η μαρτυρία του εναγομένου ήταν ιδιαίτερα εκτεταμένη. Θα επιχειρήσω να καταγράψω τα ουσιαστικά σημεία της, παραλείποντας αναφορές στις νομικές προσεγγίσεις που τη διαχέουν: Κατά το χρόνο υποβολής της αίτησής του για συμμετοχή στο επίδικο επενδυτικό σχέδιο ήταν τραπεζικός υπάλληλος και στη συνέχεια, από το Νοέμβριο του 1999, συνεργάτης χρηματιστηριακού γραφείου στο οποίο εργαζόταν ως διαβιβαστής εντολών και όχι ως χρηματιστής. Προβάλλει ως βασική του θέση ότι οι αντιπρόσωποι της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2 τον ενθάρρυναν να υποβάλει αίτηση στο «Σχέδιο Επενδυτής». Προκειμένου να πειστεί, τον διαβεβαίωναν ότι το σχέδιο ήταν από κοινού με την ενάγουσα και τη διαχείρισή του θα αναλάμβαναν οι έμπειροι χρηματιστές της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης
  15. Αυτό ήταν και το βασικότερο κίνητρο συμμετοχής του στο εν λόγω επενδυτικό σχέδιο. Οι αντιπρόσωποι της Λαϊκής Επενδυτικής τον διαβεβαίωναν επίσης ότι οι προοπτικές επιτυχίες ήταν τεράστιες και ότι δεν έπρεπε να ανησυχεί, αφού οι χρηματιστές της ήταν σε θέση να χειριστούν και διαχειριστούν με επιτυχία και χωρίς κινδύνους τη συμμετοχή του στο σχέδιο. Ως μόνες δικές του υποχρεώσεις καθόρισε την παροχή εντολών για αγορά ή πώληση μετοχών, η οποία θα γινόταν πάντα με την καθοδήγηση και τη σύμφωνο γνώμη της Λαϊκής Επενδυτικής και την κατάθεση των αναγκαίων προς εξασφάλιση κεφαλαίων, ώστε να λειτουργήσει ο επενδυτικός λογαριασμός. Ως προς το ζήτημα του τρόπου παροχής εκ μέρους του εντολών, ήταν η διευκρίνισή του ότι πάντοτε έδινε γραπτές εντολές και ότι ουδέποτε έδωσε εντολές «στο πάτωμα» ή μέσω κινητού τηλεφώνου. Καθόρισε δε ως ημερομηνία παροχής των τελευταίων του εντολών την 14.1.
  16. Προβάλλει ακόμη ότι η αντίδικη πλευρά, παρά την υποχρέωση που είχε να παρακολουθεί συνεχώς τον επίδικο επενδυτικό λογαριασμό, τον άφησε να μειωθεί κάτω από το συμφωνηθέν όριο εξασφάλισης σκόπιμα, ώστε να χρεώνει συνεχώς με τόκους και διάφορα έξοδα διαχείρισης και προμήθειες. Θέτει περαιτέρω ότι κατά τη διάρκεια λειτουργίας του επενδυτικού σχεδίου δεν είχε καμία απολύτως επαφή με τους υπαλλήλους της ενάγουσας, αλλά μόνο με αυτούς της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2 χρηματιστηριακής εταιρείας. Ως προς το ζήτημα των διαφόρων επιστολών και καταστάσεων λογαριασμού που ετοίμαζε η ενάγουσα, ήταν η θέση του ότι ουδέποτε του απεστάλησαν, ούτε και έχει γνώση του περιεχομένου τους. Ούτε και του γνωστοποιήθηκαν οι σχετικές οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας, Τεκμ. 31, κατ΄ ακολουθία των οποίων θα έπρεπε να «κλείσουν αυτοί οι επενδυτικοί λογαριασμοί ιδίως οι πιστωτικοί όπως ήταν ο δικός μου». H αξιολόγηση μαρτυρίας δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Αναγκαίο και επιθυμητό είναι η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Η εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο δεν είναι αρκετή από μόνη της να οδηγήσει στην αποδοχή ή απόρριψη των θέσεών του. Είναι η αξιολόγηση, από απόψεως περιεχομένου των όσων κατατίθενται, και ο συσχετισμός του με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, που επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του Δικαστηρίου. Η αναφορά δε στη βάσανο της αξιολόγησης του περιεχομένου της μαρτυρίας παραπέμπει, κατά κύριο λόγο στον έλεγχο με τη βάσανο της λογικής και την ανθρώπινη εμπειρία ως προς την αναμενόμενη φυσιολογική εξέλιξη των πραγμάτων της ζωής (Αντρέας Στυλιανίδης v. Κωνσταντίνου Χ"Πιέρα

(1992)1 ΑΑΔ 1056, Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ και Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1 ΑΑΔ 339, Παναγιώτης Ζερβού κ.ά. και Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, πιο πάνω). Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές αξιολόγησης, παρακολούθησα με κάθε προσοχή τους μάρτυρες στην πορεία παράθεσης των ισχυρισμών τους. Δεν διατηρώ καμιά αμφιβολία πως τα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες των εναγόντων αποτυπώνουν την αλήθεια και την εξέλιξη των γεγονότων, όπως αυτά πραγματικά έλαβαν χώρα. Επίρρωση στην κρίση του Δικαστηρίου δίνει η στήριξη των ισχυρισμών των πιο πάνω μαρτύρων από τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα και τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Δεδομένα τα οποία, ταυτόχρονα, εκθεμελιώνουν τους προβληθέντες ισχυρισμούς του εναγόμενου σε σχέση με τα όσα ουσιαστικά αφορούν την υπό κρίση περίπτωση. Επεξηγώ και τεκμηριώνω: Έχει δηλωθεί ως παραδεκτό γεγονός ότι ο εναγόμενος υπέγραψε τα Τεκμ. 1, 2, 3, 11, 12, 15, 16, 19 και
  1. Όπως προαναφέρθηκε, το Τεκμ. 1 είναι η συμφωνία συμμετοχής στο Σχέδιο Επενδυτής μεταξύ εναγόντων και εναγομένων, το δε Τεκμ. 2 το πληρεξούσιο έγγραφο του εναγόμενου προς την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 . Είναι επίσης παραδεκτό γεγονός ότι ο εναγόμενος, μεταξύ 9.2.1999 και 14.1.2000 έλαβε, με σειρά αναλήψεων, το συνολικό ποσό των Λ.Κ.469.000 από τον επίδικο λογαριασμό. Ήταν ουσιαστικός ισχυρισμός του εναγόμενου ότι η τελευταία εκ μέρους του εντολή προς την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, προκειμένου να διενεργήσει πράξεις για λογαριασμό του, έλαβε χώρα την 14.1.
  2. Η σημασία της θέσης αυτής είναι ιδιαίτερη. Καθότι πάνω σε αυτή οικοδομήθηκε ολόκληρη η προσέγγιση της πλευράς του εναγόμενου, με βάση την οποία οι οποιεσδήποτε συναλλαγές έλαβαν χώρα μεταγενέστερα, έγιναν χωρίς τις δικές του εντολές και, κατά συνέπεια, ούτε τον δέσμευαν, ούτε και του δημιουργούσαν οποιεσδήποτε υποχρεώσεις στη βάση της εναντίον του αξίωσης. Το αβάσιμο και ατεκμηρίωτο της εξεταζόμενης αυτής θέσης του, εύκολα διαπιστώνεται από ένα αναντίλεκτο δεδομένο: Το Τεκμ.
  3. Αφορά έγκριση/αναθεώρηση των ορίων του εναγόμενου στο λογαριασμό του Σχεδίου Επενδυτής, με σκοπό τη δημιουργία κεφαλαίου για αγοραπωλησίες κινητών αξιών. Ιδιαίτερα σημαντικός είναι ο όρος 3, όπου καταγράφεται: «Με την παρούσα επιστολή προσφοράς επιβεβαιώνετε ότι αναγνωρίζετε, αποδέχεστε και επικυρώνετε οποιεσδήποτε πράξεις και/ή συναλλαγές έχουν ήδη διενεργηθεί για λογαριασμό σας από τη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ και/ή Λαϊκή Επενδυτική Λτδ και/ή Λαϊκή Χρηματιστηριακή Λτδ και αφορούν τον λογαριασμό σας με αρ. 182-11-002653 (Λογαριασμός Σχέδιο Επενδυτής) και ότι οι ενέργειες αυτές έγιναν κατόπιν δικών σας εντολών». Το Τεκμ. 16 φέρει ημερομηνία 22.6.2001, πολύ μεταγενέστερη δηλαδή της 14.1.2000, και έγινε αποδεκτό το περιεχόμενό της από τον εναγόμενο, ο οποίος το υπέγραψε στις 28.6.
  4. Τα πιο πάνω πλήττουν ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία του εναγόμενου καθότι είναι ασυμβίβαστα με την καίρια θέση που προωθούσε, σύμφωνα με την οποία δεν έδωσε καμία εντολή και δεν αναγνωρίζει καμία πράξη μετά τις 14.1.
  5. Εντοπίζεται όμως ακόμη ένα αδιάψευστο δεδομένο, το οποίο ακυρώνει την εξεταζόμενη προβληθείσα από τον εναγόμενο θέση. Παραμένει αδιαμφισβήτητο ότι στις 31.1.2002 ο εναγόμενος κατέθεσε μετρητά στο λογαριασμό του, με σκοπό την αποδέσμευση ορισμένων δικαιωμάτων μετοχών, αξιών της εταιρείας «Λατομεία Φαρμακάς», Τεκμ.
  6. Όπως επεξήγησε ο ΜΕ4, αλλά και όπως προκύπτει από το Τεκμ. 6, τα εν λόγω δικαιώματα αγοράστηκαν στις 30.5.2001, ήτοι μετά την 14.1.
  7. Συνεπώς, εντοπίζεται αναγνώριση, αλλά και αποδοχή, από τον εναγόμενο πράξης που έλαβε χώρα μετά την ημερομηνία που έθεσε ως καταληκτική των εντολών του, και, μάλιστα, από την οποία επωφελήθηκε, στις 31.1.2002, με την αγορά δικαιωμάτων των σχετικών μετοχών. Στην καίρια λοιπόν θέση που εξετάστηκε και αποτέλεσε προμετωπίδα των ισχυρισμών του εναγόμενου, είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η αξιοπιστία του ήταν διάτρητη. Κατ΄ αναλογία, επιβεβαιώθηκαν τα σχετικά μέρη της μαρτυρίας των μαρτύρων της αντίδικής του πλευράς, η οποία περιστρεφόταν γύρω από την παροχή από τον ίδιο εντολών, τόσο πριν όσο και μετά τις 14.1.
  8. Το γεγονός ότι δεν εντοπίστηκαν ηχογραφημένες εντολές, δεν αποδυναμώνει την πειστικότητα της μαρτυρίας που πρόσφερε η πλευρά των εναγόντων. Επεξηγήθηκαν με λεπτομέρεια οι λόγοι για τους οποίους δεν κατέστη δυνατή η ανεύρεση τέτοιου μαρτυρικού υλικού και κατέθεσαν περαιτέρω οι μάρτυρες εναγόντων ότι ήταν σύνηθες φαινόμενο να δίδονται εντολές χωρίς αυτές να ηχογραφούνται. Η θέση τους αυτή επιβεβαιώθηκε και από τη μαρτυρία του ΜΕ5, υπαλλήλου στο ΧΑΚ και ανεξάρτητου μάρτυρα. Αποδεκτή επίσης γίνεται η μαρτυρία των μαρτύρων των εναγόντων, σύμφωνα με την οποία αποστέλλονταν στον εναγόμενο, κατά τακτά χρονικά διαστήματα, μηνιαίως κατά το πλείστον, σχετικές καταστάσεις λογαριασμού και επενδυτικών πράξεων. Η εκ μέρους τους επεξήγηση του τρόπου λειτουργίας του όλου συστήματος ενημέρωσης των πελατών, μεταξύ των οποίων και του εναγόμενου, και η χωρίς αντίκρουση θέση τους ότι σχετικά αντίγραφα υπήρχαν στο φάκελό του, δεν αφήνει περιθώριο αμφισβήτησης ως προς την αποστολή προς αυτόν καταστάσεων λογαριασμού. Η περί του αντιθέτου θέση του εναγόμενου, συνιστά εκ των υστέρων σκέψη, η οποία προβλήθηκε, για προφανείς βεβαίως λόγους: Η αποδοχή λήψης τέτοιων λογαριασμών θα ήταν ασύμβατη με ό,τι προωθούσε σχετικό με τη μη παροχή από τον ίδιο εντολών και την άγνοιά του ως προς τις πράξεις που λάμβαναν χώρα εκ μέρους του. Άλλωστε, η εξεταζόμενη προσέγγιση του εναγόμενου είναι αποσυναρτημένη από τη λογική των πραγμάτων. Καθότι, αποτελεί κοινή συνισταμένη της μαρτυρίας πως ο εναγόμενος δεν ήταν πρόσωπο άσχετο με το χώρο των τραπεζών και του χρηματιστηρίου. Αντίθετα, η φύση των εργασιών του, καθ΄ όλο τον ουσιώδη χρόνο, του παρείχε και την εμπειρία και τη δυνατότητα διερεύνησης των γεγονότων και προστασίας των συμφερόντων του. Υπό τις συνθήκες, θα ήταν αδιανόητο ένα πρόσωπο όπως ο εναγόμενος να μην παρακολουθεί για μήνες τα όσα αφορούσαν τις επενδύσεις του και τους λογαριασμούς του. Ιδίως εφόσον, με βάση αδιαμφισβήτητα γεγονότα, συνέχισε να έχει επαφές με την αντίδικη πλευρά και να επωφελείται από την επαγγελματική τους σχέση, όπως επιμαρτυρούν τα Τεκμ. 16 και
  9. Τέλος, στοιχείο επίσης σχετικό, είναι ο όρος 11 του Τεκμ. 1, σύμφωνα με τον οποίο οι ενάγοντες αναλάμβαναν την υποχρέωση αποστολής μηνιαίας κατάστασης λογαριασμού στον εναγόμενο-επενδυτή, στη διεύθυνση που αυτός θα δήλωνε και, περαιτέρω, αποστολής κάθε τρεις μήνες, μαζί με την κατάσταση λογαριασμού, αποτίμησης όλων των κινητών αξιών που κατέχει, καθώς επίσης και κατάσταση όλων των αγοραπωλησιών που διενεργήθηκαν από τη Λαϊκή Επενδυτική για λογαριασμό του. Με δεδομένη, λοιπόν, την εμπειρία του εναγόμενου από τα καθήκοντα που για χρόνια εκτελούσε, και του ανωτέρω δικαιώματος πληροφόρησης που είχε με βάση τη συμφωνία, Τεκμ. 1, θα ήταν αδιανόητο να μην είχε καμία πληροφόρηση για μήνες σχετικά με το λογαριασμό και τις επενδύσεις που προέβαινε, και να μην απευθυνόταν στους αντιδίκους του για λήψη λεπτομερειών. Το μόνο λογικό συμπέρασμα είναι ότι είχε λεπτομερή πληροφόρηση και για το λόγο αυτό και μόνο ήταν που ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε σχετικά. Ισχυρίστηκε ακόμη ο εναγόμενος ότι τερμάτισε τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού στις 12.1.2000, όταν και απέσυρε από αυτό το πολύ σημαντικό ποσό των Λ.Κ.350.
  10. Εύκολα διαπιστώνεται επίσης η αναλήθεια του ισχυρισμού, αν ληφθεί υπόψη ότι κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται στο Τεκμ. 12, με βάση το οποίο ζήτησε απόσυρση του εν λόγω ποσού, αλλά κι αν γίνει αναφορά και πάλι στις πράξεις που ακολούθησαν και τις οποίες επιβεβαιώνουν τα Τεκμ. 16 και
  11. Τελικά, η εμμονή του εναγόμενου στην προβολή της θέσης ότι μετά τις 14.1.2000 δεν έδωσε καμία εντολή, συνιστά σκέψη εκ των υστέρων, προκειμένου να αποφύγει τις καταλυτικές εις βάρος του συνέπειες που ακολούθησαν την κατάρρευση των αξιών - όπως η σχετική αναντίλεκτη μαρτυρία επιβεβαιώνει - αμέσως μετά την εν λόγω χρονική στιγμή και τις συνακόλουθες απώλειες των μετοχών. Ο εναγόμενος προέβαλε ως μέρος της υπεράσπισής του το γνωστό πλέον ζήτημα της κυκλοφορίας εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας και εισηγήθηκε ότι οι αντίδικοί του είχαν υποχρέωση να του αποκαλύψουν την ύπαρξή τους και να συμμορφωθούν με αυτές. Προεκτείνοντας, έθεσε ότι εάν τα πιο πάνω λάμβαναν χώρα, ο ίδιος θα έκλεινε άμεσα τον επίδικο λογαριασμό και δεν θα υφίστατο περαιτέρω ζημιές. Οι προβαλλόμενες θέσεις του εναγόμενου είναι έκθετες σε απόρριψη για σειρά από λόγους: Κατ΄ αρχάς, δεν έχει στοιχειοθετηθεί η παράβαση οποιουδήποτε καθήκοντος εκ μέρους των αντιδίκων του. Περαιτέρω, έστω κι αν τέτοια παράβαση εντοπιζόταν, προέκυψε ως αδιαμφισβήτητο δεδομένο, με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, και μάλιστα του ιδίου κατά την αντεξέτασή του, ότι κατά τους ουσιώδεις χρόνους της κυκλοφορίας των πιο πάνω εγκυκλίων ο εναγόμενος, επωφελούμενος από τη λειτουργία του επίδικου λογαριασμού και του επενδυτικού σχεδίου, απεκόμισε σημαντικά κέρδη, εκατοντάδων χιλιάδων λιρών. Χωρίς δε να λαμβάνεται καν υπόψη η αξία των μετοχών που εξακολουθούσαν να υπάρχουν στο χαρτοφυλάκιό του. Συνεπώς, δεν υπέστη οποιαδήποτε ζημιά από τις ισχυριζόμενες παραβιάσεις. Ακόμη, ενώπιον του Δικαστηρίου τέθηκε μαρτυρία, του ΜΕ4, η οποία και παρέμεινε αδιαμφισβήτητη, με την οποία επεξηγήθηκε πειστικά ότι τυχόν πρακτική εφαρμογή των εγκυκλίων ήταν αδύνατη, καθότι δεν θα ήταν εφικτό να πωληθούν όλες οι μετοχές, μαζικά, των πελατών που συμμετείχαν στο Σχέδιο Επενδυτής και οι οποίες αντιστοιχούσαν με συνολικές επενδύσεις της τάξης των εκατοντάδων εκατομμυρίων λιρών. Ακόμη όμως κι αν αυτό γινόταν, και σύμφωνα με την ανωτέρω σχετική και χωρίς αντίκρουση μαρτυρία, με την άμεση ρευστοποίηση δεν θα μπορούσε να εξασφαλιστεί η εξαφάνιση χρεωστικών υπολοίπων, εφόσον η τιμή πώλησης θα εξαρτάτο από τη σειρά που θα λάμβανε ο κάθε πελάτης, η δε αξία των μετοχών, υπό τις συνθήκες, θα είχε διαμορφωθεί αρνητικά. Ούτως ή άλλως, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και τυχόν παράβαση εγκυκλίων δεν οδηγεί σε επιτυχία των εισηγήσεων που έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου η πλευρά του εναγομένου. Το ζήτημα απασχόλησε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στις οποίες, κατά κανόνα, εμφανιζόταν ο ίδιος συνήγορος που και σήμερα εκπροσωπεί τον εναγόμενο. Πιο πρόσφατη είναι η υπόθεση Στέλιος Μαρκίδης και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση 303/2008, ημερ. 8.3.2012, όπου, μεταξύ άλλων, αναφέρεται: «Εν πάση περιπτώσει σε σειρά πρόσφατων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου τονίστηκε ότι, ακόμα και τυχόν παράβαση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας, δεν οδηγεί αυτόματα σε ακύρωση συμβατικών πράξεων που έγιναν κατά παράβαση των εγκυκλίων. Τέτοιες παραβάσεις συνιστούν εσωτερικό θέμα μεταξύ Κεντρικής Τράπεζας και Εμπορικών Τραπεζών και δεν επηρεάζουν την εγκυρότητα συμβάσεων που γίνονται, με τρίτους, κατά παράβαση τους - Δέστε: Συρίμη v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Παγκυπριακή Λίμιτεδ, Πολ. Έφεση 315/07, ημερ. 12.7.
  12. Στην υπόθεση εκείνη, που σε πολλά σημεία προσομοιάζει με την παρούσα, τονίστηκε, μεταξύ άλλων, ότι ο σχετικός Ν 66(Ι)/97 δεν απαγόρευε την επίδικη συναλλαγή ούτε και το άρθρο 23 του Κεφ. 149 την καθιστούσε άκυρη. Στην υπόθεση Καλλικάς v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ, Πολ. Έφεση 21/08, ημερ. 14.7.2010 τονίστηκε ότι, συμφωνία δεν είναι παράνομη ως αποτέλεσμα παραβάσεως εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας και της παράλειψης της εμπορικής τράπεζας να αποκαλύψει τις εγκυκλίους στον πελάτη της. Οι εγκύκλιοι δεν διαμορφώνουν δημόσια πολιτική. Εν πάση περιπτώσει, με τις εγκυκλίους της η Κεντρική Τράπεζα δεν απαγόρευσε τη χορήγηση δανείων για επενδυτικούς σκοπούς αλλά σύστηνε στις τράπεζες να τα περιορίσουν και να είναι πιο προσεκτικές. Η φύση των εγκυκλίων της Κεντρικής Τράπεζας εξετάστηκε και στην υπόθεση Γιάλλουρου v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ κ.α., Πολ. Έφεση 50/08, ημερ. 22.9.2011, στην οποία τονίστηκε ότι εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας που εκδόθηκαν μετά τη σύναψη μιας συμφωνίας δεν επηρεάζουν αναδρομικά τη νομιμότητα της συμφωνίας». Περαιτέρω, στις αποφάσεις Μαρκίδη και Γρηγορίου (ανωτέρω), επιλύονται νομολογιακά σειρά θεμάτων που τέθηκαν από την πλευρά του εναγόμενου ως υπερασπίσεις ή τα οποία συνιστούν μέρος της θεμελίωσης των ανταπαιτήσεών του. Αφορούν τα θέματα της υποχρέωσης ή του δικαιώματος της αντίδικης πλευράς για πώληση των αξιών, προκειμένου να καλυφθεί το κατώτατο όριο περιθωρίου ασφαλείας ή να περιοριστούν οι ζημιές και οι συνακόλουθες συνέπειες στις υποχρεώσεις του χρεώστη απέναντι στην τράπεζα. Ακόμη, καλύπτουν τα ζητήματα της δημιουργίας σχέσης εμπιστοσύνης και τυχόν κυριαρχίας στη βούληση του χρεώστη προκειμένου να εξασφαλιστεί αθέμιτο όφελος και της ύπαρξης κακής πίστης, ανισότητας όρων και καταχρηστικών ρητρών. Υπό τις συνθήκες αυτές, και με βάση τις ανάλογες προσεγγίσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αρνητικές για τον εναγόμενο, παρέλκει η οποιαδήποτε επιπρόσθετη ενασχόληση με όλα τα πιο πάνω. Δύο ακόμη θέσεις της υπεράσπισης παραμένουν προς εξέταση, θέσεις οι οποίες συναρτώνται άμεσα και με τις βάσεις επί των οποίων εδράζεται και η ανταπαίτηση. Προβάλλει ο εναγόμενος ότι οι αντίδικοί του παραβίασαν υποχρέωση που είχαν για εκποίηση των αξιών σε χρονικό σημείο κατά το οποίο, όχι μόνο θα αποφεύγετο η πρόκληση ζημιάς, αλλά και θα απέφερε σημαντικά κέρδη σε αυτόν. Η θέση αυτή - που εκθεμελιώνεται από το δικαστικό λόγο των αποφάσεων που τέθηκαν αμέσως πιο πάνω - συνδέεται άρρηκτα με τον ισχυρισμό του εναγόμενου ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2 ήταν χρηματιστηριακή εταιρεία, πρόσφερε υπηρεσίες διαχείρισης χαρτοφυλακίου και ανέλαβε τη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του και την υποχρέωση παροχής σε αυτόν συμβουλευτικών υπηρεσιών. Επιχειρώντας να προσδώσει επίρρωση στις πιο πάνω προσεγγίσεις του, ο εναγόμενος παρουσίασε ως Τεκμ. 26 αντίγραφο ενός διαφημιστικού φυλλαδίου της Λαϊκής Επενδυτικής, υπό τον τίτλο «Σχέδιο Επενδυτής». Σε αυτό αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι «η Λαϊκή Επενδυτική θα σας συμβουλεύσει να σχηματίσετε το χαρτοφυλάκιό σας, και για δική σας ευκολία, θα διεκπεραιώνει όλες τις αναγκαίες διαδικασίες». Το Τεκμ. 26 και οι γενικόλογες αναφορές του δεν βοηθούν στη θεμελίωση των επιχειρημάτων του εναγομένου. Διαφεύγει της πλευράς της υπεράσπισης το αυτονόητο: Οι μεταξύ των μερών δηλαδή συμφωνίες. Στις οποίες δεν γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε διαχείριση και/ή παροχή συμβουλών από τη Λαϊκή Επενδυτική, όπως και οι ίδιοι οι μάρτυρες των εναγόντων κατέθεσαν. Το όλο φάσμα της συμβατικής σχέσης του εναγόμενου με την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, καθορίζεται από το περιεχόμενο του πληρεξουσίου εγγράφου, Τεκμ.
  13. Εύκολα εντοπίζεται σε αυτό ότι ο εναγόμενος διόρισε την πιο πάνω εναγόμενη ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του προς διενέργεια συγκεκριμένων πράξεων. Σε καμία από αυτές δεν γίνεται αναφορά για διαχείριση ή παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών. Όπως δε εξήγησε και ο ΜΕ4, η μαρτυρία του οποίου συνάδει πλήρως με τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθέντα τεκμήρια και δεν διαφάνηκε οποιοσδήποτε λόγος για τον οποίο να μην γίνει δεκτή, οι υπηρεσίες διαχείρισης παρέχονταν από ξεχωριστό τμήμα της Λαϊκής Επενδυτικής και μόνο κατόπιν υπογραφής ξεχωριστών ειδικών συμφωνιών διαχείρισης. Επεξήγησε επίσης σε ποιες συγκεκριμένες περιπτώσεις πελατών παρέχονταν τέτοιες υπηρεσίες. Πελάτες στους οποίους ούτε ο εναγόμενος, ούτε οποιοσδήποτε άλλος συμμετείχε στο Σχέδιο Επενδυτής, ενέπιπταν. Επιπρόσθετα, όπως παρατέθηκε σε προηγούμενο στάδιο, οι αναφορές του εναγόμενου ότι είχε συμφωνήσει και στηριζόταν στους εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους 2, προκειμένου να χειριστούν επενδυτικά τα κεφάλαιά του, στερούνται πειστικότητας ως αποσυναρτημένες από τη λογική των πραγμάτων. Καθότι, ως έχει ήδη επεξηγηθεί, ο εναγόμενος ήταν πρόσωπο με εμπειρίες στον τραπεζικό και επενδυτικό τομέα. Υπό αυτές τις συνθήκες, λογικό και αναμενόμενο θα ήταν να χειρίζεται ο ίδιος τα των επενδύσεών του και όχι να στηρίζεται σε τρίτα πρόσωπα, όπως επιχείρησε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας έχει ολοκληρωθεί. Και ανάλογα είναι τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Συνιστούν βασικά ευρήματα: Οι υπογραφές από τα εμπλεκόμενα μέρη των επίδικων συμφωνιών, το άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού στα πλαίσια της συμφωνίας, Τεκμ. 1, οι χρεοπιστώσεις του με βάση τις επίδικες συμφωνίες, η λήψη όλων των επενδυτικών αποφάσεων από τον εναγόμενο και μόνο και η απλή διεκπεραίωσή τους από την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 2, δυνάμει και στα πλαίσια του πληρεξουσίου, Τεκμ. 2, η ανελλιπής ενημέρωση του εναγόμενου για την κίνηση του λογαριασμού και η απουσία εκ μέρους του διαμαρτυρίας ή αμφισβήτησης. Τέλος, ο τερματισμός της λειτουργίας του επίδικου λογαριασμού, στις 12.7.2002, συνιστά παραδεκτό γεγονός. Ό,τι παραμένει προς κατάληξη είναι το ζήτημα που ηγέρθηκε από την υπεράσπιση, επιδερμικά πρέπει να πω, ως προς την απόδειξη του οφειλόμενου ποσού. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 6 και 7, μέσα από τα οποία εντοπίζεται με λεπτομέρεια η διενέργεια των χρηματιστηριακών συναλλαγών που έγιναν επ΄ ονόματι του εναγομένου. Επεξηγήθηκαν δε επαρκώς από τους μάρτυρες των εναγόντων, ΜΕ1 και ΜΕ
  14. Επίσης, κατατέθηκε από το ΜΕ1 κατάσταση λογαριασμού, Τεκμ. 5, στην οποία καταγράφονται οι χρεοπιστώσεις που έγιναν στον επίδικο λογαριασμό και παρατέθηκε σχετική μαρτυρία που αφορά την τήρηση και εκτύπωση του περιεχομένου του. Προσθέτω μόνο ότι, με βάση τον όρο 5 του Τεκμ. 1: «Όλα τα έξοδα, δικαιώματα, δαπάνες οποιουδήποτε είδους, που έχουν δημιουργηθεί ή θα δημιουργηθούν, άμεσα ή έμμεσα ως συνέπεια των πιο πάνω διευκολύνσεων θα βαρύνουν τον Επενδυτή και θα καθορίζονται από καιρού εις καιρό από την Τράπεζα». Κατ΄ ακολουθία δε του όρου 3 του Τεκμ. 1, καθορίζεται ως ποσοστό τόκου για τις παρεχόμενες διευκολύνσεις και επί των χρεωστικών υπολοίπων «προς 8% το χρόνο πάνω στα ημερήσια χρεωστικά υπόλοιπα ή προς το ανώτατο ποσοστό επιτοκίου που θα επιτρέπεται με βάση τις εκάστοτε ισχύουσες νομοθετικές και/ή κανονιστικές ρυθμίσεις». Περαιτέρω, δυνάμει της επιστολής τερματισμού, Τεκμ. 21, το επιτόκιο, από τις 12.7.2002, μετεβλήθη σε 12.25% με κεφαλαιοποίηση του τόκου δύο φορές ετησίως (Αντώνης Κόμπου v. Universal Bank Ltd
(2009)1 ΑΑΔ 194, 201-202). Δεν εντοπίζεται οτιδήποτε ικανό να ανατρέψει το σύνολο της πιο πάνω μαρτυρίας, ούτε και δόθηκε οποιαδήποτε αξιόπιστη μαρτυρία που να την αντικρούει. Συνεπώς, τα όσα καλύπτουν τα πιο πάνω τεκμήρια και η μαρτυρία των εναγόντων που τα περιβάλλει, γίνονται αποδεκτά από το Δικαστήριο και οδηγούν στην απόδειξη του οφειλόμενου ποσού. Καταληκτικά, οι ενάγοντες, μέσα από τη μαρτυρία που πρόσφεραν και έγινε αποδεκτή από το Δικαστήριο, σε συνάρτηση με τα γεγονότα που έχουν κατατεθεί ως παραδεκτά, έχουν αποδείξει την απαίτησή τους στο ύψος του ποσού που αξιώνουν. Τα προβληθέντα στοιχεία υπεράσπισης και τα όσα τέθηκαν προς στήριξη βάσης ανταπαίτησης έχουν απορριφθεί για τους λόγους που ήδη εκτέθηκαν. Ως αποτέλεσμα εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου για το ποσό των €472.839,04σ, πλέον τόκο προς 12.25% από 30.9.2010 μέχρι εξόφλησης, πλέον έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς καμιά ιδιαίτερη διαταγή όσον αφορά τα έξοδα σε σχέση με την ενάγουσα-εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 1, εφόσον αυτή συνεκδικάστηκε με την αγωγή. Επιδικάζονται όμως έξοδα προς όφελος της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 2 και εναντίον του εναγόμενου-εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.