Ανδρόνικος Κουρουκλάρης ν. Ανδρέα Κωνσταντίνου, Αγωγή αρ.: 5494/2008, 28 Μαρτίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A91 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 5494/2008 Μεταξύ: Ανδρόνικος Κουρουκλάρης Ενάγων -και- Ανδρέα Κωνσταντίνου Εναγομένου 28 Μαρτίου, 2012 Για τον ενάγοντα, εμφανίζεται η κα Β. Πέτρου-Πιερίδου Για τον εναγόμενο, εμφανίζεται ο κ. Μ. Κιτρομηλίδης για τους κ.κ. Κιτρομηλίδης, Πέτσας Δ.Ε.Π.Ε. --------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγων διεκδικεί, εντόκως, το ποσόν των €6.630 επικαλούμενος, ως αιτίες αγωγής, το χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού, την οφειλόμενη αξία πωληθέντων και παραδοθέντων εμπορευμάτων, την αποκατάσταση δυνάμει των αρχών του άδικου πλουτισμού, το οφειλόμενο χρέος και την παράβαση συμφωνίας. Παρά την ποικιλία των αιτιών αγωγής, ως πραγματικό υπόβαθρο της επίδικης αξίωσης, δικογραφούνται μόνον τα εξής: Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο ενάγων εμπορευόταν ζωοτροφές και ο εναγόμενος υπήρξε πελάτης του. Από τον Φεβρουάριο του έτους 2006 έως και τον Μάιο του έτους 2008, και εν σχέσει με την πώληση και παράδοση ζωοτροφών στον εναγόμενο, ετηρείτο χρεοπιστωτικός λογαριασμός («ο λογαριασμός»). Ο λογαριασμός χρεωνόταν με την αξία των εκάστοτε πωλήσεων και παραδόσεων ζωοτροφών και πιστωνόταν με τις εκάστοτε πληρωμές, στις οποίες προέβαινε ο εναγόμενος. Περί τον Αύγουστο του έτους 2007 οι διάδικοι συμφώνησαν ότι το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού ανήρχετο στο ποσόν των £2.
- Η συνεργασία των διαδίκων συνεχίσθηκε. Στις 21.6.08 το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού ανήρχετο στις €6.
- Ο ενάγων ειδοποίησε, επανειλημμένως, τον εναγόμενο να εξοφλήσει την οφειλή του, χωρίς, όμως, αποτέλεσμα. Δια της υπεράσπισής του ο εναγόμενος παραδέχεται την επαγγελματική συνεργασία του με τον ενάγοντα και παραδέχεται πως, εν σχέσει με αυτήν, ετηρείτο ο λογαριασμός. Όμως, ο εναγόμενος αρνείται και απορρίπτει όσα άλλα ο ενάγων ισχυρίζεται δια του δικογράφου του και αρνείται και απορρίπτει την επίδικη αξίωση. Προσθέτει δε τα εξής: Συμφωνήθηκε, μεταξύ του ιδίου και του εναγομένου, προκαταρκτικά και υπό τον όρο παρουσίασης των σχετικών τιμολογίων, ότι, έως και τον Αύγουστο του έτους 2007, το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού ανήρχετο σε £2.
- Η συνεργασία του με τον ενάγοντα συνεχίσθηκε έως και τα μέσα Μαΐου του έτους 2008 οπότε ο ίδιος την ετερμάτισε επειδή αντελήφθηκε ότι ο ενάγων τον υπερχρέωνε. Ζήτησε από τον ενάγοντα τα τιμολόγια τα οποία τον αφορούσαν καθώς και την αναλυτική κατάσταση του λογαριασμού. Όμως, αυτός δεν ανταποκρίθηκε. Στις 29.6.08 συναντήθηκε με τον ενάγοντα και του προέτεινε το ποσόν των €3.150 για εξόφληση του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού. Αυτός δέχθηκε και παρέλαβε αυθημερόν το ποσόν των €3.
- Έτσι, το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού εξοφλήθηκε. Δεν κατεχωρίστηκε απάντηση. Ας σημειωθεί εξ αρχής πως δεδομένων των περιορισμένων δικογραφημένων θέσεων του ενάγοντος επίδικη καθίσταται μόνον η αιτία αγωγής η οποία αφορά σε παραδεδεγμένο ή εκκαθαρισμένο λογαριασμό ("account stated"). Για τα υπόλοιπα αγώγιμα δικαιώματα (ως αυτά καταγράφονται στην έκθεση απαίτησης) δεν δικογραφούνται αντίστοιχες βάσεις αγωγής. Εν σχέσει με τον παραδεδεγμένο ή εκκαθαρισμένο λογαριασμό (account stated) στην απόφαση Επίσημος Παραλήπτης ν. Ρεϊνμποου Πλητσιηγκ και Νταϊγκ Κο. Λτδ
(2005)1 (Α) Α.Α.Δ. 610, 615 λέχθηκαν τα εξής: «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τί συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση.» (Δείτε και την Demil Co. Ltd v. A. Panayides Contracting Ltd
(2008)1 (A) A.A.Δ. 661). Η ακροαματική διαδικασία υπήρξε απλή. Για σκοπούς απόδειξης της αξίωσής του κατέθεσε ο ίδιος ο ενάγων Ανδρόνικος Κουρουκλάρης (Μ.Ε.1). Η υπεράσπιση προωθήθηκε με την κατάθεση του εναγομένου Ανδρέα Κωνσταντίνου (Μ.Υ.1). Επιπλέον των όσων αυτοί ανέφεραν ενόρκως, κατετέθηκε και έγγραφη μαρτυρία: ημερολόγιο του έτους 2000 με χειρόγραφες σημειώσεις και χειρόγραφους υπολογισμούς (τεκμήριο 1), φωτοτυπίες ορισμένων σελίδων του ημερολογίου αυτού οι οποίες παρουσιάζονται να αφορούν στον εναγόμενο (τεκμήριο 2), χειρόγραφες σημειώσεις του εναγομένου (τεκμήριο 3), τιμολόγια για πωλήσεις ζωοτροφών όπου πωλητής είναι τρίτο πρόσωπο (τεκμήρια 4,5 και 6) και απόφαση στην αγωγή αρ. 4762/2010 (Ε.Δ. Λευκωσίας), ημερ. 7.10.10 (τεκμήριο 7). Ακολουθεί η σύνοψη και ο σχολιασμός της ουσιώδους μαρτυρίας: Κατά την κυρίως εξέτασή του, η οποία έγινε με την κατάθεση γραπτής δήλωσης (έγγραφο αρ. 1), ως το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) επιτρέπει, ο ενάγων Ανδρόνικος Κουρουκλάρης (Μ.Ε.1) δήλωσε τα εξής: «............................................. Από το Φεβρουάριο του 2006 μέχρι το Μάιο του 2008 ο εναγόμενος τηρούσε χρεωστικό λογαριασμό μαζί μου σχετικά με την πώληση και παράδοση σ' αυτόν και συγκεκριμένα στη φάρμα του στη Ψημολόφου, ζωοτροφών. Η τελευταία πώληση και παράδοση που έκανα στον εναγόμενο ήταν 16.05.2008....Για τους σκοπούς της αναφερόμενης συνεργασίας μου με τον εναγόμενο κατέγραφα ιδιοχείρως βάσει ημερομηνιών, την αξία των ζωοτροφών που πωλούσα και παρέδιδα στον εναγόμενο καθώς επίσης τις έναντι πληρωμές που μου κατέβαλλε και το εκάστοτε υπόλοιπο. Οι καταχωρήσεις μου για τις πωλήσεις που έκανα στον εναγόμενο περιέχονται σε ένα ημερολόγιο του 2000, μεταξύ άλλων πελατών μου και σε συγκεκριμένη σελίδα με το όνομα του εναγόμενου και αφορούν την περίοδο από 18.04.06 μέχρι 21.06.08 που έγινε η τελευταία καταχώρηση ήτοι πληρωμή από τον εναγόμενο.....Δεν κατόρθωσα να εντοπίσω τις καταγραφές του λογαριασμού για το μήνα Φεβρουάριο, Μάρτιο και μέχρι τα μέσα του Απριλίου του 2006, όμως αυτές συμπεριλαμβάνονται στις συμφωνηθείσες με τον εναγόμενο, όπως πιο κάτω αναφέρω....Τον Αύγουστο του 2007, μετά από εισήγηση μου ότι θα έπρεπε να δούμε κατά πόσο συμφωνούμε με το οφειλόμενο υπόλοιπο του λογαριασμού, ο εναγόμενος ο οποίος επίσης κατέγραφε τις πωλήσεις και τις έναντι πληρωμές που μου κατέβαλλε, μου παρέδωσε φωτοαντίγραφο των καταγραφών του από τον Φεβρουάριο του 2006 μέχρι τέλος Αυγούστου του 2007, όπως τις είχε καθαρογράψει ο ίδιος,....Ο λογαριασμός για την προαναφερόμενη περίοδο, συμφώνως των καταγραφών του εναγόμενου, μέχρι το τέλος Αυγούστου του 2007 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ΛΚ1.680,- ενώ συμφώνως των δικών μου καταγραφών την αντίστοιχη περίοδο παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ΛΚ2.320,-. δηλ. υπήρχε διαφορά ΛΚ640...Αντιπαραβάλλοντας τις καταγραφές του εναγόμενου με τις δικές μου διαπίστωσα ότι μία χρέωση ημερομηνίας 20.5.06 ποσού ΛΚ525,- έλειπε από το λογαριασμό που κατέγραφε ο εναγόμενος οπόταν η διαφορά μεταξύ μας μειώθηκε στις ΛΚ115,-. Σε συνάντηση που είχαμε στην συνέχεια για το θέμα αυτό του το υπέδειξα και συμφώνησε, πράγμα εξάλλου που παραδέχεται στην παράγραφο 2 της υπεράσπισης του αποδεχόμενος οφειλόμενο υπόλοιπο ΛΚ2.205,- δηλ. [1.680+525=2.205]. Μάλιστα τότε είπαμε μεταξύ μας ότι το ποσό των ΛΚ115,-δεν είναι τίποτα είτε μείνει πάνω μου είτε πάνω του και συνεχίσαμε τη μεταξύ μας συνεργασία όπως προηγουμένως. Να σημειωθεί ότι τελικά στις 04.12.2007 αφαίρεσα από το λογαριασμό του εναγόμενου το αναφερόμενο το ποσό των ΛΚ115,-...Ακολούθως το χρεωστικό υπόλοιπο του εναγόμενου μεγάλωνε και του ζήτησα να αυξήσει τις έναντι πληρωμές για να μειωθεί, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Στις 16.05.08 παρέδωσα στον εναγόμενο παραγγελία €1.560,- και του τόνισα ότι δεν μπορώ συνεχίσω αν δεν μειωθεί δραστικά το χρεωστικό υπόλοιπο του το οποίο ήταν τότε €9.780,-. Ο εναγόμενος συνέχισε για κάποιο χρονικό διάστημα να μου τηλεφωνεί για παραγγελία αλλά αρνήθηκα να συνεχίσω. Στις 21.06.2008 μου κατέβαλε έναντι €3.150,- και έμεινε υπόλοιπο €6.630,- αλλά συνέχισα να αρνούμαι οποιαδήποτε πώληση προς τον εναγόμενο...Αρνούμαι τους ισχυρισμούς του εναγόμενου ότι είναι εκείνος που σταμάτησε τη συνεργασία μας γιατί δήθεν αντιλήφθητε ότι τον υπερχρέωνα. Ουδέποτε κατά τη διάρκεια της συνεργασίας μας μου ανέφερε ή έστω υπαινίχτηκε οτιδήποτε σχετικό. Εξάλλου του έλεγα τις τιμές των ζωοτροφών από την ώρα που μου έδινε την παραγγελία και γνώριζε από την αρχή το κόστος της κάθε παραγγελίας..Ουδέποτε ισχυρίστηκα στον εναγόμενο ότι εξέδιδα τιμολόγια και ουδέποτε ο εναγόμενος μου ζήτησε τιμολόγια. Τα εισοδήματα μου από την πώληση των ζωοτροφών δεν ήταν τέτοια που επέβαλαν εγγραφή μου στο Φ.Π.Α. Ο εναγόμενος κατέγραφε και ο ίδιος τις χρεώσεις και τις πιστώσεις και γνώριζε το οφειλόμενο υπόλοιπο και δεν είχε ανάγκη των τιμολογίων για να το πληροφορηθεί...Ουδέποτε ο εναγόμενος μου πρότεινε το ισχυριζόμενο ποσό των €3.150,- για εξόφληση γιατί γνώριζε πολύ καλά το ποσό της οφειλής του. Και βεβαίως ούτε εγώ αποδέχτηκα ή θα αποδεχόμουν ποτέ το αναφερόμενο ποσό, όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος. Επιπλέον ούτε και μου καταβλήθηκε στις 29.06.2008 τέτοιο ποσό. (δείτε στις παρα. 3 έως και 8, 10 έως και 12 του εγγράφου αρ. 1). Κατά την αντεξέτασή του ο Ανδρόνικος Κουρουκλάρης (Μ.Ε.1) διευκρίνισε πως ουδέποτε παρέδωσε οποιοδήποτε τιμολόγιο ή οποιαδήποτε κατάσταση λογαριασμού στον εναγόμενο. Και ούτε του απέστειλε προειδοποιητική επιστολή εν σχέσει με την επίδικη οφειλή. Καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου ο εναγόμενος Ανδρέας Κωνσταντίνου (Μ.Υ.1) αμφισβήτησε έντονα και σταθερά το παρουσιαζόμενο, από τον ενάγοντα, ως το χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού. Κατά την κυρίως εξέτασή του, η οποία, επίσης, έγινε με την κατάθεση γραπτής δήλωσης (έγγραφο αρ. 2) ανέφερε τα εξής: «...Από την αρχή της συνεργασίας μας ζητούσα σχεδόν κάθε μήνα τιμολόγιο για τις αγορές που έκανα πλην όμως παρόλο ότι ο Ενάγοντας ουδέποτε αρνήθηκε να μου τα δώσει λέγοντας μου μάλιστα ότι θα μου τα φέρει, μέχρι και το τέλος της συνεργασίας μας κανένα τιμολόγιο δεν μου έδωσε.Τον Αύγουστο του 2007, με βάση πάντοτε τις χρεώσεις που μου έλεγε προφορικά ο Ενάγοντας και χωρίς να οριστικοποιηθεί το πραγματικό οφειλόμενο υπόλοιπο συμφωνήσαμε ότι το υπόλοιπο τότε ήταν Λ.Κ. 2.205,00σ περίπου, το οποίο όμως θα συμφωνείτο και οριστικοποιείτο με την παρουσίαση των τιμολογίων και των αποδείξεων είσπραξης που θα μου παρουσίαζε και παρέδιδε...Την περίοδο από τον Αύγουστο του 2007 έως τα μέσα Μαΐου του 2008 όταν αναγκάστηκα να σταματήσω τη συνεργασία μας ο Ενάγοντας επανειλημμένα μου έβαλε αυξήσεις στις ζωοτροφές ισχυριζόμενος ότι υπήρχαν αυξήσεις των σιτηρών...Τότε άρχισα να υποψιάζομαι ότι γίνονταν υπερχρεώσεις στα προϊόντα που μου πωλούσε και ρωτώντας δεξιά και αριστερά άλλους συνάδελφους αντιλήφθηκα ότι με υπερχρέωνε..Την ίδια περίοδο Ιουνίου 2008 αγόρασα τις ίδιες ζωοτροφές και τις ίδιες ποσότητες από άλλο πωλητή και επιβεβαιώθηκε από το τιμολόγιο η υπερχρέωση που ο Ενάγοντας μου έκανε..Τον Ιουνίου του 2008 σε συνάντηση που είχαμε και στην οποία παρουσίασα και το σχετικό τιμολόγιο του άλλου πωλητή πρότεινα στον Ενάγοντα την πληρωμή του ποσού των €3.150,00σ για εξόφληση του υπόλοιπου του λογαριασμού μου και καθότι με βάση τους υπολογισμούς μου τον εξόφλησα στο ακέραιο. Ο Ενάγοντας απεδέχθει το ποσό των €3.150,00σ για εξόφληση και για μένα το θέμα εθεωρήθει λήξαν και το υπόλοιπο του λογαριασμού μου ως εξοφληθέν.» (δείτε στις παρα. 4 έως και 9 του εγγράφου αρ. 2). Το ημερολόγιο του έτους 2000 και οι πέντε σελίδες αυτού, οι οποίες υπεδείχθησαν ως αφορώσες στη συναλλαγή των διαδίκων (τεκμήρια 1 και 2, αντιστοίχως), κατετέθηκαν από τον ενάγοντα Ανδρόνικο Κουρουκλάρη (Μ.Ε.1) ως η ενσωμάτωση του επίδικου παραδεδεγμένου ή εκκαθαρισμένου λογαριασμού. Στα τεκμήρια αυτά περιέχονται πληθώρα χειρόγραφων, ακατάστατων και συχνά ακατανόητων καταχωρίσεων. Αναφέρω ενδεικτικώς τα ακόλουθα: α) Στην πρώτη σελίδα του τεκμηρίου 2 δεν καταγράφεται καν το όνομα του εναγομένου. Επίσης, η σελίδα αυτή περιέχει λάθη σε προσθαφαιρέσεις. Για παράδειγμα καταγράφονται πράξεις ως «450+75=625» και «1.665-1.200=365». β) Στην τελευταία από τις σελίδες του τεκμηρίου 2, δίπλα από την ημερομηνία «16.5.08», το ποσόν των €9.780 παρουσιάζεται δύο φορές με αποτέλεσμα να δημιουργείται η εντύπωση ισοσκέλισης του λογαριασμού, δηλαδή εξίσωσης του ποσού το οποίο οφείλεται με το ποσόν το οποίο κατεβλήθηκε. γ) Γενικώς είναι αδύνατον να παρακολουθήσει κάποιος το σύστημα και ή την μέθοδο καταγραφής των διάφορων χρηματικών ποσών εφ' όσον στις σελίδες αυτές υπάρχουν πολλές διαγραφές, πολλές αλλοιώσεις καθώς και διάφοροι άλλοι υπολογισμοί οι οποίοι παρεισφρέουν. Τα τεκμήρια 1 και 2 δεν χαρακτηρίζονται από την απαιτούμενη καθαρότητα, σαφήνεια και ευκρίνεια ούτως ώστε να δύνανται να αξιολογηθούν ως η ακριβής και επαρκής ενσωμάτωση ενός παραδεδεγμένου ή εκκαθαρισμένου λογαριασμού. Εν πάση περιπτώσει, είναι καθοριστικό το γεγονός πως, καθ' ομολογίαν του ιδίου του ενάγοντος Ανδρόνικου Κουρουκλάρη (Μ.Ε.1), τα τεκμήρια 1 και 2 ουδέποτε κοινοποιήθηκαν στον εναγόμενο. Έτσι απουσιάζει, στην προκειμένη περίπτωση, έστω και τεκμαρτή συμφωνία των μερών για το χρεωστικό υπόλοιπο. Εξέτασα τα επίδικα θέματα και διεξήλθα την ουσιώδη μαρτυρία: Διαπιστώνω πως η μαρτυρία την οποία προσήγαγε ο ενάγων δεν χαρακτηρίζεται από την απαιτούμενη καθαρότητα, σαφήνεια, ευκρίνεια και πληρότητα. Ο ενάγων, ο οποίος βαρύνεται να αποδείξει, επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, τη δικογραφημένη βάση της αγωγής του απέτυχε να παρουσιάσει μίαν αξιόπιστη κατάσταση του παραδεδεγμένου ή εκκαθαρισμένου λογαριασμού (account stated), τον οποίον επικαλείται και δικογραφεί ως την αιτία της αγωγής του. Ανεφέρθηκα ήδη στα μειονεκτήματα του ημερολογίου του έτους 2000 καθώς και της δέσμης σελίδων αυτού (τεκμήρια 1 και 2, αντιστοίχως). Περαιτέρω, ο Ανδρόνικος Κουρουκλάρης (Μ.Ε.1) απεκάλυψε πως ουδέποτε παρέδωσε στον εναγόμενο κατάσταση του λογαριασμού. Για τον λόγο αυτό δεν έπεισε ότι η εκδοχή και οι θέσεις του είναι περισσότερο πιθανές παρά όχι ("is more probable that not", Μαρσέλ κ.α ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1858, 1868). Οι αδυναμίες της μαρτυρίας την οποίαν προσεκόμισε ο ενάγων αναπόδραστα εκθεμελιώνουν τη αξίωσή του. Δεν είναι αρκετό αυτός να διεκδικεί συγκεκριμένο ποσόν και να αναμένει την επιδίκασή του. Αυτός βαρύνεται να αποδείξει την δικογραφημένη βάση της αγωγής του (Αντωνιάδης ν. Σταύρου
(1998)1 (Β) Α.Α.Δ. 1171, Πιτάλλης κ.α. ν. Savina Enterprises Ltd κ.α.
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 814, 827). Εν πάση περιπτώσει, ο ενάγων πρέπει να στηρίζεται στη δύναμη της δικής του υπόθεσης και όχι στην αδυναμία της υπόθεσης του αντιδίκου του (Νικόλα ν. Κονναρή κ.α.
(2003)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1785, 1797). Παρά το ότι οι πιο πάνω διαπιστώσεις οδηγούν την αγωγή σε αποτυχία και καθιστούν αχρείαστη την αξιολόγηση της μαρτυρίας την οποία προσεκόμισε ο εναγόμενος (Kades v. Nicolaou and another
(1986)1 C.L.R. 212, 216), εντούτοις, σημειώνω τη θετική εντύπωση την οποία απεκόμισα για αυτόν παρακολουθώντας τον να καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο εναγόμενος Ανδρέας Κωνσταντίνου (Μ.Υ.1), με λόγο άμεσο, συνεκτικό και σταθερό, επανέλαβε το περιεχόμενο της υπεράσπισης. Ιδίως, αυτός με πειστικότητα αρνήθηκε την ακρίβεια και την ορθότητα των καταγεγραμμένων στα τεκμήρια 1 και 2 καθώς και του παρουσιαζόμενου ως του χρεωστικού υπολοίπου του λογαριασμού. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αγωγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής, ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του εναγομένου και εναντίον της ενάγοντος. (Υπ.) ............ Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο