Στέλιου Δ. Δρυμιώτη ν. Παναγιώτη Μ. Κατσαντώνη, Αρ. Αγωγής: 6029/09, 28 Μαρτίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A92 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6029/09 Μεταξύ: Στέλιου Δ. Δρυμιώτη, εκ Λήδρας 51, Γρ. 7, 1011 Λευκωσίας Ενάγοντας και Παναγιώτη Μ. Κατσαντώνη, εξ Αβέρωφ 11Α, Άγιος Ανδρέας, 1105 Λευκωσία Εναγομένου Ημερομηνία: 28 Μαρτίου 2012 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα Αναστασίου Για Εναγόμενο ο ίδιος προσωπικά. ΑΙΤΗΣΗ ΥΠΟ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ ΗΜΕΡ. 28.4.11 ΓΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΣΥΝΟΠΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ Προτού αναφερθώ στην υπό εξέταση Αίτηση και τους ισχυρισμούς που την πλαισιώνουν, θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω το πλήρες ιστορικό της με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό υπόθεσης. Στις 14.10.09 ο Ενάγοντας καταχώρησε την με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή με την οποία ζητά από τον Εναγόμενο το ποσό των €900 πλέον τόκο 8% από 7.4.09 πλέον έξοδα και Φ.Π.Α δυνάμει γραμματίου και/ή γραμματίου συνήθους τύπου και/ή συναλλαγματικής και/ή χρεωστικού ομολόγου. Στις 7.6.10 είχε καταχωρηθεί Αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης από πλευράς Εναγομένου στην οποία είχε επισυναφθεί η ένορκη δήλωση του Ενάγοντα όπως και το σχετικό έγγραφο δυνάμει του οποίου αξιώνεται το ποσό των €
- Στις 16.6.10 που ήταν ορισμένη η Αίτηση παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ο Εναγόμενος αυτοπροσώπως και ζήτησε χρόνο για να διορίσει δικηγόρο. Στις 7.7.10 καταχωρήθηκε σημείωμα εμφάνισης για τον Εναγόμενο από δικηγόρο. Στις 15.9.10 που ήταν ορισμένη η Αίτηση ημερ. 7.6.10, αυτή απεσύρθη ενόψει της καταχώρησης σημειώματος εμφάνισης με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου. Στις 5.11.11 ο Ενάγοντας καταχώρησε Αίτηση για απόφαση εναντίον του Εναγομένου λόγω μη καταχώρησης Υπεράσπισης η οποία και απεσύρθη στις 4.2.11 με έξοδα υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου αφού στο μεταξύ στις 13.1.11 καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση του Εναγομένου στην οποία ισχυρίζεται ότι δεν οφείλει κανένα ποσό προς τον Ενάγοντα, ουδέποτε δανείστηκε οποιοδήποτε ποσό από τον Ενάγοντα και διαζευκτικά αναφέρει ότι εάν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στον Ενάγοντα αυτό εν πάση περιπτώσει ουδόλως υπερβαίνει το ποσό των €
- Στις 21.1.11 καταχωρήθηκε Απάντηση στην Υπεράσπιση στην οποία ο Ενάγοντας αναφέρει ότι το αξιούμενο ποσό αφορά χρέος του Εναγομένου προς τον ίδιο το οποίο προέκυψε από δικηγορικά έξοδα σε διάφορες δικαστηριακές διαδικασίες και τα οποία συμφωνήθηκαν μεταξύ Ενάγοντα και Εναγομένου. Στις 28.4.10 ο Ενάγοντας καταχώρησε την υπό εξέταση Αίτηση με την οποία ζητεί συνοπτική απόφαση εναντίον του Εναγομένου. Στην εν λόγω Αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση στις 5.7.11 και ορίστηκε για Ακρόαση στις 2.11.
- Την εν λόγω ημερομηνία, στην παρουσία του Εναγομένου, δόθηκε άδεια στο συνήγορο που τον εκπροσωπούσε να αποσυρθεί λόγω διαφωνίας ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης, ο Εναγόμενος ζήτησε χρόνο να διορίσει νέο δικηγόρο και το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για Ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις εφόσον η ένσταση είχε ήδη καταχωρηθεί, στις 5.12.
- Τα έξοδα και πάλιν επιδικάστηκαν εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση-Εναγομένου. Στις 5.12.11 που ήταν ορισμένη η Αίτηση για Ακρόαση ο Εναγόμενος δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, τηλεφώνησε στον δικαστικό κλητήρα κ. Παναγιώτη Ευθυμίου και τον ενημέρωσε ότι ήταν ασθενής στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Η δικηγόρος που εμφανίστηκε για τον Ενάγοντα ήταν έτοιμη για την Ακρόαση, το Δικαστήριο όμως, εφόσον είχε πληροφορηθεί το λόγο απουσίας του Εναγόμενου, ανεβάλε την Αίτηση για Ακρόαση στις 12.12.11 και επιδίκασε και πάλι τα έξοδα εναντίον του Εναγομένου. Στις 9.12.11 ο Εναγόμενος καταχώρησε άλλη ενδιάμεση Αίτηση με την οποία ζητούσε διάταγμα που να επιτρέπει την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, έτσι, αναπόφευκτα, στις 12.12.11 και πάλιν αναβλήθηκε η Ακρόαση της Αίτησης για συνοπτική απόφαση μέχρι να ολοκληρωθεί η ενδιάμεση διαδικασία που αφορούσε την εν λόγω Αίτηση στην οποία είχε καταχωρηθεί ένσταση εκ μέρους του Ενάγοντα και η οποία, οδηγήθηκε σε Ακρόαση και επί αυτής εκδόθηκε Ενδιάμεση Απόφαση του Δικαστηρίου στις 8.2.12 με την οποία απερρίφθηκε το αίτημα του Εναγομένου. Η παρούσα Αίτηση είχε οριστεί για Ακρόαση στις 7.3.
- Την εν λόγω ημερομηνία ο Καθ' ου η Αίτηση ζήτησε αναβολή αναφέροντας ότι θα προσπαθούσε να συναντηθεί με τον Ενάγοντα για οριστική λύση όλων των επίδικων θεμάτων, το Δικαστήριο έδωσε την εν λόγω ευκαιρία στον Εναγόμενο και όρισε εκ νέου την Αίτηση για Ακρόαση στις 19.3.
- Την εν λόγω ημερομηνία αφού εν τω μεταξύ δεν είχε διευθετηθεί η διαφορά μεταξύ των διαδίκων η κα Αναστασίου εκ πλευράς του Ενάγοντα κατέθεσε γραπτώς την αγόρευση της προς υποστήριξη της Αίτησης ενώ ο Εναγόμενος ο οποίος όπως έχει ήδη αναφερθεί χειρίζεται προσωπικά την υπόθεση του αγόρευσε στο Δικαστήριο προφορικά υποστηρίζοντας τη θέση του να του δοθεί ευκαιρία να υπερασπιστεί. Η υπό εξέταση Αίτηση βασίζεται στη Δ.18, θ.1, Δ.48, θθ.1-4, 8 & 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Ενάγοντα στην οποία παρατίθενται τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται. Στην ένορκο δήλωση του ο Ενάγοντας/Αιτητής αναφέρει ότι γνωρίζει καλά και προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης ο Εναγόμενος υπέγραψε στις 7.4.09 γραμμάτιο για το ποσό των €1400 πλέον τόκο 8% τα οποία αφορούν συμφωνηθέντα δικηγορικά έξοδα τα οποία είχαν επιδικαστεί υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου αναφορικά με την αγωγή 8025/99, την ειδοποίηση πτώχευσης 2421/07 και την Αίτηση πτώχευσης 111/
- Στο εν λόγω γραμμάτιο υπήρχε όρος ότι εάν στις 4.5.09 ο Εναγόμενος καταβάλει το ποσό των €1000 τότε το χρέος του θα θεωρηθεί ως εξοφληθέν. Μη έγκαιρη πληρωμή συνεπάγεται οφειλή ολόκληρου του ποσού των €1400 πλέον τόκο 8% από 7.4.
- Ο Εναγόμενος έναντι του χρέους του κατέβαλε στον Ενάγοντα στις 4.5.09 το ποσό των €500 μόνο και έτσι ολόκληρο το ποσό των €1400 κατέστη απαιτητό, ο Εναγόμενος χρωστά σήμερα το υπόλοιπο των €900 με τόκο 8% από 7.4.09, έκτοτε δεν έχει πληρώσει κανένα άλλο ποσό έναντι της οφειλής του παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του Ενάγοντα και είναι η θέση του Ενάγοντα ότι δεν έχει καμία υπεράσπιση στην αγωγή και ότι η εμφάνιση και η υπεράσπιση που καταχώρησε έγιναν μόνο για σκοπούς καθυστερήσεως της έκδοσης απόφασης εναντίον του και/ή προς το σκοπό παρέλκυσης της διαδικασίας. Σημειώνω ότι το επίδικο γραμμάτιο είναι κατατεθειμένο στο φάκελο του Δικαστηρίου στα πλαίσια της Αίτησης για απόφασης λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης ημερ. 7.6.
- Η ένσταση του Εναγομένου έχει καταχωρηθεί από τον τότε δικηγόρο τους στις 5.7.
- Η ένσταση βασίζεται στη Δ.48 θθ.1-3, 5-6 και 9 και Δ.48 θ.4 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι θέσεις ότι το πρόσωπο που προέβηκε στην ένορκη δήλωση εκ μέρους του Ενάγοντα δεν νομιμοποιείται να προβεί την ένορκη δήλωση, η Αίτηση του Ενάγοντα για συνοπτική απόφαση παραβιάζει της Δ.48 θ.2, ο Ενάγοντας έχει υποβάλει την εν λόγω Αίτηση με καθυστέρηση χωρίς να καταδείξει λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση αυτή και ότι ο Εναγόμενος έχει καλή και βάσιμη υπεράσπιση. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εκτίθεται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του Εναγομένου ο οποίος επαναλαμβάνει σε αυτή όλους τους λόγους ένστασης, αναφέρει ότι η Αίτηση δεν συνοδεύεται από τα απαραίτητα έγγραφα που να βεβαιώνουν την αξίωση του ως η Δ.48 θ.2 απαιτεί, η υπερβολική καθυστέρηση που επέδειξε ο Ενάγοντας μέχρι την καταχώρηση της υπό εξέτασης Αίτησης είναι πού μεγάλη με αποτέλεσμα να έχει απεμπολήσει (waived) το δικαίωμα του να καταχώρηση τέτοια Αίτηση και σε ό,τι αφορά την ουσία της Απαίτησης αναφέρει ότι έχει πολύ καλή υπεράσπιση καθότι ουδέποτε εδανίστηκε οποιοδήποτε ποσό από τον Ενάγοντα ή του οφείλει τέτοιο ποσό και σε περίπτωση που το οφείλει οποιοδήποτε ποσό αυτό σε καμία περίπτωση δεν υπερβαίνει το ποσό των €
- Την ημερομηνία της Ακρόασης της Αίτησης ο Εναγόμενος/Καθ' ου η Αίτηση ανέφερε στο Δικαστήριο ότι δεν αμφισβητεί την υπογραφή του εν λόγω υποσχετικού πληρωμής ούτε ότι οφείλει στον Ενάγοντα το ποσό αλλά συνέδεσε την υποχρέωση του για εξόφληση του ποσού με την από πλευράς του Ενάγοντα ανάληψη υπόσχεσης για να του παραδώσει κάποια οικογενειακά έγγραφα τα οποία ο Εναγόμενος είχε εμπιστευτεί στον Ενάγοντα όταν ενεργούσε ως δικηγόρος τόσο του ιδίου όσο και της οικογένειας του. Οι θέσεις αυτές δεν αποτελούν μέρος της ένστασης του Εναγόμενου αλλά για πρώτη φορά αναφέρθηκαν κατά την Ακρόαση. Σημειώνω, για ότι έχει αξία, ότι οι ισχυρισμοί αυτοί του Εναγόμενου για ανάληψη υποχρέωσης εκ πλευράς Ενάγοντα για επιστροφή εγγράφων δεν αποτέλεσαν αντικείμενο της ενδιάμεσης αίτησης που υπέβαλε ο Εναγόμενος για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η διαδικασία για συνοπτική απόφαση δυνάμει της Δ.18 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να εκδίδει συνοπτική απόφαση σε περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο Ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου ως εκ τούτου είναι άσκοπο να επιτραπεί στον Εναγόμενο να προβάλει την υπεράσπιση του (βλέπε Jones v. Stones
(1984)AC122). H Δ.18 προνοεί μια ειδική διαδικασία για καθορισμό δικαιωμάτων χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης σε τρόπο που να αποκλείει τον Εναγόμενο από το δικαίωμα του να αντικρούσει εκτενέστερα τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα. Σύμφωνα με τη νομολογία, η δικαιοδοσία δυνάμει της Δ.18 ως εξαιρετικό μέτρο θα πρέπει να ασκείται με μεγάλη προσοχή ώστε να μην αποκλείεται διάδικος να εγείρει οποιαδήποτε υπεράσπιση την οποία μπορεί πράγματι να έχει. Στην υπόθεση Μεττή ν. Τράπεζα Κύπρο Λτδ
(2008)1(Α) ΑΑΔ 417 έχουν λεχθεί τα ακόλουθα: "Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η διαδικασία της συνοπτικής απόφασης είναι κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών και αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Απόφαση συνεπώς δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφού το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο εναγόμενος να διαθέτει υπεράσπιση ή ότι δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση, καταγράφοντας συνάμα την κατάληξή του αυτή. Η συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 είναι απαραίτητη για την ύπαρξη δικαιοδοσίας. Κατά συνέπεια, εκτός αν ο ενάγων ικανοποιήσει πρώτα τις διαδικαστικές αυτές απαιτήσεις, το δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης." Η τήρηση και συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις που θέτει η διαταγή αυτή είναι απαραίτητη για να παρέχεται στο Δικαστήριο η δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση και για το λόγο αυτό αν ο ενάγοντας δεν ικανοποιήσει πρώτα αυτές τις προϋποθέσεις, το θέμα του κατά πόσο ή όχι ο εναγόμενος προβάλλει αρκετούς ισχυρισμούς που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την υπόθεση δεν εγείρεται. Οι προκαταρκτικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να έχει το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη Δ.18-θ.1(α) την απαραίτητη δικαιοδοσία για να εκδώσει συνοπτική απόφαση είναι οι ακόλουθες: i) Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6. ii) Ο εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρίσει εμφάνιση. iii) Πρέπει να υπάρχει ένορκη δήλωση του ενάγοντα ή άλλου προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και δηλώνει ότι πιστεύει πως δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Με την ικανοποίηση των πιο πάνω αναφερόμενων προκαταρκτικών προϋποθέσεων, το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγομένου ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την υπόθεση (βλέπε Kyprianides v. Ioannou
(1961)1 CLR 265, CYEMS CO LTD v. Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 CLR 897 και Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides
(1983)1 CLR 333). Στην υπό εξέταση υπόθεση οι πρώτες δύο προκαταρκτικές προϋποθέσεις της Δ.18 θ.1(α) πληρούνται εφόσον το κλητήριο ένταλμα που έχει καταχωρισθεί είναι ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Δ.2 θ.6 και ο Εναγόμενος έχει καταχωρήσει εμφάνιση μέσω δικηγόρου αρχικά και συνέχισε την υπόθεση προσωπικά μετά την αποχώρηση του δικηγόρου του. Ως προς την τρίτη προϋπόθεση, δηλαδή το θέμα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, θέμα καθοριστικό για την ύπαρξη δικαιοδοσίας για έκδοση απόφασης, σχετικές είναι οι υποθέσεις Stavrinides v. Ceskoslovenska Obschondi Banke AS
(1972)1 CLR130, 135-7, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ 782 και The Chain Gulf Traders Ltd κ.ά. ν. Λαϊκής Τράπεζας Λτδ
(1997)1(Β) ΑΑΔ
- Η Δ.18 θ.2 αναφέρει ότι μια αίτηση για συνοπτική απόφαση με βάση το θ.1 πρέπει να συνοδεύεται με αντίγραφο της ένορκης δήλωσης και των τεκμηρίων που εκεί αναφέρονται. Μια αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει στην ουσία να συμμορφώνεται μόνο με τις αυστηρές προϋποθέσεις του θ.1(α) της Δ.
- Ένας αιτητής που ζητά συνοπτική απόφαση χρειάζεται μόνο να επιβεβαιώσει ουσιαστικά την απαίτησή του. Η υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω) η οποία πραγματεύεται το ζήτημα, αντιπαραθέτει την περίπτωση προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα με την περίπτωση του ομνύοντα που καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει και εξηγεί πως η Δ.39 θ.2 περιορίζεται σε ενδιάμεσες αιτήσεις και δεν εφαρμόζεται σε τέτοιες περιπτώσεις. Αναγνωρίζεται στην περίπτωση που ο Ενάγων/Αιτητής είναι εταιρεία πως κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της για να καταλήξει πως το ζήτημα κρίνεται με βάση τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης. Πρέπει να σημειωθεί ότι το ζήτημα της καταλληλότητας του ομνύοντα στη βάση της Δ.18-θ.1 είναι ζήτημα που αποφασίζεται με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του προσώπου αυτού. Στην παρούσα υπόθεση, το πρόσωπο που ορκίζεται την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ο ίδιος ο Ενάγοντας ο οποίος δηλώνει ότι έχει προσωπική γνώση όλων των γεγονότων της υπόθεσης τα οποία μπορεί και να επιβεβαιώσει. Θεωρώ επομένως παντελώς ανεδαφικούς τους ισχυρισμούς που φαίνονται στην ένσταση περί ακαταλληλότητας του ομνύοντα. Σε ό,τι αφορά την θέση του Εναγομένου-Καθ' ου η Αίτηση ότι η Αίτηση αντιβαίνει της πρόνοιες της Δ.18 θ.2 των περί Πολιτικής Δικονομίας η οποία ως εξειδικεύεται στην ένορκο δήλωση του Εναγομένου-Καθ' ου η Αίτηση αφορά στο γεγονός ότι η Αίτηση και η ένορκος δήλωση δεν συνοδεύονται από Τεκμήρια που να επιβεβαιώνουν τα ισχυριζόμενα ποσά αναφέρω ότι η Δ.18 θ.2 προνοεί τα ακόλουθα: "The application by the plaintiff for judgment under rule 1 of this Order shall be made by summons returnable not less than four days after service accompanied by a copy of the affidavit and exhibits referred to therein" Στην ένορκη δήλωση του ο Ενάγοντας-Αιτητής αναφέρεται στο επίδικο γραμμάτιο το οποίο ως αναφέρει είναι επισυνημμένο ως Τεκμήριο 1 στην Αίτηση ημερ. 7.6.10, η οποία θυμίζω ήταν η Αίτηση που είχε καταχωρηθεί για έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης από πλευράς του Εναγομένου η οποία απεσύρθη μετά την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης από τον Εναγόμενο. Η Αίτηση ημερ. 7.6.10 με την ένορκη δήλωση που τη συνόδευε προς απόδειξη των ισχυρισμών του Ενάγοντα στην οποία υπάρχει ένορκος δήλωση του Ενάγοντα ημερ. 7.6.10 και στην οποία το έγγραφο με τίτλο γραπτή αναγνώριση χρέους έχει επισυναφθεί ως Τεκμήριο
- Είναι συνεπώς η θέση μου ότι υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου σαφής επιβεβαίωση των ισχυρισμών του Ενάγοντα αφού το σχετικό Τεκμήριο είναι ενώπιον του Δικαστηρίου. Είναι γεγονός ότι το εν λόγω Τεκμήριο εφόσον δεν είναι επισυνημμένο στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση η οποία έχει επιδοθεί στον Εναγόμενο-Καθ' ου η Αίτηση αυστηρά ομιλούντες δεν έχει κατά αυτό τον τρόπο επιδοθεί στον Ενάγοντα σύμφωνα με το πνεύμα της Δ.18 θ.
- Στην παρούσα περίπτωση όμως το γεγονός αυτό ήταν γνωστό και στον Καθ' ου η Αίτηση και στον τότε συνήγορο του και ουδέποτε ζητήθηκε η διόρθωση ή η θεραπεία αυτής της παρατυπίας. Είναι περαιτέρω η θέση μου ότι η παράλειψη αυτή δεν έχει μολύνει το χαρακτήρα και τη βάση της υπό κρίση Αίτησης εφόσον όπως έχω ήδη αναφέρει το έγγραφο αυτό είναι καταχωρημένο στο φάκελο του Δικαστηρίου και μπορεί να αποτελέσει μέρος του μαρτυρικού υλικού που το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης, ιδιαίτερα με δεδομένη τη θέση του Εναγόμενου ότι παραδέχεται ότι οφείλει το ποσό στον Ενάγοντα και ότι το ποσό αυτό αφορά δικηγορικά έξοδα, θέση την οποία εξέφρασε σαφέστατα στην αγόρευση του. Είναι η θέση ενόψει όλων των ανωτέρω ότι ο Ενάγοντας έχει ικανοποιήσει και τις τρεις προϋποθέσεις όπως θέτει η Δ.18 θ.1 και έτσι το βάρος απόδειξης τίθεται στους ώμους του Εναγομένου να αποδείξει ότι έχει το δικαίωμα καταχώρησης υπεράσπισης. Σύμφωνα με τη νομολογία σε αυτό το στάδιο ο Εναγόμενος πρέπει να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα για να αποδείξει ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Αναφέρω σχετικά τις υποθέσεις:
(1)Hermes Insurance Co Ltd v. Ioulios Theodorides, Π.Ε. 6464, ημερ. 16.6.1983,
(2)Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Ltd v. Abdul Aziz Tlais, Π.Ε. 7491, ημερ. 28.2.1991,
(1)ΑΑΔ 339,
(3)Ανδρέας Σωκράτους ν. Παναγιώτη Ανδρέου κ.α., Π.Ε. 9227, ημερ. 22.1.1997 και
(4)C.Y.E.M.S. Co Ltd v. The Central Co-Operative Industries Co Ltd, Π.Ε. 6347, ημερ. 27.10.
- Παραθέτω αποσπάσματα από τις πρώτες δύο υποθέσεις τα οποία μιλούν από μόνα τους: Hermes Insurance Co Ltd v. Ioulios Theodorides: «. If he is satisfied upon the affidavits before him that there really is a defence upon the merits, it is a matter of right, unless there be something very extraordinary (which I can hardly conceive), that the Defendant should be able to raise that defence upon the merits, either to the whole or to a part. He may fall far short of satisfying a Judge that there is a defence upon the merits; still he may do so if he discloses such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend. » Trans Middle east Trading (T.M.E.T.) Ltd v. Abdul Aziz Tlais: «Η βασική αρχή είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα για υπεράσπιση. Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Η αξίωση του Ενάγοντα όπως έχει αναφερθεί βασίζεται σε γραμμάτιο, το οποίο αφορά τον τρόπο αποπληρωμής συμφωνηθέντων και επιδικασθέντων υπέρ του Ενάγοντα δικηγορικών εξόδων και μάλιστα ο Εναγόμενος έχει καταβάλει έναντι του οφειλόμενου ποσό το ποσό των €500 στις 4.5.
- Είναι δε σαφής η θέση του από την αγόρευση του ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δεν αμφισβητεί ότι οφείλει στον Ενάγοντα το ποσό που ισχυρίζεται. Η θέση του όμως είναι ότι η οφειλή αυτή έχει συνδεθεί με την επιστροφή κάποιων εγγράφων του Εναγομένου και της οικογένειας του τα οποία ο ίδιος παρέδωσε στον Ενάγοντα ο οποίος ενεργούσε ως δικηγόρος του ιδίου και της οικογένειας του στο παρελθόν. Το τι ζητά ουσιαστικά ο Εναγόμενος από το Δικαστήριο είναι να του επιτρέψει να καταχωρήσει υπεράσπιση για να ισχυριστεί ακριβώς αυτό δηλαδή τη σύνδεση της αποπληρωμής της οφειλής του με την επιστροφή των εγγράφων και όχι για να αμφισβητήσει την απαίτηση του Ενάγοντα. Η πιο πάνω παραδοχή του Εναγομένου σε συνδυασμό με την με τη φύση του επίδικου εγγράφου το οποίο αποτελεί γραπτή αναγνώριση χρέους και επί του οποίου οι υπερασπίσεις είναι περιορισμένες, και δεν προβάλλονται από τον συγκεκριμένο Εναγόμενο-Καθ' ου η Αίτηση. Όπως έχει ήδη λεχθεί σε αυτό το στάδιο ο Εναγόμενος έχει καθήκον να αποσείσει το βάρος απόδειξης που βρίσκεται στους ώμους του, ότι δηλαδή έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην παρούσα αγωγή. Σημειώνω ότι εκείνο που έχει σημασία είναι η παράθεση τέτοιων στοιχείων από τον Εναγόμενο που να καταδεικνύει ότι υπάρχει δικάσιμο θέμα χωρίς να πρέπει απαραίτητα να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι η προβαλλόμενη υπεράσπιση θα επιτύχει. Αναφέρω ενδεικτικά την υπόθεση Ν. ν. Caterchef Ltd v. P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1(Γ) ΑΑΔ
- Η παρούσα περίπτωση όμως καταδεικνύει ότι ο Εναγόμενος έχει αποτύχει να καταδείξει ότι υπάρχει δικάσιμο θέμα για το οποίο και θα πρέπει να του δοθεί η ευκαιρία να υπερασπιστεί. Ειρήσθω εν παρόδω, η υπεράσπιση που έχει καταχωρηθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου στις 13.1.11 καταδεικνύει του λόγου το αληθές αφού οι ισχυρισμοί που περιέχονται σε αυτή είναι εντελώς αντίθετοι από τα όσα προφορικά ο Εναγόμενος έχει αναφέρει στο Δικαστήριο κατά την Ακρόαση της υπό εξέταση Αίτησης και σίγουρα δεν καταδεικνύουν βάσιμη υπεράσπιση. Παρά του ότι η τύχει της Αίτησης έχει κριθεί για σκοπούς πληρότητας της απόφασης θα σχολιάσω και τον άλλο λόγο που αναφέρεται στην ένταση του Εναγομένου-Καθ' ου η Αίτηση ο οποίος αφορά την καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης για την οποία μάλιστα δεν προβάλλεται καμία δικαιολογία. Από το ιστορικό της υπόθεσης όπως το έχω παραθέσει πιο πάνω προκύπτει ότι η υπό εξέταση Αίτηση καταχωρήθηκε στις 28.4.11 δηλαδή 9 μήνες μετά την καταχώρηση εμφάνισης και αφού εν τω μεταξύ είχε καταχωρηθεί Αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης η οποία είχε ως αποτέλεσμα την καταχώρηση υπεράσπισης από πλευρά Εναγομένου τον Ιανουάριο του
- Με βάση τις αρχές της νομολογίας είναι επιθυμητό αλλά όχι αναγκαίο η Αίτηση για συνοπτική απόφαση να γίνεται πριν την καταχώρηση υπεράσπισης. Παραπέμπω σχετικά στην υπόθεση McLardy v. Slateum 24QBD 504 όπως και την απόφαση Sigma Radio TV Ltd v. Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1 ΑΑΔ 408 όπου το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι στην κατάλληλη περίπτωση η καταχώρηση Υπεράσπισης δεν μπορεί να αποστερήσει του Ενάγοντα από το δικαίωμα του να υποβάλει αίτηση για συνοπτική απόφαση. Θέση του Αιτητή είναι ότι καταχωρήθηκε η παρούσα Αίτηση μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης του Εναγομένου η οποία ουσιαστικά ήταν μια γενική άρνηση της Απαίτησης χωρίς να δικαιολογεί αυτή την άρνηση και με διαζευκτική θέση ότι αν οφείλεται τελικά οποιοδήποτε ποσό αυτό δεν υπερβαίνει τα €
- Από την ημερομηνία καταχώρησης της Αίτησης και μετέπειτα τα πρακτικά του Δικαστηρίου καθώς και το ιστορικό των διαβημάτων που ακολούθησαν στα οποία γίνεται αναφορά και στην εισαγωγή της παρούσας απόφασης καταδεικνύουν σαφέστατα κατά την άποψη μου ποιο είναι το μέρος που ευθύνεται για την όποια πρόκληση καθυστέρησης στην παρούσα διαδικασία και αυτό δεν είναι άλλο από τον ίδιο τον Εναγόμενο ο οποίος συνεχώς υπέβαλλε Αιτήσεις αναβολών κατ' επίκληση πάντοτε σχεδόν προσπαθειών του για συνάντηση με τον Ενάγοντα και προσπάθειας διευθέτησης της οφειλής τους. Θεωρώ επομένως ότι αν και ομολογουμένως έχει μεσολαβήσει κάποιο χρονικό διάστημα από την καταχώρηση της υπεράσπισης μέχρι την καταχώρηση της παρούσας Αίτησης και ειδικά από την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης, ότι ο Εναγόμενος λόγω της δικής του συμπεριφοράς εμποδίζεται από του να εγείρει θέματα καθυστέρησης στην παρούσα διαδικασία. Ενόψει όλων των ανωτέρω είναι η θέση μου ότι ο Ενάγοντας έχει αποδείξει ότι δικαιούται σε συνοπτική απόφαση έναντι του Εναγομένου και συνεπώς εκδίδεται απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €900 πλέον τόκο 8% από 7.4.
- επιδικάζονται επίσης υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον του Εναγομένου τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /εκ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο