Forienst Investments Limited ν. Holborner Services Ltd, Εναρκτήρια Κλήση:1011/2011, 29 Μαρτίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A93 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Εναρκτήρια Κλήση:1011/2011 Μεταξύ Forienst Investments Limited Αιτήτρια Και Holborner Services Ltd Καθ' ης η Αίτηση Και Αναφορικά με διαδικασία διαιτησίας που θα αρχίσει από την αιτήτρια εναντίον της καθ' ης η αίτηση στο Λονδίνο στη βάση συμφωνίας διαιτησίας που περιέχεται σε σύμβαση παροχής δικαιώματος αγοράς (call option agreement) σε σχέση με το 8.29% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της ΡΙΚ Group υπό τη μορφή μετοχών και διεθνών δελτίων κατάθεσης (global depositary receipts) ("GDRs") ημερ. 29/5/2009 29 Μαρτίου, 2012. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για αιτητές: κ. Α. Χαβιαράς με κ. Λ. Χαβιαρά Για καθ' ων η αίτηση: κ. K. Χρυσοστομίδης με κ. Αλ. Ταλιαδώρο ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το υπό αναθεώρηση προσωρινό διάταγμα εκδόθηκε δυνάμει εξουσία η οποία παρέχεται από το άρθρο 9 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου 10/1987, εν όψει παραπομπής διαφοράς σε διεθνή διαιτησία στο Λονδίνο. Η διαφορά αυτή αναφέρεται σε παραβίαση από την καθ' ης η αίτηση συμφωνίας ημερομηνίας 29.5.2009 με την οποία είχε συμφωνηθεί η παροχή στην αιτήτρια δικαιώματος αγοράς μετοχών και διεθνών δελτίων κατάθεσης. Το εν λόγω δικαίωμα αφορά στο 8.29% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της ρωσικής κτηματικής εταιρείας PIK Group, συναποτελούμενο από τα προαναφερθέντα είδη αξιών. Ας σημειωθεί ότι έχει υπευθύνως δηλωθεί ότι η διαιτησία έχει ήδη αρχίσει. Όπως γίνεται δε αντιληπτό η εν λόγω παραπομπή διενεργήθηκε δυνάμει ρήτρας διαιτησίας η οποία περιλαμβάνεται στην προαναφερθείσα συμφωνία. Πρόσθετα, διαπιστώνεται ότι η αναληφθείσα ως ανωτέρω διαδικασία αποτελεί διεθνή εμπορική διαιτησία με δεδομένο και το γεγονός ότι οι εν λόγω διάδικοι εταιρείες έχουν την έδρα τους στην Κύπρο. Όσον αφορά το προσωρινό διάταγμα, αυτό εκδόθηκε μονομερώς αφού διαπιστώθηκε ότι συνέτρεχαν οι πρόνοιες του άρθρου 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Σκοπός του είναι η διατήρηση του status quo μέχρι την περάτωση της διαιτητικής διαδικασίας, προς διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της διαιτητικής απόφασης η οποία τυχόν να εκδοθεί υπέρ της αιτήτριας. Εν πάση περιπτώσει, θεωρείται ότι το αποτέλεσμα της θα είναι καθοριστικής σημασίας για διαπίστωση των δικαιωμάτων των συμβαλλομένων μερών σε σχέση με την, κατ' ισχυρισμό, παραβίαση της προαναφερθείσας συμφωνίας. Αφού διαπιστώθηκε λοιπόν ότι συνέτρεχε επείγον λόγος, ακολούθως το προσωρινό διάταγμα εκδόθηκε δυνάμει της εξουσίας την οποία παρέχει στο δικαστήριο το άρθρο 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/
- Το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου αυτή ασκήθηκε αποκαλύπτεται σε ένορκη δήλωση υποστηρικτική της μονομερούς αίτησης. Ο ομνύων σε αυτή ορκίστηκε στη βάση, όπως αναφέρει, της προσωπικής γνώσης την οποία έχει των γεγονότων, αλλά και από πληροφορίες τις οποίες έλαβε από τρίτα πρόσωπα. Το προσωρινό διάταγμα αφού επιδόθηκε συνάντησε την ένσταση της καθ' ης η αίτηση, συναποτελούμενης, όπως προκύπτει από τη σχετική ειδοποίηση, από υπεράριθμους λόγους και υποστηριζόμενης από μακροσκελή ένορκη δήλωση. Ενδεικτικά, θα έλεγα, και τα δύο της παρανόησης η οποία εκδηλώνεται ενίοτε σε υποθέσεις σαν αυτή αναφορικά με τη φύση των ασφαλιστικών μέτρων, όπως είναι το υπό αναφορά, και το πραγματικό πλαίσιο εξέτασης των. Η παρατήρηση αυτή αφορά στο ότι η καθ΄ης η αίτηση παραγνωρίζοντας σε μεγάλο βαθμό το γεγονός ότι η αιτήτρια εστιάζει το παράπονο της στην παραβίαση συγκεκριμένης μεταξύ τους συμφωνίας, έχει διευρύνει τη συζήτηση των διαφορών τους επεκτεινόμενη σε όλο το φάσμα των σχέσεων τους. Μάλιστα, επιρρίπτοντας στην αιτήτρια αλλότρια κίνητρα για την ανάληψη της παρούσας δικαστικής διαδικασίας καθώς επίσης της διαιτησίας η οποία άρχισε στο Λονδίνο, και βασιζόμενη, όπως αναφέρεται σε πολλά σημεία της ένορκης δήλωσης η οποία συνοδεύει την ένσταση, σε υποψίες. Ενώ, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, θα ήταν ίσως πιο πρόσφορη η επικέντρωση στη φερόμενη ως επίδικη συμβατική διαφορά. Σύμφωνα λοιπόν με τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί από την πλευρά της αιτήτριας, στις 29.5.2009 αυτή συνήψε συμφωνία με την καθ' ης η αίτηση με βάση την οποία της πώλησε το προαναφερθέν πακέτο αξιών το οποίο κατείχε στην PIK Group. Η πώληση ολοκληρώθηκε, όπως είχε συμφωνηθεί, μέχρι την 16 .9.
- Κατά τον ίδιο χρόνο, ήτοι στις 29.5.2009, τα μέρη συνήψαν μεταξύ τους και μια δεύτερη συμφωνία η οποία παρείχε το δικαίωμα στην αιτήτρια να αγοράσει πίσω τις πιο πάνω αξίες. Δεδομένου ότι η εν λόγω συμφωνία εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ - δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι έχει τερματισθεί - η άσκηση του εν λόγω δικαιώματος θα μπορεί να γίνει μεταξύ της 16.3.2012 και της 16.3.2014, με την παροχή σχετικής ειδοποίησης άσκησης δικαιώματος (exercise notice), όπως προβλέπεται στη συμφωνία. Συγκεκριμένα, η αιτήτρια μπορεί να προβεί στην άσκηση του οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της πιο πάνω περιόδου και σε σχέση με όλο ή μέρος του εν λόγω πακέτου. Η τιμή αγοράς θα καθορίζεται κάθε φορά με βάση συμφωνηθέντα τύπο και με τη βοήθεια, όπου χρειάζεται, εγκεκριμένου λογιστή. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός εκ μέρους της αιτήτριας ότι εν αναμονή της έναρξης της περιόδου άσκησης του δικαιώματος στις 16.3.2012, αυτή άρχισε να εξετάζει το ενδεχόμενο χρηματοδότησης της αγοράς από τρίτο. Προς το σκοπό αυτό απέστειλε στις 30.6.2011 επιστολή στην καθ' ης η αίτηση, στη διεύθυνση και στον αριθμό τηλεμοιοτύπου όπου θα μπορούσε με βάση τη συμφωνία να αποστείλει ειδοποίηση άσκησης δικαιώματος, προσοχή του διευθυντή της κ. Στέλιου Κοντού. Την πληροφορούσε για την πρόθεση της να εξασφαλίσει χρηματοδότηση σε σχέση με την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος παρέχοντας ως ασφάλεια τις αξίες τις οποίες θα αγόραζε. Επίσης, ερωτούσε να πληροφορηθεί αν οι εν λόγω αξίες ήσαν βεβαρημένες κατά οποιοδήποτε τρόπο. Όμως, δεν κατέστη δυνατή η παράδοση της εν λόγω επιστολής. Σύμφωνα με την επιφορτισθείσα να φέρει σε πέρας την εργασία αυτή υπηρεσία ταχείας παράδοσης (express courier service) δεν απαντούσε κανείς τα τηλέφωνα που είχαν δοθεί στη διεύθυνση της καθ' ης η αίτηση. Ακολούθησε ακόμα μια προσπάθεια για παράδοση στην ίδια διεύθυνση παρόμοιας επιστολής, ημερομηνίας 16.8.2011, χρησιμοποιώντας αυτή τη φορά τις υπηρεσίες δικαστικού επιδότη. Ούτε και η προσπάθεια αυτή στέφθηκε με επιτυχία. Από έρευνα η οποία πραγματοποιήθηκε ακολούθως στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών διαπιστώθηκε ότι η διεύθυνση αποστολής της ειδοποίησης άσκησης του δικαιώματος είναι ίδια με τη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της καθ' ης η αίτηση. Ενώ, όπως προστίθεται, δεν ήταν δυνατό να διαπιστωθεί και η ακριβής διεύθυνση του διευθυντή της κ. Στέλιου Κοντού. Πρόσθετα, προβάλλεται και ο ισχυρισμός ότι στα πλαίσια της διενεργηθείσας έρευνας στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών, όπως αναφέρεται πιο πάνω, διαπιστώθηκε επίσης ότι η καθ' ης η αίτηση πιθανόν να είχε εγγράψει και μια δεύτερη επιβάρυνση, υπό μορφή ενεχυρίασης, σε σχέση με τις επίδικες αξίες. Προηγουμένως, κατά το Νοέμβριο του 2009, η αιτήτρια είχε συγκατατεθεί όπως οι αξίες αυτές επιβαρυνθούν προς εξασφάλιση χρηματοδότησης προς όφελος της PIK Group. Η τέτοια επιβάρυνση τους ήταν επιτρεπτή δυνάμει της υπό αναφορά συμφωνίας, εφόσον θα γινόταν για το σκοπό που αναφέρεται πιο πάνω και θα λαμβάνετο η προηγούμενη έγκριση προς τούτο της αιτήτριας. Στην προκειμένη περίπτωση η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι δεν είχε εγκρίνει την τοποθέτηση και δεύτερης επιβάρυνσης επί των εν λόγω αξιών και ότι, εν πάση περιπτώσει, αυτή ήταν προς εξασφάλιση χρηματοδότησης για κάποιο άλλο σκοπό από αυτό που προέβλεπε η συμφωνία. Και συμπληρώνεται η μαρτυρία σε σχέση με την πτυχή αυτή, με την αναφορά ότι κατά το χρόνο της προαναφερθείσας έρευνας διαπιστώθηκε, επίσης, ότι η προαναφερθείσα δεύτερη επιβάρυνση είχε στο μεταξύ αφαιρεθεί. Στα πλαίσια της επικοινωνίας την οποία η αιτήτρια κατάφερε τελικώς να έχει με την καθ' ης η αίτηση μέσω εταιρείας η οποία φέρεται ως η γραμματέας της, η τελευταία με επιστολή της ημερομηνίας 9.9.2011 πρόβαλε τη θέση ότι το εγγεγραμμένο γραφείο της εξακολουθεί να βρίσκεται στην ίδια διεύθυνση όπως και πριν. Και ότι αυτό αποτελεί συγχρόνως τη διεύθυνση στην οποία, με βάση την επίδικη συμφωνία, μπορεί να αποστείλει η αιτήτρια την ειδοποίηση άσκησης του δικαιώματος για αγορά των επίδικων αξιών. Όσον αφορά το θέμα της ενεχυρίασης τους, η καθ' ης η αίτηση αρνήθηκε ότι η επιβάρυνση αυτή τοποθετήθηκε κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας, όμως, επιβεβαιώνοντας συγχρόνως την προηγούμενη διαπίστωση της αιτήτριας ότι η επιβάρυνση αυτή δεν υφίσταται πλέον. Στα πλαίσια της ένστασης εξηγείται, κατά αρχάς εκ μέρους της καθ΄ ης η αίτηση, πως η PIK Group δημιουργήθηκε και σε διάστημα δεκαπέντε ετών εξελίχθηκε σε ένα εύρωστο οικονομικά οργανισμό δραστηριοποιημένο αποκλειστικά στον τομέα της ανάπτυξης γης στη Ρωσία. Μάλιστα, όπως αναφέρεται συναφώς, κατά το έτος 2007 πέτυχε και την εισδοχή τους στο Χρηματιστήριο Αξιών του Λονδίνου. Ιδρυτές της ήσαν κάποιοι Pisarev και Ζhukov οι οποίοι κατείχαν το μετοχικό της κεφάλαιο εξ ημισίας μέσω διαφορετικής εταιρείας ο καθένας. Η μία είναι η αιτήτρια και η άλλη η Maritrade Investments Limited. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι κατά το έτος 2008 η PIK Group αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και ειδικά από τους πιστωτές της. Τότε αποφασίστηκε όπως ο ιδιωτικός επενδυτικός όμιλος Nafta, ο οποίος δραστηριοποιείτο σε επενδύσεις στη Ρωσία, αγοράσει μέρος του μετοχικού κεφαλαίου το οποίο κατείχαν οι προαναφερθείσες δύο εταιρείες. Η αγορά πραγματοποιήθηκε από την καθ' ης η αίτηση και μια άλλη εταιρεία τη Lacero Trading Limited οι οποίες είναι συνδεδεμένες με τη Nafta. Πέραν της συμφωνίας αγοράς των διαφόρων μετοχικών πακέτων από την αιτήτρια και την Maritrade, συνήφθησαν επίσης μεταξύ των ιδίων μερών και μερικές άλλες συμφωνίες σε σχέση με τις ίδιες αξίες. Μεταξύ αυτών είναι και οι συμφωνίες οι οποίες παρείχαν δικαίωμα στις πωλήτριες να προβούν στην αγορά των αξιών τις οποίες πώλησαν, όπως αναφέρεται πιο πάνω. Βέβαια, σημαντική στην προκειμένη περίπτωση είναι η τέτοια συμφωνία ημερομηνίας 29.5.2009 την οποία είχαν συνάψει μεταξύ τους η αιτήτρια και η καθ' ης η αίτηση εταιρεία και αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Πρόσθετα, αναφέρεται εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση πως στο πλαίσιο των πιο πάνω διευθετήσεων η Nafta θα επιχειρούσε με τη συμβολή και των προαναφερθέντων συνδεδεμένων με αυτή εταιρειών, περιλαμβανομένης της καθ' ης η αίτηση, να βοηθήσει την PIK Group να ανακάμψει οικονομικά. Προς το σκοπό αυτό θα προέβαινε στη σύναψη νέων δανείων καθώς επίσης στην αναδόμηση των υφισταμένων. Προς το σκοπό αυτό θα παρίστατο ανάγκη για παροχή εξασφαλίσεων οπότε έγινε ειδική πρόνοια στην επίδικη συμφωνία αλλά και στην αντίστοιχη η οποία είχε γίνει με τη Lacero ώστε να επιτρέπετο η επιβάρυνση των αξιών οι οποίες αποτελούσαν το αντικείμενο των εν λόγω συμφωνιών. Αυτά είναι σε συντομία τα γεγονότα που προβάλλει η καθ' ης η αίτηση και σκιαγραφούν τις σχέσεις μεταξύ των προαναφερθέντων οργανισμών, περιλαμβανομένων των εταιρειών οι οποίες είναι διάδικοι στην παρούσα διαφορά. Βασιζόμενη δε στις πρόνοιες της επίδικης συμφωνίας η καθ' ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι η δεύτερη επιβάρυνση η οποία είχε τεθεί σε σχέση με τις υπό αναφορά αξίες ήταν συμβατικά επιτρεπτή. Ενώ προβάλλει συγχρόνως και την κοινώς αποδεκτή θέση ότι, εν πάση περιπτώσει, η επιβάρυνση αυτή έχει στο μεταξύ αφαιρεθεί και δεν υφίσταται πλέον. Όσον αφορά την άλλη παραβίαση της επίδικης συμφωνίας η οποία της αποδίδεται από την αιτήτρια, είναι η θέση της καθ' ης η αίτηση ότι η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου της εξακολουθεί να παραμένει η ίδια και άρα και η διεύθυνση αποστολής της ειδοποίησης άσκησης του δικαιώματος αγοράς. Ενώ παρέπεμψε σχετικά και σε κάποια αλληλογραφία η οποία αντηλλάγη μεταξύ της και της αιτήτριας προκειμένου να εισηγηθεί, ότι, εν πάση περιπτώσει, η τελευταία θα μπορεί να επικοινωνήσει μαζί της προκειμένου να της δώσει την νενομισμένη ειδοποίηση για άσκηση του δικαιώματος αγοράς των αξιών, αντικείμενο της παρούσας διαφοράς. Οι πιο πάνω δύο περιπτώσεις συνιστούν κατά το συνήγορο της αιτήτριας σοβαρές παραβιάσεις της επίδικης συμφωνίας. Προβάλλεται η θέση αυτή υποστηριζόμενη, όπως προκύπτει, από την πιο πάνω μαρτυρία, προκειμένου να καταδειχθεί ότι υπήρξε ικανοποίηση της αρχής και των προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32
(1)για έκδοση και διατήρηση σε ισχύ του υπό αναθεώρηση προσωρινού διατάγματος. Βασικά, με αναφορά την ίδια μαρτυρία ο συνήγορος της καθ' ης η αίτηση εισηγήθηκε ακριβώς το αντίθετο. Για να προσθέσει ότι τελικώς η πιο πάνω μαρτυρία δεν αποκαλύπτει καν αιτία αγωγής, αναγκαίο στοιχείο προκειμένου να διαπιστωθεί η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, όπως απαιτείται από το άρθρο 32
(1), ως μια από τις τρεις προϋποθέσεις που αυτό ορίζει. Ο τρόπος εφαρμογής των προνοιών του προαναφερθέντος άρθρου έχει επεξηγηθεί από την κλασική επί του θέματος υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος που αναφέρεται πιο πάνω έχει ερμηνευθεί να εννοεί συζητήσιμη υπόθεση, όπως αυτή μπορεί να διαπιστωθεί μέσα από τη δικογραφία και ειδικά την έκθεση απαιτήσεως. Και στην απουσία δικογράφων από τη μαρτυρία η οποία υποστηρίζει την αίτηση για έκδοση του προσωρινού διατάγματος, (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Β Α.Α.Δ. 598), όπως είναι η παρούσα περίπτωση. Βασικά, πρόκειται για τα ουσιώδη εκείνα γεγονότα τα οποία θα πρέπει να συνθέτουν μια ικανή έκθεση απαιτήσεως. Αναφορικά με την ισχυριζόμενη παραβίαση του όρου της συμφωνίας ο οποίος καθορίζει τις επιτρεπόμενες επιβαρύνσεις σε σχέση με τις επίδικες αξίες, δεν χρειάζεται με δεδομένη τη συνέχιση της ισχύος της συμφωνίας, να εξεταστεί αν αυτό έχει όντως συμβεί. Όμως, είναι αναγκαίο όπως γίνουν κάποιες παρατηρήσεις σε σχέση με την πτυχή αυτή της υπόθεσης. Σκοπός του συγκεκριμένου όρου είναι να διασφαλίσει ότι οι εν λόγω αξίες θα είναι ελεύθερες από οποιαδήποτε επιβάρυνση όταν η αιτήτρια αποφασίσει να ασκήσει το δικαίωμα της για να τις αγοράσει. Όταν δε η καθ' ης η αίτηση φέρεται να είχε παραβιάσει τον όρο αυτό, το πιο πάνω δικαίωμα της αιτήτριας δεν είχε ακόμα ωριμάσει ώστε αυτή να δικαιούτο να το ασκήσει. Επομένως, στη χειρότερη περίπτωση, ήτοι που η καθ' ης η αίτηση είχε όντως παραβιάσει τον εν λόγω όρο, διέπραξε ό,τι είναι γνωστό ως anticipatory breach. Σε ελεύθερη μετάφραση μπορεί να περιγραφεί ως αναμενόμενη παραβίαση. Η φύση και η επίδραση τέτοιας συμβατικής παραβίασης στα δικαιώματα των μερών εξετάζεται λεπτομερώς με αναφορά και σε σχετική μαρτυρία στο σύγγραμμα Chitty on Contracts 30η έκδοση, τόμος 1 σελίδες 1556 εώς 1560. Συγκεκριμένα, αν και η πιο πάνω παραβίαση φέρεται να είχε συμβεί πριν από το χρόνο που προβλέπεται για την άσκηση του προαναφερθέντος δικαιώματος, στα πλαίσια εκπλήρωσης της συμφωνίας, εν τούτοις η αιτήτρια θα μπορούσε να θεωρήσει ότι η καθ' ης η αίτηση με την πράξη της αυτή αποκήρυξε τη συμφωνία. Και έτσι να αποδεχθεί, για τον προαναφερθέντα λόγο, ότι η συμφωνία έχει τερματισθεί γεγονός το οποίο θα της έδινε το δικαίωμα να προβεί άμεσα στην έγερση αγωγής αξιώνοντας αποζημιώσεις. Κάτι τέτοιο όμως δεν έχει στην πραγματικότητα συμβεί, η δε συμφωνία συνεχίζει να βρίσκεται σε ισχύ. Στη συνέχεια δε και αρκετά πριν από την ωρίμανση του δικαιώματος αγοράς των αξιών, που τοποθετείται χρονικά τον Απρίλιο του 2011, η φερόμενη ως επιλήψιμη επιβάρυνση είχε αφαιρεθεί. Επομένως, από την άποψη αυτή η συμφωνία των μερών παραμένει αλώβητη. Η δεύτερη παραβίαση της επίδικης συμφωνίας φέρεται να έχει συμβεί συνεπεία της ισχυριζόμενης εγκατάλειψης από την καθ' ης η αίτηση της διεύθυνση στην οποία η αιτήτρια θα μπορεί να κοινοποιήσει την απόφαση της για άσκηση του δικαιώματος αγοράς των επίδικων αξιών. Βασικά ισχυρίζεται πως όταν σε ανύποπτο χρόνο κατά τον Ιούλιο του 2011, επιχείρησε να της παραδώσει την επιστολή ημερομηνίας 30.6.2011 που αναφέρθηκε προηγουμένως, δεν υπήρχε κάποιος στην συγκεκριμένη διεύθυνση για να την παραλάβει εκ μέρους της καθ' ης η αίτηση. Θεώρησε πως η κατάσταση αυτή θα της στερούσε τη δυνατότητα για άσκηση του εν λόγω συμβατικού δικαιώματος της και ότι υπαίτια γι' αυτό είναι η καθ' ης η αίτηση, κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας. Ο όρος 4.1 της συμφωνίας προβλέπει ότι η αιτήτρια μπορεί να ασκήσει το δικαίωμα αγοράς των αξιών δίδοντας στην καθ' ης η αίτηση ειδοποίηση άσκησης (exercise notice) όπως προβλέπεται στον όρο 20. Ο όρος αυτός προβλέπει μεταξύ άλλων τα εξής: «20.1 A notice given under this Agreement: (
- a).............................. (
- b)Shall be sent for the attention of the person, and to the address or fax number, set out in Schedule 11 (or such other address, fax number or person as the relevant party may notify to the other party in accordance with this clause 20); and (
- c)Shall be (
- i)Delivered personality; or (
- ii)Sent by fax; or (iii) Sent by pre-paid express courier or recorded delivery 20.2 A notice is deemed to have been received; (
- a)if delivered personally, at the time of delivery; or (
- b)in the case of fax, at the time of transmission; or (
- c)in the case of pre-paid express courier or other recorded delivery, 48 hours from the date of dispatch, or (
- d)if deemed receipt under the previous paragraphs of this clause 20.2 occurs outside business hours (being 9.00 am to 5.30 pm Cyprus time Monday to Friday o a day that is not a Business Day) when business next starts in the place of receipt. 20.3 To prove service, it is sufficient to demonstrate that the notice was transmitted by fax to the fax number of the receiving party or, in the case of express courier or recorded delivery, confirmation in the form customarily provided by the express courier or other delivery agent, that the envelope containing the notice was properly addressed and was delivered to such address. Στο παράρτημα 11 της συμφωνίας αναφέρεται ως διεύθυνση της καθ' ης η αίτηση συγκεκριμένη οδός και αριθμός υποστατικού και επίσης αριθμός ταχυδρομικής θυρίδας. Είναι αμφίβολο αν βρίσκονται και τα δύο στον ίδιο χώρο, όμως, το θέμα αυτό δεν έχει διευκρινιστεί. Πρόσθετα, αναφέρονται δύο τηλεφωνικοί αριθμοί για τηλεμοιότυπο και το όνομα Στέλιος Κοντός χωρίς να αναφέρεται η σχέση του προσώπου αυτού με την καθ' ης η αίτηση εταιρεία. Αν η καθ' ης η αίτηση εγκατέλειψε πράγματι τις πιο πάνω διευθύνσεις και τους αριθμούς τηλεομοιοτύπου, όφειλε σύμφωνα με τον όρο 20.1(β), ανωτέρω, να κοινοποιήσει τη νέα της διεύθυνση και/ή αριθμό τηλεομοιότυπου στην αιτήτρια. Παράλειψη να το πράξει συνιστά παραβίαση της συμφωνίας. Όμως, θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ο χρόνος που αυτό φέρεται να έχει συμβεί, ήτοι πριν από το χρόνο που δικαιούτο η αιτήτρια να ασκήσει το δικαίωμα της για αγορά των αξιών. Και τότε θα πρόκειται για παραβίαση του είδους που έχει προαναφερθεί, δηλαδή αναμενόμενη παραβίαση (anticipatory breach). H αιτήτρια θα μπορούσε να θεωρήσει, από την άποψη αυτή, τη συμφωνία ως αποκηρυχθείσα από την καθ' ης η αίτηση, αποδεχόμενη, συγχρόνως τον τερματισμό της, και να διεκδικήσει άμεσα τα δικαιώματα της με αγωγή. Όμως, δεν υπάρχει ούτε και στην περίπτωση αυτή μαρτυρία ότι η αιτήτρια θεώρησε την ισχυριζόμενη παράλειψη της καθ΄ ης η αίτηση ως τέτοια συμπεριφορά που αναφέρεται πιο πάνω ώστε να θεωρήσει τη συμφωνία ως τερματισθείσα. Επομένως, με την αιτήτρια να εμμένει στην εφαρμογή της, η ισχυρισθείσα παραβίαση ουσιαστικά έχει εγκαταλειφθεί. Για τους ίδιους, βεβαίως, λόγους που αναφέρονται πιο πάνω δεν διαπιστώνεται να υπάρχει πιθανότητα να δικαιούται η αιτήτρια στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, και στις αιτούμενες θεραπείες οι οποίες αναφέρονται στην εναρκτήρια κλήση και περιλαμβάνουν απαγορευτικό διάταγμα το οποίο ζητείται και ως κύρια θεραπεία, το οποίο να παραμείνει σε ισχύ μέχρι την περάτωση της διαιτησίας. Προς ικανοποίηση της προϋπόθεσης αυτής θα έπρεπε να είχε δοθεί μαρτυρία με κάποια λεπτομέρεια από την οποία να προκύπτει η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής. (βλ. Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1986)1 ΑΑΔ 253. Στην προκειμένη περίπτωση η μαρτυρία αυτή θα αναφερόταν στην στάση την οποία τήρησε σχετικά με τις κατ΄ισχυρισμό παραβιάσεις της συμφωνίας η αιτήτρια. Δεν υπάρχει όμως καθόλου μαρτυρία όσον αφορά την πτυχή αυτή. Μάλιστα σε βαθμό, όπως έχει προηγουμένως καταδειχθεί, ώστε να μην αποκαλύπτεται καν συζητήσιμη υπόθεση. Υπό το φως της πιο πάνω κατάληξης δεν χρειάζεται να εξεταστεί και η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1), όπως ούτε καν το ισοζύγιο της ευχέρειας. Όμως, θα πρέπει οπωσδήποτε να επισημανθεί η παράλειψη της αιτήτριας να αποκαλύψει στην ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει τη μονομερή αίτηση την εμβέλεια των προνοιών του όρου 20 της συμφωνίας και να επισύρει ειδικά την προσοχή του δικαστηρίου σε αυτές. Εξετάστηκαν μετά την εισήγηση του συνηγόρου της καθ΄ης η αίτηση ότι η αιτήτρια παρέθεσε αποσπασματικά τους όρους της συμφωνίας. Παρατίθενται πιο πάνω και είναι προφανές ότι παρέχουν διάφορες διαζευκτικές επιλογές στην αιτήτρια ως προς τον τρόπο που αυτή θα μπορεί να κοινοποιήσει προς την καθ' ης η αίτηση την άσκηση δικαιώματος για αγορά των επίδικων αξιών. Όπως προκύπτει από αυτές δεν είναι απαραίτητο να γίνει κοινοποίηση της άσκησης του δικαιώματος με παράδοση της σε διεύθυνση η οποία βρίσκεται σε συγκεκριμένη οδό και αριθμό. Ούτε απαιτείται ανταπόκριση από την καθ' ης η αίτηση στην οποιαδήποτε μορφή κοινοποίηση χρησιμοποιήσει η αιτήτρια προκειμένου η άσκηση του δικαιώματος να είναι έγκυρη και να δημιουργεί δικαιώματα προς όφελος της αιτήτριας. Αυτές τις λεπτομερείς ρυθμίσεις αναφορικά με την πιο πάνω πτυχή της συμφωνίας η αιτήτρια παρέλειψε να της αποκαλύψει στο δικαστήριο. Και αντίθετα έδωσε μια περιορισμένη εκδοχή στα πλαίσια της μη παραλαβής μιας επιστολής η οποία επιχειρήθηκε να παραδοθεί σε συγκεκριμένη διεύθυνση, και χαρακτηρίζοντας την αποτυχία αυτή ως εσκεμμένη προσπάθεια από μέρους της καθ' ης η αίτηση να αποφύγει να εκπληρώσει συγκεκριμένη υποχρέωση της δυνάμει της επίδικης συμφωνίας, όταν θα ωρίμαζε ο χρόνος προς τούτο. Πρόκειται για απόκρυψη ουσιωδών για την κρίση του δικαστηρίου γεγονότων, ανεξάρτητα αν αυτή ήταν η όχι ηθελημένη, που το εμπόδισαν να λάβει υπόψη του κατά την άσκηση της εξουσίας για έκδοση του προσωρινού διατάγματος όλα τα σχετικά προς τούτο δεδομένα. Είναι προφανές ότι υπήρχαν και άλλοι τρόποι αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος αγοράς από την αιτήτρια οι οποίοι δεν αποκαλύφθησαν ένεκα της προαναφερθείσας στάσης και συμπεριφοράς σχετικά της τελευταίας. Αποτελεί αυτό ανεξάρτητο λόγο ακύρωσης του προσωρινού διατάγματος. (βλ. Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd και άλλοι ν. Timberland Co.,
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1791) Για όλους τους πιο πάνω λόγους το προσωρινό διάταγμα ακυρώνεται και παύει να βρίσκεται σε ισχύ. Τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ της καθ' ης η αίτηση και εναντίον της αιτήτριας. Να υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή με το πέρας της υπόθεσης και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο