Χριστάκη Μοδέστου κ.α. ν. Ανδρέα Δημητρίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 350/06, 29 Μαρτίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A95 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 350/06 Μεταξύ:
- Χριστάκη Μοδέστου, εκ Λευκωσίας
- Χαραλαμπίας Μοδέστου, εκ Λευκωσίας Εναγόντων και
- Ανδρέα Δημητρίου, εκ Λευκωσίας
- Λάμπρου Χριστοφή, εκ Λευκωσίας Εναγομένων ------------------------- Αίτηση ημερ. 25.11.2011 για τροποποίηση της Υπεράσπισης Ημερομηνία: 29 Μαρτίου 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον αιτητή-εναγόμενο 1: κ. Τρίγκας για Ευστάθιο Κ. Ευσταθίου Για τους καθ' ων η αίτηση-ενάγοντες: κα Αλεξίου για Ανδρέα Χατζησέργη Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αίτηση ο αιτητής-εναγόμενος 1 ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να επιτρέπεται η τροποποίηση της τροποποιημένης Υπεράσπισης του και συγκεκριμένα των παραγράφων 5, 6 και 7 αυτής, παραθέτοντας το κείμενο των τροποποιήσεων στο αιτητικό. Νομική βάση της αίτησης αποτελούν οι θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 θθ1-5 και Δ.48 θθ 1-3 καθώς και η πρακτική και η νομολογία. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του εναγόμενου 1, ο οποίος αναφέρει ότι γνωρίζει πολύ καλά και προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Κατά την μελέτη της υπόθεσης, όπως πληροφορήθηκε από τον δικηγόρο του αλλά και διεπίστωσε και ο ίδιος προσωπικά, κάποια θέματα και γεγονότα χρειάζονται να εξειδικευθούν και/ή να προβληθούν με περαιτέρω τροποποίηση της υπεράσπισης, η οποία έχει ήδη τροποποιηθεί, ώστε να τεθούν προς εκδίκαση τα πλήρη γεγονότα της υπόθεσης. Όπως συμβουλεύεται από τον δικηγόρο του και πιστεύει προσωπικά, δεν εισάγονται στην ουσία νέα θέματα ή γεγονότα αλλά τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης θα τεθούν κατά τρόπο ώστε να ανταποκρίνονται πλήρως στη πραγματικότητα. Κανένα πρόβλημα δεν δημιουργείται στην άλλη πλευρά και εξυπηρετείται η δικαιοσύνη κατά τον καλύτερο τρόπο με την αιτούμενη τροποποίηση. Στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης των καθ' ων η αίτηση-εναγόντων που καταχωρήθηκε στις 30.1.12 και βασίζεται στους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.25 και Δ.48 θ.4 καθώς και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: - δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθιστούν απαραίτητη την τροποποίηση για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης - τυχόν τροποποίηση πιθανόν να επιφέρει βλάβη στους ενάγοντες καθότι είναι εμφανής η κακή πίστη του αιτητή - τυχόν τροποποίηση πιθανόν να επιφέρει αρνητικές επιπτώσεις στα δικαιώματα και συμφέροντα των εναγόντων, λαμβανομένου υπόψη ότι η διεξαγωγή της δίκης σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου - τυχόν τροποποίηση πιθανόν να προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στους ενάγοντες - η παρούσα υπόθεση βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο, γεγονός που δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης της υπεράσπισης, καθότι υπάρχει ο κίνδυνος εκτροχιασμού της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία με αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα των εναγόντων - η αίτηση έχει υποβληθεί καθυστερημένα, γεγονός αντίθετο με τις διατάξεις του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης μέσα σε εύλογα χρονικά όρια - το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιτρέψει την τροποποίηση, καθότι αυτή είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης και θα προκαλέσει αδικία στην άλλη πλευρά - το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να επιτρέψει την τροποποίηση καθότι ο αιτητής με την στάση και συμπεριφορά του προσπαθεί να υπονομεύσει το δικαίωμα των εναγόντων για εκδίκαση της υπόθεσης σε εύλογο χρόνο, λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο τον παράγοντα καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης αλλά και το ότι είναι η δεύτερη αίτηση τροποποίησης που καταχωρείται από τον αιτητή - με την αιτούμενη τροποποίηση τίθεται θέμα εισαγωγής νέας απαίτησης ή νέας βάσης αγωγής και συνεπώς δεν μπορεί να επιτραπεί - η τροποποίηση δεν μπορεί να επιτραπεί καθότι τα γεγονότα ήταν ήδη γνωστά στον αιτητή και δεν περιήλθαν μεταγενέστερα σε γνώση του με συνέπεια η τροποποίηση να μην ζητείται καλόπιστα και αν επιτραπεί δεν θα συμβάλλει στην ορθή και αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης - ο αιτητής με την υπό κρίση αίτηση προβαίνει σε κατάχρηση της διαδικασίας και κατάχρηση του δικαιώματος του για τροποποίηση δικογράφου καθότι είναι η δεύτερη αίτηση τροποποίησης που υποβάλλεται εκ μέρους του και - οι ενάγοντες αρνούνται όλους τους ισχυρισμούς του αιτητή που περιέχονται στην ένορκη του δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Την ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης συνοδεύει ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του ενάγοντα 1, ο οποίος, ως αναφέρει, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και προβαίνει στην ένορκη του δήλωση κατόπιν εξουσιοδότησης από την ενάγουσα 2, σύζυγο του. Έχοντας αναγνώσει την αίτηση και την ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, ο ενάγοντας 1 επαναλαμβάνει όλους τους λόγους της ένστασης, όπως έχουν παρατεθεί πιο πάνω και κατόπιν νομικής συμβουλής ισχυρίζεται ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτητή, εισηγείται δε την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος του αιτητή. Κατά την ακρόαση της αίτησης δεν αντεξετάστηκαν οι ενόρκως δηλούντες. Οι συνήγοροι στις γραπτές τους αγορεύσεις με αναφορά στη σχετική νομολογία για το θέμα και αναπτύσσοντας τους ισχυρισμούς της κάθε πλευράς, υποστήριξαν τις θέσεις τους αντίστοιχα. Οι αρχές που διέπουν το επιτρεπτό ή μη του αιτήματος για τροποποίηση σύμφωνα με τη Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών είναι πολύ καλά γνωστές. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει τροποποίηση του κλητηρίου ή των εγγράφων προτάσεων σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας είναι ευρύτατη. Όσο πιο έγκαιρα υποβάλλεται η σχετική αίτηση τόσο πιο εύκολα ασκείται η διακριτική ευχέρεια για αποδοχή της. Όπου η αίτηση γίνεται καλόπιστα, ακόμη και αν εντοπίζεται αμέλεια ή απροσεξία στο δικόγραφο και ανεξάρτητα από την καθυστέρηση υποβολής της αίτησης, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την τροποποίηση, νοουμένου ότι ικανοποιηθεί ότι είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων κι αυτή δεν προκαλεί αδικία στην άλλη πλευρά εκτός από ταλαιπωρία, η οποία μπορεί να αποκατασταθεί με επιδίκαση εξόδων (βλ. μεταξύ άλλων Georghiou and another v. Pistolia
(1969)1 ΑΑΔ 613, Mahattou v. Viceroy Shipping Co. Ltd
(1979)1 ΑΑΔ 542, United Sea Transport Co. Ltd v. Zakou
(1980)1 ΑΑΔ 510, Ευριπίδου v. Καννάουρου
(1985)1 ΑΑΔ 24, Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 ΑΑΔ 607, Χριστοδούλου v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 934, Χρίστου v. Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704, SABA and Co. v. T.M.P. Agents
(1994)1 ΑΑΔ 426). Κάθε περίπτωση, φυσικά, πρέπει να εξετάζεται και αποφασίζεται με βάση τα δικά της γεγονότα (βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. v. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.ά.
(2002)1 ΑΑΔ 237). Στην υπόθεση Χρίστου v. Αζά (πιο πάνω) λέχθηκε ότι η τροποποίηση των εγγράφων προτάσεων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή όπου η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου πρέπει να συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος (βλ. και Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Ν. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223). Βασική αρχή που διέπει την τροποποίηση είναι η κατά κανόνα έγκρισή της με ευκολία πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ενώ όταν έχει αρχίσει η εκδίκαση της υπόθεσης και οι διάδικοι προσφέρουν ενόρκως τις θέσεις τους ενώπιον του Δικαστηρίου η τροποποίηση δεν γίνεται με τόση ευκολία δεκτή. Είναι νομολογημένο ότι όταν η αναγκαιότητα της τροποποίησης ήταν έκδηλη από καιρό ή σαφώς φανερή αλλά δεν είχε ζητηθεί, η τροποποίηση δεν θα επιτραπεί όχι μόνο επειδή θα δημιουργήσει περισσότερη καθυστέρηση αλλά και λόγω του ότι οι διάδικοι οφείλουν να ετοιμάζουν τη δικογραφία τους με την απαραίτητη προσοχή και ενδελέχεια και να καταγράφουν από την αρχή τις συγκεκριμένες θέσεις τους, τις οποίες έπρεπε ή μπορούσαν με εύλογη επιμέλεια να γνωρίζουν ή ήταν γνωστές σε αυτούς. Όσο πιο καθυστερημένα γίνεται η αίτηση τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος του αιτητή που πρέπει να αποσείσει για να επιτραπεί η τροποποίηση. Όπως προκύπτει από τη νομολογία το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια με μεγάλη φειδώ μετά την έναρξη της δίκης όταν πλέον το στάδιο υποβολής της αίτησης είναι πολύ καθυστερημένο έχοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης και τις επιπτώσεις που θα επιφέρει μια τέτοια καθυστερημένη αίτηση στα δικαιώματα του αντιδίκου (βλ. Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 33, Γραμμές Στρίντζη Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία v. Επίσημου Παραλήπτη
(1995)1 ΑΑΔ 607). Στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1956, στη σελίδα 456 όπου αναλύεται ο αντίστοιχος Αγγλικός Θεσμός Ο.28 r.1, αναφέρεται το εξής: «But the Court will not readily allow at the trial an amendment, the necessity for which was abundantly apparent months ago, and then not asked for (Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. p. 361)». Αχρείαστες ή άσχετες τροποποιήσεις, επίσης, δεν πρέπει να επιτρέπονται και το Δικαστήριο πάντοτε εξετάζει το ουσιώδες της προς εισαγωγή τροποποίησης. Χωρίς να αποφασίζεται η ουσία του θέματος ή να αξιολογούνται οι θέσεις των διαδίκων είναι πρόδηλο ότι η αιτούμενη τροποποίηση πρέπει να είναι σχετική με το επίδικο θέμα (βλ. Alexandra Rent a Car Ltd v. Νεάρχου
(1992)1 ΑΑΔ 111). Όπως προκύπτει από το δικογραφικό φάκελο η αγωγή, με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, καταχωρήθηκε στις 12.1.
- Με αυτήν οι ενάγοντες απαιτούν από τον εναγόμενο 1 και από τον εναγόμενο 2 αποζημιώσεις για ζημιές που έχουν υποστεί ύψους £50.000 από τον κάθε ένα, λόγω παράβασης εγγράφου συμφωνίας που έγινε περί τις 24.12.1999, δυνάμει της οποίας τόσο ο εναγόμενος 1 όσο και ο εναγόμενος 2 θα έπρεπε να καταβάλουν έκαστος το προαναφερθέν ποσό ως υπόλοιπο της αναλογίας του τιμήματος πώλησης και μεταβίβασης επ' ονόματι τους ποσοστού 15% του εκδοθέντος και πλήρως καταβληθέντος μετοχικού κεφαλαίου εταιρείας. Περαιτέρω απαιτούν και από τους δύο εναγόμενους γενικές αποζημιώσεις στην κλίμακα της αγωγής λόγω παραβάσεως της προαναφερθείσας συμφωνίας πλέον τόκους και έξοδα. Η έκθεση απαίτησης καταχωρήθηκε στις 3.9.
- Στην τροποποιημένη υπεράσπιση του που καταχωρήθηκε στις 3.2.2009, κατόπιν εκ συμφώνου εκδοθέντος διατάγματος τροποποίησης ημερομηνίας 23.1.2009, ο εναγόμενος 1 αρνείται την αξίωση των εναγόντων κατόπιν άρνησης των ισχυρισμών τους, ανταπαιτώντας από αυτούς το ποσό των €13.583,38, ως οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει πώλησης μετοχών και/ή δυνάμει παραδεδεγμένου χρέους και/ή λογαριασμού και/ή αδικαιολόγητου πλουτισμού, πλέον τόκους και έξοδα. Στην απάντηση στην τροποποιημένη υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση του εναγόμενου 1, που καταχωρήθηκε στις 9.2.2009, οι ενάγοντες αρνούνται τις θέσεις του εναγόμενου 1 εμμένοντας στην αξίωση τους. Η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες στις 9.6.2008 κατόπιν αίτησης ορισμού και στη συνέχεια για ακρόαση στις 3.12.2008, οπότε και ανεβλήθη λόγω καταχώρησης εκ μέρους του εναγόμενου 1 αίτησης τροποποίησης της υπεράσπισης του ημερομηνίας 3.12.
- Μετά την εκ συμφώνου έκδοση διατάγματος τροποποίησης ημερομηνίας 23.1.2009 και την καταχώρηση των τροποποιημένων δικογράφων, η αγωγή ορίστηκε, κατόπιν νέας αίτησης ορισμού, για οδηγίες στις 20.3.2009, στις 28.4.2009 και στις 29.5.2009 και στη συνέχεια για ακρόαση στις 12.11.2009, στις 27.4.2010, οπότε ανεβλήθη λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και στις 8.11.2010 οπότε ανεβλήθη λόγω ασθένειας της δικηγόρου του εναγόμενου
- Στις 9.2.2011, που ήταν ορισμένη επίσης για ακρόαση η υπόθεση, τέθηκε θέμα απόσυρσης της δικηγόρου του εναγόμενου 2 και η υπόθεση επαναορίστηκε για ακρόαση στις 31.3.
- Τότε ανεβλήθη λόγω αιτήματος του συνηγόρου του εναγόμενου 1, ορίστηκε για ακρόαση στις 7.10.2011 αλλά ανεβλήθη λόγω μη διαθέσιμης στενογράφου του Δικαστηρίου και στις 6.12.11 η ακρόαση ανεβλήθη και πάλι λόγω αιτήματος του συνηγόρου του εναγόμενου 2 και ορίστηκε για οδηγίες στις 16.1.2012, ενόψει της εν τω μεταξύ καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης. Εξετάζοντας με πολλή προσοχή τους ισχυρισμούς και τις θέσεις των διαδίκων όπως προβάλλουν από την υπό κρίση αίτηση, την ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν αντίστοιχα, υπό το φως των νομολογιακών αρχών και των εισηγήσεων των συνηγόρων και των δυο πλευρών, θεωρώ ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης, όπως θα επεξηγηθεί στη συνέχεια. Όπως προβάλλει από τα γεγονότα που συνοψίστηκαν πιο πάνω όπως τα επικαλείται ο αιτητής, η αναγκαιότητα νέας τροποποίησης της υπεράσπισης του διαφάνηκε κατά τη μελέτη της υπόθεσης πριν την καταχώρηση της αίτησης και αφού προηγουμένως, όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, αυτή είχε ορισθεί για ακρόαση αρκετές φορές. Έχει εξηγηθεί ότι θέματα και γεγονότα της υπόθεσης χρειάζονται εξειδίκευση και προβολή στην υπεράσπιση και κρίθηκε αναγκαίο να ζητηθεί η προσθήκη γεγονότων και ισχυρισμών προς υποστήριξη της θέσης του εναγόμενου
- Όπως έχει επισημανθεί, είναι υποχρέωση κάθε διαδίκου να θέτει με πολλή προσοχή τα γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου στα δικόγραφα που καταχωρεί και στην παρούσα υπόθεση υπάρχει αμέλεια, η οποία ωστόσο μπορεί να διορθωθεί σε αυτό το στάδιο της δίκης. Τα δεδομένα φανερώνουν ότι η μη συμπερίληψη ουσιωδών γεγονότων στην υπεράσπιση δεν μπορεί να αποδοθεί σε κακοπιστία του εναγόμενου 1 αν και η καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας αίτησης είναι πρόδηλη. Όπως και η νομολογία υποδεικνύει, ακόμη και τυχόν αμέλεια ή απροσεξία στη σύνταξη των δικογράφων που δεν οφείλεται σε κακοπιστία των διαδίκων, δεν μπορεί να στερήσει αυτούς από τη δυνατότητα να προβάλλουν ουσιώδεις ισχυρισμούς για την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου. Και στην παρούσα περίπτωση, όπως λέχθηκε ήδη, δεν μπορεί να αποδοθεί κακοπιστία στον εναγόμενο 1 καθότι θα ήταν αυθαίρετο τέτοιο συμπέρασμα, ενόψει της προεκτεθείσας μαρτυρίας του ενόρκως δηλούντος του αιτητή ως προς το θέμα αυτό και της φύσης των αιτουμένων τροποποιήσεων (βλ. Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1956, στη σελίδα 456). Η τροποποίηση ζητείται πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας οπότε δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η δίκη εκτροχιάζεται αν αυτή επιτραπεί και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε μετά τον εντοπισμό θεμάτων που καθιστούν αναγκαία την τροποποίηση, με την οποία θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου ουσιώδη και σχετικά με τα επίδικα θέματα στοιχεία ώστε να επιλυθεί η όλη διαφορά των διαδίκων. Η παρούσα υπόθεση σαφώς διαφοροποιείται από την υπόθεση Γραμμές Στρίντζη ν. Επίσ. Παραλήπτη (πιο πάνω), λόγω του ότι στην υπόθεση εκείνη η αίτηση τροποποίησης είχε υποβληθεί σε πολύ προχωρημένο στάδιο της δίκης, αφού είχαν ακουστεί μάρτυρες για τους ενάγοντες και εναγόμενους και μετά από πάροδο πολλών ετών αφού καταχωρήθηκε η αγωγή. Αλλά και από την υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, διαφοροποιείται η παρούσα υπόθεση καθότι δεν προέκυψε ότι ζητήθηκαν επανειλημμένα αναβολές για να καταχωρηθεί αίτηση τροποποίησης ώστε να τίθεται θέμα παράβασης εκ μέρους του εναγόμενου 1 της αρχής της διεξαγωγής της δίκης εντός ευλόγου χρόνου σύμφωνα με την Συνταγματική επιταγή. Όπως τονίστηκε στην απόφαση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1005, το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στις αιτήσεις τροποποίησης είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης και τελικά ο κρίσιμος παράγων, από τους παράγοντες στους οποίους το Δικαστήριο βασίζει την απόφαση του, είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Όπως λέχθηκε στην απόφαση αυτή, όταν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί τον διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα θέματα τα οποία εγείρει (βλ. και την πρόσφατη απόφαση της πλειοψηφίας Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου ΛΤΔ ν. Χρίστου Χαρίδη, Πολ. Έφ. Αρ. 50/2010, ημερομηνίας 11.5.2011). Απόρριψη της αίτησης υπό τα συγκεκριμένα δεδομένα θα ισοδυναμούσε με άρνηση να ακουστεί ο εναγόμενος 1 κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Θεωρώ ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δεν θα πρέπει να στερηθεί ο εναγόμενος 1 του δικαιώματος να προβάλλει τους ισχυρισμούς του ενώπιον του Δικαστηρίου, δεδομένου μάλιστα ότι σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις προτεινόμενες τροποποιήσεις της υπεράσπισης ο εναγόμενος 1 επικαλείται ουσιώδη πραγματικά γεγονότα και νομικά θέματα. Βέβαια η ουσία και ειδικότερα το βάσιμο των επικαλούμενων γεγονότων και ισχυρισμών, που ως είναι πρόδηλο εξειδικεύουν τη θέση του εναγόμενου 1, δεν μπορούν να εξεταστούν σ' αυτό το στάδιο και επισημαίνεται ότι ο εναγόμενος 1 έχει το βάρος να αποδείξει τους οποιουσδήποτε ισχυρισμούς του. Αναμφίβολα η τροποποίηση που επιζητείται είναι αναγκαία εφόσον με αυτή θα τεθούν γεγονότα που θεμελιώνουν τους ισχυρισμούς του εναγόμενου 1 ενώπιον του Δικαστηρίου, ενόψει του ελλιπούς περιεχομένου της τροποποιημένης υπεράσπισης για τους λόγους που επεξηγήθηκαν. Ως προς τη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι η καταχώρηση της αίτησης συνιστά κατάχρηση διαδικασίας είναι αστήρικτη και κρίνεται ανυπόστατη. Το γεγονός ότι έχει γίνει ήδη μια τροποποίηση της υπεράσπισης του εναγόμενου 1 δεν μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα κατάχρησης της διαδικασίας. Όπως προκύπτει από την πρώτη τροποποίηση, αυτή έγινε για να προστεθεί η ανταπαίτηση του εναγόμενου 1 εναντίον των εναγόντων, οι οποίοι τότε συγκατατέθηκαν στην σχετική αίτηση του εναγόμενου 1. Εφόσον κρίθηκε μεταγενέστερα ότι απαιτείτο να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου περαιτέρω θέματα, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την παρούσα αίτηση. Για το θέμα αυτό ο συνήγορος του αιτητή, επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. v. Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.ά. (πιο πάνω), όπου η αίτηση τροποποίησης είχε καταχωρηθεί μετά την έναρξη της ακρόασης και ήταν η τρίτη αίτηση που υποβάλλετο για τροποποίηση του ίδιου δικογράφου, κρίθηκε δε ότι ορθά επιτράπηκαν οι προτεινόμενες τροποποιήσεις εφόσον προέκυψαν από ενδελεχέστερη μελέτη και επιδιώκετο η ορθότερη παρουσίαση των θέσεων των εναγόντων αναφορικά με το πραγματικό υπόβαθρο της υπόθεσης τους χωρίς να εισάγεται νέα βάση αγωγής ούτε οι εναγόμενοι θα υφίσταντο ζημιά ή αδικία από την τροποποίηση. Στην παρούσα υπόθεση οι προτεινόμενες τροποποιήσεις αποσκοπούν να εξειδικεύσουν τις θέσεις του εναγόμενου 1 σε σχέση με τις εταιρείες Modestou Sound & Vision Ltd και Marketrends (Capital Market) Ltd, οι οποίες ήδη αναφέρονται στις προηγούμενες υπερασπίσεις του, χωρίς να μεταβάλλεται η βάση της υπεράσπισης ή ανταπαίτησης του εναγόμενου 1 ή να υφίστανται ζημιά ή αδικία οι ενάγοντες σ' αυτό το στάδιο της δίκης. Συνεπώς, δεν συμφωνώ με τη θέση των καθ' ων η αίτηση ότι επιζητείται αλλαγή της βάσης της υπεράσπισης καθότι, ως προελέχθη, δεν προκύπτει ότι αυτή μεταβάλλεται με τις αιτούμενες τροποποιήσεις. Εξάλλου σύμφωνα με τη νομολογία όταν πληρούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις ακόμη και προσθήκη νέας απαίτησης μπορεί να εγκριθεί μέσα στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (βλ. Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1956, στη σελίδα 459, Άννα Latouf Agini v. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος
(1999)1 ΑΑΔ 11). Δεν μπορεί επίσης να θεωρηθεί ότι αν επιτραπεί η τροποποίηση θα προκληθεί ζημιά στους καθ' ων η αίτηση ενόψει της αοριστίας της σχετικής θέσης τους. Οι καθ' ων η αίτηση-ενάγοντες μπορούν να καταχωρήσουν τροποποιημένη απάντηση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση ενώ ο αιτητής-εναγόμενος 1 δεν απαλλάσσεται από το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, θα έχουν ωστόσο την δυνατότητα οι ενάγοντες να αντεξετάσουν τους μάρτυρες του εναγόμενου 1, ο οποίος, όπως ήδη επισημάνθηκε, έχει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του και δεν μπορεί να προβλεφθεί στο στάδιο αυτό ότι οι καθ' ων η αίτηση θα είναι αδύνατο να αντικρούσουν τους εν λόγω ισχυρισμούς. Η οποιαδήποτε βλάβη των καθ' ων η αίτηση κατά συνέπεια μπορεί να αποκατασταθεί με την επιδίκαση εξόδων. Κρίνεται κατ' επέκταση ότι η αίτηση είναι επιτρεπτή και εγκρίνεται ως προς την αιτούμενη τροποποίηση της υπεράσπισης και ανταπαίτησης ενόψει της αντίληψης ότι δεν θα προκληθεί αδικία στους καθ' ων η αίτηση και αυτοί ικανοποιούνται στο στάδιο αυτό με την καταβολή των εξόδων. Δίδονται συνεπώς οδηγίες όπως τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση του εναγόμενου 1 καταχωρηθεί εντός 5 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος και να ακολουθήσει εντός 10 ημερών η καταχώρηση της τροποποιημένης απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση. Τα έξοδα, που περιλαμβάνουν τόσο τα έξοδα της αίτησης καθ' ολοκληρίαν όσο και όσα καθίστανται αναγκαία λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται εναντίον του αιτητή-εναγόμενου 1 και υπέρ των καθ' ων η αίτηση-εναγόντων και θα καταβληθούν στο τέλος της υπόθεσης, αφού υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο