Αναφορικά με τη διαφορά μεταξύ Kismetia Ltd ν. LUPUSCO VOLGA FARMING LTD κ.α., Αιτ. Αρ. 1639/11, 30 Μαρτίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A100 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Παρπαρίνου, Π.Ε.Δ. Αιτ. Αρ. 1639/11 ΜΕΤΑΞΥ:- Αναφορικά με τον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο 121(Ι) του 2000 - και - Αναφορικά με τον περί Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικός) Νόμο 84 του 1979 - και - Αναφορικά με την απόφαση ημερ. 15.12.2011 του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Στοκχόλμης (Stockholms Handelskammares Skiljedomsinstitu) στην υπόθεση SCC V 155/2010 Μεταξύ
- Fredrik Ljungstrom,
- Anne-Helene Ljungstrom,
- Kismetia Ltd v.
- Gunnar Nilsson
- Lupusco Volga Farming Ltd - και - Αναφορικά με τη διαφορά μεταξύ Kismetia Ltd AITHΤΡΙΑ - και -
- LUPUSCO VOLGA FARMING LTD, από τη Λευκωσία
- Gunnar Nilsson, από τη Σουηδία ΚΑΘ΄ ΩΝ Η ΑΙΤΗΣΗ -------------------------------- Ημερομηνία: 30 Μαρτίου 2012 Αίτηση ημερ. 21.2.11 δια Παρεμπίπτον Διάταγμα Για την Αιτήτρια: κ. Τριλλίδης (κα Ε. Τσαρούχη για ν' ακούσει απόφαση) Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Παναγίδης (κα Ρ. Ιάσωνος για ν' ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 21.2.11 η αιτήτρια KISMETIA LTD από τις Βρεττανικές Παρθένους Νήσους καταχώρησε αίτηση δια κλήσεως με την οποία αιτείται τ΄ ακόλουθο διάταγμα:- «(Α) Διάταγμα και/ή απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου που να αναγνωρίζει και/ή να εγγράφει και/ή να εκτελεί την απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Στοκχόλμης (Arbitration Institute of the Stockholm Chamber of Commerce) SCC ημερομηνίας 15.12.2011 που εκδόθηκε υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση στα πλαίσια της υπόθεσης SCC V 155/2010» Το ποσό της απόφασης είναι δια US$4731660 πλέον τόκο σύμφωνα με τον οικείο Σουηδικό Νόμο επί ποσού US$300000 από 29.10.10 και επί ποσού US$4731660 από 6.8.11 μέχρι εξοφλήσεως. Παράλληλα την ίδια ημέρα καταχώρησε και μονομερή αίτηση με την οποία αξιοί την έκδοση εναντίον της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 Διατάγματος με το οποία να εμποδίζει αυτή από του να αποξενώσει ή επιβαρύνει την κινητή ή ακίνητη περιουσία της και εναντίον του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 από του να αποξενώσει ή επιβαρύνει τις μετοχές του στην εταιρεία LUPUSCO HOLDING LTD ή να προβεί σε αύξηση ή μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της ρηθείσας εταιρείας ή προβεί σε οιανδήποτε αλλαγή στη διάρθρωση του μετοχικού της κεφαλαίου κ.λ.π και/ή αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία της εταιρείας αυτής. Η αίτηση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση της κ. Αντιγόνης Φακοντή δικηγόρου συνεργαζομένης με το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Αιτήτρια. Εις αυτήν, μεταξύ άλλων, αναφέρεται το ιστορικό μέχρι την έκδοση της 15.12.11 απόφασης υπό του Διαιτητικού Δικαστηρίου στη Στοκχόλμη δια τα ποσά και τόκους που έχουν αναφερθεί. Όπως πληροφορούν περαιτέρω οι Σουηδοί δικηγόροι της αιτήτριας, η άνω απόφαση κατά το Σουηδικό Δίκαιο είναι άμεσα εκτελεστή χωρίς οιανδήποτε περαιτέρω διαδικασία. Επίσης, σύμφωνα με βεβαίωση του Σουηδικού Δικαστηρίου ημερ. 19.12.11 δεν χωρεί έφεση κατά της πιο πάνω απόφασης. Αναφέρεται περαιτέρω ότι τόσο η Σουηδία αλλά και η Κυπριακή Δημοκρατία έχουν επικυρώσει τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης του 1958 αναφορικά με αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων και συνεπώς τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία. Επίσης, αναφέρεται ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν επικαλέστηκαν ανικανότητα κατά τη Διαιτητική διαδικασία και ότι το αντικείμενο της διαφοράς ήταν συμβατικές υποχρεώσεις. Εν συνεχεία προβάλλεται ότι χωρίς την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων υπάρχει κίνδυνος αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων των Καθ΄ ων η αίτηση ώστε να μην υπάρχει περιουσία αν το Δικαστήριο εγκρίνει την κυρίως αίτηση. Οι φόβοι αυτοί εδράζονται στην «περίεργη ως προς το συγχρονισμό της απόφασης του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 να έρθει στην Κύπρο» στη διαγωγή του κατά τη διάρκεια της Διαιτητικής Διαδικασίας όσο και πληροφορίες που έλαβαν ότι αυτός μέσω άλλης ελεγχόμενης υπ΄ αυτού εταιρείας προέβη σε πώληση μεγάλου μέρους της εισηγμένης σε Σουηδικό Χρηματιστήριο Εταιρείας Redland Farming AB (publ). Τους ίδιους φόβους εκφράζει και ο πρώην συνέταιρος Fredrik Ljungstrom ο οποίος γνωρίζει τον Καθ΄ ού η Αίτηση 2 και θεωρεί βέβαιη την αποξένωση. Όπως αναφέρεται περαιτέρω ολόκληρο το μετοχικό κεφάλαιο της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 κατέχεται από τη Lupusco Land & Property Ltd και έχουν κοινό Γραμματέα. Mοναδικός μέτοχος της τελευταίος είναι η Lupusco Holding Ltd της οποίας μοναδικός διευθυντής και μέτοχος είναι ο Καθ΄ ου η Αίτηση
- Η Καθ΄ ης η Αίτηση 1 είναι επίσης κάτοχος μόνο 45560 μετοχών της F.G. Volga Farming Ltd. Όλες οι άνω είναι κυπριακές εταιρείες. Καταλήγοντας η ομνύουσα αναφέρει ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της αιτήτριας. Σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση της πιο πάνω η οποία κατεχωρήθη κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου παρουσιάσθη στο Δικαστήριο σε μετάφραση η συμφωνία των μερών ημερ. 23.10.09 και η Διαιτητική απόφαση ημερ. 15.12.
- Σε έτερη συμπληρωματική ένορκη δήλωση υπό της Κάλλια Αγρότου η οποία κατεχωρήθη επίσης κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, αναφέρεται ότι έγινε μετάφραση από την Αγγλική στην Ελληνική γλώσσα της απόφασης ημερ. 15.12.11 και της συμφωνίας των μερών ημερ. 23.10.09 και οι οποίες επισυνάπτονται. Η αίτηση επιδόθηκε στους Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 οι οποίοι κατεχώρησαν ένσταση. Σ' αυτή μεταξύ άλλων προβάλλονται ως λόγοι ένστασης η μη ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/
- Τυχόν έκδοση οιουδήποτε διατάγματος θα είναι κατά παράβαση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και θα αντίκειτο στις πρόνοιες του άρθρου 90 του περί Διεθνών Εμπορικών Διαιτησιών Νόμου, Ν.101/
- Επίσης ότι δεν καταδεικνύεται οποιοδήποτε Νομοθετικό ή Νομολογιακό πλαίσιο το οποίο να επιτρέπει στο Δικαστήριο την έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων τα οποία επηρεάζουν τρίτα πρόσωπα τα οποία δεν είναι διάδικοι στην παρούσα διαδικασία αλλά ούτε στη διαδικασία Διαιτησίας και συνεπώς δεν είχαν γνώση αλλά ούτε τους δόθηκε η ευκαιρία να ακουστούν. Στην ένορκη δήλωση του κ. Θωμά Χριστοδούλου συνέταιρου στη δικηγορική εταιρεία, δικηγόρων των Καθ΄ ων η Αίτηση αναφέρεται ότι η υπό εξέταση αίτηση στερείται νομικής βάσης καθότι με την έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης ημερ. 15.12.11 δεν εκκρεμεί οποιαδήποτε αγωγή μεταξύ των διαδίκων. Το Δικαστήριο στερείται εξουσίας να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα βάσει του άρθρου 9 του Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του
- Επίσης το άρθρο 32 του Ν.14/60 δεν μπορεί από μόνο του να προσδώσει δικαιοδοτικό στήριγμα. Περαιτέρω προβάλλεται ότι είναι ανεδαφικοί οι ισχυρισμοί δι΄ αποξένωση περιουσιακών στοιχείων υπό των Καθ΄ ων η αίτηση 1 και
- Επίσης τα αιτούμενα διατάγματα επηρεάζουν τρίτα πρόσωπα που δεν είναι διάδικοι ούτε εδώ αλλά ούτε στη διαιτητική διαδικασία στη Σουηδία. Η Lupusco Holding Ltd δεν είναι ο τελικός δικαιούχος (beneficial owner) των μετοχών της Redland Farming AB (publ) αλλά κατέχονται απ΄ αυτή προς όφελος του Ταμείου Αμοιβαίας Επένδυσης «The Closer Mutual Investment Fund for special Risky (Venture) Investments" λόγω του ότι το τελευταίο δεν δικαιούται να διατηρεί αλλοδαπές εγγυήσεις. Όσον αφορά την Redland Farming AB (publ) πράγματι η πλειοψηφία των ιδιοκτητών αποφάσισε την πώληση των μετοχών αλλά αυτό γίνεται ώστε να λάβουν μεγαλύτερη μετοχική βάση δια να πληρούν τους όρους των κανονισμών του Σουηδικού Χρηματιστηρίου. Συνεπώς οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί από την άλλη πλευρά δεν είναι ορθοί. Περαιτέρω, αναφορικά με τις μετοχές της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 στη F.G Volga Farming Ltd προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι αυτές υπόκεινται σε προτιμισιακά δικαιώματα και συνεπώς ο κίνδυνος αποξένωσης των δεν είναι υπαρκτός. Έτερος ισχυρισμός που υποβάλλεται είναι ότι η αιτήτρια δεν απεκάλυψε ότι Δικαστήριο της Στοκχόλμης απέρριψε αίτημα της για έκδοση ενδιάμεσου συντηρητικού διατάγματος που αφορούσε το υπόλοιπο ποσό της αμοιβής των διαιτητών που διατηρείτο από το Ινστιτούτο Διαιτησίας του Εμπορικού Επιμελητηρίου Στοκχόλμης καθότι το Δικαστήριο δεν βρήκε οποιαδήποτε μαρτυρία αποξένωσης. Τέλος αναφέρεται ότι τυχόν έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα επηρεάζαν και θα προκαλούσαν βλάβη και ταλαιπωρία στις επαγγελματικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες των Καθ΄ ων η Αίτηση οι οποίοι δραστηριοποιούνται στη Ρωσία και άλλες πρώην Σοβιετικές Δημοκρατίες. Οι συνήγοροι των διαδίκων υπεστήριξαν όπως ήταν φυσικό τις θέσεις του διαδίκου που εκπροσωπούσαν. Θα αναφερθώ σε αυτές σε κατοπινό στάδιο όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. Η αίτηση στηρίζεται στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6, άρθρα 4, 5,8 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14 του 1960 άρθρο 32, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.39 θθ.1 και 2 και Δ.48, στον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο 121(Ι) του 2000 άρθρα 3 και 5, στον περί Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικός) Νόμο 84 του 1979 άρθρα ΙΙ, ΙΙΙ και ΙV, στον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Ν.101 του 1987 άρθρα 3
(1), 3
(2)και 35, στις συμφυείς εξουσίες και στη γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Ο συνήγορος της Αιτήτριας στήριξε το αίτημα αποκλειστικά στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60. Αντίθετα ο συνήγορος των Καθ΄ ων η αίτηση εισηγήθηκε ότι το άρθρο 32 δεν παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων σε διαδικασία εγγραφής αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης. Αμφότεροι υπεστήριξαν τις θέσεις τους σε συγγράμματα και Νομολογία. Θα πρέπει εξ΄ αρχής να λεχθή ότι η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Εταιρειών Fastact Developments Ltd και Era Inv. Ltd για άδεια καταχώρησης αίτησης για ένταλμα της φύσης Certiorari
(2002)1 A.A.Δ 543 επί της οποίας στηρίχθηκε εν πολλοίς ο συνήγορος των Καθ΄ ων η Αίτηση ανετράπη με την απόφαση του Εφετείου στην Base Metal Trading Ltd v. Fastact Developments Ltd κ.α.
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ 1535. Εξέτασα με μεγάλη προσοχή όλο το υλικό ενώπιον του Δικαστηρίου και τις εισηγήσεις των συνηγόρων και είμαι της γνώμης ότι το θέμα είναι πιο απλό απ' ότι παρουσιάζεται. Η αίτηση (κύρια) κατεχωρήθη δυνάμει Νόμου. (Ν.84/79, Ν.101/87και Ν.121
(1)/2002) Αυτό δεν αμφισβητείται από τους Καθ΄ ων η Αίτηση. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)«αγωγή» σημαίνει «.. πολιτική διαδικασία αρχομένη δια κλητηρίου εντάλματος ή κατά τοιούτο άλλο τρόπο ως καθορίζεται υπό διαδικαστικού κανονισμού ..» Ο Διαδικαστικός Κανονισμός Δ.1 θ.2 δίδει τον ίδιο περίπου ορισμό αναφορικά με τον όρο «αγωγή» με την προσθήκη μετά από τις λέξεις «ως καθορίζεται υπό» των λέξεων «οιουδήποτε Νόμου». Περαιτέρω στην ίδια Διάταξη και Θεσμό δίδεται και ορισμός της λέξης "cause" που περιλαμβάνει οιανδήποτε αγωγή ή άλλη εναρκτήρια διαδικασία μεταξύ ενάγοντα και εναγομένου. Ακόμα ορίζεται και η λέξη «θέμα» ("matter") που περιλαμβάνει κάθε διαδικασία στο Δικαστήριο που δεν αποτελεί αντιδικία ("cause"). Στα αγγλικά όπως είναι διατυπωμένο το κείμενο, ο ορισμός αναφέρει «matter" includes every proceeding in Court not in a cause." (Βλ. Καλαβά ν. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων
(1997)1 Α.Α.Δ σελ. 843, Ελληνική Τράπεζα
(1994)1 Α.Α.Δ 87, 92, Ιωακείμ κ.α ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ(αρ. 1)
(2003)1 Α.Α.Δ 198, 203, Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1992)1 Α.Α.Δ 379, 381.) Αποτέλεσμα όλων των πιο πάνω είναι η παρούσα κύρια αίτηση αναπόφευκτα να θεωρείται ως «αγωγή». Όσον αφορά το άρθρο 32 του Ν.14/60 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά εις την Φεσσάς
(1990)1 Α.Α.Δ 704, 715: «Οι εξουσίες του Δικαστηρίου με βάση το Άρθρο 32, όπως και η άλλη πολιτική δικαιοδοσία που ανατίθεται στο Δικαστήριο, ασκούνται σύμφωνα με τη δικονομία και πρακτική που καθορίζεται με το Νόμο ή Διαδικαστικό Κανονισμό που εκδίδεται με βάση το Άρθρο 163 του Συντάγματος. Το Άρθρο 32 δεν περιέχει δικονομικούς κανόνες. Στην υπόθεση Heli-Air v. Drescher
(1988)1 C.L.R 234, στη σελ. 237 ειπώθηκε:- "We have come to the conclusion that section 32 is a section of substantive law and does not prescribe any procedure. The procedure to be followed in invoking its provisions has to be sought in the Civil Procedure Law and the rules made thereunder or any other law or rules prescribing procedures covering such instances." Συνεπώς με βάση τα πιο πάνω είναι δυνατή η στήριξη επί του άρθρου 32 του Ν. 14/60 των αιτουμένων διαταγμάτων. Tα κριτήρια και προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σε αίτηση για διάταγμα στη βάση του άρθρου 32, του Νόμου 14/1960, μπορούν να συνοψιστούν στα ακόλουθα:
- Πρέπει να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά τη δίκη.
- Να υπάρχει πιθανότητα ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία.
- Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός εάν εκδοθεί το διάταγμα. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. (βλ., μεταξύ άλλων, Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1976)1 C.L.R. 38, Karydas Taxi v. Komodikis
(1975)1 C.L.R 38, Louis Vuitton v. Δερμοσακ Λτδ κ.ά.
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453, Α/φοί Μυλωνά Α.Ε. κ.ά. ν. Μ. Abraamides & Co Ltd,
(1998)1 Α.Α.Δ 1513, Nemitsas Industries Ltd v. S. & S. Maritime Lines Ltd and Others
(1976)1 C.L.R. 302, Constantinides v. Makriyiorghou & Another
(1978)1 C.L.R. 585, Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231, M & M Transport v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 C.L.R. 605, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Απαιτείται από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία πρέπει να καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Τελικά, όταν ληφθούν υπόψη όλοι οι ανωτέρω παράγοντες, το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. (βλ. Eurocypria Airlines Ltd v. 1. Κυπριακή Δημοκρατία κ.α. Π.Ε. 170/11 ημερ. 20.10.11). Εις τα περιστατικά της παρούσης υπόθεσης αναμφίβολα με το υλικό που έχει τεθεί ενώπιον το Δικαστηρίου και ιδιαίτερα έχοντας υπόψη τη φύση της διαδικασίας σε συνάρτηση με το γεγονός ύπαρξης της διαιτητικής απόφασης ημερ. 15.12.11 του Σουηδικού Διαιτητικού Δικαστηρίου, τεκμ. Α και Β και στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση κ. Αγρότου ημερ. 7.2.12, είμαι ικανοποιημένος ότι η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται. Σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση αναμφίβολα, εφόσον υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση κατά τη δίκη τότε υπάρχει και ορατή πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση «υπενθυμίζεται ότι οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν τη μοναδική παράμετρο κρίσης του συγκεκριμένου θέματος. Υπόψη λαμβάνονται και άλλα στοιχεία και μεταβλητά κριτήρια και σε τελική ανάλυση η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εξαρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν το αίτημα (βλ. Κυρίσαββα ν. Κίζη
(2001)1 Α.Α.Δ 1245). Ας μην μας διαφεύγει ότι η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. ν. Τhe Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ 179 με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων που επιδιώκει τη θεραπεία». Αυτά λέχθησαν στην Όξινου κ.α. ν. Μαρία Ρολή Λου, Πολ. Έφεση 310/08, ημερ. 17.6.11, σελ. 12. Η απουσία πρόθεσης για αποξένωση περιουσίας έχει αναγνωρισθεί επανειλημμένα από τη δική μας νομολογία. Στην C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd ν. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ 785 η οποία αφορούσε την έκδοση προσωρινού διατάγματος απαγορευτικού της αποξένωσης ακινήτου, το οποίο δεν αποτελούσε το αντικείμενο της αγωγής, έγινε επισκόπηση της σχετικής επί του θέματος νομολογίας. Τονίσθηκε από τον Κωνσταντινίδη Δ.: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (βλ. Lakatamitis, ανωτέρω, στη σελ. 525). ... Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοϊζου, Π. στην Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (Αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ 54 εκδίδεται το διάταγμα 'ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποία να μην μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων'. Τα ίδια και στην Τσιολάκη και άλλη ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ 782. Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στη σελ. 785, εκείνο που απαιτείται είναι η 'πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ τους ενάγοντος'». (βλ. και Παντελίδη ν. Πιερή,
(1998)1(Δ) Α.Α.Δ σελ. 2111) Εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο των επιδιωκώμενων διαταγμάτων που αφορούν κυρίως μετοχές ο κίνδυνος αποξένωσης είναι υπαρκτός. Η τυχόν ύπαρξη προτιμησιακών δικαιωμάτων (pre-emption rights) δεν είναι δικλίδα ασφαλείας δια τους αιτητές. Ο μηχανισμός αυτός δεν εμποδίζει κάποιο ο οποίος επιθυμεί να προχωρήσει κατά παράβαση του. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω είμαι ικανοποιημένος ότι ικανοποιείται και η Τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Τέλος όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας και όλες τις αναφορές εις την παράγρ. 7 του κ. Θωμά Χριστοδούλου περί επηρεασμού των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων των Καθ΄ ων η Αίτηση ή ότι η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων μπορεί να εκληφθεί ως αθέτηση υποχρεώσεων στη βάση υπαρχουσών συμφωνιών χωρίς οιανδήποτε συγκεκριμενοποίηση δεν μπορούν να κριθούν και επηρεάσουν καθόλου το θέμα υπό εξέταση. Εάν υπήρχε τέτοιο σοβαρό ενδεχόμενο θα ανέμενε κανείς να αναφερθούν τα σχετικά στοιχεία ώστε το Δικαστήριο να μπορεί από μόνο του να διαμορφώσει γνώμη. Τα ίδια ισχύουν και δια το προβαλλόμενο θέμα των κατεχομένων υπό της Lupusco Holding Ltd μετοχών. Οιοσδήποτε ισχυρίζεται ότι είναι ιδιοκτήτης των περιουσιακών στοιχείων που επηρεάζονται από προσωρινό διάταγμα έχει τα δικαιώματα του που μπορεί να ασκήσει και κάτι τέτοιο δεν έγινε στην παρούσα διαδικασία. Αντίθετα, αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων υπό εξέταση θα έχει ως αποτέλεσμα η κύρια αίτηση να παραμείνει χωρίς αντικείμενο. Εκείνο που θα πρέπει να προέχει είναι η διατήρηση της παρούσης κατάστασης πραγμάτων (status quo ante) μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Όπως έχει νομολογηθεί, αυτή θα πρέπει να διατηρείται όπως είχε κατά το χρόνο που προέκυψε η διαφορά και παράλληλα διατήρηση της για όλο το χρονικό διάστημα που εκκρεμεί η εκδίκαση της αγωγής. (Μichael v. Brevinos Ltd
(1969)1 C.L.R. 578 και Κουνούνα ν. C & A Simonos Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 1361). Διά όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η πλάστιγγα κλίνει υπέρ των Αιτητών Το τελευταίο θέμα το οποίο χρήζει εξέτασης είναι ο προβαλλόμενος ισχυρισμός ότι η αιτήτρια δεν απεκάλυψε στο Δικαστήριο ότι «Δικαστήριο της Στοκχόλμης απέρριψε αίτηση που κατεχώρησε η Αιτήτρια για έκδοση ενδιάμεση συντηρητικού διατάγματος που αφορούσε το υπόλοιπο ποσό της αμοιβής των διαιτητών που διατηρείτο από το Ινστιτούτο Διαιτησίας του Εμπορικού Επιμελητηρίου Στοκχόλμης, καθότι το Δικαστήριο δεν βρήκε οποιαδήποτε μαρτυρία αποξένωσης.» Υπενθυμίζεται ότι η υπό εξέταση αίτηση επιδόθηκε στους Καθ΄ ων η αίτηση και κανένα διάταγμα δεν εξεδόθη με μονομερή αίτηση. Δεν εξηγείται από τους Καθ΄ ων η αίτηση η σημασία των άνω εις την έκβαση της παρούσης αίτησης. Διά τη σημασία μη πλήρης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων σε μονομερής αιτήσεις βλ. Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248, Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Co Ltd κ.α
(1996)1 Α.Α.Δ 597. Εις την υπό εξέταση υπόθεση το Σουηδικό Δικαστήριο αποφάσισε το θέμα επί των γεγονότων ενώπιον του τα οποία απ' ότι φαίνεται από το σύντομο απόσπασμα της απόφασης (βλ. τεκμ. Γ ενόρκου δηλώσεων Χριστοδούλου) δεν έχει καμία σχέση με τα εξεταζόμενα θέματα της παρούσης αίτησης. Δεν κρίνω επίσης πως η μη αποκάλυψη του στοιχείου αυτού επηρεάζει με οιονδήποτε τρόπο την παρούσα αίτηση. Ούτε οι ίδιοι οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν υπέδειξαν την οιανδήποτε σημασία, αν έχει, της μη αποκάλυψης αυτής. Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει και ως αποτέλεσμα εκδίδονται διατάγματα ως οι παράγρ. Α και Β της Αίτησης υπό τον όρο ότι οι αιτητές υπογράψουν εγγύηση ύψους €250.000 με ένα αξιόχρεο εγγυητή ή καταθέσουν στον Πρωτοκολλητή τραπεζιτική εγγύηση για το ρηθέν ποσό. Τα έξοδα της αίτησης να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα, να είναι υπέρ των αιτητών και εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση 1 και 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αυτά να είναι πληρωτέα μετά το πέρας της κυρίως αίτησης. (Υπ) Λ. Παρπαρίνος Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c:\my documents\parparinos 2010-11/interim decisions cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο