← Κύπρος

Χρίστος Φυλακτού ν. Χριστίνα Ορφανίδου, Αρ. Αγωγής 4466/2008, 30 Μαρτίου, 2012

Χρίστος Φυλακτού ν. Χριστίνα Ορφανίδου, Αρ. Αγωγής 4466/2008, 30 Μαρτίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A104 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 4466/2008 ΜΕΤΑΞΥ: Χρίστος Φυλακτού Αιτητής -και- Χριστίνα Ορφανίδου Καθ' ης η Αίτηση 30 Μαρτίου, 2012 Αίτηση ημερομηνίας 04.11.2011 για διαγραφή της τροποποιημένης υπεράσπισης Για τον Αιτητή: κα Αυγή Κοζάκου Για την Καθ' ης η Αίτηση: κος Ερμής Νεοκλέους Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 14.04.2010 ο ενάγων (στη συνέχεια ο αιτητής) υπέβαλε αίτηση για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης που καταχώρισε την 04.08.

  1. Την 20.05.2010, ημερομηνία που ήταν ορισμένη η αίτηση για τροποποίηση, εκδόθηκε, εκ συμφώνου, διάταγμα τροποποίησης. Για ό,τι αφορά την παρούσα σημειώνεται ότι το διάταγμα τροποποίησης, ημερομηνίας 20.05.2010, αφορούσε διαγραφή και προσθήκη μέρους της πρώτης παραγράφου της έκθεσης απαίτησης. Μετά την τροποποίηση η πρώτη παράγραφος της έκθεσης απαίτησης αναφέρει ότι∙ "
  2. Η Εναγόμενη έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος εξέδωσε και υπέγραψε την κάτωθι επιταγή της Universal Bank στο σύζυγο της και στην συνέχεια έναντι νομίμου ανταλλάγματος μεταβιβάστηκε στον Ενάγοντα. Αριθμός Ημερομηνία Ποσό (α) 22209858 10/05/2007 £5.000 ισάξιο σε €8.543,01". Πριν την τροποποίηση η ίδια παράγραφος ανέφερνε ότι∙ "
  3. Η Εναγόμενη έναντι καλού και νομίμου ανταλλάγματος εξέδωσε και υπέγραψε προς όφελος και σε διαταγή του Ενάγοντα την κάτωθι επιταγή της Universal Bank. Αριθμός Ημερομηνία Ποσό (α) 22209858 10/05/2007 £5.000 ισάξιο σε €8.543,01". Η τροποποιημένη έκθεση απαίτησης καταχωρίστηκε την 03.06.2010 και τούτο παρά τις οδηγίες του δικαστηρίου, ημερομηνίας 20.05.2010, όπως καταχωριστεί εντός δέκα ημερών. Αξίζει όμως να σημειωθεί ότι ο χρόνος των δέκα ημερών παρατάθηκε, αναδρομικά και χωρίς ένσταση, για δεκαπέντε ημέρες, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο πρακτικό ημερομηνίας 16.06.
  4. Ακολούθως την 24.09.2010 η εναγομένη (στη συνέχεια η καθ' ης η αίτηση) καταχώρισε νέα υπεράσπιση στην τροποποιημένη πλέον έκθεση απαίτησης. Αναφοράς άξιον είναι επίσης ότι την 27.09.2010 η συνήγορος του αιτητή ζήτησε χρόνο ώστε να διερευνήσει τον τρόπο με τον οποίο θα προχωρούσε καθ' ότι, ως ανέφερε, η υπεράσπιση εισάγει νέα θέματα. Γι' αυτό το λόγο η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες την 15.10.2010 και εν συνεχεία την 03.11.
  5. Την τελευταία δικάσιμο δόθηκε ημερομηνία ακρόασης, 18.03.2010, κατά την οποία αναβλήθηκε και ορίστηκε εκ νέου για ακρόαση την 26.10.
  6. Σε αυτή την τελευταία ημερομηνία, 26.10.2011, η συνήγορος του αιτητή αιτήθηκε αναβολής καθ' ότι πρόθεσή της ήτο η καταχώριση αίτησης για διαγραφή της υπεράσπισης επειδή, ως υποστήριξε, δεν συνάδει με την τροποποιημένη έκθεση απαίτησης και το σχετικό διάταγμα τροποποίησης. Το αίτημα για αναβολή εγκρίθηκε και την 04.11.2011 ο αιτητής καταχώρισε την επίδικη αίτηση με την οποία αιτείται∙ "(Α) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διαγράφει το μέρος εκείνο της Τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης που είναι άσχετο και/ή αντίθετο με την Έκθεση Υπεράσπισης την οποία καταχώρησε η Εναγόμενη την 13/11/2008, το οποίο προσετέθη χωρίς άδεια του Δικαστηρίου στην Τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης της Εναγόμενης την 24/09/
  7. (Β) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να διαγράφει όλους τους ισχυρισμούς που τέθηκαν στη τροποποιημένη Έκθεση Υπεράσπισης ημ. 24/09/2010 που δεν υπήρχαν και/ή είναι αντίθετη με τους ισχυρισμούς που τέθηκαν στην Έκθεση Υπεράσπισης ημ. 13/11/
  8. (Γ) Οιανδήποτε άλλη διαταγή του Δικαστηρίου". Η αίτηση εδράζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.19 κκ1 έως 3, Δ.25 κ.1 και Δ.48 κ.1Ζ (προφανώς πρόκειται για λάθος και εννοεί κ.9J), καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του δικαστηρίου. Υποστηρίζεται δε από ένορκη δήλωση που ορκίζεται η Αυγή Κοζάκου, δικηγόρος στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους αιτητές. Με την ένορκη δήλωση η ομνύουσα εκφράζει την άποψη ότι η τροποποιημένη υπεράσπιση που καταχώρισε η καθ' ης η αίτηση περιέχει γεγονότα και ισχυρισμούς που δεν επικαλείτο προηγουμένως, στοιχείο, υποστηρίζει, που απολήγει σε τροποποίηση του δικογράφου χωρίς άδεια από το δικαστήριο. Οι θέσεις του αιτητή δεν βρίσκουν σύμφωνη την καθ' ης η αίτηση. Η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης που καταχώρισε την 14.12.2011 αναφέρει ότι∙ "
  9. Η αίτηση είναι ατεκμηρίωτη και/ή στερείται πραγματικού υπόβαθρου.
  10. Δεν συντρέχει κανένας λόγος για διαγραφή και/ή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  11. Η αίτηση είναι καταχρηστική και ο ενάγοντας δε δικαιούται τις αιτούμενες θεραπείες, επίσης, υπάρχει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης.
  12. Η αιτούμενη θεραπεία στερεί αναιτίως από την εναγόμενη-καθ' ης η αίτηση την ευκαιρία να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου ουσιώδη γεγονότα σχετικά με τα επίδικα θέματα και/ή γεγονότα τα οποία αποτελούν τη θέση και υπεράσπισή της.
  13. Η υπεράσπιση ημερομηνίας 24.09.2010 αποτελεί υπεράσπιση στην τροποποιημένη έκθεση απαιτήσεως, για την οποία δεν απαιτείται άδεια του δικαστηρίου, και όχι τροποποιημένη υπεράσπιση της εναγόμενης". Όπως η αίτηση έτσι και η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που ορκίζεται δικηγόρος της δικηγορικής εταιρείας που εκπροσωπεί την καθ' ης η αίτηση. Και σε αυτή την περίπτωση η ένορκη δήλωση δεν προσθέτει γεγονότα. Διατυμπανίζει όμως την αντίληψη των συνηγόρων της καθ' ης η αίτηση για τις νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα. Αναφέρει εν προκειμένω ότι εκ λάθους η νέα υπεράσπιση τιτλοφορείται ως τροποποιημένη υπεράσπιση εφόσον κατ' ουσία είναι υπεράσπιση στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης και όχι οτιδήποτε άλλο. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι είναι αναφαίρετο συνταγματικό δικαίωμα της καθ' ης η αίτηση να παρουσιάσει την υπόθεση και τις θέσεις της, καθώς ότι οι ισχυρισμοί και τα γεγονότα των οποίων ζητείται η διαγραφή είναι σχετικά και ουσιώδη, και ότι ενόψει της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης είναι δικαίωμα της καθ' ης η αίτηση να προβάλει οποιαδήποτε γεγονότα και/ή ισχυρισμούς σχετικούς της υπόθεσης ώστε να στηρίξει την υπόθεσή της. Προτού υπεισέλθω στην ουσία της αίτησης κρίνω σκόπιμο να αναφέρω τα ακόλουθα∙ Όπως συνάγεται από το ιστορικό της διαδικασίας η τροποποιημένη έκθεση απαίτησης καταχωρίστηκε εκπρόθεσμα. Όταν δε εξέπνευσε η προθεσμία το δικαστήριο παρέτεινε το χρόνο καταχώρισης της τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης για περαιτέρω δεκαπέντε ημέρες (βλ. πρακτικό ημερομηνίας 16.06.2010). Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στις υποθέσεις Lysandrou v. Schiza

(1979)1 CLR 267 και Σάκκουλα v. Αρέστη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 355 κάτι τέτοιο είναι ανεπίτρεπτο καθ' ότι αφ' ης στιγμής εκπνέει ο χρόνος που αναφέρεται στο διάταγμα για τροποποίηση και ουδέν μέτρο λαμβάνεται εμπρόθεσμα για παράταση τούτης της προθεσμίας, το διάταγμα καθίσταται ipso facto void (by the mere fact a nullity), δηλαδή άκυρο. Παρόλα αυτά στην υπόθεση Dasaki Entertainment Co. Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (αρ. 2)
(2009)1Α Α.Α.Δ.356, στην οποία μνημονεύεται και η υπόθεση Σάκκουλα, πιο πάνω, αναφέρεται ότι∙ 'Είναι λοιπόν φανερό ότι σε περιπτώσεις που πριν την τροποποίηση της Δ.64 το δικαστήριο, με βάση τη νομολογία που ίσχυε τότε, ήταν υπόχρεο να καταλήξει ότι κάποια παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς οδηγούσε σε ακυρότητα, με τη νέα Δ.64 έχει διακριτική εξουσία να θεωρήσει την μη συμμόρφωση ως απλή παρατυπία, που δεν οδηγεί κατ' ανάγκη σε ακυρότητα'. Ως εκ των πιο πάνω καταλήγω ότι με τη νέα Δ.64 τυχόν εκπρόθεσμη καταχώριση τροποποιημένης έκθεσης απαίτησης συνιστά παρατυπία. Στην προκείμενη περίπτωση η εν λόγω παρατυπία θεραπεύθηκε από το δικαστήριο την 16.06.
  1. Αυτή η διαπίστωση ανοίγει το δρόμο για ουσιαστική εξέταση του αιτήματος. Είναι η θέση της καθ' ης η αίτηση ότι η επίδικη αίτηση είναι καταχρηστική λόγω υπέρμετρης καθυστέρησης στην προώθηση τούτης. Όπως έχω ήδη υποδείξει το περιεχόμενο του φακέλου αποκαλύπτει ότι από την 27.09.2010 ο αιτητής διαπίστωσε ό,τι σύμφωνα με τον ίδιο συνιστά αδικαιολόγητη τροποποίηση της υπεράσπισης και γι' αυτό άλλωστε ζήτησε χρόνο ώστε να εξετάσει τον τρόπο με τον οποίο θα προχωρούσε. Τούτος ο χρόνος δόθηκε από το δικαστήριο, ως πιο πάνω επεξηγείται, με τον αιτητή όμως να μην υποβάλλει οιονδήποτε αίτημα. Από τα πιο πάνω είναι φανερό ότι ο αιτητής γνώριζε την τροποποίηση στην υπεράσπιση της καθ' ης η αίτηση από την 27.09.2010 και μάλιστα απ' εκείνη την ημερομηνία θεωρούσε ότι παραβίαζε το διάταγμα ημερομηνίας 20.05.
  2. Περαιτέρω, αν και ζήτησε και έλαβε χρόνο για να μελετήσει πώς θα προχωρούσε, εν τέλει ουδέν έπραξε μέχρι την 04.11.2011, ημερομηνία καταχώρισης της παρούσης. Αυτά τα γεγονότα σαφώς αποκαλύπτουν καθυστέρηση και ολιγωρία του αιτητή στην υποβολή του επίδικου αιτήματος. Παρόλα αυτά, ζητούμενο δεν είναι η καθυστέρηση αφεαυτής αλλά κατά πόσο αυτή η καθυστέρηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας και περαιτέρω, πως το υπο κρίση αίτημα συμπλέκεται με προώθηση της υπόθεσης και δη δέουσα εξακρίβωση των επίδικων θεμάτων ώστε να τύχουν διερεύνησης και απόφασης. Έχω τη γνώμη πως η καθυστέρηση του αιτητή δεν αναιρεί και δεν ακυρώνει την εξουσία αλλά και την υποχρέωση του δικαστηρίου, ως αυτή επεξηγείται στην υπόθεση Williams and Glyn's Bank plc v. Του Πλοίου Maria
(1992)1A A.A.Δ.309 και συνεπώς δεν μπορεί να εκληφθεί ως κατάχρηση. Το σχετικό απόσπασμα της υπόθεσης, το οποίο εντοπίζεται στις σελίδες 335 μέχρι και 337, αναφέρει ότι∙ 'Συμφωνώ ότι πράγματι το εναγόμενο πλοίο στην τροποποιημένη Υπεράσπιση του ξέφυγε από τα "επιτρεπτά" πλαίσια. Εάν επιθυμούσε να έκανε περισσότερες τροποποιήσεις από ότι ήταν απαραίτητο, θα έπρεπε να είχε κάνει σχετική αίτηση. Όμως το θέμα είναι τι έπρεπε να έκαναν οι ενάγοντες βλέποντας αυτή την εκτροπή. Σίγουρα θα έπρεπε να έκαναν αίτηση για διαγραφή των παραγράφων της Υπεράσπισης που ξέφυγαν από την εξυπακουόμενη εξουσιοδότηση για τροποποίηση. .................................... Οι ενάγοντες, για λόγους που δε μπορώ να γνωρίζω, δεν έκαναν τέτοια αίτηση. Όχι μόνο δεν έκαμαν κανένα βήμα για διαγραφή παραγράφων, αλλά προχώρησαν και απάντησαν σε αυτές χωρίς να θέσουν τέτοιο θέμα ούτε στη γραπτή τους Απάντηση. Το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο με την Απάντηση τους, ή με τη μη έγκαιρη καταχώριση σχετικής αίτησης για διαγραφή, οι σχετικές τροποποιήσεις οι οποίες έγιναν μπορούν να γίνουν αποδεχτές από το Δικαστήριο. Η εξουσία για τροποποίηση των δικογράφων στις υποθέσεις ναυτοδικείου βασίζεται στο θεσμό 90 των Κανονισμών Ναυτοδικείου. Η προϋπόθεση σχετικής διαταγής του Δικαστηρίου για κάθε τροποποίηση είναι απαραίτητη. (Σε αντίθεση με την Αγγλική Πρακτική, ίδε British Shipping Laws, Admiralty Practice, Τόμος 1, παρ. 781 - 789). Πιστεύω ότι στις περιπτώσεις όπου εκδίδεται ρητή διαταγή του Δικαστηρίου για τροποποίηση ενός δικογράφου, και η τροποποίηση που τελικά επιτελείται ξεφεύγει από τα πλαίσια της διαταγής, τότε έστω και εάν η άλλη πλευρά απαντήσει στο τροποποιημένο δικόγραφο, ή δεν εγείρει τέτοιο θέμα στη συνέχεια, το Δικαστήριο θα πρέπει να αγνοήσει τις τροποποιήσεις οι οποίες έγιναν καθ' υπέρβαση της διαταγής. Αυτό πιστεύω ότι θα πρέπει να είναι η σωστή νομική θέση, αλλιώς η όλη διαδικασία θα εξέφευγε από τον πραγματικό έλεγχο του Δικαστηρίου και κατά κάποιο τρόπο θα παραγνωρίζοντο οι διαδικαστικές διαταγές του. Βέβαια εάν δοθεί μαρτυρία χωρίς ένσταση πάνω σε θέματα τα οποία εγείρονται από παραγράφους που το Δικαστήριο θα έπρεπε να αγνοούσε, τότε το Δικαστήριο μπορεί, εάν το κρίνει απαραίτητο, από μόνο του να διατάξει την τροποποίηση των δικογράφων για να συνάδουν με τη δοθείσα μαρτυρία. (Ίδε Georgiou v. Kyriacou
(1986)1 C.L.R. 433 και Stylianou v. Manoli
(1982)1 C.L.R. 287.) Όμως η αρχή αυτή δε νομίζω να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπως τη συγκεκριμένη, δηλαδή εάν η τροποποίηση είναι αποτέλεσμα διατάγματος τροποποίησης άλλου δικογράφου και σαν συνέπεια αυτού γίνονται οι άμεσα συνεπαγόμενες τροποποιήσεις (όπως νομολογήθηκε στην Squire v. Squire (ανωτέρω), τότε το γεγονός ότι η άλλη πλευρά δεν εγείρει το θέμα έγκαιρα, ή συμπεριφέρθηκε με τέτοιο τρόπο ώστε να συνάγεται ότι τις δέχεται (π.χ. καταχωρεί απάντηση), είναι αρκετό για να θεωρήσει το Δικαστήριο ότι εφόσον πρόκειται για απλή παρατυπία, αυτή μπορεί να παραγνωρισθεί. (Βλέπε Spyropoullos ν. Transavia Holland N.V. Amsterdam
(1979)1 C.L.R. 421). Ο λόγος που πιστεύω ότι θα πρέπει να γίνει η διαφοροποίηση στην περίπτωση αυτή είναι διότι εδώ δεν υπάρχει ρητή διαταγή, ούτε χρειάζεται ρητή διαταγή, αλλά η τροποποίηση γίνεται με βάση αρχική διαταγή που αφορά άλλο δικόγραφο, στην οποία θεωρείται ότι ενσωματώνεται και συνυπάρχει η συμφυής ή εξυπακουόμενη δικαστική εξουσιοδότηση στην άλλη πλευρά να τροποποιήσει και αυτή τα δικόγραφα τα οποία ήδη καταχώρισε σε απάντηση των νέων ισχυρισμών και μόνο. Αυτή η "εξουσιοδότηση" που θεωρείται ότι υπάρχει σε κάθε τέτοιο διάταγμα, έστω και εάν ουσιαστικά στην πρακτική ποτέ δεν αναφέρεται, δεν είναι προκαθορισμένη ρητά, αλλά είναι τελικά θέμα γεγονότων εάν κάποιος την υπερέβηκε ή όχι και σε ποιό βαθμό. Έτσι δεν τίθεται ξεκάθαρα θέμα υπέρβασης ρητής διαταγής του Δικαστηρίου εφόσον πλέον το θέμα ανάγεται από νομικό σε καθαρά πραγματικό. Για τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι η τελευταία εισήγηση των εναγόντων στο θέμα το οποίο έθεσε το εναγόμενο πλοίο, δε μπορεί να ευσταθήσει γιατί θεωρώ ότι η τροποποιημένη Υπεράσπιση του πλοίου, παρόλο που έγινε κατόπιν εκτροπής από τους θεσμούς, εντούτοις, επειδή όπως είπα αυτή θεωρείται απλή παρατυπία (ακυρώσιμη όχι άκυρη), και λόγω του ότι οι ενάγοντες έκαναν στη συνέχεια διαβήματα στη διαδικασία, η παρατυπία αυτή θεωρείται ότι θεραπεύτηκε και έτσι παραγνωρίζεται από το Δικαστήριο.' Από το πιο πάνω απόσπασμα συνάγεται ότι πλην της περίπτωσης όπου μια υπόθεση προχωρά σε ακρόαση και οι διάδικοι δεν προβαίνουν σε διορθωτικά μέτρα για ακύρωση παράτυπης τροποποίησης, υποχρέωση των διαδίκων αλλά και του δικαστηρίου κατά τον έλεγχο της διαδικασίας, είναι ο ορθός προσδιορισμός των επιδίκων θεμάτων στη βάση των εγγράφων προτάσεων. Κατ' επέκταση, όταν η μια πλευρά θεωρεί ότι η τροποποίηση του δικογράφου είναι ασύμβατη με το διάταγμα που εκδόθηκε και προτίθεται να την αμφισβητήσει, τότε οφείλει να πράξει τούτο το συντομότερο δυνατό. Αυτή η αμφισβήτηση είναι το μέσο που θα οδηγήσει σε διευκρίνιση των δικογραφημένων θέσεων και ενδεχομένως να επαναφέρει τα επίδικα θέματα σε τάξη. Ακόμη και εν τη απουσία τέτοιας αμφισβήτησης το δικαστήριο οφείλει να αγνοήσει ισχυρισμούς που εισάγονται παράτυπα, εκτός εάν η παρατυπία υιοθετήθηκε από τις δύο πλευρές. Καταλήγω συνεπώς ότι ενώ επιθυμητό είναι η αίτηση να υποβάλλεται το συντομότερο δυνατό, το δικαστήριο δεν περιορίζεται από την καθυστέρηση στην υποβολή του αιτήματος, τη στιγμή μάλιστα που η καθυστέρηση μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα και συνεπώς το μέρος που καθυστέρησε να επιβαρυνθεί μέρος των εξόδων. Στον αντίποδα, απόρριψη αιτήματος διαγραφής παράτυπης υπεράσπισης λόγω καθυστέρησης δεν επιλύει το ζήτημα της παρατυπίας όπως ούτε την ασάφεια και τη σύγχυση στις έγγραφες προτάσεις, ενώ καθήκον του δικαστηρίου παραμένει ο αποκλεισμός ισχυρισμών που εισάγονται τοιουτοτρόπως, ιδιαίτερα όταν το αναίτιο μέρος δεν αποδέχεται την παράτυπη εισαγωγή. Ως εκ των πιο πάνω, κρίνω πως αυτή η θέση της καθ' ης η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Αίτημα για διαγραφή υπεράσπισης λόγω του ότι δεν συνάδει με το διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης, επιβάλλει διερεύνηση των νομολογιακών αρχών που διέπουν αίτημα τροποποίησης. Σχετική εν προκειμένω είναι η Δ.25 κ.2 όπου αναφέρεται ότι∙ '2. If a party who has obtained an order for leave to amend does not amend accordingly within the time limited for that purpose by the order, or if no time is thereby limited, then within fifteen days from the date of the order, such order to amend shall, on the expiration of such limited time as aforesaid, or of such fifteen days, as the case may be, become ipso facto void, unless the time is extended by the Court or a Judge.' Περαιτέρω, ότι το δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία για ακύρωση τροποποίησης που ξεφεύγει του διατάγματος που την επέτρεψε, ρητά αναφέρεται στην υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Έγκωμης v. Ι. Ιωακείμ και Α. Λοϊζιά
(1999)3 Α.Α.Δ.596,
  1. Στην εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκε ότι∙ 'Ο συνήγορος υπέβαλε ουσιαστικά ότι η παρέκκλιση αλλοιώνει το χαρακτήρα της αιτιολογίας, η οποία καθίσταται γενική και αόριστη. Και ότι υπό τις συνθήκες αυτές το δικαστήριο έχει εξουσία να διαγράψει τις τροποποιήσεις εφόσον δεν υπήρξε συμμόρφωση με το δικαστικό διάταγμα. Η εξουσία αυτή του δικαστηρίου, συμπλήρωσε ο κ. Αρτέμης, πέρα από το ότι εδράζεται στο θ. 2 της Δ.25 του περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικού Κανονισμού αποτελεί και μια πτυχή της σύμφυτης εξουσίας που διαθέτει το δικαστήριο για την αποτελεσματική ρύθμιση των διαδικασιών του. Με τις θέσεις αυτές συμφώνησε ο δικηγόρος των εφεσιβλήτων στις προσφ. 1087/95 και 1102/
  2. Δεν υπήρξε αντίλογος. Οι δικηγόροι του Δήμου δεν εμφανίστηκαν, παρόλο που είχαν κάθε ευκαιρία να το πράξουν. Ο περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικός Κανονισμός αποτελεί τον εφεδρικό κώδικα δικανικών αρχών που εφαρμόζεται "τηρουμένων των αναλογιών και εφόσον οι περιστάσεις επιτρέπουν τούτο" κατά την ενάσκηση της ακυρωτικής δικαιοδοσίας του δικαστηρίου: βλ. Καν. 18 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, όπως τροποποιήθηκε). Η Δ.25, θ. 2 θέτει ως προϋπόθεση της έγκυρης τροποποίησης τη συμμόρφωση της με ό,τι επιτράπηκε να τροποποιηθεί. Διαφορετικά "if a party who has obtained an order for leave to amend does not amend accordingly" και εντός της τασσόμενης προθεσμίας, το διάταγμα τροποποίησης αυτοδικαίως καθίσταται άκυρο. Εκτός στην περίπτωση που το χρονοδιάγραμμα, που προσδιορίζει ο θεσμός, παρατείνεται από το δικαστήριο. Η τροποποίηση που βγαίνει έξω από τα όρια της εξουσιοδότησης διατάγματος παρέχει αντέρεισμα διαγραφής της. Η ανοχή αυτού του είδους παρεκτροπής θα αποτελούσε σοβαρό ανασχετικό παράγοντα στην απονομή της δικαιοσύνης. Το παρακάτω σχόλιο από την Annual Practice
(1958)τόμος 1, σελ. 632, βεβαιώνει ότι το δικαστήριο έχει, σε μια τέτοια περίπτωση, σύμφυτη εξουσία ακύρωσης: "Does not Amend Accordingly" If the party who has obtained an order to amend makes amendments which are not authorised by the order, the proper course is for his opponent to apply to have the amendment disallowed with costs. It is true that r. 4, on which Kay, J., relied in Bourne v. Coulter, 50 L.T. 321, applies only to amendments made without leave under rr. 2 and-3 of this Order. But there is, it is submitted, an inherent power in the Court to set aside, at the cost of the offending party, any alteration or amendment of any proceeding in an action which is made by either party without authority, or in excess of any authority which has been given. Indeed, in an extreme case such as Blackmore v. Edwards [1879] W.N. 175 (explained supra, p. 627), a still more stringent order as to costs may be made.' Ζητούμενο απομένει η εμβέλεια του όρου accordingly, που εντοπίζεται στον κ.2 της Δ.25. Ορθά ομολογουμένως οι δυο πλευρές επικαλούνται τα αναφερόμενα στην υπόθεση Squire v. Squire
(1972)1 All ER 891. Tα αποσπάσματα από τις σελίδες 895, 896 και 897 της απόφασης, αποκαλύπτουν ότι αντικείμενο τούτης είναι αυτό που και εδώ εξετάζεται. Τα εν λόγω αποσπάσματα έχουν ως ακολούθως∙ '....................................We turn first to the wider submission. It extends to this; that whatever the amendment allowed by the court to the statement of claim, however slight, the defendant is given carte blanche to introduce any amendment that he chooses, even when, if the defendant had independently applied to make the amendment, he would not have been allowed it, or would only have been allowed it on perhaps stringent terms as to costs including (for example) the payment of all costs up to the date of amendment. We are not prepared to accept that submission. ...................................... For the plaintiff it was contended that the right of a defendant to amend in such circumstances was, without special leave, limited to making amendments consequential on the amendments made to the statement of claim. Some criticism having been directed in the cause of debate to the word consequential, a definition was, we understand, found acceptable to both sides in the formula that if the right to amend is limited, the extent to which it is limited is that it does not permit amendments of the defence which relate only to those allegations or contentions contained in the statement of claim that are not affected by amendments to the latter. For the plaintiff it was argued, correctly in our view, that apart from RSC Ord 20 a defendant always requires leave to amend his defence; that the need for leave is inconsistent with an unqualified ability to amend the defence after leave is given to amend the statement of claim; although the need for leave is consistent with a universal practice of leave being assumed to be given for consequential amendments as defined above, since justice plainly requires such limited leave. Further (it was contended) it would be unjust that a defendant should, by the slightest amendment permitted to the statement of claim, be able to avoid the imposition of stringent terms of an independent application for leave to amend the defence, or even a refusal of leave. For the defendants to argue that, because the amended statement of claim can be described as a new pleading, the right to the defendant to amend is at large is (it was said) a non sequitur. The fact that, when the plaintiff is given leave to amend his statement of claim, the defendant is not then and there required to formulate the amendments to his defence is precisely because it is assumed that the amendments will be limited and consequential. The defendants' argument (it was said) would confer rights on the defendants wholly unconnected with that which was the sole cause of the ability to amend the defence, i.e. the leave to make particular amendments to the statement of claim.' ...................................... In our judgment the arguments advanced by the plaintiff are to be preferred, and the leave to amend the defence in circumstances such as the present is limited to those amendments that the consequential in the sense of the formula abovementioned.' Από τα πιο πάνω διαπιστώνεται ότι η υπεράσπιση δεν έχει απεριόριστο και εν λευκώ δικαίωμα τροποποίησης του δικογράφου της σε κάθε περίπτωση που ο ενάγων εξασφαλίζει διάταγμα τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης. Η υπεράσπιση έχει περιορισμένο δικαίωμα καταχώρισης νέου δικογράφου και σε τέτοια περίπτωση οι τροποποιήσεις στις οποίες προβαίνει πρέπει να περιορίζονται στα σημεία που τροποποιήθηκε η έκθεση απαίτησης ή που επηρεάζονται από την τροποποίηση που προηγήθηκε. Αναφέρθηκε ήδη η έκταση της τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης. Αντικείμενο τούτης ήταν ο ισχυρισμός ότι η εναγομένη εξέδωσε την επίδικη επιταγή στο σύζυγό της και όχι στον ενάγοντα, όπως αρχικά ανέφερε. Ό,τι απομένει για διερεύνηση είναι κατά πόσο η νέα υπεράσπιση συνάδει με ή προκύπτει από την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Στην πρώτη υπεράσπιση η εναγομένη αρνείτο ότι η επιταγή εκδόθηκε προς όφελος του ενάγοντα, ενώ παραδέχετο ότι εξέδωσε την επίδικη επιταγή, συγκεκριμένα ότι την υπέγραψε, χωρίς όμως να αναγράψει ποσό, και ότι ακολούθως την παρέδωσε στο σύζυγό της. Ανέφερε ακόμη ότι δεν γνώριζε πότε και με ποιο τρόπο βρέθηκε στην κατοχή του ενάγοντα, όπως ούτε ποιος συμπλήρωσε την επιταγή. Στην υπεράσπιση που ακολούθησε η εναγομένη και πάλιν παραδέχεται ότι υπέγραψε την επιταγή, προσθέτει όμως ότι έπραξε τούτο επειδή της το είχε ζητήσει ο σύζυγός της, Κώστας Ορφανίδης, για να τη δώσει σε πρόσωπο που θα του δάνειζε κάποιο ποσό, το οποίο -πρόσωπο- την είχε ζητήσει ως ασφάλεια. Όπως στην αρχική υπεράσπιση έτσι και στη δεύτερη αναφέρεται ότι η επιταγή που υπέγραψε η εναγομένη ήταν ασυμπλήρωτη και ότι η ίδια δεν γνώριζε ποιο θα ήταν το όνομα του δικαιούχου, το ποσό και η ημερομηνία εξαργύρωσης. Προστίθεται δε ότι σε κατοπινό στάδιο ενημερώθηκε από το σύζυγό της ότι το ποσό ήταν Λ.Κ.5.000 και ότι το είχε συμπληρώσει ο ίδιος και ότι παρέδωσε -ο σύζυγος- την επιταγή σε κάποιον Ανδρέα Χαραλάμπους, ο οποίος μεσολάβησε να την εξαργυρώσει και ότι το ποσό που θα ελάμβανε ο τελευταίος, πλην κάποιο ποσό που θα αντιστοιχούσε σε προμήθειά του, θα χορηγείτο στο σύζυγο της εναγομένης ως δάνειο. Αναφέρεται περαιτέρω ότι η εναγομένη αγνοεί ποιος συμπλήρωσε το όνομα του ενάγοντα καθώς και ποιος την οπισθογράφησε για να την εξαργυρώσει. Τέλος, με τη νέα υπεράσπιση η εναγομένη ισχυρίζεται ότι ο Ανδρέας Χαραλάμπους, μέσω κάποιου Σάββα Καμμά, εισέπραξε το ποσό της επιταγής από τον ενάγοντα χωρίς όμως να το παραδώσει ποτέ στο σύζυγό της. Ο δε τελευταίος παρέλειψε να επικοινωνήσει με τον Ανδρέα Χαραλάμπους, λόγω φόρτου εργασίας, και να ζητήσει επιστροφή της επίδικης επιταγής. Όλα τα πιο πάνω αποκαλύπτουν ότι η νέα υπεράσπιση της εναγομένης δεν περιορίζεται στην τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Είναι γεγονός ότι οι δυο υπερασπίσεις, αρχική και δεύτερη, έχουν κοινά στοιχεία, όπως είναι η παραδοχή της έκδοσης της επιταγής και ότι η επιταγή δεν συμπληρώθηκε από την εναγομένη. Σε αυτούς όμως τους κοινούς ισχυρισμούς είναι που εξαντλείται η αρχική υπεράσπιση και στο ότι η επιταγή δεν εκδόθηκε προς όφελος του ενάγοντα. Η δεύτερη υπεράσπιση επεκτείνεται, ενίοτε σε αντίθεση με την πρώτη, σε προσθήκη νέων ισχυρισμών σε σχέση με ενέργειες προσώπων, γνωστών πλέον στην εναγομένη, που μεσολάβησαν και/ή ευθύνονται για το ότι η επιταγή κατέληξε στον ενάγοντα. Πέραν των προσώπων που προηγουμένως δεν αναφέροντο, προστίθεται και ο σκοπός έκδοσης της επιταγής και προσδιορίζεται ότι αφορά δοσοληψίες του συζύγου της εναγομένης. Οι εν λόγω δοσοληψίες αφήνεται να νοηθεί ότι εδράζονται σε εξαναγκασμό και/ή εκμετάλλευση και/ή παρανομία, ενώ ρητά αναφέρεται ότι δεν καρποφόρησαν και συνεπώς η επιταγή δεν έλαβε αξία. Όλα τα πιο πάνω σαφώς και είναι νέοι ισχυρισμοί οι οποίοι δεν δικαιολογούνται και σίγουρα δεν προκύπτουν από την τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης. Θα μπορούσε κανείς να αναφέρει εδώ ότι η πολύ περιορισμένη τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αρχικής υπεράσπισης, δεν παρείχαν περιθώριο για καταχώριση νέας υπεράσπισης στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης. Κατ' επέκταση το αίτημα του αιτητή είναι δικαιολογημένο. Αξίζει να σημειωθεί εδώ ότι η κατάληξη περί του δικαιολογημένου του αιτήματος δεν ακυρώνει το αναφαίρετο και συνταγματικό δικαίωμα της καθ' ης η αίτηση να προβάλει την υπόθεση και τη θέση της. Ό,τι όμως αποφασίζεται εδώ είναι κατά πόσο η καθ' ης η αίτηση δικαιολογημένα και εύλογα προχώρησε σε εισαγωγή αυτών των νέων ισχυρισμών χωρίς η ίδια να υποβάλει αίτημα τροποποίησης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω πως τούτη η ενέργεια είναι ανεπίτρεπτη. Πριν ολοκληρώσω κρίνω σκόπιμο να αναφέρω και τα ακόλουθα. Με την αγόρευσή της η υπεράσπιση έκανε λόγο για αβάσιμο και αστήριχτο δικονομικά αίτημα. Είναι ομολογουμένως ορθό ότι κατάλληλο δικονομικό πλαίσιο είναι ο κ. 5 της Δ.25 και όχι ο κ.1 όπως ούτε ο κ.26 της Δ.19, που επικαλείται ο αιτητής. Εν τούτοις κάτι τέτοιο δεν εμποδίζει έγκριση του αιτήματος. Ως έχει ήδη υποδειχθεί η εξουσία του δικαστηρίου για διαγραφή ανεπίτρεπτης τροποποίησης είναι σύμφυτη και όχι περιορισμένη σε νόμο ή κανονισμό. Ακόμη και εν τη απουσία αίτησης το δικαστήριο κέκτηται εξουσίας να εγείρει το ζήτημα και να ακούσει τις δυο πλευρές. Ως εκ τούτου, ούτε αυτή η πτυχή της ένστασης μπορεί να επιτύχει. Έχοντας διαπιστώσει το εύλογο και δικαιολογημένο του αιτήματος σημειώνω ότι οι πρόσθετοι και/ή παράτυποι ισχυρισμοί της εναγομένης στη δεύτερη υπεράσπιση είναι διάχυτοι στο επίδικο δικόγραφο και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος τούτου. Εν ολίγοις, αδύνατος είναι ο διαχωρισμός των παράτυπων ισχυρισμών από το ενιαίο κείμενο χωρίς να επηρεαστεί η συντακτική και η λογική τούτου συνέχεια. Αυτή εν τούτοις η αδυναμία δεν επιτρέπει αδικία σε βάρος του αναίτιου μέρους. Εφόσον λοιπόν οι παρατύπως εισαχθέντες ισχυρισμοί δεν μπορεί να διαγραφούν χωρίς αλλοίωση στη σύνταξη και λογική συνέχεια του κειμένου, μοναδική επιλογή είναι η διαγραφή ολοκλήρου του δικογράφου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους το δικόγραφο της καθ' ης η αίτηση που καταχωρίστηκε την 24.09.2010 και τιτλοφορείται τροποποιημένη υπεράσπιση, διαγράφεται. Υπέρ του αιτητή και εναντίον της καθ' ης η αίτηση επιδικάζονται και τα έξοδα της διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο, μειωμένα όμως κατά 1/3 λόγω της καθυστέρησης στην προώθηση του αιτήματος, ως πιο πάνω επεξηγήθηκε. Τα έξοδα να καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ)...................................... Λ. Α. Παντελή, Ε. Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ε.χ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.