← Κύπρος

Ιορδάνης Ιορδάνους ν. Εταιρεία «Ο Φιλελεύθερος» Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 9140/05, 30 Μαρτίου, 2012

Ιορδάνης Ιορδάνους ν. Εταιρεία «Ο Φιλελεύθερος» Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 9140/05, 30 Μαρτίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A106 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Κυριακίδου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 9140/05 Μεταξύ: Ιορδάνης Ιορδάνους Ενάγοντα -και-

  1. Εταιρεία «Ο Φιλελεύθερος» Λτδ, Διογένους 1, Έγκωμη, Λευκωσία
  2. Πρακτορείο Τύπου «ΚΡΟΝΟΣ» Λτδ, Λευκωσία Εναγομένων Ημερομηνία: 30 Μαρτίου, 2012 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Πόλεος Για τους Εναγόμενους: κ. Τριλλίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 12.1.2005 η Εφημερίδα «ο Φιλελεύθερος» στη πρώτη σελίδα δημοσίευσε δίστηλο άρθρο υπό τον τίτλο «ΑΘΩΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΑ ΔΗΛΩΝΕΙ Ο ΤΟΥΡΤΑΣ - ΣΕ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΕΞΕΛΙΧΘΗΚΕ Η ΛΗΣΤΕΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΙΠΤΕΡΑ» το οποίο είχε ως ακολούθως: «Δεν άντεξε τελικά στα σοβαρά τραύματα του και χθες το μεσημέρι υπέκυψε στο μοιραίο ο 56 χρόνος Φοίβος Μιχαηλίδης (ένθετη φωτ.) ιδιοκτήτης περιπτέρου στη Λεμεσό, ο οποίος πριν από μια εβδομάδα είχε πέσει θύμα ένοπλης ληστείας. Μετά από την τραγική κατάληξη, η Αστυνομία η οποία, μετά από σχετική μαρτυρία συνέλαβε και κρατεί σαν ύποπτο τον 30 χρόνο, διερευνά πλέον υπόθεση φόνου. Πρόκειται για την πρώτη περίπτωση ληστείας κατά την οποία το θύμα χάνει τη ζωή του, γεγονός που εντείνει τον προβληματισμό και τις ανησυχίες τόσο των πολιτών όσο και των διωκτικών Αρχών, οι οποίες εκτιμούν ότι πίσω από τις πλείστες υποθέσεις ληστειών βρίσκονται ναρκομανείς οι οποίοι δεν διστάζουν να πράξουν και το χειρότερο προκειμένου να εξασφαλίσουν χρήματα για τη δόση τους. Ο άτυχος περιπτεράς άφησε την τελευταία του πνοή στο Νευροχειρουργικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας όπου νοσηλευόταν από την πρώτη μέρα του τραυματισμού του και υποστηριζόταν από αναπνευστήρα. Από την επίθεση που είχε δεχθεί με σιδηρολοστό από τον δράστη, είχε υποστεί μεταξύ άλλων τραύμα πέντε εκατοστών στην δεξιά βρεγματική χώρα, ενώ από την αξονική τομογραφία στην οποία υποβλήθηκε διαφάνηκε υποσκληρίδιο αιμάτωμα και κάταγμα κρανίου. Το έγκλημα διαπράχθηκε την ώρα που ο 56χρόνος ετοιμαζόταν να κλείσει το περίπτερο του στη λεωφόρο Μακαρίου απέναντι από τον Κεντρικό Πυροσβεστικό Σταθμό. Την περασμένη Παρασκευή στα χέρια των ανακριτών βρέθηκε ο 30χρόνος Ιορδάνης Ιορδανούς, άλλως Τούρτας, εναντίον του οποίου προέκυψαν μαρτυρίες για την ανάμειξη του στην συγκεκριμένη εγκληματική ενέργεια. Ειδικότερα, όπως αναφέρθηκε στο Δικαστήριο όπου είχε προσαχθεί ο 30χρόνος φέρεται να εκμυστηρεύτηκε σε φιλικό του πρόσωπο ότι αισθάνεται τύψεις γιατί κτύπησε τον περιπτερά. «Απλώς ήθελα να τον ληστέψω αλλά όχι να του κάνω κακό», φέρεται να είπε ο Τούρτας. Από την πλευρά του ο Τούρτας, όπως ανέφερε στον «Φ» αξιωματικός της Αστυνομίας, εξακολουθεί να δηλώνει αθώος. Οι ανακριτές αναμένουν τα επιστημονικά πορίσματα από τις εξετάσεις σε τεκμήρια που παραλήφθηκαν από τον ύποπτο. Να σημειωθεί ότι ο 30χρόνος θεωρείται ύποπτος και για αρπαγή τσάντας με £4,000 από την ιδιοκτήτρια του καταστήματος ειδών ένδυσης «La Stampa» στις 19 Δεκεμβρίου». Ο Ενάγων με αφορμή το εν λόγω δημοσίευμα καταχώρησε την παρούσα αγωγή με την οποία ζητά διάφορα διατάγματα και διεκδικεί ποικίλες αποζημιώσεις το περιεχόμενο του οποίου, κατά τους ισχυρισμούς του, είναι δυσφημιστικό. Ειδικότερα ισχυρίζεται στην Έκθεση Απαίτησης του ότι αυτό είναι προσβλητικό καθότι με την δημοσίευση του ήταν δυνατό να εκληφθεί και/ή έγινε αντιληπτό ότι ο Ενάγοντας είναι πρόσωπο το οποίο παρανομεί και/ή είναι πρόσωπο ανήθικο και/ή πρόσωπο ανέντιμο και/ή εγκληματίας τον οποίο θα πρέπει να αποστρέφεται κάθε πολίτης και/ή πρόσωπο χωρίς συνείδηση και/ή άτομο που εμπλέκεται σε παράνομη δραστηριότητα και ότι είναι αυτός που διέπραξε το έγκλημα. Προς απόδειξη του δυσφημιστικού αποτελέσματος αναδεικνύεται η φυσική έννοια του κειμένου και των λέξεων. Παρά το ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 στην Υπεράσπιση τους, αρνούνται τη δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος, κατά την ακροαματική διαδικασία δέχονται τη δημοσίευση και κυκλοφορία της επίδικης εφημερίδας, αλλά ισχυρίζονται ότι σε καμία περίπτωση αυτό ήταν δυσφημιστικό ή ότι αυτό αποτελεί με οποιοδήποτε τρόπο δυσφήμιση αυτού. Περαιτέρω, αναφέρουν ότι το δημοσίευμα είναι απόλυτα προνομιούχο και/ή προνομιούχο υπό επιφύλαξη, που έγινε καλόπιστα και ότι αποτελεί ακριβοδίκαια, ακριβή και σύγχρονη αναφορά των όσων λέχθηκαν από την Αστυνομία στη διάρκεια ακρόασης στο Δικαστήριο στα πλαίσια προσωποκράτησης και περαιτέρω ισχυρίζονται ότι αυτό είναι αληθινό και/ ή αποτελεί εύλογο σχόλιο επί των γεγονότων και/ ή γεγονότων δημοσίου ενδιαφέροντος. Με βάση τις πιο πάνω θέσεις η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση. Κατά την ακροαματική διαδικασία ο Ενάγων στηρίχθηκε στη δική του μαρτυρία, ενώ οι Εναγόμενοι στη μαρτυρία του Υπ/μου Οδυσσέα Οδυσσέως, Μ.Υ.
  3. Επίσης κατατέθηκαν παραδεκτά γεγονότα ως ακολούθως:

(1)Το επίδικο δημοσίευμα ως Τεκμήριο 1, και ότι δημοσιεύτηκε στις 12.1.2005 από τους Εναγόμενους αρ.1, σε παγκύπρια κυκλοφορία.
(2)Η Εναγομένη 2, κυκλοφόρησε και διένειμε το Τεκμήριο 1 στις 12.1.2005. Δεν είχε όμως ευθύνη και ανάμιξη στη σύνταξη του Τεκμηρίου 1.
(3)Στις 9.7.2009, εκδόθηκε απόφαση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, σε αγωγή του Ενάγοντα, εναντίον άλλων Εναγομένων για δημοσίευση άρθρου σχετικά με το συμβάν, δηλαδή την προσωποκράτηση του Ενάγοντα και τη δημοσιογραφική κάλυψη της ληστείας του Φοίβου Μιχαηλίδη, ιδιοκτήτη περιπτέρου στη Λεμεσό. Η εν λόγω απόφαση κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  1. Εναντίον αυτής της απόφασης, εκκρεμεί η έφεση με αρ. 238/
  2. Ήταν η εκδοχή του Ενάγοντα ότι κατά την επίδικη περίοδο τον Ιανουάριο του 2005, ευρισκόταν σε πολύ καλή κατάσταση και επρόκειτο να αρραβωνιαστεί. Μετά το δημοσίευμα, χώρισε με τη φιλενάδα του γιατί ο πατέρας της δεν το ήθελε. Δεν εργαζόταν αλλά έψαχνε δουλειά. Σε κάποιες εργασίες που πήγε, του είπαν «Αφού έχεις πρόβλημα, επιάσαν σε τελευταία για το φόνο του περιπτερά, δεν θέλουμε μπλεξίματα με την Αστυνομία». Μετά το δημοσίευμα ο κόσμος τον έβλεπε με διαφορετικό μάτι, γιατί πιστεύουν ότι αυτός διέπραξε το έγκλημα και ότι απλά δεν βρέθηκαν στοιχεία, αφού στο Φιλελεύθερο αναφέρθηκε ότι το εκμυστηρεύτηκε σε φίλο του. Οι συγγενείς του τον βλέπουν διαφορετικά από εκείνη τη μέρα. Ο κόσμος τον βλέπει ένοχο, λόγω του δημοσιεύματος και στιγματίστηκε. Αυτό τον επηρέασε και ψυχολογικά. Ως προς τη διάπραξη του ποινικού αυτού αδικήματος, ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι δεν είχε καμία σχέση. Τα όσα δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα, δεν αναφέρθηκαν κατά τη διαδικασία της προσωποκράτησης του και συγκεκριμένα, δεν αναφέρθηκε το «ο 30χρονος φέρεται να εκμυστηρεύτηκε σε φιλικό του πρόσωπο ότι αισθάνεται τύψεις που κτύπησε τον περιπτερά» ούτε το απόσπασμα «απλώς ήθελα να τον ληστέψω αλλά όχι να του κάνω κακό», επίσης, ούτε ο τίτλος που χρησιμοποιήθηκε στην εφημερίδα «Αθώα περιστερά δηλώνει ο Τούρτας», αναφέρθηκε στο Δικαστήριο. Ο Ενάγων ανέφερε ότι εκτός από τις δύο προσωποκρατήσεις, δεν κατηγορήθηκε περαιτέρω για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του ότι είχε θεωρηθεί ύποπτος σε μια παλιά υπόθεση, αλλά από τη δημοσίευση του ονόματος του στο Φιλελεύθερο ξεκίνησε η Αστυνομία να τον θεωρεί ύποπτο σε άλλες υποθέσεις, ενώ πριν δεν τον ήξεραν. Από το 2005 μέχρι σήμερα η Αστυνομία τον κάλεσε μια-δύο φορές για τη διερεύνηση αδικημάτων. Πριν το 2005 απασχόλησε την Αστυνομία μόνο για τροχαία αδικήματα. Τον Ιανουάριο του 2005 ήταν άνεργος και έψαχνε εργασία. Το επάγγελμα του είναι επιπλοποιός, ελαιοχρωματιστής στις οικοδομές, όμως μπορεί να έχει δουλειά μόνο 2 - 3 ημέρες, μπορεί να κάτσει ένα μήνα. Όταν έψαχνε εργασία πήγαινε σε νεόκτιστα σπίτια και ρωτούσε για μπογιατίσματα και πελεκανικά. Στις 8.1.05 έγινε η πρώτη διαδικασία προσωποκράτησης και το δημοσίευμα περιέχει και τον ισχυρισμό του ότι είναι αθώος, αλλά ο τρόπος που γράφτηκε τον καταδικάζει εκ των προτέρων. Όποιος το είδε πιστεύει ότι αυτός διέπραξε το έγκλημα. Μετά την κράτηση του όλοι ήταν αρνητικοί, πολλοί ήξεραν την υπόθεση. Δεν γνωρίζει το δημοσιογράφο Χρίστο Χαραλάμπους και δεν είχε ούτε και έχει οποιαδήποτε σχέση με το δημοσίευμα. Ο Φιλελεύθερος γράφει τα πράγματα όπως έγιναν αλλά ρίχνει το φταίξιμο στον ίδιο. Κίνησε ακόμα μια αγωγή για λίβελλο σε άλλη εφημερίδα η οποία είχε αρνητικό αποτέλεσμα για τον ίδιο. Η υπεράσπιση ως αναφέρθηκε πιο πάνω, στηρίχθηκε στη μαρτυρία του Υπαστυνόμου Οδυσσέα Οδυσσέως, ο οποίος υπηρετεί στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων της Αστυνομικής Διεύθυνσης Λεμεσού και ήταν ο ανακριτής της, υπό αναφορά υπόθεσης, πριν αποβιώσει το θύμα στις 11.1.
  3. Στις 8.1.2005 παρουσίασε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού τον Ενάγοντα ως ύποπτο, για δύο υποθέσεις, μια υπόθεση ληστείας τσάντας και τη παρούσα. Εναντίον του Ενάγοντα εκδόθηκαν διατάγματα προσωποκράτησης από το Ε.Δ. Λεμεσού. Κατά τη διαδικασία προσωποκράτησης που ήταν δημόσια, έδωσε ένορκη δήλωση στο Δικαστήριο Λεμεσού (βλ. Τεκμήριο 3). Επίσης, κατά την εξέλιξη της εν λόγω διαδικασίας ανέφερε μεταξύ άλλων ότι «Κατά τη διάρκεια των εξετάσεων, εξασφαλίστηκε προφορική μαρτυρία από Αξιωματικό της Αστυνομίας, σύμφωνα με την οποία ο ύποπτος εκμυστηρεύθηκε στο στενό του περιβάλλον ότι κτύπησε το θύμα, με σκοπό να το ληστέψει». Επίσης, ότι «όταν ο ύποπτος πληροφορήθηκε τη κατάσταση του θύματος, αισθάνθηκε τύψεις για το μέγεθος της ζημιάς που του προκάλεσε» και το νόημα της μαρτυρίας του, ήταν ότι ο ύποπτος κτύπησε το θύμα για να το ληστέψει και ότι δεν είχε πρόθεση να του προκαλέσει αυτή τη ζημιά. Αυτό είναι καταγραμμένο και στο ημερολόγιο ενεργείας. Ο ύποπτος όσον αφορά τη παρούσα υπόθεση, αρνήθηκε οποιαδήποτε ανάμιξη εκφράζοντας τους ισχυρισμούς του. Πριν τις 8.1.2005 ο Ενάγοντας ήταν πρόσωπο γνωστό στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων και στο Γραφείο Συλλογής Πληροφοριών και ανακρίθηκε σε πολλές περιπτώσεις για σοβαρά αδικήματα που διερευνούσε το ΤΑΕ Λεμεσού. Στις 8.1.2005 δεν αναφέρθηκε στο Δικαστήριο ότι διερευνούσαν υπόθεση φόνου, αφού το θύμα απεβίωσε στις 11.1.
  4. Όταν απεβίωσε το θύμα της υπόθεσης εκείνης, ο Ενάγοντας ως ύποπτος, παρουσιάστηκε εκ νέου στο Δικαστήριο για την προσωποκράτηση του για το αδίκημα του φόνου του εν λόγω προσώπου στις 12.1.05, το οποίο εγκρίθηκε για 8 ημέρες. Τις λέξεις «απλά ήθελα να τον ληστέψω όχι να του κάνω κακό» τις ανέφερε ο ίδιος ο μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου και ήταν πληροφορία από τρίτο πρόσωπο. Δεν διώχθηκε ο Ενάγοντας ποινικά για την υπόθεση της ληστείας του περιπτερά. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στο τέλος της διαδικασίας με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, υποστήριξαν τις θέσεις της πλευράς που εκπροσωπούν. Αξιολόγηση μαρτυρίας Προτού ασχοληθώ με οποιαδήποτε άλλα θέματα προέχει η αξιολόγηση της μαρτυρίας να αποφασισθεί το πλαίσιο γεγονότων που περιβάλλουν την διαφορά. Έχοντας παρακολουθήσει τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μου είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους. Με προσοχή εξέτασα τη μαρτυρία έχοντας κατά νου τα δικόγραφα, τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα, το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας και τις εισηγήσεις των δικηγόρων στο στάδιο των αγορεύσεων. Το συντριπτικό μέρος της μαρτυρίας είτε είναι παραδεκτό είτε δεν αμφισβητείται. Επίσης από πλευράς αξιοπιστίας των μαρτύρων η υπόθεση δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη δυσκολία. Η δημοσίευση και το περιεχόμενο του επίδικου δημοσιεύματος είναι παραδεκτή όπως και τα γεγονότα που προηγήθηκαν και επακολούθησαν αυτή, δεν αμφισβητούνται. Αναφορικά με τη μαρτυρία του Ενάγοντα αναφέρω εξ αρχής ότι δεν μου έδωσε την εντύπωση προσώπου που είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Κατά τη διάρκεια της δια ζώσης μαρτυρίας του δίσταζε να απαντά και/ή απαντούσε με υπεκφυγές ή δεν απαντούσε καθόλου σε πολλές από τις ερωτήσεις που του υπεβάλλοντο και πολλές απαντήσεις του ήταν ασαφείς και αόριστες που μου δημιουργούσαν την εντύπωση ότι ο Ενάγων ήταν πρόσωπο που δεν ήθελε να αναφέρει κάτι που δεν θα βοηθούσε την υπόθεση του. Έτσι, τα όσα ανέφερε για τις επιπτώσεις του δημοσιεύματος στη ζωή του δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά αφού αυτά δεν έχουν επιβεβαιωθεί από άλλη μαρτυρία και σ΄ όσα ανέφερε υπήρχε μεγάλη δόση υπερβολής, αλλά και αντιφατικότητας τέτοια που δεν μπορώ να στηριχθώ σ΄ αυτά. Όσο αφορά το επάγγελμα και τις ενασχολήσεις του Ενάγοντα, διαφάνηκε ότι δεν εργαζόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο. Σημειώνω επίσης ότι, η γνώμη του Ενάγοντος για την ερμηνεία του δημοσιεύματος δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε βαρύτητα για το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου η μαρτυρία του Ενάγοντα στα αμφισβητούμενα γεγονότα δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Η δια ζώσης μαρτυρία του Υπαστυνόμου Οδυσσέως (Μ.Κ.1) δεν έχει αμφισβητηθεί σοβαρά από το συνήγορο του Ενάγοντα και εν πάση περιπτώσει η μαρτυρία του ενισχύεται και από τα όσα στο Τεκμήριο 3 αναφέρονται. Δέχομαι επίσης ότι ο Ενάγων ήταν γνωστό πρόσωπο στο ΤΑΕ πριν τις 8.1.2005 και ανακρίθηκε επανειλημμένα από την Αστυνομία και για άλλες σοβαρές υποθέσεις. Για τα γεγονότα στα οποία έχω αναφέρει ανωτέρω προβαίνω σ' ανάλογα ευρήματα. Νομική Πτυχή - Συμπεράσματα Όπως έχει επισημανθεί πιο πάνω οι Εναγόμενοι δεν αμφισβητούν την δημοσίευση του επίδικου δημοσιεύματος, δεν αμφισβητείται επίσης ότι κυκλοφόρησε ούτε ότι αφορούσε τον Ενάγοντα. Κατά συνέπεια το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα. Η έννοια της δυσφήμισης δίδεται από τις πρόνοιες του άρθρου 17
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 που έχει ως ακολούθως: «17
(1). Η δυσφήμιση συνίσταται στη δημοσίευση από οποιοδήποτε πρόσωπο με έντυπο, γραπτό, ζωγραφιά, ομοίωμα, χειρονομίες, λόγια ή άλλους ήχους ή με κάθε άλλο μέσο οποιασδήποτε φύσης περιλαμβανόμενης και της εκπομπής με ασύρματη τηλεγραφία δημοσιεύματος το οποίο- (α) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο έγκλημα ή (β) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσια θέση ή (γ) εκ φύσεως τείνει στο να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη άλλου προσώπου στο επάγγελμα, επιτήδευμα, την εργασία, απασχόληση ή τη θέση του ή (δ) ενδέχεται να εκθέσει άλλο πρόσωπο σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη ή (ε) ενδέχεται να προκαλέσει την αποστροφή ή αποφυγή οποιουδήποτε προσώπου από άλλους.» Το κατά πόσο ένα δημοσίευμα έχει ή όχι δυσφημιστικό χαρακτήρα, όπως και το κατά πόσο αυτό είναι δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα, είναι ζητήματα πραγματικά και σαν τέτοια αποφασίζονται από το Δικαστήριο. Αποκλειστικό οδηγό και για τα δύο ζητήματα, αποτελεί το περιεχόμενο του δημοσιεύματος και δεν έχει σημασία αν ένας ή ακόμα και ο ίδιος ο Ενάγοντας αποδίδουν στο δημοσίευμα έννοια δυσφημιστική. Στις λέξεις ή τις φράσεις θα αποδοθεί η συνήθης και φυσική έννοια η οποία θα τους δοθεί από λογικούς ανθρώπους συνήθους νοημοσύνης και δεν θα απασχολήσει το Δικαστήριο ποια συμπεράσματα θα συναχθούν από τα δημοσιεύματα, από πρόσωπα που ξεκίνησαν να συναγάγουν κάποια ασύνηθη έννοια. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Capital and Counties Bank v. Hendy [1882] 7 App. Cases 745, το κριτήριο είναι «κατά πόσο κάτω από τις περιστάσεις στις οποίες έχουν δημοσιευθεί οι επίδικες λέξεις, οι λογικοί άνθρωποι στους οποίους έγινε το δημοσίευμα θα ήταν πιθανό να αντιληφθούν δυσφημιστική έννοια.» (Βλ. Τάσσος Παπαδόπουλος ν. Kyrix Publishing Co Ltd
(1963)2 AAΔ 290, Εταιρεία «Ο Φιλελεύθερος Λτδ» ν. Σοφοκλέους [2003] 1 ΑΑΔ σελ. 549, Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Βασιλείου Πολ. Έφ. 11600 ημερ. 24.5.2005, Jones v. Skelton [1963] 1 WLR 1370, Louis v. Daily Telegraph [1964] A.C. 259). Το κείμενο του δημοσιεύματος εξετάζεται από το Δικαστήριο στην ολότητα του με παράλληλη αναφορά στο χρόνο και τόπο που το δημοσίευμα είδε το φως της δημοσιότητας όπως και με αναφορά στην κατά τον ουσιώδη χρόνο ισχύουσα κοινή γνώμη για το θέμα. (Βλ. Τidmore v. Mills [1947] 32 Ala. App. 243). Όταν υπάρχει αριθμός καλών ερμηνειών είναι παράλογο αυτές να αγνοούνται και με σκοπό να δοθεί δυσφημιστική έννοια στο δημοσίευμα, να επιλέγεται η μόνη κακή ερμηνεία που υπάρχει, [Capital and Counties Bank (πιο πάνω)]. Γενικά θεωρείται δυσφημιστικό να καταλογίζεται διεφθαρμένη ή ανέντιμη ή δόλια ή άλλη ανάρμοστη συμπεριφορά. Στην υπόθεση εκδόσεις Αρκτίνος ν. Δώρου Γεωργιάδη, (Πολιτική Έφεση 118/2008, ημερ. 4.3.2011), αναφέρονται τα ακόλουθα: «Στις περιπτώσεις όπου τα επίδικα δημοσιεύματα, όπως στην προκειμένη περίπτωση, αποδίδουν στον παραπονούμενο κάποια συμμετοχή σε σχέση με ποινικά αδικήματα, το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί με βάση τις πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές είναι μέχρι ποιό βαθμό συμμετοχή σε αυτό αποδίδεται στον παραπονούμενο. Στον Gatley (ανωτέρω), σελ. 124 αναφέρονται τα εξής: «It is usually said that there are two levels of imputation below that of guilt ("Level 1") which are possible in such a situation, both of which are defamatory, though in different degrees: that there are reasonable grounds to suspect that the claimant is involved ("Level 2") or that there are grounds to investigate what the claimant has done ("Level 3"). In Lewis v. Daily Telegraph
(1964)A.C. 234 it was admitted that the words were defamatory in the last sense (or something like it) but the defendants could justify that by showing that the investigation was taking place.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Συνήθως λέγεται ότι υπάρχουν δύο επίπεδα καταλογισμού, κάτω από εκείνο της ενοχής (επίπεδο 1) , τα οποία είναι δυνατόν σε μια τέτοια περίπτωση, να είναι και τα δύο δυσφημιστικά, διαφορετικού όμως βαθμού σοβαρότητας : ότι υπάρχουν εύλογοι λόγοι για να υποψιαστεί κανείς την εμπλοκή του ενάγοντος (επίπεδο 2) ή ότι υπάρχει βάσιμος λόγος για να διερευνηθεί τί έπραξε ο ενάγων (επίπεδο 3) . Στην υπόθεση Lewis ήταν παραδεκτό ότι οι λέξεις ήταν δυσφημιστικές με την τελευταία έννοια (ή κατά τρόπο ανάλογο), αλλά οι εναγόμενοι μπόρεσαν να το αιτιολογήσουν, προβάλλοντας ότι η διεξαγωγή της έρευνας ελάμβανε χώρα. » Εν ολίγοις, συνάγεται από τα πιο πάνω πως αν αναφέρεται στο δημοσίευμα ότι ο παραπονούμενος είναι υπό υποψία ή ότι διερευνάται γι΄ αυτόν υπόθεση δεν μπορεί ευλόγως να ερμηνευτεί ή να γίνει αντιληπτό ότι σημαίνει πως αυτός είναι ένοχος γιατί αν ο κοινός λογικός άνθρωπος σκεφτόταν πως όποτε υπάρχει αστυνομική έρευνα ο υπό διερεύνηση είναι ένοχος, θα ήταν σχεδόν αδύνατο να δοθεί ακριβής πληροφόρηση για ο,τιδήποτε για το οποίο το κοινό ενδιαφέρεται να γνωρίζει και να πληροφορείται. Συνάγεται επίσης πως σε περίπτωση που τα επίδικα δημοσιεύματα επιδέχονται μιας πιο «αθώας» ερμηνείας από την πιο σοβαρή που εισηγείται ο παραπονούμενος, τότε θα προτιμηθεί η πρώτη». Με οδηγό τις πιο πάνω νομικές αρχές, στρέφομαι στο επίδικο δημοσίευμα. Στη παράγραφο 4, της Έκθεσης Απαίτησης ο Ενάγων σχολιάζει το επίδικο δημοσίευμα ότι αυτό είναι προσβλητικό καθότι ήταν δυνατό να εκληφθεί και/ή έγινε αντιληπτό ότι ο Ενάγοντας είναι πρόσωπο το οποίο παρανομεί και/ή είναι πρόσωπο ανήθικο και/ή πρόσωπο ανέντιμο και/ή εγκληματίας τον οποίο θα πρέπει να αποστρέφεται κάθε πολίτης και/ή πρόσωπο χωρίς συνείδηση και/ή άτομο που εμπλέκεται σε παράνομη δραστηριότητα και ότι είναι αυτός που διέπραξε το έγκλημα. Εξέτασα το επίδικο δημοσίευμα στο σύνολο του. Σ΄ αυτό γίνεται μια περιληπτική περιγραφή των γεγονότων που αφορούσαν την ένοπλη ληστεία περιπτέρου και τα κτυπήματα που υπέστη ο ιδιοκτήτης ο οποίος απεβίωσε και ότι πλέον η Αστυνομία διερευνά υπόθεση φόνου. Πιο κάτω κάνει αναφορά στο Ενάγοντα ότι αυτός κρατείτο από την Αστυνομία ως ύποπτος και αναφορά σε μαρτυρία που αναφέρθηκε στο Δικαστήριο που τον ενέπλεκε στο εν λόγω αδίκημα και το ότι αυτός εξακολουθούσε να δηλώνει αθώος. Τα όσα αναφέρονται σε καμία περίπτωση δεν αφήνουν το νόημα ότι ο Ενάγοντας παρανομεί, αφού δεν του αποδίδεται ευθέως η διάπραξη του εν λόγω αδικήματος, αλλά μόνο ότι αυτός ήτο ύποπτος κατά τον ουσιώδη χρόνο και ότι η Αστυνομία είχε εύλογες υποψίες από τη μαρτυρία που κατείχε, ότι ο Ενάγων ενεχόταν στο εν λόγω αδίκημα. Επίσης καταγράφεται και η δήλωση του ότι αυτός είναι αθώος. Με βάση τα πιο πάνω, δεν θεωρώ ότι το εν λόγω δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα, αφού δεν τον παρουσίαζε ως ένοχο της διάπραξης του επίδικου αδικήματος, αλλά απλώς ύποπτο για τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος από μαρτυρίες που η Αστυνομία κατείχε και ιδιαίτερα προφορική μαρτυρία που αφορούσε παραδοχή του υπόπτου για εμπλοκή του στο αδίκημα. Παρά την πιο πάνω κατάληξη, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης, προχωρώ να εξετάσω τις Υπερασπίσεις των Εναγομένων. (α) Προβάλλεται η υπεράσπιση του απόλυτου προνομίου με βάση το Άρθρο 20
(1)(α) το οποίο αναφέρεται σε ό,τι αναφέρεται σε δικαστικές διαδικασίες και το οποίο διαλαμβάνει τα εξής:- «20.-
(1)Η δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος είναι απόλυτα προνομιούχα στις ακόλουθες περιπτώσεις, δηλαδή: ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... ... (ζ) αν το δημοσίευμα είναι στην πραγματικότητα ακριβοδίκαια, ακριβής και σύγχρονη αναφορά των όσων έχουν λεχθεί, πραχθεί ή επιδειχθεί σε δικαστική διαδικασία ενώπιον οποιουδήποτε Δικαστηρίου, και το Δικαστήριο δεν απαγόρευσε τη δημοσίευση αυτή». Οι περιπτώσεις που καλύπτονται από το Άρθρο 20 είναι απόλυτα προνομιούχες. Καμία αγωγή δεν μπορεί να εγερθεί σε σχέση με αυτές υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις. Για να είναι ένα δημοσίευμα ακριβοδίκαιο και ακριβές δεν χρειάζεται να αποτελεί καταγραφή verbatim αρκεί να δίδει μια σωστή και δίκαιη εντύπωση σε σχέση με το τι διεξήχθη. Είναι αρκετό να καταγράφεται μια αντιπροσωπευτική σύνοψη αυτών που διαδραματίστηκαν. Αν αυτό που καταγράφεται αποτελεί ουσιωδώς μια δίκαιη αναφορά του ότι έλαβε χώρα τότε αυτοί που το δημοσίευσαν καλύπτονται πλήρως από προνόμιο. Αν η αναφορά είναι ουσιωδώς ακριβής καταγραφή των όσων έλαβαν χώρα το γεγονός ότι υπάρχουν κάποιες μικρές ανακρίβειες ή παραλείψεις είναι άσχετο. Μια αναφορά σε μια εφημερίδα δεν θα πρέπει να κριθεί με το ίδιο αυστηρό επίπεδο ακρίβειας όπως μια αναφορά που προέρχεται από ένα πεπειραμένο δικηγόρο. Εκτός αν δοθεί δίκαιη και εύλογη ευχέρεια δεν θα υπήρχε ασφάλεια στην μετάδοση των διαδικασιών στα Δικαστήρια. Θα ήταν αδύνατο να εφαρμοστεί το προνόμιο στη μετάδοση αν κάποια ασήμαντη παράλειψη στο δημοσίευμα του στερούσε το προνόμιο. Μια αναφορά πρέπει να εκθέτει τα σχετικά γεγονότα και το τι διεξήχθη στη δικαστική διαδικασία κατά δίκαιο τρόπο ως επίσης και την ουσία της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η μαρτυρία πρέπει να εκτίθεται με τέτοιο τρόπο που ένας να μπορεί να κρίνει κατά πόσο οι εισηγήσεις των συνηγόρων είναι βάσιμες. Μια αναφορά δεν είναι δίκαιη αν εκθέτει μόνο τις θέσεις της μιας πλευράς και όχι και τις θέσεις της άλλης πλευράς. Πρέπει να τίθενται οι δηλώσεις που έγιναν εκ μέρους και των δύο πλευρών. Ο κανόνας ότι η αναφορά για να είναι προνομιούχα θα πρέπει να περιορίζεται στη δικαστική διαδικασία που όντως έλαβε χώρα εφαρμόστηκε εμφαντικά και στις περιπτώσεις όπου σε αναφορές τέθηκαν δυσφημιστικοί τίτλοι. Τέτοιοι τίτλοι δεν αποτελούν μέρος της διαδικασίας αλλά είναι στην πραγματικότητα δηλώσεις ή σχόλια του συντάκτη και δεν είναι προνομιούχα εκτός αν αποτελούν μια δίκαιη απεικόνιση ή παρουσίαση των όσων περιέχονται και καταγράφονται στην αναφορά. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, προχωρώ στην εξέταση της Υπεράσπισης του προνομιούχου δημοσιεύματος με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 20(ζ) του ΚΕΦ. 148 και συγκρίνοντας το επίδικο δημοσίευμα (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1) αναφορικά με τα όσα αναφέρονται στον Ενάγοντα με το περιεχόμενο της κατάθεσης του αστυνομικού ανακριτή, όπως εμφαίνεται από το φάκελο της υπόθεσης, ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3 και τα όσα ο ίδιος ανέφερε ότι αναφέρθηκαν στο Δικαστήριο κατά την ακροαματική διαδικασία και απλή αντιπαραβολή της μαρτυρίας του Υπαστυνόμου Οδυσσέως (Μ.Υ.1) ενώπιον του Δικαστηρίου (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) και του επίδικου δημοσιεύματος (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1) αναφορικά με τον Ενάγοντα καταδεικνύει ότι το δημοσίευμα αποτελεί ακριβοδίκαια, ακριβή και σύγχρονη αναφορά των λεχθέντων στην διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας που έγινε στα πλαίσια της προσωποκράτησης του 8.1.2005 και ότι το εν λόγω αδίκημα διαφοροποιήθηκε λόγω του ότι το θύμα της ληστείας απεβίωσε. Στο δημοσίευμα δεν έχω εντοπίσει ανακρίβειες ή λανθασμένες αναφορές ή οποιεσδήποτε αναφορές οι οποίες να μην συνάδουν ή να μην προκύπτουν από τα λεχθέντα στην κατάθεση του αστυνομικού εξεταστή. Αντίθετα διαπίστωσα ότι το δημοσίευμα αποτελεί μια δίκαιη και αντιπροσωπευτική περίληψη των όσων κατέθεσε ο αστυνομικός ανακριτής στη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας. Να προσθέσω ακόμη ότι, μέσω του δικηγόρου του δήλωσε αθώος. Αυτό αναφέρεται στο δημοσίευμα. Ανάγνωση του επίδικου δημοσιεύματος, κατά την κρίση μου, δίνει μια σωστή και δίκαιη εντύπωση του τι πραγματικά έλαβε χώρα στο Δικαστήριο και του τι μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια εξέτασης αίτησης της Αστυνομίας για προσωποκράτηση. Γίνεται αναφορά τόσο στα αδικήματα που διερευνούνταν όσο και σύνοψη της μαρτυρίας που η Αστυνομία προσκόμισε προς το σκοπό υποστήριξης της αίτησης προσωποκράτησης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί η Υπεράσπιση του προνομιούχου δημοσιεύματος με βάση τα όσα ορίζει το Άρθρο 20(ζ) του ΚΕΦ. 148. (β) Επιπλέον οι εναγόμενοι επικαλούνται και την Υπεράσπιση της αλήθειας (Justification). Για να επιτύχουν σ' αυτή θα πρέπει να αποδείξουν την αλήθεια κάθε δυσφημιστικού γεγονότος που ισχυρίζονται και κάθε επιβλαβούς κατηγορίας. Με βάση τις νομικές αυθεντίες θα πρέπει οι Εναγόμενοι όσον αφορά το αληθές του δημοσιεύματος (justification) να το αποδείξουν έχοντας μάλιστα το ανάλογο αποδεικτικό βάρος και όχι ο Ενάγων να ανταποδείξει το ψεύδος τους. Οι Εναγόμενοι οφείλουν να προσκομίσουν μαρτυρία και να πείσουν ότι όσα καταλογίστηκαν στον Ενάγοντα ήταν αληθή. Δεν χρειάζεται, βεβαίως, να αποδειχθεί η αλήθεια κάθε λεπτομέρειας των γεγονότων, είναι όμως αρκετό να αποδειχθεί η ουσία του δημοσιεύματος σαν αληθινή. Οι Εναγόμενοι στην περίπτωση της αλήθειας θα πρέπει να αποδείξουν ότι τα δυσφημιστικά γεγονότα είναι αληθινά και δεν είναι αρκετό να αποδείξουν ότι οι ίδιοι τα πίστευαν ως αληθινά. Οι Εναγόμενοι εξάλλου δεν βοηθούν την υπόθεση τους αν αποδείξουν την αλήθεια άλλων γεγονότων εκτός αυτών που θεωρούνται δυσφημιστικά τα οποία ζημιώνουν τη φήμη του Ενάγοντα. Θα πρέπει δε οι Εναγόμενοι να αποδείξουν την αλήθεια όλων των σημαντικών δηλώσεων στο επίδικο κείμενο. Στη παρούσα υπόθεση αυτό που έπρεπε να αποδειχθεί και αποδείχθηκε ήταν ότι όντως στον ουσιώδη χρόνο η Αστυνομία θεωρούσε ύποπτο τον Ενάγοντα για το αδίκημα της ένοπλης ληστείας κάτι το οποίο απέδειξαν στο Δικαστήριο με τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 και του Τεκμηρίου 3. (γ) Η υπεράσπιση του ευλόγου σχολίου έχει θέση μόνο στην περίπτωση που το δημοσίευμα περιέχει σχόλια επί γεγονότων, ότι αποτελεί έντιμο ή εύλογο σχόλιο επί ορθώς διατυπωμένων γεγονότων, χωρίς απόκλιση από την πραγματικότητα και σχολιασμό θέματος δημοσίου συμφέροντος Λάζαρος Μαύρου ν. Στυλιανού κ.α.
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1743, Gately (ανωτέρω στη σελ. 289). Για να επιτύχει υπεράσπιση εύλογου σχολίου η Εναγόμενη θα πρέπει να αποδείξει ότι οι λέξεις συνιστούσαν σχόλιο και ότι στο σχόλιο υπάρχει υπόβαθρο γεγονότων που αναφέρεται στο υπό συζήτηση θέμα. Ο Εναγόμενος που επικαλείται την υπεράσπιση του εύλογου σχολίου δεν αναλαμβάνει το βάρος να αποδείξει ότι το σχόλιο είναι αληθές. Αν τα γεγονότα αναφέρονται αληθώς, η υπεράσπιση του εύλογου σχολίου επιτυγχάνει, εφ' όσον βέβαια το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι τα σχόλια έχουν γίνει εύλογα και έντιμα (Sutherland v. Stopes
(1924)Αll E.R. Rep. 19, H.L.). Στην υπόθεση Λάζαρος Μαύρου (ανωτέρω) στη σελ. 1743 αναφέρονται τα εξής: "Αν ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι κάποιο δημόσιο πρόσωπο είναι ένοχο απρεπούς συμπεριφοράς ή έχει οδηγηθεί από ανέντιμα κίνητρα, χωρίς να δηλώνει, ποιες είναι αυτές οι ανέντιμες πράξεις ή δεν αναφέρει οποιουσδήποτε λόγους από τους οποίους τα κίνητρα αυτά μπορούν ευλόγως να εξαχθούν, οι ισχυρισμοί του είναι αναφορά γεγονότος και όχι έκφρασης γνώμης. Σε μια τέτοια περίπτωση δεν είναι δυνατόν να γίνει επίκληση της υπεράσπισης του εύλογου σχολίου (Βλ. Gatley on Libel and Stander ανωτέρω παρα. 701). Στο βαθμό που το επίδικο δημοσίευμα περιέχει και σχόλια πέραν της περιγραφής της δικαστικής διαδικασίας που αφορούσε, οι εναγόμενοι εγείρουν την υπεράσπιση του εύλογου σχολίου. Τέτοια σχόλια μπορεί να θεωρηθούν ο τίτλος του επίδικου δημοσιεύματος και η εισαγωγή στο επίδικο δημοσίευμα όπου αναφέρεται η απώλεια της ζωής του προσώπου που δέχθηκε επίθεση κατά τη διάρκεια της ενόπλου ληστείας. Έχω την άποψη ότι η επίκληση των λέξεων «αθώα περιστερά δηλώνει ο Τούρτας» αν και ήταν ατυχής αφού μπορεί να εκληφθεί ως σχόλιο ειρωνικό, δεν μπορεί να απομονωθεί από το γεγονός ότι είχε ήδη εκδοθεί διάταγμα προσωποκράτησης εναντίον του και ότι τα σχόλια που περιέχονται στο επίδικο δημοσίευμα υποστηρίζονται από τα σχετικά γεγονότα και έτσι υπάρχει το πραγματικό υπόβαθρο που να δικαιολογεί τα σχόλια που έγιναν. Έτσι, η επίκληση του πιο πάνω τίτλου, από μόνη της δεν μπορεί να αποδώσει στο ενάγοντα τα όσα αυτός ισχυρίζεται ότι είναι δυσφημιστικά. Επίσης τα γεγονότα που αναφέρονται στο επίδικο δημοσίευμα αναγράφονται ορθά ως αναφέρθηκε πιο πάνω κατά της εξέταση της υπεράσπισης του απόλυτου προνομίου, απλή αντιπαραβολή της κατάθεσης του εξεταστή της υπόθεσης (Μ.Υ.1) ενώπιον του Δικαστηρίου (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 3) και του επίδικου δημοσιεύματος (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1) καταδεικνύει ότι το δημοσίευμα αποτελεί ακριβοδίκαια, ακριβή και σύγχρονη αναφορά των λεχθέντων στη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας. Τα σχόλια που έγιναν από το συντάκτη άπτονται θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος. Η σωστή απονομή της δικαιοσύνης είναι θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος και, επομένως, δικαίως θέμα για δημόσιο σχολιασμό. Προκύπτει επίσης, ότι τα πιο πάνω σχόλια αυτά έγιναν έντιμα, γιατί αποτελούσαν την έκφραση της έντιμης και ειλικρινούς γνώμης του συντάκτη του επίδικου κειμένου με βάση τη μαρτυρία που άκουσε στη διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας και δεν έχει αποδειχθεί ότι η δημοσίευση έγινε κακό πιστα λαμβάνοντας υπόψη τις πρόνοιες του Άρθρου 21
(2)του ΚΕΦ. 148 το οποίο καθορίζει τις περιπτώσεις όπου η δημοσίευση δυσφημιστικού δημοσιεύματος δεν θεωρείται ότι έγινε καλή τη πίστει. Το βάρος απόδειξης κακής πίστης, υπενθυμίζω, το φέρει ο Ενάγων. Ένα δημοσίευμα θεωρείται ότι δεν έγινε με καλή πίστη αν αποδειχθεί είτε ότι ήταν αναληθές και ο Εναγόμενος δεν πίστευε στην αλήθεια του ή δεν κατέβαλε εύλογη φροντίδα να διαπιστώσει το αληθές ή αναληθές του είτε ότι ο Εναγόμενος ενήργησε με σκοπό να βλάψει τον Ενάγοντα σε βαθμό σημαντικά μεγαλύτερο ή με τρόπο σημαντικά διαφορετικό του εύλογα αναγκαίου. Εδώ ως φαίνεται, ο Ενάγων και ο συντάκτης δεν γνωρίζονταν καν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί η Υπεράσπιση του εύλογου και/ή έντιμου σχολίου σε θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος με βάση τα όσα ορίζει το Άρθρο 19(β) του ΚΕΦ.
  1. Στρεφόμενη στην υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη σχετικό είναι το άρθρο 21 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.
  2. Από τα ενώπιον μου στοιχεία προκύπτει ότι ο Εναγόμενος 1 ως ημερήσια εφημερίδα είχε καθήκον να καλύψει το αδίκημα της ένοπλης ληστείας, το οποίο εξελίχθηκε σε φόνο, ως ζήτημα δημοσίου συμφέροντος, το οποίο το κοινό είχε συμφέρον να πληροφορηθεί και ως εκ τούτου βρίσκω ότι ικανοποιείται η προϋπόθεση ύπαρξης συμφέροντος από τους Εναγομένους να δημοσιεύσουν και κυκλοφορήσουν το εν λόγω δημοσίευμα. Για να πετύχει αυτή η υπεράσπιση θα πρέπει η δημοσίευση να έγινε καλή τη πίστη. Από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προκύπτει κακή πίστη του συντάξαντα το δημοσίευμα ούτε ότι ο συντάκτης δεν πίστευε το αληθές του περιεχομένου. Ως εκ τούτου και αυτή η υπεράσπιση επιτυγχάνει. ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙΣ Παρά την πιο πάνω κατάληξη, θα εξετασθεί και το ζήτημα των αποζημιώσεων σε περίπτωση που η πιο πάνω απόφαση ανατραπεί κατ΄ έφεση. Αυτό που προκύπτει από τη σχετική νομολογία, είναι πως η αποτίμηση των αποζημιώσεων διέπεται από τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης. Παράγοντες που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι η συμπεριφορά του Ενάγοντα, η θέση και η υπόσταση του στην κοινωνία, η φύση και η σοβαρότητα του λιβέλλου, ο τρόπος και η έκταση της δημοσίευσης, η απουσία ή άρνηση οποιασδήποτε αναίρεσης ή απολογίας και η συμπεριφορά των Εναγομένων από τον χρόνο δημοσίευσης μέχρι τον χρόνο έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Αλήθεια Εκδ. Ετ. Λτδ -ν- Νικολάου [1993] 1 ΑΑΔ, σελ. 285, λέχθηκε ότι ''η υπόσταση του ανθρώπου είναι συνυφασμένη με την υπόληψη του στην κοινωνία. Προσβολή της υπόληψης συντελεί στον κοινό εξοστρακισμό και συγχρόνως αποτελεί δοκιμασία για τα αισθήματα του ανθρώπου. Η αποζημίωση είναι μέσο που παρέχει ο νόμος για την αποκατάσταση του δυσφημισθέντα.'' Σχετικές είναι και οι υποθέσεις Αλήθεια Εκδ. Ετ. Λτδ -ν- Αλωνεύτη [2002] 1(Γ) ΑΑΔ, 1863 και Κωνσταντινίδης -ν- Παπασάββα [2004] 1(Β) ΑΑΔ.
  3. Λαμβάνω υπόψη τις πιο πάνω αρχές σε συνάρτηση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ιδιαίτερα λαμβάνω υπόψη από την μια την θέση και υπόσταση του Ενάγοντα ότι ήταν πρόσωπο γνωστό στην Αστυνομία, ότι αυτός ήταν άνεργος, και ότι δεν ήταν της φήμης που ο ίδιος θέλησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο και από την άλλη η φύση του λιβέλλου ως έχει επεξηγηθεί πιο πάνω (γ) τον τρόπο δημοσίευσης του λιβέλλου και έκταση της δημοσίευσης (Τεκμήριο 1) και αφού στάθμισα κάθε σχετικό παράγοντα, αλλά και έχοντας υπόψη ότι το δημοσίευμα αφορούσε ζήτημα διάπραξης φόνου, θεωρώ το ποσό των €5.000.- ως δίκαιη αποζημίωση, την οποία θα επιδίκαζα στον Ενάγοντα σε περίπτωση που η αγωγή μπορούσε να επιτύχει. Κ Α Τ Α Λ Η Ξ Η Με βάση το εύρημα ότι το δημοσίευμα δεν είναι δυσφημιστικό και εν πάση περιπτώσει και ότι οι Υπερασπίσεις των Εναγομένων έχουν πετύχει, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον του Ενάγοντα όπως θα υπολογισθούν και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........................................... Γ. Κυριακίδου, Ε. Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΘΗ/ΓΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.