ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 563/06, 6 Απριλίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A109 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 563/06 Μεταξύ: ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΗ Ενάγοντα και ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγομένου Ημερομηνία: 6 Απριλίου 2012 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: ο κ. Ν. Θεοδώρου για Θεοδώρου, Πεκρής & Θεοδώρου Για τον Εναγόμενο: η κα Ελ. Γαβριήλ, Δικηγόρος της Δημοκρατίας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 18.1.06 ο Ενάγοντας σε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχώρησε την αγωγή με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό με την οποία ζητά γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, τραυματισμούς απώλειες εισοδήματος, πόνο, ταλαιπωρία και μόνιμη ανικανότητα που ισχυρίζεται ότι υπέστη συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος που έγινε στις 13.6.2002 ενώ ο Ενάγων οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής ΗΕΤ 548 στον κύριο δρόμο Λευκωσίας Παλαιχωρίου και έπεσε σε χαντάκι αφού προηγουμένως συγκρούστηκε με τσιμεντένιο στηθαίο ασφαλείας. Στις 16.2.06 ο Εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης και στις 10.9.07 καταχωρήθηκε η Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος καταχώρησε Υπεράσπιση στις 21.2.08 στα πλαίσια αίτησης ημερ. 4.10.07 για απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης και ακολούθως η αγωγή τροχοδρομήθηκε για Ακρόαση. Στις 22.9.11 ο Εναγόμενος καταχώρησε αίτηση για τροποποίηση της Υπεράσπισης με την οποία ήθελε να συμπεριλάβει στην Υπεράσπιση του προδικαστικές ενστάσεις. Την Αίτηση συνοδεύει η ένορκος δήλωση υπαλλήλου του Εναγομένου. Στις 14.11.11 εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα τροποποίησης της Υπεράσπισης του Εναγομένου η οποία και καταχωρήθηκε στις 24.11.11. Με την τροποποιημένη υπεράσπιση του ο Εναγόμενος εγείρει δύο προδικαστικές ενστάσεις, η πρώτη αφορά ισχυρισμό ότι η Αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί καθότι το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα έχει παραγραφεί ενώ η δεύτερη προδικαστική ένσταση αφορά ισχυρισμούς του Εναγομένου ότι ο Ενάγοντας με τη συμπεριφορά και/ή τις πράξεις τους και/ή τις δηλώσεις του στα πλαίσια της Ποινικής Υπόθεσης 29683/02 απεμπόλησε το δικαίωμα του να αξιώνει αποζημιώσεις και κατά συνέπεια εμποδίζεται και/ή κωλύεται και/ή δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση και/ή προώθηση της παρούσας αγωγής. Στην Απάντηση του ο Ενάγοντας αρνείται και τις δύο προδικαστικές ενστάσεις που έχουν εγερθεί με την τροποποιημένη Υπεράσπιση της Δημοκρατίας. Μετά την ολοκλήρωση των τροποποιημένων δικογράφων συμφωνήθηκε όπως το προδικαστικό σημείο που εγείρεται στην παράγραφο 1Α της Υπεράσπισης του Εναγομένου εκείνο δηλαδή που αφορά τον ισχυρισμό παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντα εκδικαστεί προδικαστικά παρά το γεγονός ότι δεν είχε καταχωρηθεί σχετική Αίτηση αφού διαφάνηκε ότι το θέμα είναι αμιγώς νομικό, τα γεγονότα που περιβάλλουν την εν λόγω προδικαστική ένσταση είναι παραδεχτά και απόφαση επί του σημείου αυτού δυνατό να έχει καθοριστική έκβαση για την περαιτέρω πορεία της υπόθεσης. Σε ό,τι αφορά την εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στα δικόγραφα σχετική είναι η Δ.27 θθ.1 και 2 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Σύμφωνα με τις εν λόγω διατάξεις επιτρέπεται σε διάδικο να εγείρει μέσα από τα δικόγραφα οποιοδήποτε νομικό σημείο και το νομικό σημείο αυτό πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο που κρίνεται ότι είναι βολικό. Η Δ.27 θ.2 αναφέρει περαιτέρω ότι εάν κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου η απόφαση επί του νομικού σημείου αυτού θα έχει ως αποτέλεσμα την διαγραφή ολόκληρης της αγωγής κάποιου ουσιώδους μέρους της αγωγής ή της Υπεράσπισης ή της Ανταπαίτησης ή της Απάντησης το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει την αγωγή είτε να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ήθελε θεωρήσει δίκαιο. Υπάρχει επίσης για το συγκεκριμένο θέμα πλούσια νομολογία η οποία κωδικοποιεί τις αρχές επί των οποίων καθορίζονται τα πλαίσια άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Αρχικά στην υπόθεση Malachtou v. Armeftis
(1984)1 CLR 548 αναφέρθηκε ότι με βάση τη Δ.27 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αποφασίζονται αμιγώς νομικά θέματα όταν μια τέτοια απόφαση θα είναι καθοριστική για την τύχη της διαδικασίας μεταξύ των μερών υπό την προϋπόθεση βέβαια ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση του πραγματικού υποβάθρου. Με βάση και τις αποφάσεις Ανδρέας Πιερίδης ν. KEVORK KESHISHIAN κ.α.
(1996)1ΑΑΔ 224 και Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Phillipa Estates Ltd κ.α.
(1996)1ΑΑΔ 1431 προκύπτει σαφέστατα ότι η εκδίκαση προκαταρκτικού νομικού σημείου διεξάγεται μόνο στη βάση παραδεχτών πραγματικών γεγονότων. Στην υπόθεση Ιωάννης Νικόλα Χατζηοικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1ΑΑΔ 949 αναφέρθηκε ότι σε περίπτωση υποβολής αίτησης για εκδίκαση νομικού σημείου προκαταρκτικά η αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και τα αναμφισβήτητα γεγονότα επί των οποίων αυτό θα αποφασιστεί, η αίτηση θα πρέπει να καταχωρείται όταν κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα και κατά προτίμηση στα πλαίσια ορισμού της υπόθεσης για οδηγίες με βάση τη Δ.30, όπου το Δικαστήριο θεωρεί ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα το οποίο αποφασίζει όλη την υπόθεση ή ουσιώδες θέμα αυτής τότε κατά κανόνα δίδεται διαταγή για εκδίκαση του νομικού σημείου αυτού προδικαστικά και τέτοια διαταγή του Δικαστηρίου εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά καθαρές περιπτώσεις και ότι στις περιπτώσεις εκείνες που τα νομικά θέματα λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου θα πρέπει αποφασιστούν κατά την Ακρόαση. Σε ό,τι αφορά την παρούσα υπόθεση αν και επαναλαμβάνω ότι δεν έχει υποβληθεί αίτηση για εκδίκαση προδικαστικού σημείου εντούτοις οι περιστάσεις και τα γεγονότα που την πλαισιώνουν καθιστούν κατά την άποψη του Δικαστηρίου επιθυμητή και αναγκαία την εκδίκαση του νομικού σημείου που αφορά την προδικαστική ένσταση του Εναγομένου για παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντα. Ως έχει ήδη αναφερθεί, το πλαίσιο των γεγονότων που περιβάλλει την εν λόγω προδικαστική ένσταση είναι παραδεχτό και συγκεκριμένα είναι το γεγονός ότι το επίδικο δυστύχημα το οποίο αποτελεί τη βάση αγωγής του Ενάγοντα έχει γίνει κατά ή περί της 13.6.2002 και η παρούσα αγωγή έχει καταχωρηθεί στις 18.1.
- Περαιτέρω η προδικαστική ένσταση που αφορά την παραγραφή του δικαιώματος του Ενάγοντα αποτελεί καθαρά νομικό θέμα το οποίο εάν αποφασιστεί υπέρ του Εναγομένου θα έχει ως αποτέλεσμα τη διαγραφή και ουσιαστικά απόρριψη όλης της αγωγής. Σημειώνω ότι για σκοπούς της παρούσας απόφασης η μοναδική προδικαστική ένσταση που όπως έχει συμφωνηθεί μεταξύ μερών θα αποτελέσει και το αντικείμενο της παρούσας απόφασης είναι αυτή που αφορά τον ισχυρισμό για παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντα και όχι η δεύτερη προδικαστική ένταση που έχει εγείρει ο Εναγόμενος η οποία αφορά ουσιαστικά κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (estoppel by conduct). Επομένως, με τη σύμφωνο γνώμη των διαδίκων, και με δεδομένα τα παραδεχτά γεγονότα που έχουν αναφερθεί πιο πάνω αλλά και τα αποτελέσματα που τυχόν θα επιφέρει η προδικαστική εκδίκαση του νομικού σημείου που αφορά τον ισχυρισμό για παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος του Ενάγοντα, θέμα το οποίο μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο και αυτεπάγγελτης εξέτασης από το Δικαστήριο με βάση και το λεκτικό της Δ.27, θ.1 και με δεδομένο ότι το θέμα εγείρεται μετά την ολοκλήρωση των τροποποιημένων δικογράφων και πριν την έναρξη της Ακροαματικής διαδικασίας θα προχωρήσω να εξετάσω το εν λόγω ζήτημα έχοντας κατά νου και τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των μερών που κατατέθηκαν από τους δικηγόρους τους στις οποίες γίνεται πλήρης αναφορά στην νομολογία. Από το δικόγραφο του Ενάγοντα δηλαδή την Έκθεση Απαίτησης του προκύπτει ότι το αγώγιμο δικαίωμα του εναντίον του Εναγομένου βασίζεται στις ακόλουθες κατ' ισχυρισμό βάσεις αγωγών: (α) αμέλεια, (β) οχληρία, (γ) παράβαση των εκ του νόμου και/ή κανονισμών καθηκόντων του Εναγομένου και/ή των υπηρετών και/ή των υπαλλήλων και/ή των αντιπροσώπων του Εναγομένου και (δ) ευθύνη του Εναγομένου και/ή των υπηρετών και/ή αντιπροσώπων του ως εκ της ιδιότητας τους ως κάτοχοι και/ή έχοντες τον έλεγχο του χώρου και συγκεκριμένα του κυρίου δρόμου Λευκωσίας Παλαιχωρίου εντός της επαρχίας Λευκωσίας, (occupiers liability). Προκύπτει δε σαφέστατα ότι όλες οι πιο πάνω βάσεις αγωγής περιστρέφονται γύρω από τη βασική αιτία αγωγής, δηλαδή την θέση του Ενάγοντα για ισχυριζόμενη αμέλεια του Εναγομένου. Η βασική νομοθεσία επί του θέματος της παραγραφής στο κυπριακό δίκαιο είναι ο περί Παραγραφής Νόμος, Κεφ.15, μετά των συναφών τροποποιήσεων, που εφαρμόζεται σε αστικές υποθέσεις και διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων και διαδικασιών διαιτησίας. Στα πλαίσια της εν λόγω νομοθεσίας καθορίζονται περιόδοι παραγραφής για διάφορα αγώγιμα δικαιώματα και προβλέπεται ότι καμία πρόνοια του Νόμου θα επηρεάζει οποιαδήποτε πρόνοια σε άλλο Νόμο που αφορά την παραγραφή αγώγιμων δικαιωμάτων. Ειδικότερα σε σχέση με την παρούσα αγωγή για αποζημιώσεις λόγω αμέλειας, το Άρθρο 68(α) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ το 1959, προνοούσε μέχρι και το 2006 ότι καμία αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα εκτός εάν αυτή εγερθεί εντός δύο ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή. Η ισχύς του Κεφ.15 διάρκεσε για μικρό χρονικό διάστημα αφού μετά την έναρξη των δικοινοτικών ταραχών και την κατάρρευση ορισμένων προνοιών του Συντάγματος προέκυψε ανάγκη για διαφοροποίηση των περιόδων παραγραφής, ως αποτέλεσμα της οποίας υπήρξε η ψήφιση του περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμου του 1964, Ν.57/64, ο οποίος στην ουσία ανέστειλε τους χρόνους παραγραφής που καθορίζονταν σε οποιαδήποτε διάταξη νομοθετικής φύσεως που ίσχυε κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Ν.57/
- Συνεπώς, οι πρόνοιες του Άρθρου 68 του Κεφ.148, οι οποίες ίσχυαν κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Ν. 57/64 ενέπιπταν εντός της εν λόγω αναστολής των χρόνων παραγραφής. Με το Ν.57/64έγινε εισαγωγή της έννοιας της «περιόδου αναστολής» που σύμφωνα με το Άρθρο 2 αυτού είναι η περίοδος που άρχιζε στις 21.12.1963 και θα έληγε σε ημερομηνία που θα καθοριζόταν σε μελλοντική ημερομηνία με διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου. Εδώ να σημειωθεί ότι ο Ν.57/64προνοεί ότι η «περίοδος αναστολής» δεν υπολογίζεται στο χρόνο παραγραφής μιας αγωγής. Στη συνέχεια, ο Ν. 57/64τροποποιήθηκε από τον περί Αναστολής της Παραγραφής (Τροποποιητικός) Νόμο του 1982 Ν.36/82, ο οποίος συνέδεε τώρα την περίοδο της συνεχιζόμενης αναστολής με την περίοδο η οποία άρχιζε μεν όπως και πριν, ήτοι στις 21.12.1963, αλλά θα έληγε τρεις μήνες μετά τη λήξη της έκρυθμης κατάστασης μέσω σχετικής γνωστοποίησης από το Υπουργικό Συμβούλιο. Ο Νόμος 156/85 τροποποίησε τον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ.148 και ιδιαίτερα το Άρθρο 58 αυτού, εισάγοντας πρόνοια σύμφωνα με την οποία κάθε αγωγή με την οποία διεκδικούνταν αποζημιώσεις για θάνατο που προκλήθηκε από αστικό αδίκημα θα έπρεπε να εγείρεται εντός περιόδου δύο ετών από το θάνατο του αποβιώσαντα, η οποία αργότερα τροποποιήθηκε και επεκτάθηκε σε τρία χρόνια με το Ν.154
(1)/2002. Παρά την ύπαρξη δηλαδή της γενικής αναστολής που ίσχυε με τους προαναφερθέντες Νόμους 57/64 και 36/82, θεσμοθετήθηκε ειδική πρόνοια παραγραφής για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Κρίθηκε δε από το Εφετείο στην υπόθεση Φεσσά ν. Κασάπη
(1994)1 ΑΑΔ 337, ότι ήταν καθαρή η πρόθεση του νομοθέτη να εξαιρέσει την περίπτωση του Άρθρου 58 του Κεφ.148 δια νομοθεσίας από τις γενικότερες πρόνοιες αναστολής των περιόδων παραγραφής αφού οι πρόνοιες του Άρθρου 58 δεν ίσχυαν κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος του Ν.57/64 και ότι δεν εδημιουργείτο συνταγματικό πρόβλημα λόγω άνισης μεταχείρισης από τη διατήρηση της αναστολής της παραγραφής σε άλλες αιτίες αγωγής. Μια άλλη διαφοροποίηση στο θέμα της παραγραφής επέφερε κατά το 1990 ο περί Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος αρ. 217/90 με βάση τον οποίο οι περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμοι του 1964 και 1982 δεν εφαρμόζονται σε σχέση με αγωγές που εγείρονται μετά την 31.12.1993 για αποζημιώσεις λόγω αμέλειας, αν η πράξη ή παράλειψη για την οποία εγείρεται η αγωγή έγινε πριν από την 31.10.1984, εκτός εάν αποδειχθεί στο Δικαστήριο ότι λόγω της έκρυθμης κατάστασης ο Ενάγοντας δεν μπορούσε να προωθήσει αποτελεσματικά με αγωγή το αγώγιμο δικαίωμα του. Συνεπώς, ο Ν.217/90δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί στην προκειμένη υπόθεση αφού το επίδικο ατύχημα έλαβε χώρα το 2003. Τελικά, τόσο ο Ν.271/90 όσο και ο περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμοι του 1964 και του 1982 καταργήθηκαν από τον περί Αναστολής τους Χρόνο Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο του 2002 Ν.110(Ι)/2002, ο οποίος ψηφίστηκε στις 12.7.2002 και τέθηκε σε ισχύ την 1.6.2005. Με βάση το Ν.110
(1)/2002, η κατάργηση των Νόμων του 1964 και 1982, δεν καθιστά παραγεγραμμένο ένα αγώγιμο δικαίωμα το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ δυνάμει των καταργούμενων νόμων, εκτός αν και μέχρις ότου συμπληρωθεί μετά την έναρξη της ισχύος του νέου νόμου (1.6.2005), νέος και από την αρχή χρόνος παραγραφής για το εν λόγω αγώγιμο δικαίωμα. Πέραν τούτου, όμως, παραμένει και συνεχίζει να ισχύει αναστολή των προβλεπόμενων χρόνων παραγραφής βάσει οποιουδήποτε νόμου στις ακόλουθες δύο περιπτώσεις: (α) Αναφορικά με αξιώσεις σε σχέση με ακίνητη ή κινητή περιουσία η οποία βρίσκεται ή βρισκόταν οποτεδήποτε πριν από την Τουρκική εισβολή στις κατεχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας και (β) Αναφορικά με όλες τις άλλες αγωγές, θα συνεχίζει η αναστολή του χρόνου παραγραφής μόνο όμως εκεί όπου ο δικαιούχος αγώγιμου δικαιώματος αποδεικνύει προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, ότι λόγω της έκρυθμης κατάστασης δεν μπορούσε με αγωγή να προωθήσεις αποτελεσματικά το αγώγιμο του δικαίωμα. Όμως αναφέρθηκε σε διάλεξη που δόθηκε από τον κ. Κ. Κληρίδη, τότε Π.Ε.Δ. στον Δικηγορικό Σύλλογος Λάρνακας: "Το αποτέλεσμα της θέσπισης της προαναφερθείσας νομοθεσίας του 2002 είναι ότι από την 1.6.2005 που τέθηκε σε ισχύ αυτός ο νόμος, επανέρχονται στο προσκήνιο και αρχίζουν να τρέχουν εκείνες οι προθεσμίες οι οποίες προβλέπονται σε οποιοδήποτε νόμο, εντός των οποίων θα πρέπει να ασκήσει κάποιος το αγώγιμο δικαίωμα του, άλλως αυτό παραγράφεται. Τερματίζεται δηλαδή έτσι κάθε περίοδος αναστολής εκτός από εκείνες που περισώζονται όπως προβλέπει ο νέος νόμος." Ο ρηθείς Νόμος 110(Ι)/2002 δεν υπέστηκε τροποποίηση αφού οι μεταγενέστεροι Νόμοι που θεσπίστηκαν και παρέτειναν την εφαρμογή της αναστολής αφορούν τον περί Παραγραφής Νόμο, Κεφ.15. Οι νόμοι αυτοί (βλέπε Ν.60(Ι)/2007, 28
(1)/2008, 34(Ι)/2008, 16(Ι)/2009, 20(Ι)/2010 και 111
(1)/2010) τροποποίησαν μόνο το Κεφ.15 και έτσι η αναστολή της παραγραφής εφαρμόζεται μόνο σε βάσεις αγωγής που καθορίζονται στο συγκεκριμένο Νόμο και όχι σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο. Τέλος, θα πρέπει να γίνει αναφορά στο Ν. 108(Ι)/2002με τον οποίο τροποποιήθηκε ο περί Παραγραφής Νόμος, Κεφ. 15 με την προσθήκη του Άρθρου 8Α, το οποίο προνοεί ότι σε οποιαδήποτε αγωγή, στην οποία η αξίωση αφορά αποζημιώσεις για πρόκληση σωματικής βλάβης ή και θανάτου ένεκα αστικού αδικήματος, το Δικαστήριο μπορεί να αποφασίσει ότι είναι ορθό και δίκαιο να μην εφαρμοστούν οι πρόνοιες παραγραφής της αξίωσης για αποζημιώσεις κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις. Πολύ πρόσφατα, η εφαρμογή των διατάξεων του Κεφ.15, συμπεριλαμβανομένου του πιο πάνω Άρθρου 8 Α, αναστάληκε μέχρι και την 31.3.2011 (Ν.111(Ι)/2010) Στην υπό εξέταση υπόθεση είναι ολοφάνερο ότι η αιτία που δημιούργησε οποιοδήποτε τυχόν αγώγιμο δικαίωμα στον Ενάγοντα είναι το επίδικο τροχαίο δυστύχημα το οποίο επεσυνέβηκε στις 13.6.02, συνεπώς ο χρόνος της περιόδου των 3 ετών που καθορίζει το Άρθρο 68 του Κεφ.148 και ξεκινά από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Ν.110
(1)/2002 ήτοι την 1.6.05 δεν είχε συμπληρωθεί κατά το χρόνο έγερσης της παρούσας αγωγής που ήταν η 18.1.06 και επομένως το δικαίωμα του Ενάγοντα για διεκδίκηση οποιονδήποτε θεραπειών και/ή αποζημιώσεων με την έγερση αγωγής σε σχέση με το επίδικο δυστύχημα δεν είχε παραγραφεί. Όπως έχει ήδη αναφερθεί η μόνη προδικαστική ένσταση που συμφωνήθηκε για να προωθηθεί και να εξεταστεί στο στάδιο αυτό ήταν αυτή που αφορούσε την ισχυριζόμενη παραγραφή του δικαιώματος του Ενάγοντα να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή. Η άλλη προδικαστική ένσταση που αφορά ουσιαστικά ισχυρισμό για κώλυμα λόγω συμπεριφοράς (stoppel by conduct) ορθά δεν έχει προωθηθεί στο στάδιο αυτό καθότι δεν υπάρχουν παραδεχτά γεγονότα που να πλαισιώνουν δεν έχουν συμφωνηθεί. Ως εκ τούτου, η προδικαστική ένσταση του Εναγομένου δεν μπορεί να επιτύχει και συνεπώς απορρίπτεται. Ερχόμενη, τώρα, στο θέμα των εξόδων κρίνω ότι ενόψει της φύσης του ζητήματος που εξετάστηκε, θεωρώ ότι είναι πιο ορθό όπως μην εκδώσω διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ................ Στ. Χριστοδουλίδου Μέσσιου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /εκ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο