Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. LBS PROJECTS LTD κ.α., Αρ. Αγ.: 118/11, 9 Απριλίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A110 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγ.: 118/11 Μεταξύ: Τραπέζης Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και
- LBS PROJECTS LTD (A/E 153323), Ευάνθους 22Β', Άγιος Ανδρέας, 1101 Λευκωσία
- Μιχάλη Χρυσάνθου (Α.Τ. 0600180), Σάββα Τσιάνα 13, 2236 Λατσιά, Λευκωσία
- Μιχαήλ Ζαμπέλα, (Α.Τ. 0276411) Θεμιστοκλή Δέρβη 3, Julia House, 1066 Λευκωσία Εναγομένων Αίτηση ημερ. 10.5.11 για Συνοπτική Απόφαση 9 Απριλίου,
- Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-αιτητές: κα Κοκκίνου. Για Εναγόμενο 2-καθ' ου η αίτηση: κα Κώστα. Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αίτηση των Εναγόντων (στο εξής οι αιτητές) αποσκοπεί σε έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του Εναγομένου 2 (στο εξής ο καθ' ου η αίτηση). Η αίτηση βασίζεται στη Δ.18 θ.1-2 και 9(α) και Δ.48 θ.1-4, 9, των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Χριστόδουλου Παπαλαμπριανού ημερ. 10.5.
- Ο Χρ. Παπαλαμπριανού είναι υπάλληλος των αιτητών, έχει θετική γνώση των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση του ημερ. 10.5.
- Κατά τον ουσιώδη χρόνο υπηρετούσε στο Τμήμα Προβληματικών Λογαριασμών ως υπεύθυνος για την εποπτεία και τον έλεγχο της κίνησης χρεωστικών λογαριασμών των πελατών, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου λογαριασμού. Ανατέθηκε στον ίδιο η παρακολούθηση του επίδικου λογαριασμού και έχει στην κατοχή, έλεγχο και φύλαξη του όλα τα σχετικά έγγραφα. Ετοίμασε κατάσταση του επίδικου λογαριασμού την οποία προσυπέγραψε μαζί με τον διευθυντή του Τμήματος Προβληματικών Λογαριασμών (τεκμ. Κ). Ανέφερε ότι ο Καθ' ου η αίτηση αληθώς οφείλει στους Ενάγοντες το ποσό των €459.855,68 πλέον τόκο προς 12% επί ποσού €437.758,00 από 8.12.10 μέχρι εξόφλησης με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων δύο φορές τον χρόνο στις 30/6 και 31/12 σύμφωνα με το Ν.160(Ι)/99, δυνάμει συμφωνίας δανείου ημερ. 1.12.06 των Εναγομένων 1 με ενσωματωμένη εγγύηση του καθ' ου η αίτηση. Κατέθεσε όλα τα σχετικά έγγραφα ως τεκμήρια Α-Κ και πρόσθεσε ότι το χρέος εξακολουθεί να υφίσταται και παραμένει απαιτητό αν και ο καθ' ου η αίτηση κλήθηκε να εξοφλήσει με επιστολές των αιτητών ημερ. 17.8.09 (τεκμ. Στ), 17.9.09 (τεκμ. Ζ) και 28.9.09 (τεκμ. Η) και αποστέλλοντο ανελλιπώς στους Εναγόμενους μηνιαίες καταστάσεις λογαριασμού. Ισχυρίζεται ότι ο καθ' ου η αίτηση καμία απολύτως υπεράσπιση έχει στην αγωγή και ζητά απόφαση προς όφελος των αιτητών πλέον έξοδα και Φ.Π.Α. Η αίτηση προσέκρουσε σε ένσταση του καθ' ου η αίτηση, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του ιδίου. Οι βασικές θέσεις που προβάλλει περιστρέφονται γύρω από τρεις άξονες, δηλαδή ότι:
- Ο καθ' ου η αίτηση έχει καλή υπεράσπιση, η οποία συνίσταται στο ότι κατά την υπογραφή της εγγύησης δεν του εξηγήθηκαν οι υποχρεώσεις του που θα προέκυπταν με την υπογραφή της σύμβασης εγγύησης, ούτε του ζητήθηκε να λάβει νομική συμβουλή πριν την υπογραφή της εγγύησης, γεγονός που καθιστά την εγγύηση άκυρη και/ή ακυρώσιμη.
- Ο ενόρκως δηλών δεν είναι το κατάλληλο πρόσωπο να προβεί στη σχετική ένορκη δήλωση.
- Υπάρχει ελάττωμα στην Έκθεση Απαίτησης αναφορικά με το ποσό και τους τόκους με βάση το Ν.160(Ι)/
- Στην ένορκη δήλωση του ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους πιο πάνω λόγους ένστασης. Προσθέτει ότι ο μόνος λόγος που υπέγραψε τη σύμβαση εγγύησης ήταν γιατί του ανέφεραν ότι έπρεπε να υπογράψει για να δοθεί η πιστωτική διευκόλυνση στους Εναγόμενους
- Κανένας από τους Ενάγοντες δεν του εξήγησε τις υποχρεώσεις του, αλλά απλά του ανέφεραν να υπογράψει και να μην ανησυχεί. Κατά την ακρόαση της Αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις, παραπέμποντας στο τι διαλαμβάνεται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις καθώς επίσης και στις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα. Οι νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης είναι πασίγνωστες. Σκοπός της διαδικασίας είναι η έκδοση γρήγορα απόφασης, κι αυτό όπου τα γεγονότα αποκαλύπτουν ξεκάθαρη απαίτηση και διαπιστώνεται ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Λόγω του ότι, όμως, η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον Εναγόμενο να υπερασπίσει την υπόθεση του σε κανονική δίκη, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται πολύ προσεκτικά, αραιά και με βάση ορισμένα κριτήρια (βλ. Robert v. Plant
(1895)1 Q.B. 597, The Annual Practice 1970 σελ. 126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου
(1966)1 Α.Α.Δ. 265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S.
(1972)1 C.L.R. 130, Hermes Insurance Co Ltd v. Julios Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) Limited v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.Α.Δ. 239, Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, SUBOTIC v. Στυλιανίδη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 22 και Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Μακεδόνα
(1999)1 (Β) Α.Α.Δ.
- Τα κριτήρια που θα πρέπει, σύμφωνα με τη Δ.18 θ.1(α), να πληρούνται είναι τα ακόλουθα:
- Το κλητήριο ένταλμα να είναι ειδικά οπισθογραφημένο.
- Ο Εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση, και
- Η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση πρέπει να γίνεται από τον Ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και που επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα ως και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνεται ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όταν όμως ο Ενάγοντας είναι νομικό πρόσωπο, τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο πρόσωπο που εργοδοτεί, το οποίο όμως να μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι από πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει (βλ. Spyros Stavrinides, σελ. 136-138 και Α. Δημητρίου σελ. 790-794 ανωτέρω). Με την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το βάρος μετατοπίζεται στον Εναγόμενο, που πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν επαρκή ώστε να του δοθεί δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης (βλ. CYEMS Co Ltd v. Central Co-Operative Industries Co Ltd
(1982)1 C.L.R. 897 και Hermes Insurance Co Ltd (ανωτέρω), κάτι που μπορεί να πράξει είτε με ένορκη δήλωση είτε (μετά από άδεια του Δικαστηρίου) με προφορική μαρτυρία [βλ. Δ.18 Καν.3(α)]. Στην υπό εξέταση περίπτωση είναι έκδηλο ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις πληρούνται, εφόσον το κλητήριο ένταλμα είναι ειδικώς οπισθογραφημένο και ο καθ' ου η αίτηση έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, ο ενόρκως δηλών για τους αιτητές επικαλείται θετική γνώση των γεγονότων που συνθέτουν την υπόθεση, κάτι που επιβεβαιώνεται και από τα διάφορα έγγραφα που επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση. Περαιτέρω, επιβεβαιώνει τη βάση της αγωγής και το αξιούμενο ποσό και δηλώνει ότι απ' ότι πιστεύει ο καθ' ου η αίτηση δεν έχει καμία υπεράσπιση στην αγωγή. Η αμφισβήτηση από τον καθ' ου η αίτηση της προσυπογραφής του ενόρκως δηλούντος επί της κατάστασης λογαριασμού (τεκμ. Κ), δεν κρίνεται επαρκής ώστε να τον καθιστά ως μη κατάλληλο πρόσωπο να ορκιστεί θετικά. Και τούτο γιατί ο σχετικός ισχυρισμός του ενόρκως δηλούντα όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε με την ένσταση του καθ' ου η αίτηση, αλλά ούτε και ζητήθηκε η αντεξέταση του. Επιπρόσθετα, ο ισχυρισμός του καθ' ου η αίτηση ότι ο ενόρκως δηλών δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή της εγγύησης επίσης δεν τον καθιστά μη κατάλληλο πρόσωπο να ορκιστεί. Και τούτο γιατί ό,τι απαιτείται από τη Δ.18 είναι η θετική γνώση του ενόρκως δηλούντος και όχι η προσωπική γνώση. Συνακόλουθα, κρίνω ότι πληρείται και αυτή η προϋπόθεση. Έχοντας καταλήξει ότι πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις, το βάρος απόδειξης για ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης έχει μετατοπιστεί στον καθ' ου η αίτηση. Όπως ήδη επισημάνθηκε, ο καθ' ου η αίτηση με την ένσταση του προβάλλει ότι έχει καλή υπεράσπιση και προς τούτο ισχυρίζεται ότι: 1. Κατά την υπογραφή της εγγύησης δεν του εξηγήθηκαν οι υποχρεώσεις του δυνάμει της σύμβασης εγγύησης, ούτε και του ζητήθηκε να λάβει νομική συμβουλή πριν την υπογραφή της εγγύησης. Ο μόνος λόγος που υπέγραψε ήταν γιατί του ανέφεραν ότι έπρεπε να υπογράψει για να δοθεί πιστωτική διευκόλυνση προς τους Εναγόμενους 1 και απλά του ανέφεραν να υπογράψει και να μην ανησυχεί. 2. Τα ποσά δεν αντανακλούν τα οφειλόμενα ποσά και έχουν υπερχρεωθεί τόκοι. Είναι νομολογημένο ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση και εφόσον το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλόπιστης υπεράσπισης μετατοπιστεί στον Εναγόμενο, θα πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης και οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί (βλ. Hermes Insurance Co Ltd v. Julios Theodorides (ανωτέρω), Trans Middle East Trading Ltd, Abdul Aziz Tlais (ανωτέρω), Vidisava Subotic v. Δήμου Στυλιανίδη (ανωτέρω) και Sigma Radio TV Ltd ν. Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2005)1(Α) Α.Α.Δ. 408. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι οι πιο πάνω δύο λόγοι που ο καθ' ου η αίτηση προβάλλει στην ένορκη του δήλωση, δεν τεκμηριώνουν καλόπιστη υπεράσπιση. Και τούτο γιατί πρόκειται για γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς, χωρίς επαρκείς λεπτομέρειες, και εξηγώ: α) Σ' ότι αφορά τον ισχυρισμό του περί μη ορθού οφειλόμενου ποσού ως και υπερχρεώσεις τόκων, είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι ο καθ' ου η αίτηση είχε την υποχρέωση να αναφέρει στην ένορκη του δήλωση αλλά και να εξηγήσει με κάθε λεπτομέρεια και σαφήνεια τα ποσά που έχουν χρεωθεί και που ο ίδιος θεωρεί ως μη ορθά, ως και τα συγκεκριμένα ποσά των τόκων που κατά τον ισχυρισμό του έχουν υπερχρεωθεί αλλά και με ποιο τρόπο έγινε η υπερχρέωση, πράγμα που δεν έπραξε. Τονίζεται επίσης ότι ο ισχυρισμός που περιέχεται στη γραπτή αγόρευση της συνηγόρου του ότι οι αιτητές δεν κοινοποίησαν στον καθ' ου η αίτηση την αύξηση επιτοκίου, δεν προβλήθηκε από τον καθ' ου η αίτηση στην ένορκη του δήλωση, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να στερείται της εξουσίας να τους λάβει υπόψη προς τεκμηρίωση καλόπιστης υπεράσπισης. β) Ο ισχυρισμός του ότι οι αιτητές δεν του εξήγησαν κατά την υπογραφή της συμφωνίας εγγύησης τις υποχρεώσεις του, ούτε και του ζητήθηκε να λάβει νομική συμβουλή πριν την υπογραφή της εγγύησης, κρίνεται ως γενικός και αόριστος ισχυρισμός, που με κανένα τρόπο δεν τεκμηριώνει καλόπιστη υπεράσπιση. Και τούτο γιατί ο καθ' ου η αίτηση δεν ισχυρίστηκε στην ένορκη του δήλωση ότι δεν ανέγνωσε τη σύμβαση εγγύησης ούτε και ότι δεν γνωρίζει να διαβάζει, ή ότι είναι πνευματικά ανεπαρκής και κατ' επέκταση δεν ήταν σε θέση να κατανοήσει το περιεχόμενο της. Στην απόφαση της Βουλής των Λόρδων Gallie v. Lee
(1971)A.C. 1004 η οποία υιοθετείται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τσολάκης Τουτζικιάν και άλλων ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1240 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση): «Πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο και το αποχωρίζεται με τρόπο που μπορεί να περιέλθει στα χέρια άλλων, έχει ευθύνη, εκείνη του συνηθισμένου σώφρονα ανθρώπου να προσέχει τι υπογράφει, ώστε, αν δεν το πράξει εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενο του. Θα προσέθετα ότι το βάρος απόδειξης ευρίσκεται στους ώμους του, δηλαδή να αποδείξει ότι ενήργησε επιμελώς, και όχι επί των ώμων του τρίτου προσώπου να αποδείξει το αντίθετο.» Έχει επίσης νομολογηθεί ότι κάποιος που υπογράφει έγγραφο εν λευκώ, καθιστά το έγγραφο δικό του και αναλαμβάνει την ευθύνη γι' αυτό, διακινδυνεύοντας τη δόλια συμπλήρωση του και δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι κάτω από αυτές τις συνθήκες δεν υπήρξε συμφωνία (βλ. Ιωάννου ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1522 και Τουτζικιάν (ανωτέρω)). Η ακυρότητα εγγράφου για τέτοιο λόγο μόνο σπάνια μπορεί να διαταχθεί στην περίπτωση ενός προσώπου πλήρους επάρκειας (of full capacity). Ο γενικός κανόνας είναι ότι ο καθένας έχει γνώση του περιεχομένου ενός εγγράφου το οποίο υπογράφει και το βάρος απόδειξης ότι επέδειξε εύλογη επιμέλεια σε υποθέσεις που στηρίζονται στην αρχή του "non est factum" βρίσκεται στους ώμους αυτού που την επικαλείται (βλ. Saunders ν. Anglia Building Society
(1970)3 All E.R. 961). Στην υπόθεση Saunders αναφέρεται επίσης ότι η αμέλεια ή η απροσεξία του προσώπου, που υπογράφει κάποιο έγγραφο, το αποκλείουν από του να επικαλείται εκ των υστέρων την αρχή "non est factum" στη βάση του κανόνα ότι κανένας δεν μπορεί να επωφελείται από τα λάθη του. Είναι περαιτέρω σημαντικό να τονιστεί ότι στο ίδιο το έγγραφο εγγύησης (τεκμ. Β στην αίτηση), το οποίο ο καθ' ου η αίτηση δεν αρνείται ότι υπέγραψε, είναι αναγραμμένη η εξής προειδοποίηση και μάλιστα με μαύρα γράμματα: «ΠΡΟΣΟΧΗ Με την παραχώρηση της εγγύησης σας με το έγγραφο αυτό δυνατό να βρεθείτε εξ' ολοκλήρου και μόνος υπεύθυνος για τις υποχρεώσεις του πρωτοφειλέτη κατά το χρόνο υποβολής απαίτησης από την Τράπεζα και τούτο ισχύει είτε είστε ο μοναδικός εγγυητής είτε υπογράφετε το έγγραφο μαζί με άλλους εγγυητές. Πριν να υπογράψετε το παρόν έγγραφο καλό είναι να συμβου6λευτείτε το δικηγόρο σας». Στη γραπτή αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση προβάλλονται επιπρόσθετοι ισχυρισμοί ότι ο καθ' ου η αίτηση υπέγραψε τη συμφωνία εγγύησης κάτω από πίεση, με τις διαβεβαιώσεις ότι ήταν μια τυπική υποχρέωση η οποία ουδέποτε θα ενεργοποιείτο αφού υπήρχε πληθώρα χορηγών που θα κάλυπταν το ποσό του δανείου και των τόκων. Επικαλείται επίσης την αρχή της αθέμιτης επιρροής προς το πρόσωπο του, που συνίστατο στο γεγονός ότι ο Εναγόμενος 3 ήταν ο Δήμαρχος Λευκωσίας, ήταν ο εμπνευστής της δημιουργίας της Εναγόμενης εταιρείας 1, ο οποίος με τις διασυνδέσεις του με τους Ενάγοντες, πέτυχε την έγκριση του δανείου χωρίς την εξασφάλιση των αναγκαίων εγγυήσεων, το δάνειο υπογράφτηκε στο Δημαρχείο Λευκωσίας και η θέση ισχύος του Εναγόμενου 3 και οι φιλικές σχέσεις μεταξύ τους, έκαμψε τη θέληση του προς τις προτροπές του για υπογραφή της εγγύησης. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί και λεπτομέρειες δεν περιέχονται στην ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση. Κατ' επέκταση το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να τους λάβει υπόψη προς τεκμηρίωση της καλόπιστης υπεράσπισης και η απλή αναφορά τους στη γραπτή αγόρευση της συνηγόρου του δεν είναι αρκετή. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι ο καθ' ου η αίτηση απέτυχε να καταδείξει ότι έχει καλόπιστη υπεράσπιση στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών και δεν έχει αποσείσει το αναφερθέν βάρος απόδειξης. Ως εκ τούτου, η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται προς όφελος των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου 2 απόφαση ως η παράγραφος 8(α) της Έκθεσης Απαίτησης πλέον έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] ....................................... Στ. Χατζηγιάννη, Α.Ε.Δ. /νχ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο