Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Γ. Ν. Ευαγγελάκης Υιοί Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής 11285/87, 10.4.2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A112 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αμπίζα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 11285/87 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και
- Γ. & Ν. Ευαγγελάκης & Υιοί Λτδ
- Νίκου Ευαγγελάκη
- Γεωργίας Νίκου Ευαγγελάκη
- Ιωάννη Ευαγγελάκη
- Ερωτόκριτου Ευαγγελάκη Εναγομένων ------------------ Αίτηση για άδεια εκτέλεσης ημερομηνίας 14.2.2012 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 10.4.2012 Για τους Αιτητές: κα Χαραλάμπους Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1-5: κ. Κυριάκου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση τους, οι ενάγοντες-αιτητές αιτούνται άδεια εκτέλεσης της απόφασης στην παρούσα αγωγή. Η νομική βάση της αίτησης εδράζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.40 θ.8, Δ.48 θ.2, 8
(1)(ΚΚ)
(2), το δε πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελεί η ένορκη δήλωση της Δήμητρας Ττοφή, ημερομηνίας 14.2.
- Αν και η αίτηση καταχωρήθηκε μονομερώς, το Δικαστήριο, λόγω του πολύ παλαιού της απόφασης, έδωσε οδηγίες για επίδοση της αίτησης στους εναγόμενους, κάτι το οποίο έγινε, με τους εναγόμενους να εμφανίζονται στην αίτηση μέσω του συνηγόρου τους και με την ειδοποίηση περί προθέσεως ένστασης ημερομηνίας 20.3.2012, να ενίστανται στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος στη βάση των οκτώ λόγων που αναφέρονται στο σώμα της ένστασης. Η δε ένορκη δήλωση του Νίκου Ευαγγελάκη, εναγόμενου 2, ημερομηνίας 20.3.2012, αποτελεί την πραγματική βάση της ένστασης. Η Δήμητρα Ττοφή, στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης, αναφέρει ότι στις 29.3.1988 εκδόθηκε απόφαση στην αγωγή εναντίον των εναγομένων και υπέρ των εναγόντων για το ποσό των Λ.Κ.38.602,33 πλέον τόκο και έξοδα. Μέχρι σήμερα ουδέν ποσό επληρώθη έναντι του εξ αποφάσεως χρέους, με το σημερινό υπόλοιπο να ανέρχεται στο ποσό των €216.
- Στις 10.5.1988, οι ενάγοντες κατέθεσαν επί της ακίνητης περιουσίας του εναγομένου 3, το υπ΄ αριθμό ΕΒ 160/88 memo και προς περαιτέρω εξασφάλιση οι ενάγοντες προχώρησαν με αίτηση για πώληση ακινήτων με αριθμό ΑΝΠ 76/88 η οποία εκκρεμεί μέχρι σήμερα. Στις 8.1.2001 καταχωρήθηκε αίτηση έρευνας εναντίον των εναγομένων 4 και 5 και στις 11.10.2001 απεσύρθη η αίτηση εναντίον του εναγομένου 4 λόγω μη επίδοσης ενώ εναντίον του εναγομένου 5 εκδόθηκε διάταγμα μηνιαίων δόσεων. Οι εναγόμενοι ζητούσαν κατά καιρούς παράταση χρόνου προς διευθέτηση τρόπου πληρωμής του εξ αποφάσεως χρέους τους και οι ενάγοντες συγκατατίθεντο και/ή παραχωρούσαν τον απαιτούμενο χρόνο στους εναγομένους προς διευθέτηση πληρωμής του χρέους των. Από την πλευρά του, ο εναγόμενος 2, πέραν μιας γενικής απόρριψης του περιεχομένου της ένορκης δήλωσης της Δήμητρας Ττοφή, προχωρεί σε μια παράθεση του τι μπορεί να διαπιστωθεί στον προσωρινό φάκελο της υπόθεσης που συστάθηκε λόγω μη ύπαρξης του πρωτότυπου φακέλου, καθώς επίσης και σε ένα σχολιασμό των ενεργειών ή αναφορών των εναγόντων. Συναφώς, αναφέρει ότι δεν παρουσιάζεται οποιοδήποτε στοιχείο που να επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό των εναγόντων περί αίτησης για πώληση των ακινήτων, ούτε εξηγείται τι μέτρα έχουν ληφθεί για προώθηση της αίτησης αυτής, ή να εξηγείται για ποιο λόγω εδώ και 24 χρόνια δεν έχει πραγματοποιηθεί η πώληση. Είναι η θέση του ότι η συνέχιση του memo επί της περιουσίας τους επηρεάζει δυσμενώς τα συμφέροντα των εναγομένων και τον τρόπο που αυτοί θέλουν να εκμεταλλευθούν την περιουσία τους την οποία για 24 χρόνια δεν μπορούν να εκμεταλλευθούν και η αξία της οποίας υπερβαίνει το ποσό της απόφασης. Αφού επισημαίνει τη μη ύπαρξη μέτρων εκτέλεσης της απόφασης υποδεικνύει ότι φαίνεται ως μοναδική έγνοια των εναγόντων η ανανέωση του memo, χαρακτηρίζοντας αυτή ως αυτοσκοπό. Τέλος, αφού επισημαίνει την αύξηση του ποσού της απόφασης λόγω της προσθήκης τόκων, καταλήγει ότι τυχόν έγκριση του αιτήματος των εναγόντων θα έχει ως μοναδικό αποτέλεσμα την καταπίεση και αποστέρηση από την περιουσία τους. Οι δύο συνήγοροι περιορίστηκαν στο περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων κατά την ακρόαση της αίτησης, και παρέθεσαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους στο δικαστήριο, αναλύοντας σ΄ αυτές την επιχειρηματολογία τους αναφορικά με το επίδικο ζήτημα, υποστηρίζοντας ασφαλώς ο καθένας τη δική του θέση. Στις 9.9.2011, τέθηκε σε εφαρμογή η νέα Δ.40 θ.8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, με την οποία ουσιαστικά αυξάνεται σε δέκα αντί έξι χρόνια, ο χρόνος μετά την παρέλευση του οποίου απαιτείται η άδεια του Δικαστηρίου για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης. Ως έχει σήμερα η πρόνοια της συγκεκριμένης διάταξης, όταν παρέλθουν δέκα έτη από την απόφαση ή την ημερομηνία του διατάγματος, ή όταν έχει γίνει οποιαδήποτε αλλαγή στους διαδίκους οι οποίοι δικαιούνται ή υπόκεινται σε εκτέλεση, ο διάδικος ο οποίος ισχυρίζεται ότι δικαιούται σε εκτέλεση μπορεί να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο ή τον Δικαστή για άδεια να εκτελέσει ανάλογα και το Δικαστήριο ή ο Δικαστής, εάν ικανοποιηθεί ότι ο διάδικος ο οποίος υποβάλλει την αίτηση αυτή, δικαιούται να εκτελέσει, μπορεί να εκδώσει διάταγμα προς αυτό το σκοπό, ή μπορεί να διατάξει όπως οποιοδήποτε επίδικο θέμα ή ζήτημα αναγκαίο για να αποφασισθούν τα δικαιώματα των διαδίκων, εκδικασθεί με οποιοδήποτε από τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να εκδικασθεί οποιοδήποτε ζήτημα σε αγωγή. Και σε κάθε μια από τις περιπτώσεις το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί να επιβάλει τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή διαφορετικά οι οποίοι είναι δίκαιοι. Η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης, αποτελεί ασφαλώς ζήτημα που εμπίπτει στην εποπτεία και τον έλεγχο του Δικαστηρίου. (Panaou v. Hadjichristofi
(1963)2 CLR 19, σελ.23). Το αν θα δοθεί ή όχι άδεια του Δικαστηρίου για εκτέλεση μιας απόφασης, αποτελεί ζήτημα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, με το βάρος να προσφέρει ικανοποιητική και επαρκή μαρτυρία που να δικαιολογεί την έκδοση της αιτούμενης άδειας εκτέλεσης από το Δικαστήριο, ή να δικαιολογεί τη τυχόν αδράνεια του εξ αποφάσεως δανειστή να προβεί σε μέτρα εκτέλεσης εντός της περιόδου των δέκα ετών, να βρίσκεται στους ώμους του Αιτητή. Όπως αναφέρεται στο Annual Practice του 1958, «.application for leave to issue execution on a judgment more than six years old should be made to a Master in chambers ex parte, on an affidavit of facts by the party applying, or his solicitor, stating
(1)the date of the judgment, amount of original judgment debt, and amount still remaining due;
(2)showing that the applicant is entitled to execution, i.e. that there has been no change of parties, or devolution of interest, or, if any such, the precise nature of it, and
(3)showing causes of delay. The Master will, however, generally direct a summons to issue»». Άφθονη είναι η Νομολογία επί του θέματος, αναφορικά με τους παράγοντες που μπορεί να ληφθούν υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Παράγοντες οι οποίοι είτε έχουν να κάνουν με τη στάση και συμπεριφορά των Αιτητών και τυχόν οποιαδήποτε αδικαιολόγητη καθυστέρηση ή και αδράνεια εκ μέρους τους στην προώθηση μέτρων εκτέλεσης της απόφασης, ή ακόμη και στην προώθηση του αιτήματος για εξασφάλιση άδειας εκτέλεσης, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται δυσμενώς ο Καθ΄ ου η Αίτηση από μια τέτοια εξέλιξη, είτε αφορούν τυχόν αλλαγές σε σχέση με την οικονομική ή άλλη θέση του Αιτητή ή του Καθ΄ ου η Αίτηση, εξ αποφάσεως οφειλέτη, οι οποίες δυνατό να έχουν τη δική τους σημασία στην παραχώρηση ή μη της άδειας για εκτέλεση. Το είδος και ο χαρακτήρας ακόμα του μέτρου της εκτέλεσης που οι Αιτητές προτίθενται να λάβουν σε περίπτωση που εξασφαλίσουν την άδεια του Δικαστηρίου, ως επίσης και η εν γένει συμπεριφορά και τυχόν ενέργειες ή παραλείψεις του εξ αποφάσεως δανειστή, οι οποίες αντικειμενικά θεωρούμενες θα μπορούσαν να οδηγήσουν τον εξ αποφάσεως οφειλέτη βάσιμα να θεωρήσει ότι δεν θα επιδιώκετο η λήψη μέτρων εκτέλεσης της απόφασης σε βάρος του. Η απλή καθυστέρηση στην εκτέλεση μιας απόφασης, χωρίς τούτο να συνοδεύεται από επηρεασμό των εξ αποφάσεως οφειλετών, οποιασδήποτε μορφής, δεν αποκλείει άνευ άλλου τινός την επιτυχία αιτήματος ως το υπό κρίση. Στην παρούσα υπόθεση, όπως έχω ανωτέρω αναφέρει, οι πλευρές, ως προς τα γεγονότα, περιορίστηκαν στις ένορκες δηλώσεις. Με βάση τα δεδομένα που έχω ενώπιον μου, αναπόφευκτα δεν μπορεί παρά να είναι αποδεκτές ως γεγονός, οι ενέργειες που αναφέρει η Δήμητρα Ττοφή στην ένορκη δήλωση της, ως οι ενέργειες που οι ενάγοντες έλαβαν στην προσπάθεια τους να εκτελέσουν την απόφαση, που είχαν εξασφαλίσει κατά το έτος 1988. Στην αντίπερα όχθη το τι αντιμάχεται των ως άνω ενεργειών, είναι η θέση ότι το ποσό της απόφασης αυξάνεται δραστικά λόγω της επιβολής τόκων, η θέση ότι η ανανέωση του memo έχει καταστεί αυτοσκοπός για τους ενάγοντες, και η θέση ότι οι εναγόμενοι δεν μπορούν να εκμεταλλευτούν την περιουσία τους με τον τρόπο που θέλουν, ενώ η αξία της υπερβαίνει το ποσό της απόφασης. Αυτά σε συνδυασμό με το ότι δεν έχει φανεί για ποιο λόγο δεν έχει πραγματοποιηθεί η πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων. Η παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος από την έκδοση της απόφασης, ασφαλώς και εντυπωσιάζει καθιστώντας το Δικαστήριο ιδιαίτερα επιφυλακτικό τιθέμενο αντιμέτωπο με ένα αίτημα ως το παρόν. Όμως, το τι διαπιστώνεται είναι ότι παρά την παρέλευση τέτοιου μεγάλου χρονικού διαστήματος, και παρά το ότι οι ενάγοντες δεν προέβησαν ομολογουμένως σε μεγάλο αριθμό ενεργειών, προσπαθώντας να εκτελέσουν την υπέρ τους απόφαση, σε καμία περίπτωση δεν έδωσαν την εντύπωση στους εναγόμενους ότι δεν θα επιδιώκετο η λήψη μέτρων εκτέλεσης της απόφασης σε βάρος τους. Αντιθέτως, διαπιστώνεται ότι οι εναγόμενοι ήταν ενήμεροι της κατάστασης πραγμάτων, ως προέκυψε με την λήψη των αναφερομένων μέτρων από τους ενάγοντες, εξού και θεωρούν ότι επηρεάζονται στην εκμετάλλευση της ακίνητης τους περιουσίας. Ασφαλώς ένας ενάγοντας που αδρανεί παντελώς στην προσπάθεια εκτέλεσης μιας απόφασης, δεν είναι σωστό να επιβραβεύεται με άδεια εκτέλεσης. Αυτό όμως, δεν σημαίνει ότι ο εναγόμενος δικαιούται να εκμεταλλεύεται την καθυστέρηση στην αποτελεσματικότητα μέτρων εκτέλεσης όπως η πώληση ενυπόθηκου ακινήτου και να απαλλάσσεται ουσιαστικά από την ευθύνη ικανοποίησης μιας εναντίον του δικαστικής απόφασης. Για σκοπούς πληρότητας να επισημάνω ότι οι εναγόμενοι ουδόλως επηρεάζονται στην εκμετάλλευση της περιουσίας τους, αρκεί από το έσοδο ενδεχόμενης πώλησης αυτής να εξοφληθεί η εναντίον τους απόφαση. Από τα ενώπιον μου στοιχεία, ικανοποιούμαι ότι οι ενάγοντες έχουν αποσείσει το βάρος το οποίο έχουν, για να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι δικαιούνται σε άδεια εκτέλεσης της απόφασης στην παρούσα αγωγή. Η καθυστέρηση που παρατηρείται στην παρούσα περίπτωση, δεν φαίνεται να έχει προκληθεί από τους ενάγοντες, ούτε φαίνεται να έχει τέτοια δυσμενή επίδραση στους εναγόμενους που να καθιστά απορριπτέα την αίτηση των Αιτητών. Για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω η αίτηση εγκρίνεται. Άδεια για εκτέλεση δίδεται για ένα χρόνο από σήμερα, τα έξοδα της παρούσας αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Αιτητών και εναντίον των εναγομένων ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Μ. Αμπίζας, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /μκστ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο