← Κύπρος

RUAL TRADE LTD κ.α. ν. Andrei Raikov (Andrey Raykov) κ.α., Αρ. Αγωγής: 3582/2011, 11 Απριλίου, 2012

RUAL TRADE LTD κ.α. ν. Andrei Raikov (Andrey Raykov) κ.α., Αρ. Αγωγής: 3582/2011, 11 Απριλίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A118 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Ν. Γιασεμή, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3582/2011 Μεταξύ

  1. RUAL TRADE LTD
  2. ALUMINA & BAUXITE COMPANY LTD
  3. CALIBRE PROPERTIES WORLDWIDE LTD
  4. MONT CERVIN - CONSULTADORIA E SERVICOS SOCIEDATE UNIPESSOAL, LDA Εναγόντων - Αιτητών Και
  5. Andrei Raikov (Andrey Raykov)
  6. Aldi Marine Ltd
  7. Dmitry Osipov (Dmitri Evgenievich Osipov)
  8. Natica Shipping Ltd
  9. Natica Shipping & Trading Ltd
  10. Hellenic Bank Public Company Ltd Εναγομένων - Καθ' ων η Αίτηση 11 Απριλίου,
  11. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες, Αιτητές: κ. Βορκάς με κα Μ. Κωνσταντίνου Για τους Εναγόμενους, Καθ' ων η Αίτηση 1: κ. Π. Κούρτελλος Για τους Εναγόμενους, Καθ' ων η Αίτηση 2 εώς 5: κα Κ. Κακουλλή ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το παρόν υπό αναθεώρηση προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα τύπου Mareva εκδόθηκε μονομερώς και στρέφεται εναντίον των εναγομένων 1 εώς 5, μέρος Γ της αίτησης. Προηγήθηκε η έκδοση, με βάση την ίδια μονομερή αίτηση, ενδιάμεσου διατάγματος φίμωσης, γνωστού ως Gagging order, μέρος Β της αίτησης. Απευθύνετο στην εναγομένη 6, που είναι η Ελληνική Τράπεζα, έχουσα την έδρα της στη Λευκωσία. Τη διέτασσε να μην αποκαλύψει στους εναγομένους 1 εώς 5 την έγερση εναντίον τους της παρούσας αγωγής. Και, επίσης, ότι με την αίτηση, το μέρος Α, εζητούντο από αυτή πληροφορίες αναφορικά με λογαριασμούς του εναγόμενου 1 και αποκάλυψη των σχετικών εγγράφων. Το διάταγμα και η αίτηση επιδόθηκαν στην τράπεζα στις 31.5.
  12. Για άγνωστο λόγο το διάταγμα περιλάμβανε και το μέρος Α της αίτησης, ωσάν να είχε εκδοθεί και αυτό. Η τράπεζα μη γνωρίζοντας, προφανώς, την πραγματική κατάσταση, συμμορφώθηκε με το διάταγμα και την αίτηση που της είχαν επιδοθεί, καταχωρώντας στις 8.6.2011 στο δικαστήριο σχετική ένορκη δήλωση. Σκοπός των εν λόγω διαταγμάτων, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο τους, - έστω και αν το μέρος Α δεν είχε στην πραγματικότητα εκδοθεί - ήταν η παροχή πληροφοριών υποστηρικτικών της έκδοσης του προαναφερθέντος απαγορευτικού διατάγματος. Αφού δε θεωρήθηκε πως με τα όσα αποκαλύπτοντο στην εν λόγω ένορκη δήλωση ο πιο πάνω σκοπός είχε επιτευχθεί, η αίτηση εναντίον της Ελληνικής Τράπεζας, και ειδικά όσον αφορά το μέρος Α, διακόπηκε κατόπιν αδείας του δικαστηρίου, και απορρίφθηκε. Μάλιστα, με την επιδίκαση υπέρ της ενός συμφωνηθέντος ποσού ως έξοδα. Είναι το τίμημα για την άνευ άλλου λόγου, παρά μόνο για την πιο πάνω συνδρομή της, προσθήκη της ως εναγόμενης, και περιλαμβάνει και τα έξοδα στα οποία αυτή είχε υποβληθεί σχετικά. Λογικά την ίδια τύχη θα πρέπει να έχει και η αγωγή. Συνακόλουθα, βασικά, παρέμειναν ως εναγόμενοι στην αγωγή οι 1 εώς
  13. Ειδικά ο εναγόμενος 1 βρίσκεται αντιμέτωπος με ισχυρισμούς στη βάση των οποίων φέρεται να είχεν αποδεχθεί κατά το 2007 από τους εναγομένους 2 εώς 5 παράνομες προμήθειες και φιλοδωρήματα, ανερχόμενα στο συνολικό ποσό των 669.022,00 δολαρίων ΗΠΑ. Αυτά φέρεται να συνέβησαν σε βάρος των εναγουσών εταιρειών, μέλη του Ομίλου UC Rusal (UCR). Πρόκειται για οργανισμό συναποτελούμενο από αριθμό εταιρειών ο οποίος δραστηριοποιείται διεθνώς στον τομέα της παραγωγής και εμπορίας προϊόντων και υποπροϊόντων αλουμινίου. Κατά τον πιο πάνω ουσιώδη χρόνο ο εναγόμενος 1 φέρεται να κατείχε διευθυντική θέση στον εν λόγω οργανισμό και από τη θέση του αυτή μεσολαβούσε εκ μέρους των εναγουσών για την αγορά ναυτιλιακών υπηρεσιών από τους εναγομένους 2 εώς
  14. Ήταν στα πλαίσια αυτά που o εναγόμενος 1 φέρεται να είχε διαπράξει τις προαναφερθείσες παρανομίες. Δεδομένων των πιο πάνω ισχυρισμών, η γενική οπισθογράφηση έχει συνταχθεί ώστε να αξιώνεται με αυτή η αναγνώριση δικαστικώς, κατ' αρχάς, ότι χρήματα τα οποία βρίσκονται κατατεθειμένα σε λογαριασμό επ' ονόματι του εναγομένου 1 στην Ελληνική Τράπεζα αποτελούν, μεταξύ άλλων, προϊόν δόλου και απάτης που διέπραξαν οι εναγόμενοι 1 εώς 5, από κοινού, σε βάρος των εναγουσών εταιρειών. Και, περαιτέρω, ότι τα χρήματα αυτά θα πρέπει να αποδοθούν στις ενάγουσες δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Τέλος, αξιώνονται και αποζημιώσεις, χωρίς όμως να καθορίζεται το ποσό. Οι αρχές για την έκδοση και εφαρμογή διατάγματος Mareva έτυχαν εκτενούς ανασκόπησης και επιδοκιμάστηκαν στην υπόθεση Poltava Petroleum Co v. Mexana Oil Ltd

(2001)1 (B) AAΔ.1301. Πρωταρχική επιδίωξη του, αν όχι και η μοναδική, είναι η παγοποίηση των περιουσιακών στοιχείων διαδίκου, σε δικαστική διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου, προς το σκοπό ικανοποίησης απόφασης η οποία τυχόν να εκδοθεί υπέρ του αιτητή. Και νοουμένου ότι διαφαίνεται πως χωρίς αυτό το μέτρο η απόφαση δυνατόν να παραμείνει ανικανοποίητη. Στο κυπριακό δίκαιο η εξουσία για την έκδοση του απορρέει από τις πρόνοιες του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, (βλ. Seamark Consultancy Services Limited v. Joseph P. Lasala
(2007)1 (A) Α.Α.Δ. 162). Με το υπό αναθεώρηση απαγορευτικό διάταγμα επιτυγχάνεται η παρεμπόδιση της αποξένωσης ή της επιβάρυνσης, μέχρι ενός ποσού ανερχόμενου στα 669.022,00 δολάρια ΗΠΑ, χρημάτων τα οποία πιθανόν να βρίσκονται κατατεθειμένα στην Ελληνική Τράπεζα στα ονόματα των εναγομένων και ειδικά των πρώτων δύο. Στο διάταγμα γίνεται ειδική αναφορά και σε δύο λογαριασμούς, ο ένας στο όνομα του εναγομένου 1 και ο άλλος στο όνομα της εναγομένης 2 οι οποίοι έχουν παγοποιηθεί. Η τελευταία είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο, όπως και οι εναγόμενες 4 και 5. Ενώ ο εναγόμενος 3 φέρεται να σχετίζεται κατά διάφορους τρόπους με τις τρεις αυτές εταιρείες. Τα επικουρικά διατάγματα σε σχέση με την τράπεζα εκδόθηκαν στη βάση υποστηρικτικής εξουσίας την οποία το δικαστήριο κέκτηται σε τέτοιες περιπτώσεις. Μοναδική μέριμνα της είναι να καταστήσει την άσκηση της πρωταρχικής εξουσίας δυνάμει του άρθρου 32
(1)όσο το δυνατό πιο αποτελεσματική, σε σχέση με το σκοπό τον οποίο αυτή ήθελε εξυπηρετήσει. Έχει αναγνωριστεί και καθιερωθεί στην αγγλική υπόθεση Bankers Trust Co v. Shapira
(1980)3 All E.R. 353 ως παρέχουσα υποστηρικτικό μέτρο για την αποτελεσματικότητα διατάγματος Mareva το οποίο είχε επίσης εκδοθεί στην υπόθεση εκείνη στο κυπριακό δίκαιο η ίδια αυτή εξουσία έχει αναγνωρισθεί στην υπόθεση TBF (Cyprus) Ltd v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου ΑΕ
(2001)1 Α Α.Α.Δ. 153. Η άσκηση της ουδόλως παραβιάζει οποιαδήποτε δικαιώματα του εναγομένου εφόσον ασκείται στο πλαίσιο που όρισε η σχετική νομολογία. Ενώ με το απαγορευτικό διάταγμα δεσμεύεται στη βάση του τι έχει αποκαλυφθεί μόνο όση περιουσία του εναγομένου είναι αναγκαία για τους σκοπούς της υπόθεσης. Η διατήρηση ή μη σε ισχύ της δέσμευσης αυτής εξετάζεται στη συνέχεια κατά την αναθεώρηση του εν λόγω διατάγματος. Πρόκειται για την παρούσα διαδικασία. Το διάταγμα εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 32
(1)και η αναθεώρηση του διεξάγεται στα ίδια νομικά πλαίσια. Ενώ πέραν της μαρτυρίας η οποία υπήρχε ενώπιον του δικαστηρίου όταν το εξέδιδε μονομερώς, κατά το παρόν στάδιο της διαδικασίας λαμβάνεται επίσης υπόψη και η αντίστοιχη μαρτυρία η οποία έχει προσκομισθεί εκ μέρους των εναγομένων. Θα πρέπει να διαπιστωθεί εκ νέου υπό το φως και της μαρτυρίας αυτής αν εξακολουθούν να συντρέχουν οι δικαιοδοτικές προϋποθέσεις του άρθρου 32
(1)για εξέταση ακολούθως της βασικής αρχής την οποία αυτό επίσης προβλέπει. Ήτοι κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εξακολουθήσει το προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα να βρίσκεται σε ισχύ. Να σημειωθεί ότι κατά την έκδοση του διατάγματος αυτού στο φάκελο της υπόθεσης, ο οποίος τηρείται από το δικαστήριο, υπήρχε και η ένορκη δήλωση η οποία είχε κατατεθεί στις 8.6.2011 εκ μέρους της εναγομένης Ελληνικής Τράπεζας, προς συμμόρφωση με τη μονομερή αίτηση και το διάταγμα το οποίο της είχε επιδοθεί. Τα γεγονότα τα οποία κρίθηκαν ως σχετικά για την έκδοση του εν λόγω διατάγματος παρατίθενται στην ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει τη μονομερή αίτηση. Κάποια αναφορά σχετικά έχει ήδη γίνει προηγουμένως. Όπως δε εξηγείται σ' αυτή οι πληροφορίες οι οποίες έχουν τεθεί από τον ενόρκως δηλούντα ενώπιον του δικαστηρίου είναι προϊόν έρευνας την οποία αυτός διεξήγε κατόπιν εντολής την οποία έλαβε από προϊστάμενο του. Προηγήθηκε η λήψη καταγγελιών εναντίον του εναγομένου 1 για παρανομίες που φέρεται να διέπραξε σε βάρος των εναγουσών εταιρειών. Οι καταγγελίες αυτές περιλαμβάνονται σε ανώνυμη επιστολή ημερομηνίας 2.8.2010 η οποία είχε παραδοθεί από άγνωστο πρόσωπο στα γραφεία του Ομίλου UCR στη Μόσχα. Είναι τις καταγγελίες αυτές που διερεύνησε ο ενόρκως δηλών. Σύμφωνα με τα προκύψαντα από την έρευνα στοιχεία, κατά τον ουσιώδη σε σχέση με την παρούσα αγωγή χρόνο, που ήταν μέσα στο έτος 2007, ο εναγόμενος 1 κατείχε τη θέση βοηθού γενικού διευθυντή στο τμήμα πρώτων υλών του Ομίλου. Ως εκ της θέσης του αυτής διαδραμάτιζε ηγετικό ρόλο στην οργάνωση των διά θαλάσσης μεταφορών των πρώτων υλών στις μονάδες παραγωγής του Ομίλου. Βασικά ενεργούσε για λογαριασμό των εναγουσών εταιρειών οι οποίες ήσαν επιφορτισμένες με την προμήθεια των πρώτων υλών, τις οποίες αγόραζαν από τρίτους, στις εν λόγω μονάδες. Ιδιαίτερα σημαντική φέρεται να ήταν η συμβολή του εναγομένου 1 στη χάραξη πολιτικής σε σχέση με τα καταβαλλόμενα από τις ενάγουσες ναύλα για μίσθωση πλοίων. Τα καθήκοντα αυτά συνεπάγοντο τη συνεργασία του εναγομένου 1 με ναυτιλιακούς πράκτορες από τους οποίους εξασφαλίζοντο οι υπηρεσίες ναύλωσης προς εξυπηρέτηση των πιο πάνω αναγκών των εναγουσών. Ένας τέτοιος πράκτορας φέρεται να ήταν και ο εναγόμενος 3 ο οποίος ενεργούσε μέσω διαφόρων εταιρειών όπως είναι οι εναγόμενες 2, 4 και
  1. Όπως δε αναφέρεται περαιτέρω, ο εναγόμενος 1 καταχρώμενος την προαναφερθείσα διευθυντική θέση την οποία κατείχε στον Όμιλο UCR αποδέχθηκε παράνομα προμήθειες και φιλοδωρήματα από τους εναγομένους 2 εώς
  2. Συγκεκριμένα, αυτό συνέβηκε στα πλαίσια συνωμοτικού σχεδιασμού του εναγομένου 1 και διαπράττοντας δόλο και απάτη με τους υπόλοιπους εναγόμενους 2 εώς 5, σε βάρος των εναγουσών εταιρειών. Οι πιο πάνω ισχυρισμοί συνάδουν με τη βασική κατηγορία η οποία διατυπώνεται συναφώς εναντίον του εναγόμενου 1 στην προαναφερθείσα ανώνυμη επιστολή η οποία το φέρει να έχει αποσπάσει παράνομα κατά την περίοδο μεταξύ 2003 και 2007 στα πλαίσια της πιο πάνω δραστηριότητας του, μεγάλα ποσά από τις ενάγουσες εταιρείες. Και, επίσης, να είχε αποδεχθεί διάφορα ποσά από τους υπόλοιπους εναγομένους υπό μορφή προμηθειών και φιλοδωρημάτων σε σχέση με ναυτιλιακής φύσεως υπηρεσίες τις οποίες αυτοί είχαν προσφέρει στις ενάγουσες εταιρείες. Βέβαια, ως έχουν οι πιο πάνω ισχυρισμοί είναι πολύ γενικοί. Το μοναδικό δε στοιχείο υπό μορφή μαρτυρίας η οποία τείνει να καταδείξει την εν λόγω παράνομη δραστηριότητα του εναγόμενου 1 το έχει φέρει στο φως η έρευνα του ενόρκως δηλούντα. Πρόκειται για ένα λογαριασμό που υπάρχει στο όνομα του στην Ελληνική Τράπεζα στην Κύπρο. Στον λογαριασμό αυτό είχαν κατατεθεί σε διαφορετικές ημερομηνίες κατά το έτος 2007 τρία διαφορετικά ποσά, ίδιας περίπου αξίας, συμποσούμενα σε 669.022,00 δολάρια ΗΠΑ. Δύο εξ αυτών περιγράφονται ως φιλοδωρήματα. Η έρευνα του ενόρκως δηλούντα δεν κατέδειξε από ποιον είχαν εμβαστεί τα χρήματα αυτά στον εν λόγω λογαριασμό του εναγόμενου
  3. Ο ίδιος πιστεύει ότι πρέπει να είχαν προέλθει από τους εναγομένους 2 εώς
  4. Τελικώς, από την αποκάλυψη στην οποία έχει προβεί η Ελληνική Τράπεζα έχει προκύψει ότι και τα τρία εν λόγω ποσά είχαν εμβαστεί στο λογαριασμό του εναγόμενου 1 από την εναγόμενη 2 μέσα στο 2007, όπως αναφέρεται πιο πάνω. Κατά τους ουσιώδεις δε χρόνους ήταν μέσω της εταιρείας αυτής που προέβαιναν οι ενάγουσες σε ναυλώσεις πλοίων για τις ανάγκες τους. Θα πρέπει να λεχθεί στο σημείο αυτό ότι δεν υπάρχει οποιαδήποτε χειροπιαστή μαρτυρία η οποία να συνδέει τους εναγόμενους 3, 4 και 5 με τις προαναφερθείσες τραπεζικές συναλλαγές ή ακόμα και με την εναγόμενη 2 εταιρεία. Ο ενόρκως δηλών απλώς υποθέτει ότι η εναγόμενη 2 εταιρεία ανήκει και ελέγχεται από τον εναγόμενο
  5. Όμως, δεν παραθέτει οποιαδήποτε θετική μαρτυρία η οποία να τείνει να το αποδείξει αυτό, έστω στο βαθμό που απαιτείται για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Ούτε εκ μέρους των εναγομένων έχει προσφερθεί οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να σχετίζει την εναγομένη 2 με τους εναγομένους 3, 4 και
  6. Συμπληρωματικά, κάποια άλλη σχετική μαρτυρία προϊόν και αυτή της έρευνας του ενόρκως δηλούντα, αναφέρει ότι δεν ήταν ποτέ η πολιτική του Ομίλου UCR να δίνει φιλοδωρήματα σε αξιωματούχους του και ειδικά για τέτοια μεγάλα ποσά. Και, εν πάση περιπτώσει, δεν εδόθη οποιοδήποτε φιλοδώρημα στον εναγόμενο 1 κατά τους ουσιώδεις χρόνους. Τα ποσά δε που είχαν εμβασθεί κατά το 2007 στο λογαριασμό του στην Ελληνική Τράπεζα δεν ήσαν δηλωμένα στο Οικονομικό Τμήμα του Ομίλου για σκοπούς φορολογίας. Και αντίθετα προφανώς είχαν κρατηθεί μυστικά, δεδομένης και της κατάθεσης τους σε τραπεζικό λογαριασμό εκτός της Μόσχας, σε ξένη χώρα, όπως είναι η Κύπρος. Τέλος, όπως αναφέρεται, οι υποψίες εναντίον του εναγομένου 1 ενισχύονται και από το γεγονός ότι από το 2004 και μετά αυτός έχει επενδύσει μεγάλα ποσά για την αγορά ακινήτων στη Ρωσία και στις ΗΠΑ τα οποία έχει εγγράψει στα ονόματα συγγενικών του προσώπων. Όσον αφορά την εναγόμενη 2, γραπτή μαρτυρία υπό τη μορφή τιμολογίων, (τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει τη μονομερή αίτηση), τη φέρει να έχει συνεργαστεί κατά το 2007 με τις ενάγουσες εταιρείες. Είχε ναυλώσει σε αυτές πλοία για σκοπούς των μεταφορικών αναγκών τους. Τα εν λόγω τιμολόγια αφορούσαν τη συνεργασία αυτή. Κατά τον ίδιο πιο πάνω χρόνο η εναγόμενη 2 διατηρούσε λογαριασμό στην Ελληνική Τράπεζα όπως και ο εναγόμενος
  7. Από το λογαριασμό δε αυτό έμβασε κατ' ευθεία στον εν λόγω λογαριασμό του εναγόμενου 1 τα τρία ποσά που συμποσούνται σε 669.022,00 δολάρια Η.Π.Α. Τα δύο περιγράφονται σε κατάσταση λογαριασμού την οποία η τράπεζα έκδωσε στον εναγόμενο 1 ως φιλοδωρήματα. Τέλος, από τα προαναφερθέντα τιμολόγια η εναγόμενη 2 φέρεται να έχει την έδρα των εργασιών της στην Κύπρο και συγκεκριμένα στη Λεμεσό. Όμως, τίποτε άλλο δεν είναι γνωστό γι' αυτή και ειδικά για την οικονομική της κατάσταση. Ενώ δε δίδονται και οποιεσδήποτε πληροφορίες όσον αφορά την πτυχή αυτή στα πλαίσια της ένστασης η οποία καταχωρίστηκε εκ μέρους της, πλην των όσων αναφέρονται πιο κάτω. Εξετάζοντας την πιο πάνω μαρτυρία υπό το πρίσμα του άρθρου 32
(1), όπως έχει επεξηγηθεί η εφαρμογή του στην υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd
(1982)1 CLR 557, μπορεί με ασφάλεια να λεχθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση εναντίον των πρώτων δύο εναγομένων. Συνίσταται στην αξίωση των εναγουσών εναντίον των εναγομένων αυτών για χρήματα τα οποία έχουν να λαμβάνουν από αυτούς (for money had and received). Ενώ διαζευκτικά θα μπορούσε να έχει προβληθεί αξίωση και για αποζημίωση συνεπεία απάτης που διέπραξαν οι εναγόμενοι 1 και 2, της ζημιάς συνιστάμενης στο ποσό της πραγματικής απώλειας την οποία οι ενάγουσες έχουν υποστεί. Οι πιο πάνω αρχές οι οποίες συγκροτούν τις ανάλογες αιτίες αγωγής σε περίπτωση δωροδοκίας αντιπροσώπου έχουν καθιερωθεί στην υπόθεση Mahesan v. Malaysia Government Housing
(1978)2 All E.R.
  1. H προηγηθείσα διαπίστωση προκύπτει από τις αναφορές οι οποίες φέρουν τον εναγόμενο 1 όντας διευθυντικό στέλεχος του Ομίλου και ενεργώντας ως αντιπρόσωπος των εναγουσών να έχει αποδεχθεί παράνομα προμήθειες και φιλοδωρήματα από την εναγομένη 2 με την οποία οι ενάγουσες, ενεργώντας υπό την καθοδήγηση του, συναλλάττοντο στον τομέα της ναύλωσης πλοίων προς εξυπηρέτηση των μεταφορικών αναγκών τους. Περιεκτική εξέταση των πιο πάνω θεμάτων γίνεται επίσης και στα συγγράμματα Bowsτead on Agency, 5η έκδοση, σελίδες 420 εώς 423 και The Law of Restitution των Goff and Jones, 4η έκδοση, σελίδες 666 εώς
  2. Περαιτέρω, κρίνεται ότι το πιο πάνω σοβαρό ζήτημα υποστηρίζεται, στα πλαίσια πάντοτε της παρούσας διαδικασίας, από ικανή μαρτυρία. Είναι αυτή η οποία εκτίθεται πιο πάνω και από την οποία προκύπτει ότι υπάρχει πιθανότητα να δικαιούνται οι ενάγουσες σε θεραπεία. Η θεραπεία αυτή στην προκειμένη περίπτωση δε θα μπορεί να είναι άλλη από την απόδοση σε αυτές του προαναφερθέντος ποσού των 669.022,00 δολαρίων ΗΠΑ που φέρεται να αποτελεί το ποσό το οποίο ο εναγόμενος 1 αποδέχθηκε, όπως αναφέρεται πιο πάνω, από την εναγομένη
  3. Θα πρόκειται για απόφαση με την οποία οι εναγόμενοι 1 και 2 θα διαταχθούν να καταβάλουν το προαναφερθέν ποσό στις ενάγουσες από κοινού και/ή κεχωρισμένως. Δεν προβάλλεται αξίωση για απόδοση στις ενάγουσες οποιουδήποτε ποσού υπό μορφή αποζημίωσης η οποία θα έπρεπε να υπολογιστεί και να εξειδικευθεί με την παράθεση σχετικής μαρτυρίας. Όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση η οποία υποστηρίζει τη μονομερή αίτηση και ειδικά από τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 34 αυτής, επιδίωξη του προσωρινού διατάγματος ήταν η δέσμευση ποσού μέχρι 669.022,00 δολαρίων ΗΠΑ το οποίο, όπως πιθανολογείτο, βρισκόταν κατατεθειμένο στο συγκεκριμένο λογαριασμό του εναγομένου 1 στην Ελληνική Τράπεζα. Με προοπτική αυτό να χρησιμοποιηθεί ακολούθως προς το σκοπό ικανοποίησης απόφασης η οποία τυχόν να εκδοθεί υπέρ των εναγουσών και εναντίον του εναγομένου 1 στα πλαίσια της παρούσας αγωγής. Κατά την έκδοση του προσωρινού διατάγματος είναι προφανές ότι είχε εκληφθεί ως δεδομένο ότι ολόκληρο το εν λόγω ποσό, ή έστω ένα αρκετά μεγάλο ποσό, βρισκόταν κατατεθειμένο στον πιο πάνω λογαριασμό του εναγομένου 1 στην Ελληνική Τράπεζα. Όμως, από την ένορκη δήλωση η οποία καταχωρίστηκε στο δικαστήριο εκ μέρους της εν λόγω τράπεζας διαπιστώνεται ότι το μόνο ποσό το οποίο υπήρχε τότε στον εν λόγω λογαριασμό ήταν 10.277,65 δολάρια ΗΠΑ. Οπωσδήποτε δεν ήταν ο σκοπός των εναγουσών να δεσμευθεί και να διαφυλαχθεί με το διάταγμα αυτό το πολύ μικρό σε σύγκριση ποσό. Εν τούτοις, οι ενάγουσες εμμένουν στην παραμονή του διατάγματος εναντίον του εναγομένου 1 σε ισχύ, προφανώς, έστω και για το πιο πάνω μικρό ποσό αφού καμία νύξη δεν έγινε σχετικά περί του αντιθέτου από το συνήγορο τους. Δεν ζητήθηκε από την Ελληνική Τράπεζα να προβεί σε παρόμοια αποκάλυψη αναφορικά με τους λογαριασμούς της εναγομένης
  4. Το δε διάταγμα σε σχέση με αυτή δεσμεύει γενικά τους λογαριασμούς της στην εν λόγω τράπεζα αλλά και ειδικά ένα συγκεκριμένο λογαριασμό από τον οποίο είχε γίνει η μεταφορά χρημάτων στο λογαριασμό του εναγομένου
  5. Από το λογαριασμό αυτό αλλά και από άλλους που τυχόν να υπάρχουν στο όνομα της εναγομένης 2 στην Ελληνική Τράπεζα θα προσβλέπουν πλέον οι ενάγουσες για να ικανοποιήσουν απόφαση την οποία τυχόν να λάβουν εναντίον των εναγομένων 1 και 2 στη βάση ειδικά της αξίωσης τους, ανωτέρω για χρήματα τα οποία έχουν να λαμβάνουν από αυτή (for money had and received). Έστω και αν δεν είναι στο παρόν στάδιο γνωστή ποια είναι ακριβώς η κατάσταση τους, ήτοι κατά πόσο είναι πιστωτικοί ή χρεωστικοί, με δεδομένο ότι η εναγόμενη 2 παρέλειψε να διαφωτίσει με σχετική μαρτυρία τη πτυχή αυτή. Είναι νομολογημένο ότι διάταγμα Mareva μπορεί να εκδοθεί και να συνεχίσει σε ισχύ ακόμα και στη βάση δεδομένων όπως τα προαναφερθέντα, (βλ. Third Chandris Shipping v. Unimarine
(1979)2 All E.R. 972, (C.A.) Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω το ζητούμενο είναι κατά πόσο θα πρέπει να διαταχθεί η συνέχιση σε ισχύ του απαγορευτικού διατάγματος, αφού σε διαφορετική περίπτωση θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η εξέταση της τρίτης αυτής προϋπόθεσης του άρθρου 32
(1)είναι άμεσα συνυφασμένη με τη φύση του αντικειμένου του διατάγματος. Ενώ κατά νου θα πρέπει να υπάρχει και το κριτήριο το οποίο αναφέρεται στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Limited v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λίμιτεδ,
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 785 ότι, «Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία.» Χρήματα σε τραπεζικό λογαριασμό μπορεί πολύ εύκολα να μεταφερθούν από αυτόν αλλού, ακόμα και στο εξωτερικό εκτός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου, και ο λογαριασμός να κλείσει. Ο εναγόμενος 1 στην προκειμένη περίπτωση είναι αλλοδαπός και δεν είναι γνωστό αν έχει οποιαδήποτε άλλα περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο. Σίγουρα δεν έχει άλλα χρήματα κατατεθειμένα στην Ελληνική Τράπεζα, όπως έχει αποκαλύψει η σχετική ένορκη δήλωση η οποία έγινε εκ μέρους της, πλην του ποσού των 10.277,65 δολαρίων ΗΠΑ . Όσο για την εναγόμενη 2 το μόνο που είναι γνωστό για αυτή σε σχέση με την υπό εξέταση πτυχή είναι ότι έχει την έδρα της στην Κύπρο και ασχολείται με τα ναυτιλιακά. Και, πρόσθετα, ότι διατηρεί συγκεκριμένο λογαριασμό στην Ελληνική Τράπεζα. Από αυτό είχαν εμβασθεί το 2007, σε τρεις διαφορετικές περιπτώσεις, το συνολικό χρηματικό ποσό που αναφέρεται πιο πάνω στο λογαριασμό του εναγομένου
  1. Μάλιστα, από τα έγγραφα στα οποία αναφέρονται οι συγκεκριμένες συναλλαγές προκύπτει ότι κατά το 2007 ο συγκεκριμένος λογαριασμός της εναγομένης 2 ήταν πιστωτικός και σε κάποιους χρόνους υπήρχαν σε αυτό κατατεθειμένα χρήματα τα οποία υπερέβαιναν τα 2.000.000 δολάρια ΗΠΑ. Τα εν λόγω έγγραφα επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εκ μέρους της Ελληνικής Τράπεζας. Όμως, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας καμία υπεύθυνη τοποθέτηση δεν έγινε εκ μέρους της εναγομένης 2 όσον αφορά την οικονομική κατάσταση της παρά μόνο ότι υπάρχουν χρήματα επ' ονόματι της τα οποία με το διάταγμα έχουν δεσμευτεί. Και ότι αν δεν αρθεί το διάταγμα η εναγομένη 2 θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, χωρίς όμως να εξηγείται περαιτέρω τι εννοείται με τη δήλωση αυτή. Παρόμοιες και σε πιο έντονο ύφος παρατηρήσεις σε σχέση με την υποχρέωση εναγομένου να αποκαλύψει την οικονομική του κατάσταση στα πλαίσια παρόμοιας φύσεως διαδικασία είχαν γίνει στην προαναφερθείσα υπόθεση Third Chandris Shipping v. Unimarine. Η κατάληξη δε εκεί ήταν πως δικαιολογείτο η συνέχιση της ισχύς του διατάγματος Mareva. Πιστεύω πως ίδια θα πρέπει να είναι η κατάληξη και στην παρούσα υπόθεση σε σχέση, όμως, με τους εναγομένους 1 και
  2. Και αφού κρίνεται υπό το φως όλων των πιο πάνω δεδομένων ότι είναι και δίκαιο και πρόσφορο να συνεχίσει το διάταγμα αυτό σε ισχύ. Όμως, με κάποιες διαφοροποιήσεις οι οποίες δικαιολογούνται στη βάση της συζήτησης η οποία έχει προηγηθεί. Συγκεκριμένα, όσον αφορά τον εναγόμενο 1 αυτός θα εμποδίζεται να αποξενώσει το ποσόν που βρίσκεται στο συγκεκριμένο λογαριασμό του στην Ελληνική Τράπεζα και ανέρχεται στα 10.277,65 δολαρίων ΗΠΑ. Ενώ όσον αφορά την εναγόμενη 2 με το διάταγμα θα δεσμεύεται ποσό μέχρι 669.022,00 δολαρίων ΗΠΑ το οποίο θα βρίσκεται στο συγκεκριμένο λογαριασμό και/ή σε οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό τον οποίο αυτή διατηρεί στην Ελληνική Τράπεζα. Ένα τελευταίο θέμα το οποίο θα πρέπει να σχολιαστεί, όμως σε συντομία, είναι ότι οι ενστάσεις των εναγομένων για μη αποκάλυψη από μέρους των εναγουσών όλων των απαραίτητων γεγονότων σε σχέση με την παρούσα διαδικασία δεν με βρίσκει σύμφωνο. Έχω εξετάσει ένα προς ένα τις συγκεκριμένες περιπτώσεις οι οποίες καλύπτονται με την εισήγηση τους αυτή και διαπιστώνω ότι κανένα από τα γεγονότα τα οποία εισηγούνται ότι θα έπρεπε να αποκαλυφθεί ήταν αρκούντος σημαντικά για την κρίση του δικαστηρίου κατά την άσκηση της εξουσίας του όταν εξέδιδε το υπό αναφορά απαγορευτικό διάταγμα. Μάλιστα, μερικά από τα γεγονότα αυτά που εισηγούνται οι εναγόμενοι σχετίζονται με κάποια άλλη επιλήψιμη συμπεριφορά του εναγομένου 3 όσον αφορά τις συναλλαγές του με τον Όμιλο. Θεωρώ πως οι συγκεκριμένες αναφορές δεν ήσαν σχετικές ώστε να βασιστεί το δικαστήριο σε αυτές για την έκδοση του διατάγματος. Ως εκ τούτου οι εν λόγω ενστάσεις δεν λαμβάνονται στο στάδιο αυτό υπόψη. Εν όψει των πιο πάνω τροποποιήσεων το διάταγμα θα πρέπει να διαβάζει ως εξής: «ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΟΚΛΕΙΕΙ ΚΑΙ/Η ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ στους εναγόμενους 1 και 2 και/ή τους αντιπροσώπους αυτών από του να εμβάσουν πληρώσουν, αποξενώσουν, διαθέσουν και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο επιβαρύνουν και μεταφέρουν οποιονδήποτε χρηματικό ποσό από τα ποσά που ευρίσκονται κατατιθέμενα στους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούν στην Ελληνική Τράπεζα και ειδικά του τραπεζικού λογαριασμού του εναγομένου 1 υπ' αριθμόν 140-07-509594-01 μέχρι ποσού 10.277,65 δολαρίων ΗΠΑ ως και του λογαριασμού της εναγομένης 2 υπ' αρ. 244-07-179448-01, που επίσης τηρείται στην Ελληνική Τράπεζα, ούτως ώστε το πιστωτικό υπόλοιπο του συνόλου των τραπεζικών λογαριασμών της εναγομένης 2 να μην είναι μικρότερο των 669,022.00 δολαρίων ΗΠΑ, μέχρι και 15 ημέρες μετά το πέρας της έκδοσης τελικής απόφασης στην παρούσα αγωγή ή νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου». Υπό το φως όλων των ανωτέρω διατάσσεται όπως το προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα, όπως έχει πιο πάνω διαμορφωθεί, παραμείνει σε ισχύ σε σχέση με τους εναγομένους 1 και
  3. Σε σχέση με τους εναγομένους 3, 4 και 5 το διάταγμα ακυρώνεται και παύει να βρίσκεται σε ισχύ. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας αυτά επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων 1 και
  4. Ενώ δεδομένου ότι η εκπροσώπηση των εναγομένων 3, 4 και 5 ήταν κοινή με αυτή της εναγομένης 2, υπό τις περιστάσεις ανωτέρω δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα σε σχέση με αυτούς. Τα έξοδα που επιδικάστηκαν να υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή μετά το πέρας της αγωγής και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Γ. Ν. Γιασεμής, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Α.Λ.Ο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.