Χρίστου Ιορδάνους ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 6930/06, 11.4.12 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A119 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6930/06 Μεταξύ: Χρίστου Ιορδάνους Ενάγοντα -και- Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγομένου Ημερομηνία: 11.4.12 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Λ. Λουκαί̈́δης Για τον Εναγόμενο: κα Χρ. Κυθραιώτου Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγοντας αξιώνει αποζημιώσεις από την Κυπριακή Δημοκρατία λόγω του τερματισμού της απασχόλησης του. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου και δεν έχουν αμφισβητηθεί προκύπτουν τα πιο κάτω. Ο ενάγοντας ήταν κατά τον επίδικο χρόνο κάτοχος πτυχίων Οικονομικών και Γαλλικής Φιλολογίας και μεταπτυχιακού στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (ΜΒΑ). Προσλήφθηκε στο δημόσιο, για πρώτη φορά το 2001 για την εκτέλεση καθηκόντων Συνεργατικού Λειτουργού, για την περίοδο 23.4.2001 μέχρι 23.10.2001 και στη συνέχεια για την περίοδο 5.11.2001 μέχρι 4.2.2002 με δεκαπενθήμερα συμβόλαια. Η απασχόληση του ήταν προσωρινή. Ο ίδιος απεδέχθη τον πιο πάνω διορισμό την 8.5.
- Την 5.3.2002 το Υπουργείο Οικονομικών του γνωστοποίησε ότι είχε επιλεγεί για προσωρινή απασχόληση στη θέση Διοικητικού Λειτουργού στο Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού του Υπουργείου Οικονομικών, για την περίοδο 11.3.2002 μέχρι 3.4.2002, με δεκαπενθήμερα συμβόλαια. Σχετική είναι η επιστολή, τεκμήριο 5, στην οποία επισυνάπτονται οι βασικοί όροι υπηρεσίας. Η απασχόληση, σύμφωνα με τους όρους υπηρεσίας και συγκεκριμένα σύμφωνα με τον όρο 7, θα μπορούσε να τερματιστεί οποτεδήποτε, είτε από τον εργοδότη είτε από τον εργοδοτούμενο, αφού διδόταν η αναγκαία προειδοποίηση σύμφωνα με τον περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο. Η μισθολογία του θα ήταν στη κλίμακα Α
- Ο ενάγοντας απεδέχθη τον πιο πάνω διορισμό. Το Υπουργείο Οικονομικών με επιστολή του ημερομηνίας 12.3.2002, τεκμήριο 7 του γνωστοποίησε ότι δεν είχε δικαίωμα να αναλάβει το αξίωμα μέλους Δημοτικού Συμβουλίου, στο οποίο είχε επανεκλεγεί, στο Δήμο Αγίου Δομετίου, κατά τις δημοτικές εκλογές του 2001, εφόσον είχε αποδεχθεί το διορισμό εκτάκτου υπαλλήλου στο δημόσιο. Του ζητήθηκε δε όπως επιλέξει μεταξύ των δύο αυτών θέσεων και κοινοποιήσει στο εν λόγω υπουργείο κατά πόσο θα διατηρούσε τη θέση του ως Δημοτικού Συμβούλου ή θα παρέμενε στο Υπουργείο Οικονομικών. Ο ενάγοντας με επιστολή, ημερομηνίας 13.3.02, μέσω του δικηγόρου του τεκμήριο 8 πληροφόρησε το Υπουργείο ότι διαφωνούσε με το περιεχόμενο της ως άνω επιστολής και ζήτησε όπως παραμείνει στη θέση του και παράλληλα να διατηρήσει το αξίωμα του Δημοτικού Συμβούλου. Δύο μέρες αργότερα το Υπουργείο Οικονομικών ακύρωσε μονομερώς τη θέση του ενάγοντα ως εκτάκτου υπαλλήλου. Ο τελευταίος προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο ακύρωσε την πιο πάνω απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών. Σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ημερομηνίας 27.7.03, ο έκτακτος υπάλληλος δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως δημόσιος υπάλληλος με βάση τις πρόνοιες του Νόμου 1/90 και ως εκ τούτου η απαγόρευση που περιλαμβάνεται στον περί Δήμων Νόμου, ότι δημόσιος υπάλληλος δεν μπορεί να εκλεγεί μέλος συμβουλίου, καμία εφαρμογή είχε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Μετά την έκδοση της πιο πάνω ακυρωτικής απόφασης ο ενάγοντας απέστειλε επιστολή στο Υπουργείο Οικονομικών μέσω του δικηγόρου του, ημερομηνίας 28.7.2003, με την οποία τους κάλεσε «.σε επανεξέταση και συμμόρφωση βάση του άρθρου 146
(5)και
(6)του Συντάγματος». Ακολούθησε αλληλογραφία μεταξύ των μερών, τεκμήρια 6 μέχρι
- Το Υπουργείο Οικονομικών μ΄ επιστολή ημερομηνίας 17.11.2003, τεκμήριο 13, πληροφόρησε τον ενάγοντα ότι «.η προσφορά έκτακτης απασχόλησης που του προσφέρθηκε από το Τμήμα Δημόσια Διοίκηση και Προσωπικού με το συμβόλαιο με αρ. φακ. 15.14.01.18.7 και ημερ. 5.3.2002, αναβιώνει για τη χρονική περίοδο που αναγράφεται σ΄ αυτό, δηλαδή από 11.3.2002 μέχρι 3.4.2002, σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις που προνοούσε». Η αλληλογραφία μεταξύ των δύο μερών συνεχίστηκε. Ο ενάγοντας με τις επιστολές του, ημερομηνίας 22.12.2003 και 26.1.2004 προς το Γενικό Εισαγγελέα, τεκμήρια 14 και 16 αντίστοιχα, ζήτησε την επανεξέταση του θέματος και αποκατάσταση «.για όσα υπέστηκε ως να μην υπήρξε πραγματικά ποτέ ακυρωθείσα απόφαση». Μετά την ανταλλαγή των πιο πάνω επιστολών, το Υπουργείο Οικονομικών απέστειλε επιταγή στον ενάγοντα για το ποσό των ΛΚ516.01, που αφορά την αμοιβή του για την περίοδο 11.3.2002 μέχρι 3.4.
- Ο ενάγοντας συνέχισε να εργάζεται στο δημόσιο και συγκεκριμένα στην Υπηρεσία Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών για κάποιες χρονικές περιόδους κατά τα έτη 2004 και 2005 ενώ από τον Μάρτιο του 2007 το συμβόλαιο του κατέστη αορίστου χρόνου. Όλα τα πιο πάνω γεγονότα είναι παραδεκτά και από τις δύο πλευρές. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι εάν και εφόσον δεν διακοπτόταν η εργοδότηση του παράνομα αυτός θα συνέχιζε να εργάζεται σε έκτακτη βάση και για την περίοδο Μαρτίου του 2002 μέχρι Σεπτέμβριο του
- Σαν αποτέλεσμα της παράνομης διακοπής της απασχόλησης του απώλεσε το δικαίωμα συμπλήρωσης τριάντα μηνών εργοδότησης σαν έκτακτος υπάλληλος. Αν συμπλήρωνε τριαντάμηνη περίοδο εργοδότησης, «. θα είχε το καθεστώς του μόνιμου υπαλλήλου, δυνάμει των προνοιών του Ν.98
(1)/2003 περί Εργοδοτουμένων με Εργασία (Ορισμένου Χρόνου Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003». Λόγω της παράνομης απόλυσης του ο ενάγοντας έχει απωλέσει, σύμφωνα πάντα με τη θέση του, τις απολαβές του για την περίοδο Απριλίου 2002 μέχρι Σεπτεμβρίου 2004, σύνολο ΛΚ28.700 όπως επίσης και τα πιο κάτω: α) Απώλεια συντάξιμης υπηρεσίας. β) Απώλεια προσαυξήσεων. γ) Απώλεια άλλων ωφελημάτων (α) Άδεια ασθενείας (β) Ωφελήματα 13ου μισθού (γ) Καταβολή κοινωνικών ασφαλίσεων (δ) Μεταφορά ετήσιων αδειών ανάπαυσης (ε) Αναγνώριση μεταπτυχιακού τίτλου. Αξιώνει επίσης παραδειγματικές αποζημιώσεις και «ηθική αποζημίωση». Κατά την ακροαματική διαδικασία ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα δήλωσε στο Δικαστήριο ότι οι θεραπείες που αφορούν απώλεια συντάξιμης υπηρεσίας, προσαυξήσεων και άλλων ωφελημάτων, ήτοι οι ζημιές, παράγραφοι α, β και γ ανωτέρω, εγκαταλείπονται και ως εκ τούτου δεν θ΄ ασχοληθώ περαιτέρω με το θέμα αυτό. Ο Γενικός Εισαγγελέας, στην Υπεράσπιση του, αναφέρει ότι η μόνη ζημιά που υπέστη ο ενάγοντας ήταν η απώλεια το επιδίκου συμβολαίου. Η διοίκηση «αναβίωσε» την προσφορά έκτακτης απασχόλησης του ενάγοντα, για όση χρονική διάρκεια και με τους όρους που προνοούσε το επίδικο συμβόλαιο και ως εκ τούτου υπήρξε πλήρης συμμόρφωση με την ακυρωτική απόφαση του Δικαστηρίου. Αναφέρει περαιτέρω ότι ο Νόμος 98
(1)/2003, τον οποίον επικαλείται ο ενάγοντας δεν εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση καθότι ο ενάγοντας ουδέποτε εργάστηκε για περίοδο τριάντα μηνών «και ή θα συμπλήρωνε αυτή την περίοδο εάν δεν τερματιζόταν η σύμβαση εργοδότησης του». Ο ενάγοντας δεν είχε υποβάλει καν αίτηση για πρόσληψη στη δημόσια υπηρεσία για τα έτη 2003 και 2004 και ως εκ τούτου δεν συμπεριλήφθηκε στο κατάλογο που καταρτίστηκε σύμφωνα με το νόμο, που προνοεί για τη διαδικασία πρόσληψης εκτάκτων υπαλλήλων. Κατά τον ουσιώδη χρόνο η διαδικασία καταρτισμού καταλόγου εκτάκτων υπαλλήλων στη δημόσια υπηρεσία διεξαγόταν κατά έτος. Ενώπιον του Δικαστηρίου κατέθεσε μόνο ο ενάγοντας. Ο Γενικός Εισαγγελέας δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα. Ο ενάγοντας υιοθέτησε δύο γραπτές δηλώσεις ως μέρος της κυρίως εξέτασης του. Η πρώτη γραπτή δήλωση είναι σχεδόν πιστή αντιγραφή της Έκθεσης Απαίτησης ενώ στη δεύτερη σχολιάζει τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Υπεράσπιση. Κατέθεσε επίσης μεγάλο αριθμό τεκμηρίων. Πέραν των όσων προανέφερα, κατέθεσε το βιογραφικό σημείωμα του, κατάσταση μισθοδοσίας ημερομηνίας 31.5.2001, την αλληλογραφία που είχε με την Επίτροπο Διοικήσεως, έγγραφο της Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών με την οποία βεβαιώνεται ότι ο ενάγοντας εργάσθηκε στην πιο πάνω υπηρεσία για τρεις διαφορετικές περιόδους, την επιταγή που του αποστάληκε από το Υπουργείο Οικονομικών για το ποσό των ΛΚ516,01, και εγκύκλιο της δημόσιας υπηρεσίας, ημερομηνίας 9.12.2005. Σε σχέση με το τελευταίο έγγραφο, ήτοι την εγκύκλιο, τεκμήριο 26, σε αυτή γίνεται αναφορά στις πρόνοιες του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003 (Ν.98
(1)/2003). Κατά την αντεξέταση του ο ενάγοντας είπε, μεταξύ άλλων, ότι οι κενές θέσεις για εκτάκτους υπαλλήλους δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα και στη δημοσίευση αναγράφεται η προθεσμία εντός της οποίας οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλουν τις αιτήσεις. Η περίοδος απασχόλησης εκτάκτου υπαλλήλου δε δύναται να υπερβεί την 31η Δεκεμβρίου του έτους για το οποίο γίνεται η πρόσληψη. Παραδέχθηκε, σε σχέση με το 2003, ότι δεν είχε υποβάλει αίτηση για την επίδικη θέση, δεν «υπήρχε λόγος», ως ανέφερε χαρακτηριστικά, από τη στιγμή που εκκρεμούσε η υπόθεση στο Ανώτατο Δικαστήριο. Το 2004 υπέβαλε αίτηση «για πολλές θέσεις», δεν μπορούσε όμως να θυμηθεί κατά πόσο είχε υποβάλει αίτηση για τη θέση του διοικητικού λειτουργού στο Τμήμα Διοίκησης και Προσωπικού. Συμφώνησε όμως ότι το Σεπτέμβριο του 2004 διορίστηκε στον Έφορο Αναπτύξεως Συνεργατικών Εταιρειών και μετά από μακρά αντεξέταση παραδέχθηκε ότι η αίτηση που είχε υποβάλει για το 2004, ήταν για τη θέση στο Τμήμα Συνεργατικής Ανάπτυξης. Κατά το ίδιο έτος, ήτοι το Φεβρουάριο του 2004 μέχρι το Σεπτέμβριο του 2004, εργάσθηκε στην ασφαλιστική εταιρεία Liberty Life δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί όμως τι μισθό ελάμβανε την περίοδο εκείνη. Αυτή ήταν συνοπτικά η μαρτυρία του ενάγοντα. Εξετάζοντας τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου καταλήγω ότι επί των βασικών γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπόθεση δεν υπήρξε αμφισβήτηση. Η διαδικασία που ακολουθείται για διορισμό εκτάκτου υπαλλήλου στο δημόσιο, ο διορισμός του ενάγοντα και στη συνέχεια ο τερματισμός των υπηρεσιών του δεν αμφισβητούνται. Είναι επίσης παραδεκτό γεγονός ότι οι όροι εργοδότησης του είναι αυτοί που αναγράφονται στη γνωστοποίηση, τεκμήριο 32, ανεξαρτήτως αν η κάθε πλευρά ερμηνεύει κάποιους εξ αυτών με διαφορετικό τρόπο. Η ερμηνεία του συγκεκριμένου εγγράφου θα αποφασισθεί από το Δικαστήριο. Το Δικαστήριο θ΄ αποφασίσει επίσης κατά πόσο εφαρμόζονται οι πρόνοιες του Ν. 98
(1)/2003 και κατά πόσο ο ενάγοντας έχει υποστεί οποιαδήποτε ζημιά συνεπεία του παράνομου τερματισμού των υπηρεσιών του. Η μόνη πτυχή της μαρτυρίας του που χρήζει αξιολόγησης είναι κατά πόσο είχε υποβάλει αίτηση για τη θέση διοικητικού λειτουργού στο Υπουργείο Οικονομικών για το
- Αρχικά προέβαλε τη θέση του ότι είχε υποβάλει αίτηση για πολλές θέσεις αλλά δεν θυμόταν κατά πόσο είχε υποβάλει για το έτος
- Στη συνέχεια όμως παραδέχθηκε ότι η αίτηση που είχε υποβάλει ήταν για το Τμήμα Συνεργατικής Ανάπτυξης. Με βάση τη μαρτυρία του ιδίου καταλήγω ότι δεν υπέβαλε αίτηση για την επίδικη θέση για το έτος
- Το άρθρο 146.6 του Συντάγματος προνοεί ότι κάθε πρόσωπο ζημιωθέν εξ αποφάσεως, πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης ακύρου, σύμφωνα με την τέταρτη παράγραφο του άρθρου αυτού, δικαιούται να επιδιώξει δικαστικά αποζημίωση ή άλλη θεραπεία με σκοπό όπως επιδικαστεί σε αυτόν δίκαιη και εύλογη αποζημίωση. Η αξίωση, που εφόσον δεν ικανοποιηθεί δημιουργεί δικαιώματα επιδίκασης αποζημίωσης, πρέπει να θεμελιώνεται στην ίδια την απόφαση που κηρύχθηκε άκυρη. Θέμα αποζημίωσης τίθεται μόνο στις περιπτώσεις όπου η ζημία προκλήθηκε από την ακυρωθείσα απόφαση ή προέκυψε ως άμεση συνέπεια[1]. Το δικαίωμα για αποζημίωση δεν γεννάται ipso facto αλλά πρέπει ν΄ αποδειχθεί. Η ζημιά συνίσταται στην απώλεια ή βλάβη την οποία ο ενάγοντας υφίσταται λόγω της πράξης που στοιχειοθετεί το αγώγιμο δικαίωμα[2]. Η υποχρέωση της Διοίκησης προς συμμόρφωση συνίσταται στην εξαφάνιση των αποτελεσμάτων της ακυρωθείσας πράξης δηλαδή σε αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης πραγμάτων. Ήταν η θέση του ενάγοντα στην υπό κρίση υπόθεση ότι αν δεν διεκόπτετο παράνομα η εργοδότηση του θα συνέχιζε να εργάζεται σε έκτακτη βάση, τους επόμενους τριάντα μήνες, για την περίοδο Μαρτίου 2002 μέχρι Σεπτεμβρίου
- Το πρώτο σημείο που θα ήθελα να παρατηρήσω είναι ότι η εργοδότηση του ήταν προσωρινή, επί εκτάκτου βάσεως, με δεκαπενθήμερα συμβόλαια. Η εργασία που του προσφέρθηκε ήταν για λίγες μόνο μέρες, για λιγότερο από ένα μήνα, από 11.3.2002 μέχρι 3.4.
- Στην επιστολή δε που του αποστάληκε σχετικά με το διορισμό του, στην οποία επισυνάπτονται και οι όροι εργασίας, τεκμήριο 5, ρητά αναφέρεται ότι η απασχόληση θα ήταν προσωρινή και θα μπορούσε να τερματισθεί οποτεδήποτε είτε από τον εργοδότη είτε από τον εργοδοτούμενο αφού διδόταν η αναγκαία προειδοποίηση, σύμφωνα με τον περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα αγορεύοντας ανέφερε στο Δικαστήριο ότι η υπηρεσία του ενάγοντα στη δημόσια υπηρεσία «θα προεκτεινόταν οπωσδήποτε, με βέβαιη ανανέωση από έτος σε έτος διότι αυτή ήταν η καθιερωμένη αποδεδειγμένη τακτική στη δημόσια υπηρεσία». Κανένα στοιχείο έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι αυτή ήταν η «καθιερωμένη αποδεδειγμένη τακτική στη δημόσια υπηρεσία» σε σχέση με την επίδικη θέση ήτοι τη θέση του Διοικητικού Λειτουργού στο Υπουργείο Οικονομικών. Το γεγονός ότι προσφέρθηκε έκτακτη απασχόληση στον ενάγοντα στη συγκεκριμένη θέση για 24 περίπου μέρες δεν εξυπακούεται ότι θα συνέχιζε ν΄ απασχολείται στην ίδια θέση για τα επόμενα έτη. Προς υποστήριξη της θέσης του ο ενάγοντας προβάλλει το επιχείρημα ότι εργάσθηκε στο δημόσιο στην Υπηρεσία Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών για 30 συνεχείς μήνες από 13.9.2004 μέχρι 18.3.2007 και το συμβόλαιο του έχει καταστεί αορίστου χρόνου από τη 19.3.
- Το γεγονός ότι εργάσθηκε στην πιο πάνω θέση για 30 μήνες και συνεχίζει να εργάζεται μέχρι σήμερα δεν αποδεικνύει με οποιοδήποτε τρόπο ότι θα συνέχιζε την απασχόληση του στη θέση του Διοικητικού Λειτουργού, αν αυτή δεν τερματιζόταν παράνομα. Εξάλλου με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου προκύπτει ότι στην Υπηρεσία Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών είχε απασχοληθεί και προηγουμένως, πριν του προσφερθεί απασχόληση στην επίδικη θέση και η απασχόληση του δεν ήταν συνεχής. Σύμφωνα με τη βεβαίωση που κατέθεσε, ημερομηνίας 24.2.2005 τεκμήριο 22, η οποία υπογράφεται από τον Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών ο ενάγοντας εργάσθηκε στην εν λόγω υπηρεσία από 23.4.2001 μέχρι 23.10.2001, από 5.11.2001 μέχρι 4.2.2002, από 13.9.2004 μέχρι 31.12.2004 και από 4.1.2005 μέχρι 8.3.
- Στη συνέχεια και συγκεκριμένα τη 19.3.2007 το συμβόλαιο του κατέστη αορίστου χρόνου καθότι είχε συμπληρώσει 30 μήνες υπηρεσίας στο δημόσιο. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι ο διορισμός του ενάγοντα στη θέση Διοικητικού Λειτουργού διήρκησε ελάχιστες μέρες σύνολο πέντε από 11.3.2002 μέχρι 15.3.
- Πώς είναι δυνατό να ισχυρίζεται ότι η απασχόληση του στη συγκεκριμένη θέση, στην οποία απασχολήθηκε για μερικά εικοσιτετράωρα θα συνέχιζε για τα επόμενα δυόμιση χρόνια. Πέραν τούτου όμως πώς είναι δυνατό ν΄ ανέμενε ότι θα του προσφερόταν απασχόληση στη συγκεκριμένη θέση ενώ δεν είχε καν υποβάλει αίτηση, η οποία αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για να εργοδοτηθεί κάποιος στο δημόσιο. Η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου του ενάγοντα ότι η εργοδότηση ανανεώνεται αυτόματα, δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε στοιχεία. Ο διορισμός του δε στο δημόσιο το 2004, στην Υπηρεσία Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών τον οποίο επικαλείται στην αγόρευση του προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης δεν έγινε αυτόματα, ως αφήνει να εννοηθεί, αλλά μετά από αίτηση του ιδίου για τη συγκεκριμένη εργασία. Πέραν τούτου όμως και αν ακόμη είχε υποβάλει αίτηση και ήταν υποψήφιος δεν ήταν σίγουρο ότι αυτός θα διοριζόταν στη συγκεκριμένη θέση. Ο ενάγοντας ισχυρίζεται περαιτέρω ότι σαν αποτέλεσμα της παράνομης απόλυσης του απώλεσε το δικαίωμα απασχόλησης για τριάντα μήνες σαν έκτακτου υπαλλήλου. Μετά τη συμπλήρωση της περιόδου αυτής, κατά ή περί τις 22.10.2003 θα είχε το καθεστώς του μόνιμου υπαλλήλου δυνάμει των προνοιών της Νομοθεσίας και συγκεκριμένα του Νόμου 98
(1)/2003 περί Εργοδοτουμένων με Εργασία (Ορισμένου Χρόνου/Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003. Ο περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμος του 2003 (Ν98
(1)/2003) προβλέπει: «7
(1)Όπου- (α) Εργοδότης απασχολεί εργοδοτούμενο με σύμβαση εργασίας χρόνου, είτε κατόπιν ανανέωσης της σύμβασης είτε άλλως∙ (β) ο εργοδοτούμενος αυτός είχε προηγουμένως απασχοληθεί για συνολική περίοδο τριάντα μηνών ή περισσότερο με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου∙ η σύμβαση θα θεωρείται για όλους τους σκοπούς ως σύμβαση αορίστου διάρκειας, και οποιαδήποτε πρόνοια στη σύμβαση αυτή η οποία περιορίζει τη διάρκειά της δε θα ισχύει, εκτός εάν ο εργοδότης αποδείξει ότι η εργοδότηση του εργοδοτουμένου με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου μπορεί να δικαιολογηθεί από αντικειμενικούς λόγους». Στον υπολογισμό της περιόδου των 30 μηνών δεν λαμβάνεται υπόψιν, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου, οποιαδήποτε περίοδος απασχόλησης που έλαβε χώρα πριν από την ημερομηνία που ο Νόμος τέθηκε σε ισχύ[3]. Αυτό αναφέρεται και στην εγκύκλιο που παρουσίασε ο ίδιος, τεκμήριο
- Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα. «Αναφέρομαι στο πιο πάνω θέμα και σας πληροφορώ ότι, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 7 του περί Εργοδοτουμένων με Εργασία Ορισμένου Χρόνου (Απαγόρευση Δυσμενούς Μεταχείρισης) Νόμου του 2003 (Ν.98(Ι)2003), ο οποίος δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας ημερ. 25.7.2003, οι εργοδοτούμενοι με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου που από την ημερομηνία δημοσίευσης του Νόμου αυτού και μετά θα συμπληρώνουν συνολική περίοδο απασχόλησης με εργασία ορισμένου χρόνου διάρκειας τριάντα μηνών (ανεξαρτήτως σειράς διαδοχικών συμβάσεων εργασίας και αφού από αυτές αφαιρεθούν οι άδειες απουσίας χωρίς απολαβές), θα καθίστανται απασχολούμενοι αορίστου χρόνου». Ο πιο πάνω νόμος τέθηκε σε ισχύ την 25.7.2003 και ως εκ τούτου ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι στην περίοδο των 30 μηνών που απαιτείται για να θεωρείται εργοδοτούμενος αορίστου χρόνου θα μπορούσε να είχε υπολογισθεί η υπηρεσία του από τη 12.3.2002 δεν ευσταθεί. Με βάση τα πιο πάνω καταλήγω ότι οι κατ΄ ισχυρισμό ζημιές δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι προέκυψαν ως άμεση συνέπεια της ακυρωθείσας πράξης. Η μόνη ζημιά που υπέστη ο ενάγοντας ήταν η απώλεια του μισθού του για την περίοδο απασχόλησης του, ο οποίος του αποστάληκε εκ των υστέρων, πριν την καταχώρηση της αγωγής. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης μου θεωρώ σκόπιμο να εξετάσω και το θέμα των αποζημιώσεων σε περίπτωση έφεσης. Η απασχόληση του ενάγοντα ήταν στη κλίμακα Α
- Οι καθαρές απολαβές του για την περίοδο 11.3.2002 μέχρι 3.4.2002, δηλαδή για 24 ημέρες ήταν ΛΚ516.
- Εφαρμόζοντας την αναλογική μέθοδο οι μηνιαίες καθαρές απολαβές του ανέρχονται στο ποσό των ΛΚ
- Σε περίπτωση που εγκρίνετο η αξίωση του για καταβολή μισθών τριάντα μηνών τότε η καταβολή αποζημίωσης, με βάση τους πιο πάνω υπολογισμούς μου, θα ανήρχετο σε ΛΚ19.350 που αντιστοιχεί σε €33.061,
- Αξιώνει περαιτέρω «παραδειγματικές αποζημιώσεις και ηθική αποζημίωση». Η επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων ενδείκνυται μόνο στις περιπτώσεις όπου η διαγωγή του διαδίκου ήταν τόσο αξιόμεμπτη ώστε να αρμόζει η τιμωρία του. Στην απόφαση Papakokkinou v Kanther[4], που αποτελεί αυθεντία επί του θέματος διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «.The fact is that conduct accompanied by a marked element of arrogance, insolence or malice, may justify an award of exemplary damages, particularly if it tends to humilitate the victim of the tort. Therefore, no contact is discernible between the decisions of the Supreme Court in Gregoriades v. Kyriakides
(1971)1 CLR 120 and Eliades v. Lyssarides
(1979)1 CLR 254 and the decision in Rookes, supra. .It is unnecessary to express a concluded opinion on the precise limits to an award of exemplary damages in these proceedings, nor need we pronounce finally on the applicability in Cyprus of the rules approved in Rookes, for, on any view of the law, defendant is liable to exemplary damages. If we were required to choose between the two streams of authority, our inclination would be, as presently advised, to follow the wider approach that permits the award of exemplary damages for tortuous conduct whenever such conduct is so intrinsically blameworthy as to deserve punishment from a civil court. In this way, civil law would retain an effective armoury for the suppression of contumacious conduct out of keeping with minimum acceptable norms of behaviour». Στη υπό κρίση υπόθεση το θέμα που προέκυψε και οδήγησε στο τερματισμό της προσωρινής απασχόλησης του ενάγοντα ήταν νομικό, ήτοι κατά πόσο ο έκτακτος υπάλληλος μπορούσε να θεωρηθεί ως «δημόσιος υπάλληλος». Αναμφίβολα δεν πρόκειται για ενέργεια αξιόμεμπτη που χρήζει τιμωρίας. Σε σχέση δε με την αξίωση του για ηθική ζημιά παρατηρώ ότι με βάση την ισχύουσα νομολογία η ηθική βλάβη δεν συνιστά άμεσο αποτέλεσμα ή άμεση συνέπεια της ακυρωθείσας παράνομης πράξης και δεν καλύπτεται από τις πρόνοιες του άρθρου 146.6 του Συντάγματος[5]. Ανεξαρτήτως τούτου όμως με βάση τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ο ενάγοντας υπέστη οποιαδήποτε ηθική ζημία λόγω του τερματισμού της έκτακτης απασχόλησης που διήρκησε ως αναφέρω και πιο πάνω, μερικά εικοσιτετράωρα. Η αγωγή απορρίπτεται μ΄ έξοδα υπέρ του εναγομένου και εναντίον του ενάγοντα, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Μιχαήλ Μαυρονύχης v. Αρχή Βιομηχανικής Καταρτίσεως
(1995)3 ΑΑΔ 612, 618-619 και Takis P. Makrides v. Γενικού Εισαγγελέα
(1997)1 ΑΑΔ 1424, 1433-1434. [2] Γ.Ε της Δημοκρατίας v. Χ. Ταλιαδώρου
(2005)1 Α ΑΑΔ 586, 598, 599. [3] Άρθρο 7
(3)«Κατά την εφαρμογή του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου, αναφορικά με εργοδοτούμενους με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ή με σειρά συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, κατά την ημερομηνία κατά την οποία ο Νόμος αυτός τίθεται σε ισχύ, οποιαδήποτε περίοδος απασχόλησης που έλαβε χώρα πριν από την ημερομηνία αυτή δε θα λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς της παραγράφου (β) του εδαφίου
(1)του παρόντος άρθρου». [4]
(1982)1 CLR 65,
- [5] Γενικός Εισαγγελέας v.
- Χ. Ταλιαδώρου κ.α
(2005)1 Α ΑΑΔ 586. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο