Παναγιώτη Αβάνη κ.α. ν. Χρυσαφιλιώτισσα Δημόσια Λίμιτεδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 693/2012, 12 Απριλίου, 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A120 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Ρ. Λιάτσου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 693/2012 Μεταξύ:
- Παναγιώτη Αβάνη
- Σάββα Νικολαΐδη
- Μέλιου Γιάννακα Εναγόντων και
- Χρυσαφιλιώτισσα Δημόσια Λίμιτεδ
- Χρυσαφιλλιώτισαα Επενδυτική Λίμιτεδ
- Vallone Co Limited Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερ. 30 Ιανουαρίου, 2012 για Έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων 12 Απριλίου,
- Για τον ενάγοντες-Αιτητές: κ. Α. Θεοφίλου Για τους εναγόμενους-Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Στ. Μαυροκέφαλος ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες είναι γιατροί-γυναικολόγοι. Η μετοχική τους συμμετοχή στο κεφάλαιο της εναγόμενης 1, δημόσιας Κυπριακής Εταιρείας, ως μετόχων μειοψηφίας, οδήγησε, κάτω από τις συνθήκες που θα επεξηγηθούν αμέσως πιο κάτω, στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής και στη διεκδίκηση των υπό κρίση προσωρινών διαταγμάτων. Παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις των μερών σε σχέση με θέματα που αφορούν την οικονομική ευρωστία της εναγόμενης 1 και τους λόγους που συνέτειναν στην έγκριση των επίδικων ψηφισμάτων στις 30.12.2011, μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως τα όσα αφορούν τη μετοχική δομή των εμπλεκόμενων εταιρειών και τη γενεσιουργό αιτία της μεταξύ των αντιδίκων διαφοράς: Οι εναγόμενες 1 και 2 ανήκουν, κατά μεγάλο ποσοστό, στον όμιλο εταιρειών της εναγόμενης 3, η οποία, με τη σειρά της, ανήκει κατά 100% στον όμιλο εταιρειών της εισηγμένης στο Χρηματιστήριο Αθηνών «Διαγνωστικό και Θεραπευτικό Κέντρο Αθηνών "Υγεία Ανώνυμη Εταιρεία"» (θα αναφέρεται στη συνέχεια ως «Υγεία ΑΕ»). Το υπόλοιπο μετοχικό κεφάλαιο της εναγόμενης 2 ανήκει σε άλλα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων ιδιώτες γιατροί, όπως οι ενάγοντες. Συνοπτικά δε, ιδιοκτήτες της εναγόμενης 1 είναι η εναγόμενη 3, η εναγόμενη 2, ιδιώτες γιατροί και άλλα πρόσωπα. Η εναγόμενη 1 συμμετέχει κατά 100% στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας «Ιατρικό Κέντρο Λεμεσού "Αχίλλειον" Λίμιτεδ», κύρια δραστηριότητα της οποίας είναι η διαχείριση του Ιδιωτικού Νοσοκομείου Αχίλλειον. Το ιατρικό αυτό κέντρο στεγάζεται σε ακίνητα τα οποία ανήκουν στην εναγόμενη 1, έναντι ετήσιας αμοιβής. Στις 30.12.2011 έλαβε χώρα Γενική Συνέλευση των μετόχων της εναγόμενης 1, στην οποία υπερψηφίστηκαν κατά πλειοψηφία ψηφίσματα για σημαντική αύξηση του ονομαστικού κεφαλαίου της και εξουσιοδοτήθηκαν οι διοικητικοί σύμβουλοί της όπως ασκήσουν όλες τις εξουσίες για την έκδοση και παραχώρηση προς τους μετόχους, τόσο αριθμού συνήθων μετοχών που δεν είχαν μέχρι τότε εκδοθεί, όσο και των πρόσθετων μετοχών που κάλυπτε το ψήφισμα ημερ. 30.12.
- Ακολούθως, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης 1 ιδίας ημερομηνίας, αποφασίστηκε αντίστοιχη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, με δικαίωμα προτίμησης υπέρ όλων των παλαιών μετόχων της εταιρείας. Προβάλλοντας, ουσιαστικά, οι ενάγοντες αντικαταστατική και παράνομη σύγκληση Γενικής Συνέλευσης και λήψη αποφάσεων, προσέφυγαν στο Δικαστήριο καταχωρώντας αγωγή υπό τύπο Γενικού Κλητηρίου Εντάλματος και διεκδικώντας ακύρωση των αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης της εναγόμενης 1 για αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου και εξουσιοδότηση των συμβούλων της να προχωρήσουν στην έκδοση και παραχώρηση μετοχών. Αξιώνουν επίσης δηλωτική απόφαση ακύρωσης ως αντίθετης προς το νόμο και/ή το καταστατικό της εναγόμενης 1 και/ή ως εκτός των εξουσιών του διοικητικού της συμβουλίου (ultra vires) απόφασης σχετικής με κατ΄ ισχυρισμό δάνεια της εναγόμενης 3 προς την εταιρεία «Ιατρικό Κέντρο Λεμεσού "Αχίλλειον" Λίμιτεδ». Τέλος, επιδιώκουν αποζημιώσεις ύψους 15 εκατομμυρίων ευρώ εναντίον των εναγομένων 2 και 3 για ζημιές που κατ΄ ισχυρισμό τους υφίστανται από την έκδοση των αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης της εναγόμενης 1 και του διοικητικού της συμβουλίου και οι οποίες, ως θέτουν, έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση της αξίας των μετοχών τους στην εναγόμενη
- Την ίδια μέρα καταχωρήθηκε μονομερώς και η υπό κρίση Αίτηση. Ας σημειωθεί ότι δεν εξετάστηκε στην απουσία της άλλης πλευράς, αλλά δόθηκαν οδηγίες επίδοσής της. Οι Αιτητές εξαιτούνται διαταγμάτων:
(1)Αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης της Γενικής Συνέλευσης της εναγόμενης 1 ημερ. 30.12.2011 για αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της,
(2)αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης εξουσιοδότησης των διοικητικών συμβούλων να προχωρήσουν στην έκδοση και παραχώρηση στους μετόχους τόσο των μη εκδοθέντων υφιστάμενων μετοχών, όσο και αυτών που εγκρίθηκαν να εκδοθούν,
(3)αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης 1 ημερ. 30.12.2011 για υλοποίηση των αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης. Αξιώνονται επίσης διατάγματα με τα οποία να παρεμποδίζονται οι εναγόμενες 2 και 3 να αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν με οιονδήποτε τρόπο τις μετοχές που κατέχουν στην εναγόμενη 1, έτσι ώστε αυτές να παραμείνουν στην ιδιοκτησία τους μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Νομικό υπόβαθρο της Αίτησης συνιστούν τα άρθρα 4 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, ο περί Εταιρειών Νόμος, Κεφ. 113, οι αρχές έκδοσης διαταγμάτων τύπου mareva και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τη συνοδευτική ένορκο δήλωση ορκίζεται ο ενάγοντας
- Πέραν των αναφορών για τη μετοχική δομή των εμπλεκόμενων εταιρειών και την οικονομική εμβέλεια της εναγόμενης 1, προβάλλεται ως βασική θέση ότι η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης 1 δεν ήταν αποτέλεσμα οποιωνδήποτε οικονομικών υποχρεώσεων της προς τρίτα πρόσωπα, και δη την «Υγεία ΑΕ», ούτε αναγκαία για εξασφάλιση κεφαλαίων για προώθηση των εργασιών της, αλλά σχεδιάστηκε από τις εναγόμενες 2 και 3 για να μειωθεί η συμμετοχή των εναγόντων στο κεφάλαιο της εναγόμενης 1 και το όφελός τους από αυτή τη συμμετοχή. Θέτει δε ο ενόρκως δηλών ότι αυτό έγινε προκειμένου οι μέτοχοι πλειοψηφίας να εκμεταλλευθούν το κέρδος από την πώληση του αυξημένου δικού τους ποσοστού σε ξένους επενδυτές. Πέραν των πιο πάνω, τίθεται, ως επίσης βασικός ισχυρισμός, πως, για τους λόγους που θα επεξηγηθούν στην πορεία της ενδιάμεσης απόφασης, τόσο η σύγκληση, όσο και η διεξαγωγή της Γενικής Συνέλευσης της 30.12.2011 καλύπτονται από παράνομες και αντικαταστατικές πράξεις. Η νομική βάση της ένστασης είναι ουσιαστικά ταυτόσημη με αυτή της Αίτησης. Οι λόγοι δε ένστασης είναι πολυάριθμοι. Μπορούν να συνοψιστούν στην καταγραφή ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και ότι δεν αποκάλυψαν, ως όφειλαν οι Αιτητές, όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Γίνεται ακόμη επίκληση ανεπάρκειας της νομικής βάσης της Αίτησης και παραβίασης Συνταγματικών και άλλων νομίμων δικαιωμάτων, τόσο των εναγομένων όσο και τρίτων προσώπων που δεν είναι μέρη στην παρούσα διαδικασία. Τη συνοδευτική ένορκο δήλωση ορκίζεται ο διοικητικός σύμβουλος και πρόεδρος των διοικητικών συμβουλίων των εναγομένων εταιρειών Ανδρέας Καρταπάνης. Αφού καταγράφει τη μετοχική δομή των εμπλεκόμενων νομικών προσώπων και περιγράφει τις οικονομικές δυνατότητες και τα περιουσιακά τους στοιχεία, αρνείται - για λόγους που με λεπτομέρεια επεξηγεί και οι οποίοι θα απασχολήσουν αργότερα - την ύπαρξη οποιασδήποτε καταστατικής εκτροπής ή παραβίασης οποιουδήποτε νόμου κατά τη λήψη των επίδικων αποφάσεων. Θέτει δε ως βασική του παράμετρο ότι αποκλειστικός σκοπός της αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου είναι η ενίσχυση της οικονομικής βάσης της εναγόμενης 1, προς καλύτερη προώθηση και διεκπεραίωση των εργασιών της. Επικαλούμενος ακόμη ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις της εναγόμενης 1, προσθέτει ότι στα πλαίσια της εν λόγω αύξησης εντάσσεται, μεταξύ άλλων, και η κεφαλαιοποίηση ποσών ύψους πέντε περίπου εκατομμυρίων ευρώ που έχουν καταβληθεί για τη συμμετοχή της εναγόμενης 3 και τα οποία έχουν ήδη χρησιμοποιηθεί για τη λειτουργία του Ιατρικού Κέντρου Αχίλλειον. Είναι, τέλος, βασική προέκταση των θέσεών του ότι η αύξηση γίνεται κατά τρόπο που προστατεύει τα συμφέροντα όλων των μετόχων και όχι μόνο των πλειοψηφούντων, δεδομένου ότι όλοι οι μέτοχοι έχουν δικαίωμα συμμετοχής στο ποσό της αύξησης και με αυτό τον τρόπο δεν μεταβάλλεται η υφιστάμενη μετοχική διάρθρωση της εναγόμενης
- Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι, με εκτεταμένες αγορεύσεις ανέπτυξαν τη νομική πλευρά της έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, με εφαρμογή στα γεγονότα που καλύπτουν την υπό κρίση περίπτωση. Είναι άσκοπη η επανάληψη των θέσεών τους, δεδομένου ότι, στην έκταση που αυτό κρίνεται απαραίτητο, θα παρατεθούν στην πορεία της απόφασης και ανάλογα θα εξεταστούν. Δύο ζητήματα θα πρέπει να αποφασιστούν προκαταρκτικά, όπως η ίδια η φύση τους επιβάλλει, και προτού το Δικαστήριο εισέλθει στην ουσία της Αίτησης: Οι ισχυρισμοί περί παρατυπίας και ακυρότητας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση και απόκρυψης ουσιαστικών γεγονότων. Συνιστά αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι τόσο η αγωγή όσο και η υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθηκαν την ίδια μέρα, ήτοι την 30 Ιανουαρίου,
- Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση φέρει επίσης την ίδια ημερομηνία. Ό,τι αποτέλεσε τη βάση στήριξης του εξεταζόμενου ισχυρισμού των Καθ΄ ων η Αίτηση είναι το περαιτέρω αναντίλεκτο γεγονός ότι την ένορκη αυτή δήλωση ορκίστηκε ο ενάγοντας 3 ενώπιον Πρωτοκολλητή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Ήταν η προέκταση της θέσης του ευπαίδευτου συνήγορου για τους Καθ΄ ων η Αίτηση πως «είναι προφανές ότι η Ένορκη Δήλωση Γιάννακα υπεγράφη πριν την καταχώρηση της αγωγής. Εξ ου και στον τίτλο που φέρει η Ένορκη Δήλωση Γιάννακα δεν περιλαμβάνεται ο αριθμός της Αγωγής. Είναι προφανές ότι ο Εναγόμενος 3 υπέγραψε την Ένορκη Δήλωση Γιάννακα στη Λεμεσό και μετά αυτή απεστάλη στη Λευκωσία για καταχώρηση μαζί με την Αγωγή και την Αίτηση.» Με αυτά ως υπόβαθρο και στηριζόμενος ο κ. Μαυροκέφαλος σε σχετική επί του θέματος νομολογία, προέβαλε την εξεταζόμενη θέση περί παρατυπίας και ακυρότητας της υποστηρικτικής της Αίτησης ένορκης δήλωσης. Στη βάση βεβαίως ότι, όπως νομολογιακά κρίθηκε, μαρτυρία υπό μορφή ένορκης δήλωσης που προηγείται χρονικά της καταχώρησης της αγωγής δεν μπορεί να αποτελέσει το πραγματικό υπόβαθρο για τη χορήγηση θεραπείας. Απλούστατα γιατί το περιεχόμενό της συναρτάται με ανύπαρκτη αγωγή (Stavros Hotel Appartments Ltd κ.ά. (Aρ. 2)
(1994)1 ΑΑΔ 836, 839, Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ
(1995)1 ΑΑΔ 947, 951-952). Η μη συμπερίληψη ως συγκεκριμένου λόγου ένστασης του πιο πάνω ισχυρισμού της πλευράς των Καθ΄ ων η Αίτηση, δεν θα ήταν αρκετή υπό το πρίσμα και τη φύση του περιεχομένου του για να οδηγήσει σε απόρριψή του. Υπάρχουν όμως λόγοι ουσίας που επιδρούν καταλυτικά και καθιστούν έκθετη προς απόρριψη την προβαλλόμενη θέση. Καθότι, ό,τι παραμένει ως δεδομένο ενώπιον του Δικαστηρίου είναι το αδιαμφισβήτητο γεγονός πως τόσο η αγωγή, όσο και η Αίτηση και η υπό αναφορά ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, φέρουν την ίδια ημερομηνία καταχώρησης. Από μόνο του το στοιχείο της πιστοποίησης από Πρωτοκολλητή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, αποσυναρτημένο από οποιαδήποτε μαρτυρία σχετική με τον ακριβή χρόνο πιστοποίησης και, ακολούθως, καταχώρησης της στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, θα καθιστούσε αυθαίρετο το οποιοδήποτε συμπέρασμα επιχείρησε να δομήσει η πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση. Η απουσία λοιπόν σχετικής μαρτυρίας, ως ήταν και η υποχρέωση των Καθ΄ ων η Αίτηση προς στήριξη του ισχυρισμού που προέβαλαν, έχει ως αναπόδραστο αποτέλεσμα την απόρριψή του. Προβάλλεται ως περαιτέρω λόγος ένστασης ότι οι Αιτητές δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο, καθότι απέκρυψαν ότι κατά τη Γενική Συνέλευση της 31.12.2010 ενέκριναν με την ψήφο τους την έκθεση του Διοικητικού Συμβουλίου και των ελεγκτών της εναγόμενης 1 για τη χρήση που έληξε στις 31.12.2010 και την πρόταση για επαναδιορισμό των ελεγκτών της εναγόμενης 1 και για την εκλογή των συμβούλων της. Επιβεβαιώνοντας έτσι, πάντα κατά τους Καθ΄ ων η Αίτηση, την εμπιστοσύνη τους προς αυτούς και αφαιρώντας από τον εαυτό τους το δικαίωμα να προωθούν τις θέσεις που καλύπτουν την υπό κρίση Αίτηση. H διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος και ο όλος μηχανισμός που την διέπει έχουν βαθιές τις ρίζες τους στο Δίκαιο της Επιείκειας. Οι παράμετροι προσέγγισης του όλου ζητήματος από τα Δικαστήρια έχουν τεθεί από τον Ralph Gibson L.J. στην κλασική επί του θέματος υπόθεση Brink´s Mat Ltd v. Elcombe and others [1988] 1 WLR 1350, 1356-1357. Προς συμπλήρωση της νομικής πτυχής του εξεταζόμενου ζητήματος, παραθέτω πως στις αποφάσεις Harvardskiy Prumyslovy Holdings A.S. v. Daventree Resources Limited κ.ά.
(2008)1 ΑΑΔ 801, Ιερά Μητρόπολη Πάφου και Aristo Developers Ltd, Πολιτική Έφεση 211/2010, ημερ. 14.7.2011, και στην πολύ πρόσφατη CTO Public Company Limited κ.ά. και BAT (Cyprus) Limited κ.ά., Πολιτική Έφεση 263/2009, ημερ. 16.2.2012, κωδικοποιούνται οι σχετικές αρχές οι οποίες διέπουν το όλο φάσμα της απόκρυψης γεγονότων. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου: «Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης. Αυτό διότι ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο δίκαιο της επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υψίστης πίστεως. («uberrima fides»). (Δέστε τις υποθέσεις Brink's Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 WLR 1350, Γρηγορίου v. Χριστόφορου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269-70 και Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606). Η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από την μονομερή αίτηση πρέπει να είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση (Χαραλάμπους v. Petros Michael Exclusif Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1953). Έχει επίσης σημασία το πόσο ουσιώδες είναι το τυχόν μη αποκαλυφθέν στοιχείο και κατά πόσο αυτό θα επηρέαζε ή όχι το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος.» Όπως έχει ήδη αναφερθεί, δεν βρισκόμαστε πλέον ενώπιον διαδικασίας μονομερούς Αίτησης, ούτε και επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Εν πάση δε περιπτώσει, το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Η υφή της υπόθεσης, σε συνάρτηση με τα επιζητούμενα διατάγματα, συνιστούν το πλαίσιο οριοθέτησης της έκτασης του εξεταζόμενου καθήκοντος. Το ουσιαστικό πλέγμα γεγονότων της παρούσας υπόθεσης περιστρέφεται γύρω από ισχυριζόμενη παράνομη σύγκληση Γενικής Συνέλευσης, λήψη αντικαταστατικών αποφάσεων και καταπίεση της μειοψηφίας των μετόχων. Υπό το φως, λοιπόν, αυτών των δεδομένων, δεν εντοπίζεται οτιδήποτε στους εξεταζόμενους λόγους, όπως αυτοί προβλήθηκαν από την πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση, που να θεμελιώνει ότι οι Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια ή παραβίασαν οποιοδήποτε καθήκον τους βαραίνει σε διαδικασία αυτής της μορφής. Το άρθρο 32 προσδιορίζει το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων. Συνεπώς η έκδοση οποιουδήποτε προσωρινού διατάγματος θα πρέπει να διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου αυτού. Το δε Δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος, επιβάλλεται να ικανοποιηθεί για τη συνύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 32, χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση (Αντωνία Παναγίδου κ.ά. v. Μαρία Παναγίδου κ.ά.
(2001)1 ΑΑΔ 396, 402-3). Τα κριτήρια του άρθρου 32 του Νόμου 14/60, των οποίων η σωρευτική ικανοποίηση θα πρέπει να καλυφθεί προτού εξεταστεί και το ισοζύγιο της ευχέρειας, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων, έχουν διατυπωθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με προεξέχουσα την κλασσική επί του θέματος Α. Οδυσσέως v. Α. Pieris Estates Ltd κ.ά.
(1982)1 ΑΑΔ
- Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση ικανοποιείται με την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης. Ο δε εντοπισμός πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή, περιστρέφεται γύρω από την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Στο στάδιο της έκδοσης διατάγματος είναι αρκετό να καταδειχθεί κάτι πέραν της απλής πιθανολόγησης, αλλά λιγότερο από το ισοζύγιο πιθανοτήτων, προκειμένου να ικανοποιηθεί το κριτήριο της πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή. Το τρίτο κριτήριο του άρθρου 32 είναι η κατάδειξη δυσκολίας ή αδυναμίας να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Η βάση των αξιώσεων των Αιτητών περιστρέφεται γύρω από τα όρια εξουσίας των μετόχων πλειοψηφίας, τη θέση περί καταπίεσης της μειοψηφίας και το νομότυπο των υπό κρίση αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης της εναγόμενης
- Ως εκ τούτου, είναι το κατάλληλο στάδιο να τεθούν, λιτά, οι αρχές που διέπουν τα πιο πάνω θέματα. Ιδιοκτήτες μιας εταιρείας είναι οι μέτοχοί της, οι οποίοι και ασκούν την εξουσία που απορρέει από τη μετοχική συμμετοχή τους στα πλαίσια των Γενικών Συνελεύσεων. Οι αποφάσεις λαμβάνονται διά πλειοψηφίας και με προεξέχουσα αρχή ότι ο κάθε μέτοχος είναι ελεύθερος να ψηφίσει στη βάση των δικών του συμφερόντων. Οι μέτοχοι, ασκώντας το δικαίωμα της ψήφου που τους παρέχει η μετοχική τους δύναμη, δεν οφείλουν καθήκον πίστης προς άλλους μετόχους. Εντοπίζεται ως κανόνας του κοινοδικαίου, απόρροια της κατίσχυσης της αρχής της κυριαρχίας της πλειοψηφίας, ότι εταιρικά δικαιώματα μέλους εταιρείας είναι δικαιώματα τα οποία κάθε μέλος έχει συμφωνήσει να υπαγάγει στη θέληση της πλειοψηφίας. Ο κανόνας αυτός εξυπακούει ότι η πλειοψηφική θέληση εκφράζεται σύμφωνα με το νόμο και το καταστατικό. Συνεπώς, συνιστά εξαίρεση του κανόνα της κυριαρχίας της πλειοψηφίας (majority rule), αφενός πράξη στην οποία εντοπίζεται δόλος εις βάρος της μειοψηφίας και, αφετέρου, πράξη η οποία παραβιάζει τα προσωπικά δικαιώματα κάποιου μετόχου (Peters American Delicacy Co Ltd v. Heath (1938-1939) 61 C.L.R. 457, Foss v. Harbottle
(1843)2 Hane 261). Απόφαση συνιστά δόλο εις βάρος της μειοψηφίας όταν αυτή δεν λαμβάνεται καλή τη πίστη και προς το συμφέρον της εταιρείας ως συνόλου. Επίσης, όταν σε αυτή εντοπίζεται διάκριση μεταξύ πλειοψηφίας και μειοψηφίας, κατά τρόπο που να παρέχει στην πλειοψηφία των μετόχων κάποιο πλεονέκτημα το οποίο στερείται η μειοψηφία (Allen v. Gold Reefs of West Africa
(1900)1 Ch. 656, 671). Παρεμβάλλω ότι δεν είναι πάντοτε εύκολο να εντοπιστεί σε μια συγκεκριμένη υπόθεση κατά πόσο η πλειοψηφία των μετόχων καθοδηγήθηκε και αποφάσισε προς το συμφέρον της εταιρείας ως συνόλου. Το σχετικό βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των μετόχων μειοψηφίας, τα δε γεγονότα θα πρέπει να είναι ιδιαίτερα εξαιρετικά προκειμένου να εξαχθεί συμπέρασμα παραγνώρισης από την πλειοψηφία των συμφερόντων της εταιρείας. Στη βάση αυτή, και προκειμένου να καταδειχθεί κάτι τέτοιο δεν είναι αρκετό το γεγονός ότι παρέχεται κάποιο πλεονέκτημα σε συγκεκριμένους μετόχους πλειοψηφίας, αφού ούτως ή άλλως τέτοια πλεονεκτήματα είναι σύμφυτα με την πλειοψηφική μερίδα μιας εταιρείας. Κατά κανόνα λοιπόν προβάλλει ως γενική αρχή, η οποία και εφαρμόζεται σε όλες τις παρόμοιες περιπτώσεις, ότι, εκτός και εάν υπάρχει οποιαδήποτε δεσμευτική διάταξη στο καταστατικό, ψήφισμα της πλειοψηφίας των μετόχων δεόντως ληφθέν σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα καλείται να ασχοληθεί νόμιμα η εταιρεία, είναι δεσμευτικό για τη μειοψηφία, και, συνακόλουθα, για την εταιρεία (North-West Transportation Co Ltd v. Beatty
(1887)12 App. Cas. 589, 593). Η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου εταιρείας αποτελεί τον πλέον σύνηθη τρόπο άντλησης κεφαλαίων από τους μετόχους, προκειμένου να διευκολυνθεί η εταιρεία στη διεκπεραίωση των σκοπών της. Όπως όμως εντοπίζεται, οι αποφάσεις για αύξηση του κεφαλαίου συνιστούν μια κλασσική τακτική της πλειοψηφίας, προκειμένου να ασκήσουν οικονομική πίεση στη μειοψηφία και τελικά να περιορίσουν τη μετοχική της συμμετοχή (Hollington's, Shareholders' Rights, 4η έκδοση, σελ. 58). Η καλή τη πίστη απόφαση για αύξηση του κεφαλαίου και, ακόμη, το γεγονός ότι προσφέρθηκαν μετοχές σε όλους τους υφιστάμενους μετόχους κάτω από τους ίδιους όρους, δεν αποκλείουν δυσμενή ή άδικη για τα συμφέροντα της μειοψηφίας έκδοση. Εφόσον γνωρίζει η πλειοψηφία ότι μέτοχος μειοψηφίας δεν έχει τα χρήματα να ασκήσει τα δικαιώματα αγοράς μετοχών και οι μετοχές προσφέρονται σε οποιαδήποτε τιμή που δεν δικαιολογείται, τότε η αύξηση, αντικειμενικά αντικριζόμενη, συνιστά άδικη και καταπιεστική ενέργεια. Ακόμη κι έτσι όμως, τα περιθώρια εφαρμογής της αρχής της πλειοψηφίας υφίστανται. Όπως δε τέθηκε στην Αυστραλιανή υπόθεση Doncon v. Doncon
(1990)2 ACSR 385, όταν η εταιρεία σε γενική συνέλευση αποφασίζει την έκδοση μετοχών δεν είναι υποκείμενη σε εμπιστευτικής φύσης ή άλλους, στη βάση επιείκειας, περιορισμούς. Όπως, λοιπόν, εύκολα εντοπίζεται από το σύνολο της νομολογίας και των σχετικών αυθεντιών, είναι σε εξαιρετικές περιπτώσεις και όπου τα γεγονότα ξεκάθαρα το επιτρέπουν που το Δικαστήριο επεμβαίνει στις εσωτερικές διεργασίες εταιρείας, όπως αυτές εκφράζονται μέσα από τις αποφάσεις των Γενικών Συνελεύσεών της. Επικαλούνται οι Αιτητές παρανομίες και παρατυπίες στην πορεία σύγκλησης της Γενικής Συνέλευσης της εναγόμενης 1 και έκδοσης των επίδικων αποφάσεων. Οι σχετικές θέσεις τους συνοψίζονται στις αναφορές ότι τα ψηφίσματα στην Έκτακτη Γενική Συνέλευση είχαν προταθεί ως «Ειδικά» στην ειδοποίηση σύγκλησής της, χωρίς να τηρηθούν οι προβλεπόμενες από το καταστατικό προθεσμίες, ότι ο πρόεδρος της εναγόμενης 2 - ο ενόρκως δηλών Αντρέας Καρταπάνης - δεν ήταν εξουσιοδοτημένος να ψηφίσει στην Έκτακτη Γενική Συνέλευση για λογαριασμό της εταιρείας αυτής και ότι, τελικά, πρόθεση των εναγομένων 2 και 3 δεν ήταν η εξασφάλιση χρημάτων για προώθηση των σκοπών της εναγόμενης
- Οι πιο πάνω εισηγήσεις στερούνται ερείσματος. Οι ενάγοντες, όπως είναι αναντίλεκτο, παρευρέθηκαν, υπό την ιδιότητα των Συμβούλων, στη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εναγόμενης 1 ημερ. 8.12.2011, στην οποία αποφασίστηκε η σύγκληση της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης. Όχι μόνο έλαβαν μέρος στις εργασίες της Συνέλευσης αυτής, αφού είχαν πληροφορηθεί προηγουμένως για τη σύγκλησή της, αλλά και ψήφισαν. Συνεπώς, δεν χωρεί επίκληση επηρεασμού των οιωνδήποτε δικαιωμάτων τους. Ούτως ή άλλως, δεν τίθετο θέμα «ειδικού» ψηφίσματος για αύξηση του κεφαλαίου, δεδομένου ότι το ίδιο το καταστατικό της εναγόμενης 1, Τεκμ. 12 στην ένορκη δήλωση Καρταπάνη, στο άρθρο 42, προβλέπει για αύξηση του κεφαλαίου της εταιρείας με «σύνηθες» ψήφισμα. Ως εκ τούτου, η λεκτική παρατυπία στην ειδοποίηση της σύγκλησης της Συνέλευσης με αναφορά σε «ειδικό» ψήφισμα, ήταν άνευ σημασίας. Σε σχέση με το θέμα της εξουσιοδότησης του προέδρου της εναγόμενης 2 να ψηφίσει για λογαριασμό της, είναι αρκετό να αναφερθεί ότι ο Ανδρέας Καρταπάνης διορίστηκε, στις 15.9.2011, ως πρόεδρος της εταιρείας αυτής σε αντικατάσταση του προηγούμενου, με τη σύμφωνη θέση των συμβούλων της εναγόμενης 2, συμπεριλαμβανομένων των εναγόντων. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τη γραπτή απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εναγόμενης 2, Τεκμ. 11 στην ένορκη δήλωση Καρταπάνη. Ως πρόεδρος δε υποκατέστησε τον προκάτοχό του στη γενική εξουσιοδότηση που είχε να δεσμεύει την εναγόμενη 2 επί όλων των θεμάτων. Εν πάση δε περιπτώσει, όπως ορθά εντοπίζεται και από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Καθ΄ ων η Αίτηση και αποτυπώνεται στα πρακτικά της Γενικής Συνέλευσης της 30.12.2011, Τεκμ. 7 στην ένορκη δήλωση Καρταπάνη, το εξεταζόμενο ζήτημα απασχόλησε την Έκτακτη Γενική Συνέλευση και επιλύθηκε με βάση τον Κανονισμό 64 του καταστατικού της εναγόμενης 1, ο οποίος προβλέπει: «Καμιά ένσταση δεν θα μπορεί να προβληθεί αναφορικά με τα προσόντα οποιουδήποτε ψηφοφόρου εκτός στην ίδια τη συνέλευση ή την εξ αναβολής συνέλευση στην οποία η ψήφος σε σχέση με την οποία προβλήθηκε η ένσταση δόθηκε ή προσφέρθηκε και κάθε ψήφος που δεν έχει αποκλειστεί στη συνέλευση αυτή, τα θεωρείται έγκυρη για όλους τους σκοπούς. Ένσταση που έχει προβληθεί έγκαιρα θα παραδίνεται στον πρόεδρο της συνέλευσης, και η απόφασή του θα είναι τελική και αδιαμφισβήτητη». Όπως προαναφέρθηκε, η κατάδειξη ιδιαίτερων χαρακτηριστικών είναι αναγκαία προκειμένου να δικαιολογηθεί η παρέκκλιση από τη θεμελιώδη αρχή της υπεροχής των επιλογών της πλειοψηφίας. Τα γεγονότα της υπό κρίση περίπτωσης δεν συνηγορούν σε απόκλιση από την πιο πάνω αρχή. Καθότι, και πέραν των όσων ήδη αναπτύχθηκαν, δεν εντοπίζεται περιθώριο επιτυχίας στη βασική εισήγηση των Αιτητών περί καταπιεστικής συμπεριφοράς της αντίδικης πλευράς. Όπως παραμένει αδιαμφισβήτητο, οι νέες μετοχές που δημιουργήθηκαν στο κεφάλαιο της εναγόμενης 1 θα προσφερθούν σε όλους τους υφιστάμενους μετόχους, κατ΄ αναλογία της μετοχικής τους συμμετοχής και στην ονομαστική αξία τους. Περαιτέρω, η μεταχείριση όλων των μετόχων είναι καθόλα δίκαιη και ισότιμη, με αποτέλεσμα να μην υφίστανται διακρίσεις μεταξύ των μετόχων της εναγόμενης
- Ακόμη, με την απόφαση για αύξηση του κεφαλαίου δεν οδηγούνται, χωρίς άλλο, τα οποιαδήποτε μετοχικά ποσοστά σε συρρίκνωση, δεδομένου ότι όλοι οι μέτοχοι της εναγόμενης 1 μπορούν να συμμετάσχουν στην αύξηση κατ΄ αναλογία των μετοχών που ήδη κατέχουν. Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί των εναγόντων περί οικονομικής αδυναμίας τους να συμμετάσχουν στην αύξηση δεν έχει καταδειχθεί να ήταν σε γνώση των εναγομένων κατά τη λήψη της απόφασης για αύξηση του κεφαλαίου της εναγόμενης 1, ούτως ώστε να τους αποδοθεί η οποιαδήποτε κακοπιστία, αλλά ούτε και μπορεί να επιδράσει στον οικονομικό προγραμματισμό της εναγόμενης 1 και στα συμφέροντα των υπολοίπων μετόχων της, οι οποίοι ψήφισαν υπέρ της αύξησης αυτής. Ακόμη κι αν συνέτρεχαν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32, δεν θα εντοπιζόταν σωρευτική συνύπαρξη του τρίτου κριτηρίου, της δυσκολίας ή αδυναμίας δηλαδή να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Καθότι, συνοπτικά, οι ίδιοι οι ενάγοντες καθορίζουν στην αξίωσή τους συγκεκριμένο ποσό ως αποζημιώσεις. Εισηγούνται βέβαια ότι οι εναγόμενες εταιρείες μπορούν να αποξενώσουν τα περιουσιακά τους στοιχεία και προσθέτουν ότι ανήκουν ουσιαστικά σε όμιλο εταιρειών με έδρα την Ελλάδα. Εύκολα όμως εντοπίζεται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα ότι οι εναγόμενες είναι Κυπριακές εταιρείες, και μάλιστα η εναγόμενη 1 έχει και εισοδήματα και ακίνητα τα οποία, έστω και με τις διαφορετικές οικονομικές προσεγγίσεις των δύο μερών, εκτιμούνται σε πολλά εκατομμύρια ευρώ. Συνεπώς, αφενός δεν βρισκόμαστε ενώπιον περίπτωσης στην οποία θα ήταν αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούνταν οι ενάγοντες, και, αφετέρου, δεν θα υπήρχε ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθούν σε περίπτωση έκδοσης προς όφελός τους απόφασης. Έστω όμως κι αν είχε τεκμηριωθεί η συνύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων, θα προέκυπτε ζήτημα εξέτασης του ισοζυγίου της ευχέρειας. Παρεμβάλλω ότι η ίδια φράση "balance of convenience" αφήνει ανοικτό το πεδίο κρίσης ως προς την ορθότητά της. Είναι μια πρακτική συντομογραφία, αλλά, όπως εντοπίσθηκε από τον May L.J. στην υπόθεση Cayne v. Global Natural Resources plc
(1984)1 All E.R. 225 at 237h: "Τhe balance that one is seeking to make is more fundamental, more weighty, than mere 'convenience'. I think it is quite clear . that, although the phrase may well be substantially less elegant, the 'balance of the risk of doing an injustice' better describes the process involved" Ο όρος "balance of convenience" χαρακτηρίστηκε από τον Sir John Donaldson MR στην υπόθεση Francome v. Mirror Group Newspapers Ltd [1984] 1 WLR 892, ως ατυχής έκφραση. Tέθηκε δε ως πιο αρμόζουσα η φράση "balance of justice" δεδομένου ότι το Δικαστήριο ασχολείται με τη δικαιοσύνη και όχι με την ευχέρεια των διαδίκων. Το ισοζύγιο λοιπόν δικαιοσύνης υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν διαφανεί ότι η απόφασή του που εκδόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη, υπό την έννοια ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει να αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη ή, διαζευκτικά, με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει. Συνεπώς, αποτελεί θεμελιώδη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας, εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «λανθασμένη» [Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd [1996] 1(B) AAΔ.788, 795]. Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου αυτού είναι η διατήρηση του status quo ή, ορθότερα, όπως είναι ο πλήρης όρος του, status quo ante bellum. Της κατάστασης δηλαδή πραγμάτων η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί την αιτία πολέμου (casus belli). Όπως έχει ήδη παρατεθεί, οι ενάγοντες, ως σύμβουλοι της εναγόμενης 1, έλαβαν μέρος στη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου της ημερ. 8.12.2011, στην οποία αποφασίστηκε η σύγκληση της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης για τις 30.12.2011, προκειμένου να προωθηθούν τα επίδικα ψηφίσματα. Στο στάδιο εκείνο δεν εξέφρασαν αδυναμία συμμετοχής τους στην αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Η εναγόμενη 1 είναι δημόσια εταιρεία με δεκάδες μετόχους, η πλειοψηφία των οποίων δεν αποτελεί αντίδικα μέρη στην παρούσα αγωγή, ούτε και εξέφρασε οποιοδήποτε παράπονο σχετικό με τα επίδικα θέματα. Τυχόν έκδοση των αξιούμενων διαταγμάτων θα είχε άμεση επίδραση, τόσο στις εργασίες και τον οικονομικό προγραμματισμό της εναγόμενης 1, όσο και στα δικαιώματα σωρείας άλλων μετόχων της, οι οποίοι νομότυπα άσκησαν τις εξουσίες που τους παρέχει η μετοχική τους συμμετοχή. Εν τέλει, η προώθηση των επίδικων ψηφισμάτων και η, μέσω αυτών, αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου, θα δώσει την ευκαιρία σε όλους τους υφιστάμενους μετόχους ισότιμης συμμετοχής, ενίσχυσης των κεφαλαίων της εναγόμενης 1 και απρόσκοπτης διεκπεραίωσης των εργασιών της. Με καθοδήγηση τις αρχές που διέπουν το ζήτημα του ισοζυγίου και ενόψει των όσων έχουν ήδη αναλυθεί, σταθμίζοντας το όλο το φάσμα των ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένων, είναι κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το ισοζύγιο θα έκλινε σαφώς υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση. Καταληκτικά, η Αίτηση απορρίπτεται στο σύνολό της. Τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος των Καθ΄ ων η Αίτηση, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] Α. Ρ. Λιάτσος, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο