← Κύπρος

Μιχάλη Παπαπέτρου ν. Λάζαρου Μαύρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 477/07, 17 Απριλίου 2012

Μιχάλη Παπαπέτρου ν. Λάζαρου Μαύρου κ.α., Αρ. Αγωγής: 477/07, 17 Απριλίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A121 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 477/07 Μεταξύ: Μιχάλη Παπαπέτρου Ενάγοντα και

  1. Λάζαρου Μαύρου
  2. Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ
  3. Κρόνος Πρακτορείο Τύπου Λτδ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 30.3.12 για αναστολή εκτέλεσης εντάλματος κινητών Ημερομηνία: 17 Απριλίου 2012 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους αιτητές-εναγόμενους: κ. Α. Αποστολίδης για Ανδρέα Σ. Αγγελίδη δ.ε.π.ε. Για τον καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα: κ. Κ. Βελάρης για Βελάρη & Βελάρη Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με μονομερή αίτηση εξασφαλίστηκε εκ μέρους των αιτητών-εναγομένων στις 4.4.2012 διάταγμα με το οποίο αναστέλλετο μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου η εκτέλεση του εντάλματος κινητών που εκδόθηκε στην παρούσα αγωγή, μετά την κατάθεση εκ μέρους τους εγγύησης ύψους €5.000 για πλήρη κάλυψη οποιωνδήποτε ζημιών και εξόδων που ήθελε υποστεί ο ενάγων από την έκδοση του εν λόγω διατάγματος. Πρέπει να λεχθεί ότι με την υπό κρίση αίτηση επιζητείται η αναστολή εκτέλεσης του εντάλματος κινητών που εκδόθηκε στην παρούσα αγωγή μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου ή/και μέχρις ότου εκδικαστεί και εκδοθεί απόφαση στην αίτηση αναστολής της πρωτόδικης απόφασης ημερομηνίας 23.3.
  4. Οι αιτητές έχοντας καταχωρήσει στις 23.3.2012 την αίτηση δια κλήσεως, η οποία βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης και είναι ορισμένη στις 15.5.2012, για αναστολή εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης μέχρι την εκδίκαση και έκδοση απόφασης επί της Πολιτικής έφεσης με αρ. 59/12 που καταχωρήθηκε εναντίον της, προχώρησαν στην καταχώρηση της υπό κρίση μονομερούς αίτησης επιζητώντας αρχικά την αναστολή εκτέλεσης του εντάλματος κινητών μέχρι νεωτέρων διαταγών του Δικαστηρίου ή/και μέχρι την εκδίκαση και έκδοση απόφασης επί της πιο πάνω Πολιτικής έφεσης. Ωστόσο κατά την εμφάνιση του συνηγόρου των αιτητών ενώπιον του Δικαστηρίου στις 4.4.2012, που το Δικαστήριο επιλήφθηκε της μονομερούς αίτησης κατόπιν αδείας λόγω αιτήματος του συνηγόρου να εξετασθεί η μονομερής αίτηση ως κατεπείγουσα, ο συνήγορος προέβη στην τροποποίηση του αιτητικού της μονομερούς αίτησης ενόψει της ύπαρξης της δια κλήσεως αίτησης, ζητώντας την έκδοση του επίδικου διατάγματος μέχρι την εκδίκαση και έκδοση απόφασης επί της αίτησης αναστολής της πρωτόδικης απόφασης ημερομηνίας 23.3.
  5. Το υπό κρίση διάταγμα συνεπώς εκδόθηκε με βάση τα πιο πάνω δεδομένα και ορίστηκε για αναθεώρηση (returnable) στις 10.4.2012, οπότε ο καθ' ου η αίτηση-ενάγων αντέδρασε αρνητικά στη διατήρηση του σε ισχύ με αποτέλεσμα την διεξαγωγή της παρούσας διαδικασίας, αφού καταχωρήθηκε ένσταση εκ μέρους του στις 6.4.
  6. Η ακρόαση δε της αίτησης διεξήχθη κατά την ημέρα που το διάταγμα είχε οριστεί επιστρεπτέο, όπως αξίωσε ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα θεωρώντας ότι η περαιτέρω διατήρηση σε ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος παρέβλαπτε ουσιωδώς τα δικαιώματα του πελάτη του. Νομική βάση της αίτησης αποτελούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.40 θ.θ. 7, 11 και 15, Δ.41, Δ.43 Α, Δ.35 θ.θ. 18-19 και Δ.48 θ.θ. 2 και 8

(1)(ee), το άρθρο 9 του Κεφ. 6 και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Στην ένορκη δήλωση του Πέτρου Ζαχαριάδη, ίδιας ημερομηνίας, που συνοδεύει την αίτηση, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι είναι γραμματέας και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου των εναγομένων 2 και γνωρίζοντας τα γεγονότα της υπόθεσης από προσωπικό χειρισμό, από έγγραφα που έχει στη κατοχή του και πληροφορίες που συνέλεξε, είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη του δήλωση. Όπως περαιτέρω αναφέρει, στις 30.12.2011 εκδόθηκε απόφαση στην υπό κρίση αγωγή παραθέτοντας το διατακτικό της, εναντίον της οποίας στις 30.1.2012 οι αιτητές-εναγόμενοι καταχώρησαν την υπ' αριθμό 59/12 Πολιτική έφεση και αναμένεται ο ορισμός της, ως δε συμβουλεύεται από το δικηγόρο του έχει καλή υπόθεση για επιτυχία της έφεσης. Κατά την εκδίκαση της έφεσης θα κριθεί κατά πόσο ορθά αποφάσισε το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι το επίδικο δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό για το πρόσωπο του ενάγοντα, χωρίς να εξετάσει και να λάβει υπόψη του την ουσία της κριτικής του δημοσιεύματος με βάση τα δεδομένα και το δημόσιο συμφέρον για την υπόθεση καθώς και αν εσφαλμένα αγνόησε ότι ήταν αυστηρή κριτική για τις πολιτικές απόψεις και/ή τη στάση αριθμού κατονομαζομένων στο δημοσίευμα πολιτικών, η οποία δεν είχε σχέση ούτε αναφερόταν στο πρόσωπο του ενάγοντα. Επίσης, θα εξεταστεί κατά πόσο ορθά απορρίφθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο σωρευτικά οι υπερασπίσεις της αλήθειας, του εύλογου σχολίου και του υπό επιφύλαξη προνομίου. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, πρόσφατα δικαστικός επιδότης επισκέφθηκε τους εναγόμενους για την εκτέλεση εντάλματος κατάσχεσης και εκποίησης κινητής περιουσίας και ο ενόρκως δηλών επικοινώνησε άμεσα με τους δικηγόρους του, δίδοντας οδηγίες όπως λάβουν τα δέοντα μέτρα για αναστολή εκτέλεσης της εκδοθείσας πρωτόδικης απόφασης. Όπως ειλικρινά πιστεύει ο ενόρκως δηλών και τον συμβουλεύουν οι δικηγόροι του, υπάρχει πολύ καλός λόγος για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης εφόσον εκκρεμεί η εκδίκαση της προαναφερθείσας έφεσης και η αιτούμενη αναστολή δεν παραβλάπτει τα δικαιώματα του ενάγοντα. Η ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα ημερομηνίας 6.4.2012 έχει ως νομική βάση τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.35 θ.θ.18-19, Δ.40 θ.θ.7 και 11 και Δ.48 θ.4, τη σχετική νομολογία, την πρακτική και τις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου και ως συγκεκριμένοι λόγοι ένστασης προβάλλονται οι ακόλουθοι: - η αίτηση στερείται οποιουδήποτε ή ορθού νομικού υποβάθρου - οι αιτητές απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα τα οποία θα μπορούσαν να επηρεάσουν την κρίση του όταν αποτάθηκαν και εξασφάλισαν μονομερώς το σχετικό διάταγμα - οι αιτητές παραπλάνησαν το Δικαστήριο - η αίτηση είναι κακόπιστη με την έννοια ότι καταχωρήθηκε με μόνο σκοπό την πρόκληση ταλαιπωρίας ή καθυστέρησης στον ενάγοντα - η αίτηση έχει υποβληθεί με μεγάλη καθυστέρηση και με τρόπο που, υπό τις περιστάσεις, καθίσταται καταχρηστική και - τα γεγονότα στα οποία εδράζεται δεν στοιχειοθετούν και δεν επικαλούνται οποιοδήποτε λόγο που να δικαιολογεί επέμβαση του Δικαστηρίου με την αναστολή εκτέλεσης. Την ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση ίδιας ημερομηνίας του Κωνσταντίνου Καποδίστρια, δικηγόρου, ο οποίος γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης έχοντας πληροφόρηση επίσης από τον ενάγοντα, που είναι δικηγόρος αλλά και τους δικηγόρους του ενάγοντα και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη του δήλωση, στην οποία, αποδέχεται ότι εκδόθηκε η επίδικη πρωτόδικη απόφαση (Τεκμήριο 1) και ειδοποίηση έφεσης αυτής επιδόθηκε στους δικηγόρους του ενάγοντα στις 29.2.
  1. Στο μεταξύ, στις 2.2.2012 οι δικηγόροι του ενάγοντα με επιστολή τους προς τους δικηγόρους των εναγομένων ζητούσαν να πληροφορηθούν κατά πόσο οι εναγόμενοι θα ικανοποιούσαν τις εξ αποφάσεως υποχρεώσεις τους προς αποφυγή περαιτέρω καθυστέρησης και εξόδων (Τεκμήριο 2). Καμία ανταπόκριση δεν υπήρξε εκ μέρους είτε των εναγομένων είτε του δικηγόρου τους και στις 29.2.2012, όπως λέχθηκε, επιδόθηκε στους δικηγόρους του ενάγοντα ειδοποίηση έφεσης. Η καταχώρηση έφεσης δεν μπορούσε να επενεργήσει ανασταλτικά στην εκτέλεση της επίδικης απόφασης και δεδομένου ότι οι εναγόμενοι, όπως είχε αντιληφθεί ο ενάγων, δεν είχαν πρόθεση να ικανοποιήσουν τις εξ αποφάσεως οφειλές τους, ο ενάγων έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του να προχωρήσουν με μέτρα εκτέλεσης αρχικά εναντίον των εναγομένων 2 και 3, επιφυλασσόμενος να λάβει παρόμοια μέτρα εναντίον του εναγόμενου 1 αν η εξ αποφάσεως οφειλή παρέμενε ανικανοποίητη. Την 1.3.2012 εκδόθηκε κατά των εναγομένων 2 και 3 ένταλμα κατάσχεσης κινητών (Τεκμήριο 3). Από πληροφόρηση που είχε από τον δικαστικό επιδότη Χριστάκη Νικηφόρου, αυτός επισκέφθηκε κατ' επανάληψη μεταξύ 5 και 20 Μαρτίου τα υποστατικά των εναγομένων 2 προς εκτέλεση του εν λόγω εντάλματος, οι οποίοι, από όσα πληροφορείται ο ενόρκως δηλών, παραπλανούσαν τον επιδότη με διάφορες υποσχέσεις για διακανονισμό του χρέους στην προσπάθεια τους να αποφευχθεί άμεση καταγραφή και κατάσχεση περιουσιακών τους στοιχείων. Στις 27.3.2012 επιδόθηκε στον ενάγοντα αίτηση δια κλήσεως ημερομηνίας 23.3.2012 εκ μέρους των εναγομένων, με την οποία ζητείτο αναστολή της εκτέλεσης της επίδικης δικαστικής απόφασης, που είναι ορισμένη στις 15.5.2012 και ο ενάγων καταχώρησε ένσταση ημερομηνίας 4.4.
  2. Έχοντας λάβει ο ενάγων γνώση της πιο πάνω αίτησης, οι δικηγόροι του επικοινώνησαν με τον προαναφερθέντα δικαστικό επιδότη καθιστώντας του σαφές ότι η εκτέλεση έπρεπε να προχωρήσει. Σύμφωνα με πληροφορίες του επιδότη περί τις 2.4.2012 προχώρησε σε καταγραφή των κινητών που βρίσκονται στα υποστατικά των εναγομένων 2 στην Έγκωμη. Στις 4.4.2012 δικαστικός επιδότης επισκέφθηκε το γραφείο των δικηγόρων του ενάγοντα για την επίδοση διατάγματος ημερομηνίας 4.4.2012 που προφανώς είχε εκδοθεί στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης, στον οποίο υποδείχθηκε ότι όφειλε μαζί με το διάταγμα να επιδώσει και αντίγραφο της αίτησης και της ένορκης δήλωσης βάσει των οποίων εκδόθηκε το εν λόγω διάταγμα, οπότε ο επιδότης απεχώρησε και επέστρεψε αργότερα με τα εν λόγω έγγραφα. Ο ενόρκως δηλών υποδεικνύει ότι οι ένορκες δηλώσεις και των δύο αιτήσεων όσον αφορά την ουσία των υπό εκδίκαση θεμάτων είναι ταυτόσημες. Σύμφωνα με την θέση του, τόσο η υπό κρίση αίτηση όσο και η αίτηση ημερομηνίας 23.3.2012 είναι ανεδαφικές και νόμω αβάσιμες, καταχωρήθηκαν δε μόνο για την πρόκληση περαιτέρω ταλαιπωρίας και καθυστέρησης στον ενάγοντα για να τον αποστερήσουν από τα εκ της αποφάσεως απορρέοντα γι' αυτόν οφέλη, εμποδίζοντας τα μέτρα εκτέλεσης που βρίσκονται σε εξέλιξη. Από ό,τι ο ενόρκως δηλών γνωρίζει και συμβουλεύεται, ο μόνος λόγος που επικαλούνται οι εναγόμενοι για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης είναι η εκ μέρους τους καταχώρηση έφεσης, γεγονός που σύμφωνα με ρητή πρόνοια του σχετικού Διαδικαστικού Κανονισμού δεν μπορεί να έχει από μόνο του οποιοδήποτε ανασταλτικό αποτέλεσμα. Τόσο η αίτηση όσο και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει δεν περιέχουν οποιοδήποτε στοιχείο ή ισχυρισμό για οποιαδήποτε ουσιώδη ζημιά που θα μπορούσε να επιφέρει στους εναγόμενους η εκτέλεση της απόφασης και που δεν θα μπορούσε να αποκατασταθεί σε περίπτωση που η έφεση τους θα επιτύχει. Η αίτηση δεν συνοδεύεται από οποιαδήποτε εισήγηση για διασφάλιση του εκ της αποφάσεως οφειλόμενου ποσού όπως προβλέπεται από τους σχετικούς Διαδικαστικούς Κανονισμούς, γεγονός που την καθιστά εξ υπαρχής πάσχουσα και ανεδαφική. Δεν αναφέρεται οτιδήποτε, επίσης, είτε για την φερεγγυότητα των εναγομένων είτε για τυχόν αφερεγγυότητα του ενάγοντα συνεπεία της οποίας δεν θα μπορούσαν να αποκατασταθούν σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης τους. Σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, οι εναγόμενοι 2 και 3 είναι φερέγγυοι και εύκολα θα μπορούσαν να πληρώσουν την εξ αποφάσεως οφειλή τους χωρίς οποιαδήποτε επίπτωση τους ίδιους ή στις δραστηριότητες τους. Ο δε ενάγων είναι δικηγόρος, ασκώντας το επάγγελμα του για πολλά χρόνια ως συνέταιρος σε δικηγορικό γραφείο και είναι φερέγγυος, ανά πάσα δε στιγμή θα μπορούσε να επιστρέψει στους εναγόμενους οτιδήποτε εισπράξει συνεπεία της απόφασης και θα ήταν διατεθειμένος να υπογράψει σχετική βεβαίωση προς τον Πρωτοκολλητή ως το Δικαστήριο ήθελε διατάξει. Η υπό κρίση αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας με στόχο την παραπλάνηση του Δικαστηρίου και των δικαστικών υπαλλήλων που είναι εντεταλμένοι να εκτελέσουν την απόφαση καθώς και την πρόκληση καθυστέρησης και ζημιάς στον ενάγοντα. Αν οι εναγόμενοι έθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου το γεγονός ότι είχαν καταχωρήσει και προγενέστερη αίτηση για το ίδιο ουσιαστικά ζήτημα, η οποία εκκρεμεί, το Δικαστήριο δεν θα προχωρούσε στην έκδοση του επίδικου διατάγματος, ενόσω η μη αποκάλυψη ή απόκρυψη των πιο πάνω γεγονότων καθιστά το εκδοθέν διάταγμα εξ υπαρχής πάσχον. Κατά την ακρόαση της αίτησης αγόρευσαν μόνο οι συνήγοροι των διαδίκων, υποστηρίζοντας τη θέση κάθε πλευράς αντίστοιχα με βάση τα γεγονότα και τη νομολογία που διέπει το θέμα. Εκ μέρους του συνηγόρου των αιτητών-εναγομένων προβάλλει η εισήγηση ότι θα πρέπει να διατηρηθεί σε ισχύ το επίδικο διάταγμα μέχρι την εκδίκαση της αίτησης αναστολής της δικαστικής απόφασης καθότι, αν δεν αποφευχθεί η εκτέλεση του εντάλματος κινητών, οι εναγόμενοι θα υποστούν τις συνέπειες της πώλησης και της οριστικής απώλειας των κινητών τους με αποτέλεσμα να απωλεσθεί το αντικείμενο της διαφοράς ενόσω εκκρεμεί η αίτηση αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης, η εκδίκαση της οποίας θα ξεκαθαρίσει οριστικά το ζήτημα εφόσον οι εναγόμενοι έχουν εξαίρετες πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης τους. Σύμφωνα με τον συνήγορο, δεν εξειδικεύονται οποιαδήποτε γεγονότα που, σύμφωνα με τον ενάγοντα, οι εναγόμενοι κακόπιστα και για παραπλάνηση του Δικαστηρίου απέκρυψαν, ούτε για οποιαδήποτε παρατυπία στην νομική βάση της αίτησης που επικαλούνται ότι υπάρχει, δεδομένου μάλιστα ότι ο καθ' ου η αίτηση-ενάγων έλαβε μέρος στη διαδικασία και δεν επηρεάστηκε δυσμενώς από τυχόν παρατυπία, η οποία άλλωστε θα μπορούσε να θεραπευθεί δυνάμει της νέας Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Αντίθετα, η εισήγηση εκ μέρους του συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα ως προς το τυπικό μέρος της αίτησης είναι ότι αφενός δεν τηρήθηκε το ορθό δικαιοδοτικό πλαίσιο στην υπό κρίση αίτηση εφόσον δεν έχει επιδοθεί μαζί με το υπό κρίση διάταγμα η αίτηση βάσει της οποίας αυτό εξεδόθη όπως ρητά προνοείται στη Δ.48 θ.13, δεδομένου ότι, όπως κατά την ακρόαση της αίτησης υπέδειξε το Δικαστήριο, το αιτητικό της επίδικης αίτησης τροποποιήθηκε κατά την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος, γεγονός που ο συνήγορος μόλις πληροφορήθηκε, ενόσω έχει επιδοθεί η αίτηση με το προγενέστερο λεκτικό της. Αφετέρου απεκρύβησαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα αναφορικά με την προϋπάρχουσα αίτηση ημερομηνίας 23.3.
  3. Ως προς την ουσία της αίτησης, ο συνήγορος υπέδειξε ότι η αναστολή εκτέλεσης επιζητείται μόνο λόγω της καταχώρησης έφεσης εναντίον της πρωτόδικης απόφασης. Παρόλο δε που δεν συμμερίζεται τη θέση των αιτητών-εναγομένων ότι υπάρχουν καλές προοπτικές επιτυχίας της έφεσης, ο παράγοντας αυτός είναι οριακής σημασίας για την αναστολή εκτέλεσης απόφασης. Εξετάζοντας το Δικαστήριο τους παράγοντες προς αναστολή της πρωτόδικης απόφασης θα πρέπει να λάβει υπόψη του κατά πόσο η έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Στην παρούσα υπόθεση δεν εγείρεται καν τέτοιος ισχυρισμός ούτε υπάρχει τέτοιο υλικό και οι εναγόμενοι δεν αναφέρονται σε αφερεγγυότητα του ενάγοντα. Το Δικαστήριο εξισορροπώντας τους δύο παράγοντες που καθορίζουν την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δεν θα πρέπει να λάβει υπόψη του τα όσα οι αιτητές-εναγόμενοι ισχυρίζονται και είναι ορθό και δίκαιο να απορρίψει την αίτηση ως ουσιαστικά και νομικά αστήρικτη δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα ότι είναι φερέγγυος και ικανός να επιστρέψει στους αιτητές-εναγόμενους οποιοδήποτε ποσό αυτοί του καταβάλουν σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης τους, παρέμειναν αναντίλεκτοι και αναμφισβήτητοι. Οι αιτητές επίσης δεν επικαλούνται οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά, οπότε δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για διατήρηση του εκδοθέντος διατάγματος σε ισχύ, το οποίο αποτελεί μέτρο για πρόκληση καθυστέρησης και κατάχρηση της διαδικασίας. Ως προς τη νομική πτυχή, η νομολογία υποδεικνύει ότι το Δικαστήριο δεν έχει συμφυή (inherent) δικαιοδοσία να αναστείλει όλες τις αποφάσεις ή διατάγματα που εκδίδει (βλ. σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Τόμος 17, παραγρ. 451 επ.). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Πατσαλοσαββής ν. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων
(1989)1 ΑΑΔ (Ε) 45, η συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου να αναστείλει την εκτέλεση δικαστικής απόφασης συναρτάται άμεσα με τους σκοπούς για τους οποίους επιδιώκεται η αναστολή. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 47 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο αποτελεί αναμφίβολα διάταξη γενικής εφαρμογής, δίδεται διακριτική ευχέρεια για την αναστολή εκτέλεσης απόφασης για τόσο χρονικό διάστημα και με όρους που ήθελε επιβάλει ή όπως κρίνεται ορθό, στο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση ή στο κατ' έφεση εκδικάζον Δικαστήριο. Αυτή η ευχέρεια ασκείται δικαστικά είτε από το Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση είτε από το εκδικάζον κατ' έφεση Δικαστήριο και αφού ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις της υπόθεσης (βλ. World Tide v. Vassiliko Cement
(1989)1 ΑΑΔ 273). Στην προκείμενη υπόθεση, ανεξάρτητα του γεγονότος ότι οι αιτητές είχαν καταχωρήσει την προαναφερθείσα δια κλήσεως αίτηση ημερομηνίας 23.3.2012, για την πλήρη αναστολή της εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης που εκκρεμεί προς εκδίκαση, επέλεξαν να καταχωρήσουν στις 30.3.2012 την υπό κρίση μονομερή αίτηση. Η παρούσα αίτηση βασίζεται στους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας που διέπουν το θέμα αναστολής εκτέλεσης απόφασης και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, αναφέρεται η Δ.40 θ.7, που δίδει εξουσία στο Δικαστήριο να αναστείλει την εκτέλεση απόφασης για ποσό ή έξοδα για όσο χρόνο ήθελε θεωρήσει πρέποντα και η Δ.35 θ.18, στην οποία προνοείται η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης έφεσης. Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με τη Δ.48 θ. 8
(1)(ee), που επίσης περιλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης, αιτήσεις αναστολής εκτέλεσης εκκρεμούσης έφεσης μπορούν να γίνουν μονομερώς, δυνάμει δε της Δ.48 θ. 2 δεν χρειάζεται να υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση εκτός αν ζητείται από το Δικαστήριο (βλ. και World Tide v. Vassiliko Cement (πιο πάνω). Περιλαμβάνεται ωστόσο στη νομική βάση της αίτησης και το άρθρο 9 του Κεφ. 6, το οποίο δίδει στο Δικαστήριο την εξουσία να εκδώσει διάταγμα χωρίς ειδοποίηση στον αντίδικο όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις. Συνεπώς, η αίτηση θα πρέπει να κριθεί στη βάση των αρχών που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να χορηγήσει αναστολή της εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης έφεσης, ως είναι η περίπτωση. Κατά την αντίληψη μου, πέραν του ότι στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης δεν περιλαμβάνεται το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, από τη φύση της αίτησης και βάσει των όσων προαναφέρθηκαν ως προς το νομικό πλαίσιο αυτής, η διατήρηση σε ισχύ του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος δεν θα πρέπει να κριθεί με βάση τα κριτήρια της νομολογίας που διέπουν την έκδοση και διατήρηση σε ισχύ των ενδιάμεσων διαταγμάτων βάσει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, που ως εισηγήθηκε ο συνήγορος του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα δεν συντρέχουν εν προκειμένω. Δεν τίθεται άλλωστε θέμα απόκρυψης γεγονότων εκ μέρους των αιτητών-εναγομένων εφόσον το Δικαστήριο γνώριζε κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος την ύπαρξη της προγενέστερα καταχωρηθείσας αίτησης ημερομηνίας 23.3.2012. Ως προς το γεγονός ότι επιδόθηκε λανθασμένο αντίγραφο της αίτησης βάσει της οποίας εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα, ο συνήγορος των αιτητών-εναγομένων ανέφερε ότι έγινε εκ παραδρομής. Αυτό το γεγονός δεν επηρέασε τα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα καθ' οιονδήποτε τρόπο εφόσον έλαβε μέρος στην διαδικασία, ούτε και προκάλεσε οποιαδήποτε ουσιώδη βλάβη σ' αυτόν όπως θα διαφανεί και στη συνέχεια και η εισήγηση του συνηγόρου του περί ακυρότητας της διαδικασίας για τον λόγο αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει. Όπως έχει νομολογηθεί σε σχέση με τη Δ.35 θ.18, στην οποία προνοείται η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος αναστολής εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσης έφεσης, σαν θέμα πρακτικής το Δικαστήριο δεν πρέπει να αποστερεί τον επιτυχόντα διάδικο των καρπών της επιτυχίας του, δεσμεύοντας όσα εκ πρώτης όψεως δικαιούται εκκρεμούσης της έφεσης, δεδομένου ότι η καταχώρηση έφεσης δεν έχει ανασταλτικό χαρακτήρα έναντι της προσβαλλόμενης με αυτή απόφασης. Έχει όμως, επίσης, λεχθεί ότι όταν ένας διάδικος, εξασκώντας το αναφαίρετο δικαίωμα του, καταχωρεί έφεση, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο να μην είναι αναποτελεσματική η έφεση, αν επιτύχει (βλ. The Annual Practice, 1958, σελ. 1697 ως προς τις πανομοιότυπες με τη Δ.35 θ.18 πρόνοιες της Αγγλικής Δ.58 θ.12). Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 1978, έχουν συνοψιστεί οι αρχές που διέπουν την αναστολή εκτέλεσης της απόφασης σε τέτοιες περιπτώσεις, σύμφωνα με την εν λόγω Διαταγή. Όπως λέχθηκε στη σελ. 1982: «Οι αρχές οι οποίες διέπουν το θέμα, εκπηγάζουν από τη νομολογία και μπορούν να συνοψισθούν ως ακολούθως: (α) Η απόφαση για αναστολή ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η άσκηση της οποίας γίνεται στο πλαίσιο της Διαταγής 35 καν. 18 και σε συνάρτηση προς τα γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. (β) Η έφεση δεν αναστέλλει το δικαίωμα εκτέλεσης ούτε μειώνει το κύρος της πρωτόδικης απόφασης η οποία, παραμένει ισχυρή και διατηρεί την τελεσιδικία της μέχρι την τροποποίηση ή την ανατροπή της από το Εφετείο. Έπεται ότι ο επιτυχών διάδικος δεν πρέπει να αποστερείται τους καρπούς της επιτυχίας του εκ μόνου του γεγονότος ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης του αντιδίκου του. Από την άλλη όμως αποτελεί βασική προϋπόθεση για την απονομή της δικαιοσύνης, η διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης. Η άρνηση έκδοσης διαταγής για αναστολή εκτέλεσης της απόφασης δυνητικά συνεπάγεται κίνδυνο εξανέμισης της αξίας της έφεσης. Το Δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για αναστολή εκτέλεσης απόφασης, έχει καθήκον να εξισορροπήσει δύο σημαντικούς παράγοντες, ήτοι, τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του δικαιώματος για άσκηση έφεσης από τη μια και τη διασφάλιση της αξίας και του αποτελέσματος της έφεσης από την άλλη. Στην The Governor and the Company of the Bank of Scotland ν. S.S. Sapphire Seas
(2001)1 AAΔ 955, ειπώθηκαν τα εξής: «Στην περίπτωση των αναστολών γίνεται προσπάθεια εξισορρόπησης δύο παραγόντων: Να δρέψει άμεσα ο νικητής του δικαστικού αγώνα τους καρπούς της επιτυχίας του και να μη μείνει ο άλλος, αν νικήσει, με κενά χέρια. Σ' αυτό το πλαίσιο κινείται η άσκηση της διακριτικής μας εξουσίας.» Εφόσον κριθεί ότι η περίπτωση είναι κατάλληλη για έκδοση διαταγής για την αναστολή της εκτέλεσης, το δικαστήριο έχει καθήκον να επιλέξει τους κατάλληλους για την περίπτωση όρους για να τεθεί σε ισχύ η διαταγή της αναστολής. Εναπόκειται επομένως στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου η επιλογή των όρων που θα τεθούν προκειμένου να επιφέρουν την εξισορρόπηση των συγκρουόμενων δικαιωμάτων μέχρι την αποπεράτωση της έφεσης.» (βλ. και E.Y.R.I.K. and others v. Kotsonis
(1986)1 CLR 617, ABP Holdings κ.α. ν. Kιταλίδη κ.α. (Αρ.1)
(1994)1 ΑΑΔ 287, Loukos Trading Co Ltd v. Ρεϊνμπ. Πλ. και Νταϊγκ Κο Λτδ
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1014). Πριν την ενασχόληση με τα δεδομένα της υπό κρίση αίτησης επισημαίνεται ότι με την επίδικη επί της αγωγής απόφαση επιδικάστηκε κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας υπέρ του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα και εναντίον των αιτητών-εναγομένων το ποσό των €20.000, ως αποζημιώσεις συνεπεία δυσφημιστικού δημοσιεύματος, πλέον τόκων και εξόδων. Με την καταχωρηθείσα έφεση προσβάλλεται η απόφαση του Δικαστηρίου επί της ουσίας σε σχέση με τα ευρήματα του κατόπιν αξιολόγησης της προσαχθείσας μαρτυρίας. Εξετάζοντας με πολλή προσοχή τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και τους ισχυρισμούς που προβάλλει στην αγόρευση του προς υποστήριξη της αίτησης ο συνήγορος των αιτητών-εναγομένων, αρχικά πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο λόγος για τον οποίο ζητείται αναστολή της εκτέλεσης του εντάλματος κινητών είναι ότι εκκρεμεί αίτηση αναστολής της πρωτόδικης απόφασης λόγω του ότι εκκρεμεί η εκδίκαση της έφεσης που καταχωρήθηκε εναντίον της εν αναμονή του ορισμού της. Η εισήγηση του συνηγόρου των αιτητών είναι ότι υπάρχουν εξαίρετες πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης. Σύμφωνα με τη νομολογία, οι προοπτικές επιτυχίας της έφεσης είναι παράγοντας σχετικός αλλά, στις περισσότερες περιπτώσεις, οριακής σημασίας, δεδομένου ότι μόνο κατά την ακρόαση της έφεσης διαγιγνώσκονται τα δικαιώματα του εφεσείοντος, τα οποία συναρτώνται με την εξέταση των λόγων της έφεσης. Ο παράγοντας αυτός αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, μόνο όπου μπορεί να γίνει πρόγνωση με βεβαιότητα ως προς την επιτυχία ή μη της έφεσης, χωρίς άλλη συζήτηση του θέματος. (βλ. Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν. Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1991)1 ΑΑΔ 1147). Στην προκειμένη υπόθεση, υπό το φως των τεθέντων ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει πρόβλεψη με βεβαιότητα του αποτελέσματος της έφεσης. Ως προς τη θέση του συνηγόρου των αιτητών-εναγομένων ότι αυτοί θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη αν δεν διατηρηθεί σε ισχύ το εκδοθέν διάταγμα, πρέπει να λεχθεί ότι οι αιτητές δεν επικαλούνται αφενός ότι ο καθ' ου η αίτηση είναι αφερέγγυος (βλ. Loukos Trading Co Ltd v. Ρεϊνμπ. Πλ. και Νταϊγκ Κο Λτδ (πιο πάνω) και αφετέρου ότι οι αιτητές είναι σε αδυναμία να πληρώσουν τα επιδικασθέντα εναντίον τους, τόσο το ποσό της απόφασης πλέον τόκους όσο και τα έξοδα, χωρίς φυσικά να παραγνωρίζεται ότι όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Βογιαζιανού v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1(Β) ΑΑΔ 591, οι οικονομικές δυσχέρειες του αιτητή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις που πηγάζουν από την απόφαση δεν μπορούν να προβληθούν ως λόγοι για την χορήγηση αναστολής. Επιπρόσθετα υπέρ της απόρριψης της αίτησης συνηγορεί και το γεγονός ότι οι αιτητές-εναγόμενοι δεν φαίνεται να προσφέρουν οποιανδήποτε μορφή εγγύησης προς εξασφάλιση του λαβείν του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα σε περίπτωση που το Δικαστήριο ήθελε διατάξει αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης υπό όρους (βλ. Χαραλάμπους ν. A. Panayides Contracting Ltd (πιο πάνω)). Αντισταθμίζοντας το δικαίωμα του επιτυχόντος διαδίκου να δρέψει τους καρπούς της επιτυχίας του με αυτό του αποτυχόντος, που έχει δικαίωμα να ασκήσει έφεση προσδοκώντας την επιτυχία αυτής, στη συγκεκριμένη περίπτωση, φαίνεται ότι υπερτερεί αυτό του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα. Όλοι οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από τους αιτητές-εναγόμενους μέσω του συνηγόρου τους όπως ήδη αναλύθηκε πιο πάνω δεν δικαιολογούν το αίτημα τους. Όπως ορθά προεβλήθη εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα, η παρούσα αίτηση μόνο καθυστέρηση στα μέτρα εκτέλεσης που έχει λάβει ο ενάγων επιφέρει με στόχο να τον αποστερήσει από τα εκ της αποφάσεως απορρέοντα οφέλη. Ενόψει των προαναφερθέντων θεωρώ ότι δεν αποδείχθηκαν οποιεσδήποτε περιστάσεις που να καθιστούν αναγκαία την περαιτέρω αναστολή εκτέλεσης του εντάλματος κινητών που εκδόθηκε στην παρούσα αγωγή ούτε και συντρέχουν στην παρούσα υπόθεση εκείνοι οι παράγοντες που δικαιολογούν εν τέλει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ των αιτητών-εναγομένων. Θα πρέπει, επίσης, να λεχθεί ότι το Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει τις εκατέρωθεν θέσεις στα πλαίσια της παρούσας αίτησης ανεξάρτητα του γεγονότος ότι εκκρεμεί ενώπιον του η προγενέστερα καταχωρηθείσα αίτηση δια κλήσεως των αιτητών-εναγομένων ημερομηνίας 23.3.2012 για αναστολή εκτέλεσης της επίδικης απόφασης. Ήταν επιλογή των αιτητών άλλωστε αυτή η πορεία της υπόθεσης. Η εισήγηση του συνηγόρου του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα ότι η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική της διαδικασίας δεν μπορεί να εξεταστεί σ' αυτό το στάδιο δεδομένου ότι αφενός η παρούσα αίτηση αφορά την αναστολή εκτέλεσης του εντάλματος κινητών μέχρι την εκδίκαση της αίτησης ημερομηνίας 23.3.2012 και αφετέρου δεν είναι γνωστές οι προθέσεις των αιτητών ως προς την πορεία της αίτησης αυτής. Ως εκ τούτου η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται, το δε εκδοθέν μονομερώς διάταγμα ακυρώνεται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, επιδικάζονται εναντίον των αιτητών-εναγομένων και υπέρ του καθ' ου η αίτηση-ενάγοντα. (Υπ.) ........... Λ. Καουτζάνη, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.