← Κύπρος

ΚΩΣΤΑΣ ΘΕΟΔΟΤΟΥ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Αγωγής:1206/06, 25 Απριλίου 2012

ΚΩΣΤΑΣ ΘΕΟΔΟΤΟΥ ν. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ, Αρ. Αγωγής:1206/06, 25 Απριλίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A126 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:1206/06 Μεταξύ: ΚΩΣΤΑΣ ΘΕΟΔΟΤΟΥ, από την Λευκωσία Ενάγοντας και ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ, από την Λεμεσό Εναγόμενος ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡ. 5.12.11 ΓΙΑ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗΣ Ημερομηνία: 25 Απριλίου 2012 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο-Αιτητή: ο κ. Χρ. Μελίδης για Α. Σ. Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ. Για τον Ενάγοντα-Καθ' ου η Αίτηση: ο κ. Λ. Α. Ιωαννίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό αγωγή καταχωρήθηκε στις 9.2.06 σε κλητήριο γενικά οπισθογραφημένο και με αυτή ο Ενάγοντας αξιώνει εναντίον του Εναγομένου γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για ισχυριζόμενο λίβελλο και/ή δυσφημιστικά σχόλια στα οποία προέβηκε κατά τον ισχυρισμό του ο Εναγόμενος τα οποία πέραν του ότι είναι ψευδή, ανυπόστατα και κακόβουλα έχουν εκθέσει, πλήξει και βλάψει τον Ενάγοντα όπως και την έκδοση διατάγματος με το οποίο να εμποδίζεται ο Εναγόμενος να δυσφημίζει τον Ενάγοντα καθ' οιονδήποτε τρόπο. Διεκδικεί επίσης τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις. Στις 7.11.06 καταχωρήθηκε δικόγραφο χωρίς τίτλο στο οποίο περιέχονται με λεπτομέρεια οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα. Στις 22.3.07 καταχωρήθηκε η Υπεράσπιση του Εναγομένου και στις 29.3.07 η Απάντηση στην Υπεράσπιση. Η αγωγή ορίστηκε αρκετές φορές για Ακρόαση, έχει επανειλημμένα αναβληθεί είτε για λόγους που αφορούν την έλλειψη χρόνου από το Δικαστήριο είτε λόγω αιτημάτων αναβολής που αντιμετώπισε το Δικαστήριο από τους συνηγόρους με αποτέλεσμα στις 8.12.11 που ήταν ορισμένη ενώπιον μου η αγωγή για ακρόαση, ημερομηνία κατά την οποία είχα γνωστοποιήσει σαφώς την πρόθεση του Δικαστηρίου για να ξεκινήσει επιτέλους η Ακρόαση της υπόθεσης, να οριστεί μετά από άδεια που δόθηκε από μένα Αίτηση του Εναγομένου ημερ. 5.12.11 με την οποία επιδιώκεται η τροποποίηση της Υπεράσπισης. Την Αίτηση (εν τοις εφεξής "η Αίτηση Τροποποίησης") συνοδεύει η ένορκη δήλωση της Εβίτας Ηλιάδου, δικηγόρου στο γραφείο που εκπροσωπεί τον Εναγόμενο, στην οποία αναφέρονται οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η τροποποίηση της Υπεράσπισης. Στην Αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση εκ πλευράς του Ενάγοντα στις 17.1.

  1. Αντικείμενο της παρούσας απόφασης είναι η εξέταση της εν λόγω Αίτησης. Θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω ότι στα πλαίσια της υπό εξέταση Αίτησης είχε μεσολαβήσει ενδιάμεση αίτηση από τον Ενάγοντα/Καθ' ου η Αίτηση στην παρούσα Αίτηση, για αντεξέταση της κας Εβίτας Ηλιάδου αναφορικά με τους ισχυρισμούς της που αφορούν την ένορκη δήλωση που στηρίζει την Αίτηση Τροποποίησης στην οποία ο Εναγόμενος-Αιτητής στην παρούσα Αίτηση καταχώρησε ένταση και μετά από ακρόαση το Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεση Απόφαση στις 7 Μαρτίου 2012 με την οποία απέρριψε την Αίτηση για αντεξέταση της κας Εβίτας Ηλιάδου. Η υπό εξέταση Αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.23,θ.1 Δ.48 θθ.1-4, 8 και 9, στη Δ.64 και στη συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. Με την Αίτηση ο Εναγόμενος ζητά διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση της Υπεράσπισης διά της προσθήκης νέων παραγράφων 2Α, 18Α, 18Β, 18Γ, και 18Δ, 19Α και 22Α μετά από τις αντίστοιχες παραγράφους 2, 18, 19 και 22 της Υπεράσπισης που είναι καταχωρημένη στο φάκελο του Δικαστηρίου. Με την επιδιωκόμενη τροποποίηση ο Εναγόμενος επιθυμεί να εγείρει και άλλη προδικαστική ένσταση με την οποία ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας κωλύεται να ζητά αποζημιώσεις για διαφυγόντα κέρδη εξ αιτίας της παραίτησης του από διαιτητής αφού τις ίδιες αξιώσεις είχε εγείρει και στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στην αγωγή 5466/05 και στην οποία εκδόθηκε υπέρ του Απόφαση στις 9.12.09 και η εν λόγω απόφαση δημιουργεί κώλυμα και/ή δεδικασμένο, νέα παράγραφος 2Α της Υπεράσπισης. Επίσης ο Εναγόμενος επιθυμεί να συμπεριλάβει υπερασπίσεις σε σχέση με εκ πλευράς του Ενάγοντα κατ' ισχυρισμό ρατσιστικά σχόλια και/ή χειρονομίες προς ποδοσφαιριστή της ΑΠΕΠ Πιτσιλλιάς και ισχυρισμούς για αληθή και/ή ουσιωδώς αληθή σχόλια τα οποία έλαβαν χώρα στην πραγματικότητα όπως επίσης και υπεράσπιση για έντιμο σχόλιο, διαφύλαξη του δημοσίου συμφέροντος, σχόλια τα οποία δεν συνιστούν λίβελλο καθώς και τη θέση ότι είναι απαράδεκτο ένας διαιτητής να προβαίνει σε τέτοιου είδους πράξεις και/ή χειρονομίες, νέες παράγραφοι 18Α μέχρι 18Δ της Υπεράσπισης, ισχυρισμό ότι δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της κατ' ισχυρισμό δυσφήμισης και λιβελλου του Ενάγοντα από τον Εναγόμενο και της παραίτησης του Ενάγοντα, νέα παράγραφος 19Α και ισχυρισμό ότι ο Ενάγοντας κωλύεται να αξιώνει τα ποσά που αναφέρονται στην παράγραφο 18 της Έκθεσης Απαίτησης υπό μορφή αποζημιώσεων για απώλεια εισοδημάτων που θα ελάμβανε από την διαιτησία αγώνων για 5 χρόνια καθότι το θέμα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο απόφασης στην Αγωγή 5466/05 και αποτελεί δεδικασμένο, νέα παράγραφος 22Α της Υπεράσπισης. Την Αίτηση συνοδεύει η ένορκη δήλωση της δικηγόρου Εβίτας Ηλιάδου η οποία εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο του συνηγόρου του Εναγομένου και είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση από τον Εναγόμενο-Αιτητή. Είναι η θέση της ότι κατά τη μελέτη όλων των εγγράφων που σχετίζονται με την παρούσα υπόθεση, ορισμένα από τα οποία ήρθαν σε γνώση του Εναγομένου πολύ πρόσφατα, προέκυψε η ανάγκη τροποποίησης της Υπεράσπισης ως η Αίτηση. Είναι η θέση της ότι η απόφαση στην Αγωγή λιβελλου 5466/05 την οποία καταχώρησε ο Ενάγοντας στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εναντίον της εταιρείας Απόλλων Ποδόσφαιρο (Δημόσια) Λτδ η οποία εκδόθηκε στις 9.12.09 μόλις πριν λίγες ημέρες είχε περιέλθει σε γνώση και κατοχή του δικηγόρου του Εναγομένου με αποτέλεσμα να προκύψει η ανάγκη για την υποβολή της Αίτησης. Είναι η θέση της ότι πρέπει να τροποποιηθεί η Υπεράσπιση του Εναγομένου, ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις που καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική και ορθή απονομή της δικαιοσύνης, ισχυρίζεται ότι η Αίτηση γίνεται καλόπιστα εκ πλευράς Εναγομένου και ότι αν το Δικαστήριο επιτρέψει την αιτούμενη τροποποίηση δεν προκαλείται οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη ζημιά στον Ενάγοντα η οποία να μην μπορεί να θεραπευτεί με την κατάλληλη διαταγή για έξοδα. Είναι δε η θέση της ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της αιτούμενης τροποποίησης. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η Αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Εναγομένου η οποία καταχωρήθηκε στις 17.1.
  2. Η βάση της ένστασης είναι οι Θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 θ.4, Δ.25 θθ. 1-5, Δ.48 θθ.1-4, 8,9 και 12, Δ.64 θθ.1 και 2, ο περί Δικαστηρίων Νόμος 14/60 Άρθρα 29, 31 και 32, το Άρθρο 30 του Συντάγματος, και οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης είναι ότι αυτή υποβάλλεται κακόπιστα και υστερόβουλα και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και πλήττει δυσμενώς τα δικαιώματα του Ενάγοντα, η Αίτηση υποβάλλεται με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση και πλήττει το δικαίωμα του Ενάγοντα για δίκαιη εντός ευλόγου χρόνου δίκη χωρίς να δίδεται λόγος για την καθυστέρηση, η Αίτηση στηρίζεται σε ένορκο δήλωση δικηγόρου και όχι του ίδιου του Εναγομένου ο οποίος γνωρίζει καλά και προσωπικά τα γεγονότα και η εν λόγω ένορκος δήλωση πάσχει καθότι η ενόρκως δηλούσα ούτε αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης της ούτε γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα, οι επιδιωκόμενοι προς ένταξη ισχυρισμοί υπό μορφή προδικαστικής έντασης για κώλυμα και/ή δεδικασμένο είναι έκδηλα και νομικά αβάσιμοι και αν επιτραπεί η τροποποίηση θα προκληθεί μη ανατρέψιμη ζημιά και αδικία στον Ενάγοντα και δεν είναι αρκετή η επιδίκαση εξόδων προς όφελος του σε περίπτωση που επιτραπεί η τροποποίηση. Την ένσταση συνοδεύει η ένορκος δήλωση του Ενάγοντα στην οποία παραδέχεται και αναγνωρίζει ότι η Υπεράσπιση πάσχει και χρήζει τροποποίησης όχι όμως για τους λόγους και υπό τις συνθήκες που αυτή επιχειρείται τώρα να γίνει και σίγουρα όχι με βάση τους ισχυρισμούς που έχουν προβληθεί. Είναι επίσης η θέση του ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση και για τον λόγο αυτό θα έπρεπε να αναφερθούν με ειλικρίνεια και σαφήνεια στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει όλα τα γεγονότα και οι λόγοι που οδήγησαν σ' αυτή κάτι που δεν γίνεται, αντίθετα ο Εναγόμενος προβάλλει αβάσιμους και αόριστους ισχυρισμούς και αφήνει κενά και ασάφειες τα οποία αποκαλύπτουν, κατά τον ίδιο, την κακοπιστία του. Είναι η θέση του ότι οι επιδιωκόμενες τροποποιήσεις για δεδικασμένο και προδικαστική ένσταση είναι νόμω και ουσία αβάσιμες και σε καμία περίπτωση η απόφαση στην αγωγή 5466/05 εναντίον άλλου διαδίκου για άλλο λίβελλο μπορεί να προκαλέσει θέμα δεδικασμένου στην παρούσα αγωγή. Ισχυρίζεται ότι η κακοπιστία του Εναγομένου είναι έκδηλη αφού ο Εναγόμενος γνώριζε από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης του στην παρούσα αγωγή ότι είχε καταχωρηθεί από τον ίδιο η αγωγή 5466/05 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και επομένως ο συνήγορος του Εναγομένου με μια απλή διερεύνηση μπορούσε να ενημερωθεί για την εξέλιξη και την έκβαση της αγωγής αυτής και επομένως τα όσα ισχυρίζεται περί πρόσφατης ενημέρωσης του δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Είναι επίσης η θέση του ότι ο Εναγόμενος γνώριζε από πολύ καιρό την ανάγκη για τροποποίηση της Υπεράσπισης του κάτι το οποίο ο ίδιος πρώτα απ' όλα ανέφερε με την Απάντηση του στην Υπεράσπιση και επικαλείται επίσης δηλώσεις που έγιναν από το δικηγόρο του Εναγομένου ενώπιον άλλου Δικαστή του Επαρχιακό Δικαστηρίου Λευκωσία στο ημερολόγιο του οποίου εκκρεμούσε η παρούσα αγωγή για ανάγκη τροποποίησης. Αναφέρει επίσης ότι η κακοπιστία του Εναγομένου καταδεικνύεται έντονα από το χρόνο καταχώρησης της υπό εξέτασης Αίτησης που ήταν λίγες μέρες πριν από την ημερομηνία ακρόασης αφού είχε γίνει σαφές από το Δικαστήριο ότι την εν λόγω ημερομηνία θα ξεκινούσε η ακρόαση. Είναι τελικά η θέση του ότι για όλους τους πιο πάνω λόγους δηλαδή υπέρμετρη καθυστέρηση χωρίς καμία δικαιολογία, κατάχρηση διαδικασίας, κακοπιστία και ανυπόστατων επιδιωκόμενων ισχυρισμών για να συμπεριληφθούν στην Υπεράσπιση αλλά και λόγω του ότι θα προκληθεί έκδηλη ζημιά στον Ενάγοντα που δεν αποζημιώνεται με έξοδα εάν τυχόν εγκριθεί η Αίτηση, το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια εναντίον της επιδιωκόμενης τροποποίησης και μάλιστα να καταδικάσει τον Εναγόμενο στα έξοδα. Όπως έχει αναφερθεί η Αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση κατά την οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προώθησαν ο καθένας τη θέση τους αντίστοιχα και παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε νομολογία. Ήταν η θέση του κ. Μελίδη ότι η ένσταση που έχει καταχωρήσει ο συνήγορος του Ενάγοντα είναι παντελώς ανεδαφική αφού ούτε ο ισχυρισμός για κακοπιστία έχει αποδεχθεί, υπάρχει μεν κάποια καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης η οποία όμως δικαιολογείται και σε καμία περίπτωση η καθυστέρηση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως κακοπιστία, δεν υπάρχει νομικά κανένας λόγος που να μην επιτρέπει όπως η ένορκη δήλωση γίνεται από δικηγόρο, έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο σε διάφορες αποφάσεις ότι είναι επιθυμητό όπως οι ένορκες δηλώσεις να μην γίνονται από δικηγόρους αλλά σε καμία περίπτωση αυτό δεν σημαίνει ότι η ένορκη δήλωση είναι άκυρη επειδή την έχει ορκιστεί δικηγόρος. Σύμφωνα με την αγόρευση του κ. Μελίδη οι ισχυρισμοί ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση ειδικά σε ότι αφορά την προδικαστική ένσταση και το δεδικασμένο είναι εντελώς ανεδαφικοί και νομικά αβάσιμοι δεν μπορούν να εξεταστούν στο στάδιο αυτό και θα πρέπει να τύχουν εξέτασης στα πλαίσια της ακρόασης της αγωγής, καμία μη ανατρέψιμη ζημιά δεν προκαλείται στον Ενάγοντα από την επιδιωκόμενη τροποποίηση αφού μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα και αφού η τροποποίηση γίνεται πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Ανέφερε επίσης ότι ο Ενάγοντας αχρείαστα, από τη στιγμή που ο ίδιος αναγνωρίζει ότι η τροποποίηση χρήσει υπεράσπισης, έφερε ένσταση στην υπό κρίση Αίτηση γεγονός που προκάλεσε περαιτέρω καθυστέρηση στη διαδικασία ενώ είναι ο ίδιος που ισχυρίζεται ότι έχει αποστερηθεί το δικαίωμα της Δίκης εντός ευλόγου χρόνου και ανέφερε μάλιστα ότι επειδή η ένσταση είναι τόσο ανεδαφική το Δικαστήριο θα πρέπει να εγκρίνει την τροποποίηση και να παρεκκλίνει από τη συνηθισμένη διαταγή για έξοδα που συνήθως εκδίδεται στις Αιτήσεις τροποποίησης δηλαδή τα έξοδα να βαρύνουν την πλευρά που προβαίνει στην τροποποίηση, και να καταδικάσει τον Ενάγοντα στα έξοδα αφού εντελώς ανεδαφικά προκαλεί περαιτέρω καθυστέρηση στην υπόθεση και την επιβαρύνει με έξοδα. Αντίθετη ήταν η θέση του κ. Ιωαννίδη ο οποίος επέμενε ότι η ένσταση του Ενάγοντα είναι βάσιμη και δικαιολογημένη και θα πρέπει το Δικαστήριο να την αποδεχτεί και να απορρίψει την Αίτηση του Εναγομένου επιμένοντας σε υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση, στην πλήρη κακοπιστία του Εναγόμενου η οποία διαφαίνεται και από την ημερομηνία καταχώρησης της Αίτησης του, στην ευκολία με την οποία θα μπορούσε να εντοπιστεί η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 9.12.09 στην αγωγή 5466/05 πολύ πριν από ότι αναφέρεται στην Αίτηση. Ήταν επίσης η θέση του ότι η κακοπιστία του Εναγομένου διαφαίνεται επίσης από τα πρακτικά που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου στα οποία ο συνήγορος του Εναγομένου είχε αναγνωρίσει την ανάγκη για τροποποίηση από πολύ προγενέστερη ημερομηνία αλλά τίποτα δεν έγινε μέχρι που το Δικαστήριο ανέφερε ότι θα προχωρούσε στην ακρόαση της υπόθεσης στις 8.12.11 οπόταν και καταχωρίστηκε η Αίτηση λίγες μέρες πριν. Σύμφωνα με τον κ. Ιωαννίδη δεν δίνεται καμία δικαιολογία γιατί ο Εναγόμενος δεν ορκίζεται προσωπικά την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση αφού είναι και ο μόνος που γνωρίζει προσωπικά και πλήρως τα γεγονότα αλλά αντίθετα ορκίζεται εκ μέρους του πρόσωπο που ούτε προσωπική γνώση έχει αλλά ούτε και δίδεται γι' αυτό οποιαδήποτε επαρκής δικαιολογία και ισχυρίζεται τέλος, σε ό,τι αφορά τα έξοδα, ότι σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογείται ο ισχυρισμός του Εναγομένου ότι αν η Αίτηση επιτύχει τα έξοδα θα πρέπει να επιδικαστούν εναντίον του Ενάγοντα ο οποίος ήγειρε ανεδαφική ένσταση. Υπάρχει ευρεία νομολογία σχετική με το θέμα της τροποποίησης δικογράφων. Η έγκριση ή όχι τέτοιων αιτημάτων εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου έχουν αναλυθεί σε σειρά αποφάσεων. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρήστου ν. Ανδρέα Αζά

(1992)1 Α.Α.Δ. 704, λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 707: "Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής. Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απορροίας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει τη διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια." Περαιτέρω στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου ν. Αθηναΐδος Χριστοδούλου και άλλη
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, στην σελ. 939 λέχθηκαν τα εξής: "Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα." Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Exporting Co. ν. A & G Leventis & Company (Nigeria) Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, λέχθηκε στις σελίδες 730-731 σχετικά με το θέμα της καθυστέρησης ότι: "Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον καθένα από τη σειρά των παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογιστούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης." Η σημασία της καθυστέρησης σε συνδυασμό και με άλλους σχετικούς παράγοντες σχολιάσθηκε και στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)A.A.Δ. 426: "Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δεν συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή." Περαιτέρω στην Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα Πολιτική Έφεση αρ. 10341 ημερομηνίας 19/01/99, το Ανώτατο Δικαστήριο μετά από εκτενή αναφορά στη σχετική νομολογία προέβη στην επαναβεβαίωση της πιο πάνω κατευθυντήριας αρχής και των σχετικών παραγόντων αναφορικά με την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αίτηση για τροποποίηση δικογράφου. Ένα σημαντικό στοιχείο στην ως άνω υπόθεση το οποίο διαδραμάτισε κάποιο ρόλο στη διαμόρφωση της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, χωρίς όμως αρνητικές συνέπειες για την αίτηση, ήταν ότι αυτή είχε υποβληθεί με καθυστέρηση δεκατριών περίπου χρόνων. Τέλος έχει νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών παρόλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το Δικαστήριο (Βλ. Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Σωτηρούλλας Χαριλάου Χαρικλείδη και Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζίας ν. 1. Ζήνωνα Ποφαϊδη κ.α., Πολ. Εφέσεις 10719 και 10786 ημερ. 24/10/01, Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση 10515 ημερ. 22/3/00, Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989)). Όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω, η νομολογία δείχνει ότι η σύγχρονη τάση είναι τα δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες περιπτώσεις, έστω και αν η αναγκαιότητα της τροποποίησης είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934). Το θέμα παραμένει όμως στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου και ασκείται με βάση το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Εξηγείται ακόμα από τη νομολογία, Saba and Co (T.M.P.) v. T.M.P Agents (ανωτέρω) ότι καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν απορρίπτεται ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο επειδή η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Σιακόλα ανωτέρω, εξηγήθηκε ότι τροποποίηση που επιφέρει συγκεκριμενοποίηση και θέτει τα δικόγραφα σε τάξη, καθιστώντας έτσι ευχερέστερη τη διεξαγωγή της δίκης είναι επιτρεπτή. Στη Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1 (E) Α.Α.Δ. 33) συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε σχέση με την τροποποίηση των δικογράφων ως εξής: "
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στη συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για τη αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave v. Case, 28 Ch. D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη." Σε σχέση με όλες τις πιο πάνω αρχές, είναι ενδεικτικά τα όσα αναφέρθηκαν στην υπ. Νικολάου ν.
  1. Ζωή Μιλτιάδους κ.ά., Πολ. ΄Εφ. 96/06, ημερ. 27.7.2007 στην οποία διατάχθηκε επανεκδίκαση ολόκληρης της αγωγής αφού δόθηκε άδεια για τροποποίηση, κατ'έφεση: «Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων.» Με βάση τις πιο πάνω αρχές, προχωρώ να εξετάσω την επιδιωκόμενη αίτηση αλλά και τους λόγους ένστασης. Ο πρώτος ισχυρισμός του Καθ' ου η Αίτηση ο οποίος κρίνω σκόπιμο ότι θα πρέπει να εξεταστεί πρώτος είναι αυτός που αφορά κακοπιστία εκ πλευράς του Εναγομένου-Αιτητή ο οποίος συνδέεται άμεσα με τη θέση του ότι έχει επιδείξει υπέρμετρη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης και μάλιστα αδικαιολόγητη. Εκείνο το οποίο είναι σίγουρο είναι ότι η Αίτηση έχει καταχωρηθεί πριν να ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία στην παρούσα υπόθεση χωρίς να παραγνωρίζω το γεγονός ότι καταχωρήθηκε αμέσως πριν την ημερομηνία που ήταν ορισμένη για να ξεκινήσει επιτέλους η Δικαστική διαδικασία. Σε ότι αφορά τους λόγους που οδήγησαν την παρούσα υπόθεση να μην ακουστεί παρά του ότι είναι παλαιά τα πρακτικά που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου καταδεικνύουν ότι αρκετές φορές αναβλήθηκε λόγω του ότι τα διάφορα Δικαστήρια ενώπιον των οποίων ήταν ορισμένη την είχαν αναβάλει λόγω έλλειψης χρόνου για άλλες συνεχιζόμενες και/ή παλαιότερες υποθέσεις ενώ δύο φορές φαίνεται να ζητήθηκε αναβολή από το συνήγορο του Εναγομένου λόγω προβλημάτων υγείας του συνηγόρου. Παρατηρώ επίσης ότι παρά το ότι η υπόθεση είχε οριστεί για ακρόαση αρκετές φορές μετά που ολοκληρώθηκαν τα δικόγραφα, δεν έγινε καμία χρήση της ευχέρειας που δίδεται στους συνηγόρους της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και την έκδοση οιωνδήποτε οδηγιών και μόλις στις 22.12.10 καταχωρείται από τον Εναγόμενο Αίτηση για αποκάλυψη εγγράφων και εκδίδεται εκ συμφώνου διάταγμα στις 7.1.
  2. Ο Ενάγοντας καταχωρεί ένορκη δήλωση στις 12.1.11 στην οποία επισυνάπτεται ο κατάλογος των εγγράφων τα οποία έχει υπό τον έλεγχο του και/ή στην κατοχή του και οποίος είναι αρκετά εκτενής. Μετά από την ένορκη αποκάλυψη η υπόθεση είχε τροχιοδρομηθεί για ακρόαση και στις 16.11.11 ορίζεται μετά από ένσταση του δικηγόρου του Ενάγοντα σε αίτημα αναβολής εκ πλευράς του Εναγομένου στις 8.12.11 οπόταν και την 5.12.11 καταχωρείται η υπό εξέταση Αίτηση. Θεωρώ με βάση τα πιο πάνω ότι ο ισχυρισμός για υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση δεν ευσταθεί καθότι η υπόθεση φαίνεται ότι μόλις τον Ιανουάριο του 2011 ήταν όντος έτοιμη για ακρόαση και επομένως το διάστημα που έχει μεσολαβήσει μέχρι την καταχώρηση της Αίτησης δεν θεωρώ ότι ήταν τέτοιο που να μπορεί να χαρακτηριστεί ως υπέρμετρη καθυστέρηση. Ο χρόνος που χρειάστηκε ο συνήγορος του Εναγομένου για να εξασφαλίσει αντίγραφο της δικαστικής απόφασης στην αγωγή 5466/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού μπορεί σε σχέση με την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης να φαίνεται μεγάλος πλην όμως σημασία έχει πότε η υπόθεση ετοιμάστηκε για ακρόαση διάστημα το οποίο καθόρισε και την ανάγκη αναζήτησης της εν λόγω απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Μια που μιλούμε για καθυστέρηση δεν μπορώ παρά να αναφέρω υπό μορφή σχολίου ότι η Αίτηση τροποποίηση η οποία έχει καταχωρηθεί στις 5.12.11 και ορίστηκε για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου στις 8.12.11 εκδικάστηκε στις 26.3.12 μετά που μεσολάβησε ενδιάμεση αίτηση του συνηγόρου του Ενάγοντα για αντεξέταση της Εβίτας Ηλιάδου που ορκίζεται την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση για τροποποίηση η οποία και απερρίφθη από το Δικαστήριο και άρα πολύτιμος δικαστικός χρόνος έχει αναλωθεί και από τον ίδιο τον Ενάγοντα για την ενδιάμεση αυτή αίτηση ο οποίος απέβη εναντίον της παρούσας υπόθεσης. Σε ό,τι αφορά τη θέση του Ενάγοντα ότι την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση τροποποίηση δεν την ορκίζεται ο ίδιος ο Εναγόμενος αλλά άλλος δικηγόρος του γραφείου εκ μέρους του αναφέρω ότι δεν υπάρχει κανένας κανόνας που να επιβάλλει σε κάποιο διάδικο να ορκιστεί ο ίδιος την ένορκη δήλωση σε οποιαδήποτε αίτηση. Εκείνο το οποίο επιβάλλεται είναι όπως το πρόσωπο που ορκίζεται την ένορκη δήλωση να έχει θετική γνώμη αυτών που ορκίζεται και να αποκαλύπτει την πηγή πληροφόρησης του αν δεν έχει προσωπική γνώμη των γεγονότων, παραπέμπω σχετικά στις αποφάσεις DMITRY RUBOLOVLEV v. ELENA RUBOLOVLEVA και Madura Holdings Ltd κα. ν. Elena Rubolovleva Πολ. Εφέσεις 130/09 και 131/09 ημερ. 29.1.
  3. Σε ό,τι αφορά το θέμα δικηγόρου που ορκίζεται ένορκη δήλωση το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεων του έχει αναφέρει ότι δεν είναι επιθυμητό όπως δικηγόροι ορκίζονται τις ένορκες δηλώσεις όμως δεν υπάρχει τίποτε το αθέμιτο εάν ακολουθηθεί αυτή η οδός. Επομένως δεν μπορεί να εξαχθεί κανένα συμπέρασμα από την επιλογή του Εναγομένου να μην ορκιστεί ο ίδιος την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση του. Σε ό,τι αφορά τη συνυφασμένη θέση για κακοπιστία εκ πλευράς του συνηγόρου του Εναγομένου, θεωρώ και πάλι ότι ούτε ο εν λόγω ισχυρισμός ευσταθεί. Πρώτα απ' όλα υπάρχει εκ πλευράς Ενάγοντα σαφής σύμφωνη θέση με αυτή του Εναγομένου ότι η υπεράσπιση όπως έχει καταχωρηθεί δεν μπορεί να προχωρήσει ως έχει και χρήζει τροποποίησης. Το γεγονός ότι δεν αναφέρθηκε από το συνήγορο που εκπροσωπούσε τον Ενάγοντα κατά την αναβολή της δικασίμου από τις 16.11.11 στις 8.12.11 ότι ο Εναγόμενος είχε κατά νου να καταχωρήσει Αίτηση τροποποίησης δεν θεωρώ ότι αυτό μπορεί να είναι ενδεικτικό κακοπιστίας τη στιγμή που κατά την ακρόαση της Αίτησης οι δύο συνήγοροι ανέφεραν ότι υπήρξαν προηγούμενες συζητήσεις μεταξύ τους προς το θέμα αυτό και μάλιστα ότι είχε σε κάποιο στάδιο δηλωθεί σαφής θέση του συνηγόρου του Εναγόμενου για καταχώρηση της Αίτησης τροποποίησης για τον ίδιο λόγο που και σήμερα σκοπείται η τροποποίηση της Υπεράσπισης αλλά λόγω προσωπικών προβλημάτων του συνηγόρου του Εναγομένου που είχαν σχέση με την κατάσταση υγείας στενού συγγενικού του προσώπου αυτό δεν κατέστη δυνατό. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι εάν το Δικαστήριο επιτρέψει την αιτούμενη τροποποίηση τότε ο ίδιος θα βρεθεί σε δυσχερή θέση η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με διαταγή για έξοδα και πάλιν είναι η θέση μου ότι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν ευσταθεί καθόλου. Πρώτα απ' όλα όπως έχει ήδη αναφερθεί υπάρχει σαφής παραδοχή του Ενάγοντα η οποία έχει δικογραφηθεί στην Απάντηση στην Υπεράσπιση ότι η Υπεράσπιση του Εναγομένου χρήζει τροποποίησης. Οι επιδιωκόμενοι ισχυρισμοί, αν επιτραπεί από το Δικαστήριο να εισαχθούν, θα συμπεριληφθούν στην τροποποιημένη Υπεράσπιση του Εναγομένου στην οποία ο Ενάγοντας θα έχει δικαίωμα να καταχωρήσει τροποποιημένη Απάντηση για να τους απαντήσει, οι ισχυρισμοί αυτοί είναι καθαρά νομικής φύσης και δεν φέρνουν τον ίδιον τον Ενάγοντα σε καμία δυσχερή θέση αφού θα απαντηθούν από τον δικηγόρο του, είναι ο ίδιος ο Ενάγοντας που έχει καταστήσει την αγωγή υπ' αριθμό 5466/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού επίδικη και/ή σχετική αφού ο ίδιος συμπεριέλαβε ισχυρισμούς στην Έκθεση Απαίτησης του που παραπέμπουν στην εν λόγω υπόθεση. Επίσης η τροποποίηση επιδιώκεται σε στάδιο πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και έτσι ο Ενάγοντας ο οποίος θα γνωρίζει πλέον τις γραμμές στις οποίες θα κινηθεί η Υπεράσπιση του Εναγομένου θα μπορεί να προετοιμαστεί κατάλληλα για τη Δίκη. Είναι καταληκτικά η θέση μου ότι κανένας από τους λόγους ένστασης δεν ευσταθεί, και ότι ο Εναγόμενος δικαιούται στην έκδοση διατάγματος ως η αίτηση του. Σε ό,τι αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας και Αίτησης ήταν η θέση του συνηγόρου του Εναγομένου ότι παρά το ότι στις Αιτήσεις τροποποίησης η συνήθης διαταγή για έξοδα είναι να τα επωμίζεται το πρόσωπο το οποίο τα προκαλεί, στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εκδώσει τη συνήθη διαταγή για έξοδα αλλά θα πρέπει να καταδικάσει τον Ενάγοντα στα έξοδα αφού είναι ο ίδιος που καταχώρησε ανεδαφική ένσταση και προκάλεσε την περαιτέρω καθυστέρηση στη διαδικασία. Η επιδίκαση εξόδων αποτελεί έργο ενάσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Ο γνωστός βασικός κανόνας που είναι κανόνας λογικής είναι ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της υπόθεσης/αίτησης. Όπως έχει αναφερθεί και στην υπόθεση Πέτρος Μιχαήλ ν. Ανδρέα Χαραλαμπίδη
(1990)1ΑΑΔ 389 που υιοθετήθηκε και στη Μάρω Ζαβρού ν. Ελενίτσας Μιχαηλίδου
(1996)1 ΑΑΔ 477 ο κανόνας αυτός ότι δηλαδή τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα είναι τόσο ισχυρός που παρέκκλιση δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχει επαρκής περίσταση που πρέπει βέβαια να εκτίθεται. Είναι δεδομένη η δυνατότητα τροποποίηση δικογράφου που προσφέρεται σε κάποιο διάδικο. Σχετική είναι η Δ.25 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η άσκηση αυτής της δυνατότητας όμως αναμφίβολα προκαλεί εκτροπή που συνεπάγεται δαπάνη. Αυτή θα την επωμισθεί ως θέμα αρχής ο επιζητών την τροποποίηση δηλαδή αυτός που προκαλεί την εκτροπή. Στην παρούσα περίπτωση έστω και αν η ένσταση του Ενάγοντα κρίθηκε από το Δικαστήριο ως ανεδαφική η γενεσιουργός αιτία της δημιουργίας των εξόδων ήταν το δικονομικό διάβημα του Αιτητή-Εναγόμενου να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση τροποποίησης που οδήγησε την υπόθεση στην εκτροπή. Θεωρώ ότι τίποτα δεν δικαιολογεί την παρέκκλιση από το συνήθη κανόνα για την επιδίκαση των εξόδων εφόσον η γενεσιουργός αιτία της εκτροπής και της δημιουργίας εξόδων ήταν η καταχώρηση της Αίτησης. Σημειώνω δε ότι ο Ενάγοντας έχει υποστεί τη συνέπεια της απόφασης του να καταχωρήσει την ενδιάμεση αίτηση για αντεξέταση της Εβίτας Ηλιάδου η οποία απερρίφθη με έξοδα εναντίον του. Εν όψει των ανωτέρω εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της Υπεράσπισης ως η παράγραφος Α(i), (ii), (iii) και (iv) της αίτησης. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα. Τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την επίδοση της τροποποιημένης Υπεράσπισης. H υπόθεση ορίζεται για Οδηγίες στις 31.5.12 για να διαφανεί κατά πόσο έχει υπάρξει συμμόρφωση με τις οδηγίες του Δικαστηρίου και να οριστεί ακολούθως τάχιστα για Ακρόαση. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας όπως έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω, δεν υπάρχει κανένας λόγος απόκλισης από τη συνηθισμένη διαταγή και έτσι όλα τα έξοδα της παρούσας αίτησης, όπως και αυτά που θα σπαταληθούν συνεπεία της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα-Καθ΄ ου η αίτηση και εναντίον του Εναγομένου-Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.).............. Στ. Χριστοδουλίδου-Μέσσιου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /εκ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.