Αναφορικά με τον ΣΩΚΡΑΤΗ ΗΛΙΑΔΗ, Αιτ. Αρ. 277/11, 25 Απριλίου 2012 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2012:A128 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Παρπαρίνου, Π.Ε.Δ. Αιτ. Αρ. 277/11 Αναφορικά με τον ΣΩΚΡΑΤΗ ΗΛΙΑΔΗ, τέως από τη Λευκωσία Αποβιώσαντα (ο «Αποβιώσας») - και - Αναφορικά με την αίτηση του ΝΙΚΟΥ ΠΑΠΑΚΥΡΙΑΚΟΥ από τη Λευκωσία Διαχειριστή του Αποβιώσαντα σύμφωνα με το διάταγμα διαχείρισης στην Αίτηση 464/10 για οδηγίες σχετικά με την περιουσία του αποβιώσαντα, σύμφωνα με το άρθρο 53 του Περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου ΚΕΦ. 189 ---------------------------- Ημερομηνία: 25 Απριλίου 2012 Για την Αιτήτρια: κ. Φ. Πελίδης (κα Καρή για ν΄ ακούσει απόφαση) Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση 1+2: κ. Α. Χαβιαράς (κα Σπύρου για ν΄ ακούσει απόφαση) Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση 3+4: κ. Χρ. Φρακάλας ------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό εξέταση αίτηση η οποία κατεχωρήθη υπο του Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Σωκράτη Ηλιάδη καλείται το Δικαστήριο ν΄ αποφασίσει «κατά πόσο περιουσία του Εμπιστεύματος (Trust) ημερ. 8.8.05 που έχει δημιουργήσει ο αποβιώσαντας αποτελεί μέρος της περιουσίας του ή όχι.» Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του αιτητή-διαχειριστή το αμετάκλητο εμπίστευμα ημερ. 8.8.05 δημιουργήθηκε από τον αποβιώσαντα προς όφελος του ιδίου, της συζύγου του και εγγονιών του. Μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του εμπιστεύματος είναι το μερίδιο του στο ακίνητο με αρ. εγγρ. 3995, Φ/Σχ XXI/54.3.
- Τμήμα 25, τεμ. 949 στη Λεωφ. Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ', Λευκωσία. Αντίγραφο του εμπιστεύματος επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση. Περαιτέρω αναφέρεται ότι ο δικηγόρος κ. Αλέκος Ευαγγέλου τον προμήθευσε με τρεις επιστολές οι οποίες επισυνάπτονται και απ΄ ότι φαίνεται από τις δύο πρώτες, ημερομηνίας 7.11.05 και 24.11.05 η Λαϊκή Τράπεζα, ως ενυπόθηκος δανειστής δεν συγκατατέθηκε μεταξύ άλλων στην εγγραφή του υπό αναφορά εμπιστεύματος στο Κτηματολόγιο. Η τρίτη επιστολή ημερ. 19.12.05 απευθύνεται σ΄ άλλο δικηγόρο και δηλοποιεί πρόθεση του αποβιώσαντα και συζύγου του, δι΄ ανάκληση της δωρεάς του οικοπέδου εις την Λεωφ. Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και ότι στις 8.8.05 δημιούργησαν εμπιστεύματα αναφορικά με περιουσιακά τους στοιχεία μεταξύ των οποίων και μετοχών που κατείχαν στην εταιρεία Ακίνητα Σ.Ζ. Ηλιάδης Λτδ. Πρόσθετα αναφέρεται ότι μεταξύ των κληρονόμων του αποβιώσασα υπάρχουν διαφορές αναφορικά με το κληρονομικό τους μερίδιο στην περιουσία του αποβιώσαντα και κατεχωρήθησαν δύο αγωγές στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Καταλήγει δε «ότι εν όψει των πιο πάνω είναι αναγκαίο όπως το Δικαστήριο εκδώσει απόφαση για το κατά πόσο το μερίδιο στο πιο πάνω ακίνητο το οποίο είναι αντικείμενο του εμπιστεύματος αποτελεί μέρος της περιουσίας του αποβιώσαντα ή όχι.» Οι καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 με την ειδοποίηση τους προβάλλουν ότι η περιουσία του εμπιστεύματος ημερ. 8.8.05 δεν αποτελεί μέρος της περιουσίας του αποβιώσαντα και αυτό διότι:- (α) Το εμπίστευμα έχει δεόντως εκτελεστεί (β) Δεν περιέχει πρόνοιες που να συγκρούονται με το Νόμο. Οι Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 κατεχώρησαν ένσταση με την οποία προβάλλονται ως λόγοι ένστασης ότι το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία, υπάρχει σοβαρή αμφισβήτηση γεγονότων και η υπό εξέταση αίτηση δεν προσφέρεται για επίλυση του. Επίσης ότι το εμπίστευμα είναι αναποτελεσματικό και άκυρο διότι συνιστά ατελή δωρεά, αυτό είναι άκυρο διότι η περιουσία του δεν μπορούσε να διατεθεί με αυτό καθότι ήταν βεβαρυμένη με υποθήκη, το εμπίστευμα συνιστά διάθεση περιουσίας μετά θάνατο κατά παράβαση του ΚΕΦ. 189 και αυτό ήταν προϊόν ψυχικής πίεσης και/ή εξαναγκασμού και/ή εκβιασμού και/ή δόλου από τον Καθ΄ ου η αίτηση
- Η ένσταση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση του κ. Χρίστου Κυπριανού δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Καθ΄ ων η αίτηση 3 και
- Εις αυτή μεταξύ άλλων αναφέρεται ότι το αναφερόμενο εμπίστευμα τεκμ.1 τώρα περιέρχεται στη γνώση του παρ΄ όλο που προηγουμένως ο αδελφός της, Καθ΄ ης η Αίτηση 2 έκαμε λόγο γι΄ αυτό. Ακολούθως γίνεται ευρεία αναφορά στις διαφορές που προέκυψαν μεταξύ τους και των Καθ΄ ων η Αίτηση 1 και 2 όπως και του αποβιώσαντος, τους δικαστικούς αγώνες περατωθέντες και μη και που αφορούν μεταξύ άλλων και το ακίνητο αντικείμενο του εμπιστεύματος. Περαιτέρω, προβάλλονται διάφοροι ισχυρισμοί δια να καταδείξουν ότι το υπό εξέταση εμπίστευμα δεν είναι προϊόν της ελεύθερης βούλησής του αποβιώσαντα αλλά αποτέλεσμα της δόλιας προσπάθειας του Καθ' ου η αίτηση 2 να υφαρπάσει το σύνολο της οικογενειακής περιουσίας. Το επίδικο ακίνητο είναι περιουσία που ανήκε στον αποβιώσαντα και οι Καθ' ων η αίτηση είναι νόμιμοι δικαιούχοι του ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του. Τέλος αναφέρεται ότι η παρούσα διαδικασία δεν προσφέρεται για επίλυση των εγειρομένων πολύπλοκων πραγματικών και νομικών ζητημάτων και ειδικώτερα σε σχέση με τα δικαιώματα επί του ακινήτου. Οι συνήγοροι των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 στην αγόρευσή τους με αναφορά εις την Νομολογία, Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας εισηγήθηκαν ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία να αποφασίσει το υπό εξέταση θέμα. Πρόσθετα ο συνήγορός του αιτητή υπέβαλε ότι η απάντηση στο ερώτημα που τίθεται με την αίτηση πρέπει να είναι αρνητική καθότι με το εμπίστευμα η ακίνητη ιδιοκτησία κατέχεται από εμπιστευματοδόχους προς όφελος των δικαιούχων και δεν μπορεί να συμπεριληφθεί σε περιουσία του αποβιώσαντος. Περαιτέρω με αναφορά στον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχής, Εγγραφή και Εκτίμησης) Νόμο ΚΕΦ. 224, Άρθρα 4 και 65 1Ε και νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπου αναλύονται τα πιο πάνω άρθρα κατάληξε ότι το εμπίστευμα είναι έγκυρο και ότι το ακίνητο (εξ αδιαιρέτου μερίδιό του) δεν μπορεί να περιληφθεί στην περιουσία του αποβιώσαντος για σκοπούς διαχείρισης από τον αιτητή. Ο συνήγορος των καθών η αίτηση 1 και 2 εισηγήθηκε ότι το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της αίτησης θα πρέπει να αντιμετωπίσει το επίδικο εμπίστευμα ως έγκυρο «on his face of it» και να ασχοληθεί μόνο με της ζητούμενες οδηγίες. Ως εκ τούτου θα πρέπει να αγνοήσει τους ισχυρισμούς που προβάλουν οι Καθ' ων η αίτηση 3 και 4 αναφορικά με την κυριότητα του επιδίκου εμπιστεύματος. Αυτό μπορεί να γίνει μόνο στα πλαίσια αγωγής. Περαιτέρω και αυτός με αναφορά στο ΚΕΦ. 224 και νομολογία κινήθηκε στις ίδιες παραμέτρους όπως και ο συνήγορος του αιτητή. Αντίθετα, ο συνήγορος των Καθ΄ ων η Αίτηση 3 και 4 με την αγόρευση του αμφισβήτησε την εγκυρότητα, ισχύ και αποτελεσματικότητα του «φερόμενου» εγγράφου εμπιστεύματος. Περαιτέρω εισηγήθηκε ότι αυτό είναι προϊόν ψυχικής πίεσης ή εξαναγκασμού και δόλιας ενέργειας του Καθ΄ ου η Αίτηση 2 προκειμένου να οικειοποιηθεί την οικογενειακή περιουσία. Περαιτέρω, ήταν η θέση του ότι εν όψει του ότι αυτό δεν έχει εγγραφεί στο Κτηματολόγιο τότε δεν δικαιολογείται και δεν είναι νόμιμο να χορηγηθεί η αιτούμενη θεραπεία. Περαιτέρω, ήταν η εισήγηση του ότι η νομοθετική βάση δεν προσδίδει δικαιοδοσία ή εξουσία στο Δικαστήριο να χορηγήσει την αιτούμενη θεραπεία. Τέλος, και αυτός με αναφορά εις το ΚΕΦ. 224 άρθρο 65ΙΕ και την ίδια σχετική νομολογία εισηγήθηκε ότι το εμπίστευμα δεν είναι έγκυρο. Θα πρέπει επίσης ν΄ αναφερθεί ότι σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου και οι τρεις συνήγοροι δήλωσαν ότι το περιουσιακό στοιχείο του εμπιστεύματος δεν είναι αντικείμενο οιασδήποτε δικαστικής διαδικασίας. Η νομική βάση της αίτησης είναι τ' άρθρα 53(Ι)(Ε)
(2)
(3)και 55 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου, ΚΕΦ. 189, οι περί Διαχείρισης Κληρονομιών Κανονισμοί του 1954 και Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.θ 1 και 2. Το άρθρο 53(ι)(ε)
(2)
(3)και 55 του ΚΕΦ. 189 έχει ως ακολούθως: «53.
(1)Προσωπικοί αντιπρόσωποι ή οποιοσδήποτε από αυτούς, πιστωτές, κληροδόχοι ή οι πλησιέστεροι συγγενείς, ή πρόσωπα που αξιώνουν μέσω των εν λόγω πιστωτών ή δικαιούχων με εκχώρηση ή με άλλο τρόπο, δύνανται να ζητήσουν από το Δικαστήριο με εναρκτήρια κλήση (originating summons) την επίλυση, χωρίς διαχείριση της κληρονομιάς σε Δικαστήριο, οποιουδήποτε από τα πιο κάτω ζητήματα ή θέματα: (α) .............................. ................................... ................. (ε) την έκδοση διαταγών προς τους εκτελεστές ή τους διαχειριστές για να διαπράξουν ή να απέχουν από τη διάπραξη οποιασδήποτε συγκεκριμένης πράξης υπό την ιδιότητα τους ως εκτελεστών ή διαχειριστών (στ) ............................. ..................
(2)Οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί που ισχύουν εκάστοτε, οι οποίοι αφορούν εναρκτήριες κλήσεις (originating summons) εφαρμόζονται σε κάθε διαδικασία δυνάμει του άρθρου αυτού.
(3)Αιτήσεις δυνάμει του άρθρου αυτού δύνανται να ακούονται και να αποφασίζονται όχι ενώπιον ακροατηρίου (in chambers).
- ............................... .................
- Σε κάθε διαδικασία που αφορά την κληρονομιά αποθανόντος προσώπου, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει όπως τα έξοδα ή μέρος αυτών καταβληθούν από την κληρονομιά.» Εις την Σιδέρης κ.α.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ 1390, 1395, αναφέρεται: «....Η καταχώρηση εναρκτήριας αίτησης με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 53 του περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Νόμου, ΚΕΦ. 189 σαφώς δεν στοχεύει στην επίλυση διαφορών αναφορικά με τις οποίες υπάρχει έντονη αμφισβήτηση είτε πρόκειται για υποχρεώσεις της περιουσίας απορρέουσες από χρέη προς τρίτους ή αντιστρόφως κ.λ.π. Το Άρθρο 53 του νόμου και οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας στους οποίους το άρθρο τούτο παραπέμπει, τυγχάνουν εφαρμογής αποκλειστικά για τους σκοπούς του εν λόγω άρθρου. ... ..» Εις την Wortham κ.α v. Τσίμον κ.α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ 1442, 1452 αναφέρεται: «Το πρωτόδικο δικαστήριο δεν αναφέρθηκε στο άρθρο 53 του ΚΕΦ. 189 και δεν εξέτασε τη δυνατότητα επιτυχίας δυνάμει του αιτήματος στο οποίο περιορίστηκαν οι εφεσείοντες. Οι εφεσίβλητοι όμως εισηγούνται πως το σκεπτικό με το οποίο απορρίφθηκε η πρωτογενής αίτηση καλύπτει υποχρεωτικά, όσο κι αν αυτό δεν αρθρώθηκε ρητά, και την περίπτωση να εντασσόταν το αίτημά στις θεραπείες που θα ήταν δυνατόν να δοθούν στο πλαίσιο αυτού του άρθρου. Με την ακόλουθη επιχειρηματολογία: Ενώ το άρθρο 53
(1)αναγνωρίζει τη δυνατότητα αναζήτησης θεραπείας με εναρκτήρια κλήση, μία από τις οποίες μπορεί να είναι η επίλυση οποιουδήποτε ζητήματος που επηρεάζει τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα προσώπου που αξιώνει ότι είναι, μεταξύ άλλων, κληροδόχος ή εκ του νόμου κληρονόμος, το άρθρο 53
(2)καθιστά εφαρμόσιμη ολόκληρη τη Δ.55 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Προβλέπει ότι οι διαδικαστικοί κανονισμοί που ισχύουν εκάστοτε, οι οποίοι αφορούν εναρκτήριες κλήσεις, εφαρμόζονται σε κάθε διαδικασία δυνάμει του, και αυτό, κατά την εισήγηση, σημαίνει ότι εισάγεται και σε σχέση με τις θεραπείες του άρθρου 53 η προϋπόθεση της Δ.55 που είναι η σχετική δικονομική διάταξη, να εγείρεται ζήτημα ερμηνείας εγγράφου ή διαθήκης. Και αφού δεν εγειρόταν τέτοιο ζήτημα ήταν, ούτως ή άλλως, καταδικασμένη σε αποτυχία η αίτηση. Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε. Η ουσιαστική φύση των θεραπειών του άρθρου 53 καθορίζεται από αυτό και η παραπομπή στους διαδικαστικούς Κανονισμούς αποβλέπει στην κάλυψη του θέματος από την καθαρά δικονομική σκοπιά. Θα αυτοαναιρείτο το άρθρο αν είχε την έννοια που του αποδίδουν οι εφεσίβλητοι. Εκείνο που σαφώς προκύπτει είναι πως οι θεραπείες που αναφέρει μπορούν να δοθούν στο πλαίσιο εναρκτήριας κλήσης, για την οποία θα ισχύουν οι ιδιαίτερες δικονομικές διατάξεις. Και σημειώνουμε πως η Δ.55 θ.2 και 3 περιλαμβάνει πρόνοιες αναφορικά με την επίδοση της εναρκτήριας κλήσης και της στήριξή της με μαρτυρία, όπως θα ζητούσε το Δικαστήριο.» Εις την Χρίστος Κληρίδης κ.α. Διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Γεώργιου Π. Κρέντου ν. Κατίνα Κρέντου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ 432 αναφέρονται τα ακόλουθα:- «.....Τέθηκε πρωτόδικα, με πρωτογενή αίτηση δυνάμει του άρθρου 53 του περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Νόμου, Κεφ. 189 και της Δ.55, το κατά πόσο έγραφο ημερομηνίας 12.2.91, το οποίο αποδίδετο στον αποβιώσαντα Γεώργιο Παναγή Κρέντου, τέως εκ Ριζοκαρπάσου, ενείχε σε ό,τι αφορούσε τις υποχρεώσεις των διαχειριστών προς τη διαχείριση της περιουσίας οποιεσδήποτε νομικές επιπτώσεις είτε ως διαθήκη είτε άλλως πως.» Η Δ.55 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί:- «
- Any person claiming to be interested under a deed, will, or other written instrument, may apply to the Court by originating summons (Forms 50 and 51) for the determination of any question of construction arising under the instrument, and for a declaration of the rights of the persons interested.
- ...............................
- ..............................
- The Court or Judge shall not be bound to determine any such question of construction if in their or his opinion it ought not to be determined on originating summons." Πιστεύω ότι με τα πιο πάνω το Δικαστήριο έχει εξουσία και δικαιοδοσία να εξετάσει την αίτηση και απαντήσει Δικαστικά στο ερώτημα, όχι όμως τους ισχυρισμούς που προβάλλονται με την ένσταση των Καθ΄ ων η αίτηση 3 και 4 περί Ψυχικής πίεσης, εξαναγκασμό, δόλου κλ.π. Αυτά θα πρέπει να επιλυθούν με αγωγή και όχι στα στενά πλαίσια αυτής της διαδικασίας. Είναι παραδεκτό από όλους τους διαδίκους ότι περιουσία του εμπιστεύματος είναι το μερίδιο του αποβιώσαντα κατά 1/8 στο ακίνητο με αρ. εγγρ. 3995, Φ/Σχ ΧΧΙ/54.3.1, Τμήμα 25 Τεμ. 2949 στη Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου Γ, ενορία Τρυπιώτη Λευκωσία. Αυτό επίσης αναφέρεται στο άρθρο 1 του εγγράφου εμπιστεύματος. Κατά συνέπεια εφαρμόζεται το Μέρος V - εγγραφή εμπιστευμάτων του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου ΚΕΦ.
- Το άρθρο 65ΙΕ έχει ως ακολούθως:- «65ΙΕ
(1)Κανένα εμπίστευμα το οποίο αφορά ακίνητη ιδιοκτησία δεν θεωρείται έγκυρο εκτός αν αυτό ιδρύεται με έγγραφο (trust deed) υπογραμμένο από το πρόσωπο που δικαιούται σε αυτό ή με διαθήκη.
(2)Το ιδρυτικό έγγραφο του εμπιστεύματος (trust deed) ή η διαθήκη ανάλογα με την περίπτωση, καταχωρίζονται στο Μητρώο Εγγραφής του αρμοδίου Κτηματολογικού Γραφείου.» Η έκταση και εφαρμογή του άρθρου αυτού υπήρξε αντικείμενο νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Εις την Χαραλαμπίδης ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(1996)1(Β) Α.Α.Δ 709, 717, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Το Άρθρο 65ΙΕ του ΚΕΦ. 224, (όπως διαμορφώθηκε από το Ν.2/78), δεν περιορίζει τον ορισμό του όρου " εμπίστευμα» στο Άρθρο 4, ούτε έχει ως αντικείμενο την ερμηνεία του. Προβλέπει τη σύσταση εμπιστεύματος και την εγγραφή του στο Κτηματολογικό Μητρώο για τη δέσμευση της περιουσίας και για τους σκοπούς του εμπιστεύματος. Μόνο εμπιστεύματα τα οποία καταρτίζονται με τον τρόπο που προβλέπει το άρθρο 65ΙΕ θεωρούνται έγκυρα και μπορεί να αποτελέσουν το αντικείμενο εγγραφής....» Τα ίδια στην Πίριλλος ν. Κονναρή
(2000)1(Β) Α.Α.Δ 1153, 1179:- "Στην Κύπρο το θέμα της δημιουργίας έγκυρου εμπιστεύματος διέπεται από ειδική νομοθετική διάταξη - το άρθρο 65ΙΕ του Κεφ. 224, το οποίο προβλέπει για ίδρυση εμπιστεύματος με ιδρυτικό έγγραφο (trust deed) και για κατάθεση του στο μητρώο εγγραφής του αρμοδίου Κτηματολογικού Γραφείου. Στην Χαραλαμπίδης ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ 709, υποδεικνύεται ότι το άρθρο 65 ΙΕ προβλέπει "τη σύσταση εμπιστεύματος δια εγγράφου και την εγγραφή του στο Κτηματολογικό Μητρώο για τη δέσμευση της περιουσίας και για τους σκοπούς του εμπιστεύματος». Υποδεικνύεται, επίσης, ότι «μόνο εμπιστεύματα τα οποία καταρτίζονται με τον τρόπο που προβλέπει το άρθρο 65 ΙΕ θεωρούνται έγκυρα και μπορεί να αποτελέσουν το αντικείμενο εγγραφής»." Εις τα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης εφόσον το εμπίστευμα δεν ενεγράφη στο Κτηματολογικό Μητρώο όπως η προσαχθείσα μαρτυρία καταδεικνύει, δεν τίθεται θέμα δέσμευσης της περιουσίας του για τους σκοπούς του εμπιστεύματος. Συνεπώς το ακίνητο υπο αναφορά αποτελεί μέρος της περιουσίας του αποβιώσαντα και ως τέτοια ο αιτητής θα πρέπει να την μεταχειριστεί. Τα έξοδα της αίτησης να πληρωθούν από την κληρονομιά. (Υπ) Λ. Παρπαρίνος Π.Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ /γκ c:\my documents\parparinos 2010-11/interim decisions cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο